ΔΟΚΙΜΙΑ / ESSAYS

DOKIMIA


(*) Δοκίμιο της Ζαχαρούλας Γαϊτανάκη: «ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ, ΤΟ ΜΟΝΟΤΟΝΟ, ΤΟ ΠΑΝΑΡΜΟΝΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ» –  Ξεφυλλίζοντας ένα “Ημερολόγιο της καρδιάς” – το “ΟΦΙΣ και ΚΡΙΝΟ” του Νίκου Καζαντζάκη

NIKOS KAZANTZAKIS

NIKOS KAZANTZAKIS

Ο ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ (Ηράκλειο Κρήτης, 18/2/1883 -Φράϊμπουργκ, 26/10/1957), ο συγγραφέας του Καπετάν Μιχάλη, του Αλέξη Ζορμπά, των Αδερφοφάδων, του Συμποσίου, της Ασκητικής…, ο ποιητής των “Τερτσίνων” και της “Οδύσσειας”, ο δραματουργός του “Ξημερώνει” και του “Πρωτομάστορα”, ο ταξιδευτής, ο δοκιμιογράφος και στοχαστής, παραμένει και σήμερα, 58 χρόνια μετά τον θάνατό του, ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες
λογοτέχνες. Το έργο του, μεταφρασμένο σε πολλές γλώσσες, διαβάστηκε κι αγαπήθηκε από το παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό. Έτσι ο Καζαντζάκης δικαίως θεωρείται και οικουμενικός συγγραφέας. Μια πρώτη προσέγγιση με την γοητευτική γραφή του Νίκου Καζαντζάκη, επιχειρούμε διαβάζοντας το πρωτότυπο σε σύλληψη μυθιστόρημά του “ΟΦΙΣ και ΚΡΙΝΟ”, το πρώτο που εξέδοσε το 1906 με το ψευδώνυμο ΚΑΡΜΑ ΝΙΡΒΑΜΗ (Η τωρινή ανατύπωσή του έγινε από τις Εκδόσεις ΕΛ. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ). Ο ίδιος χαρακτηρίζει τούτο το έργο του, ένα “ημερολόγιο της καρδιάς” και το αφιερώνει “στη Τοτώ μου”, την πρώτη σύζυγό του Γαλάτεια Καζαντζάκη (1881 – 1962), γνωστή πεζογράφο και ποιήτρια, την οποία παντρεύτηκε το 1911 στο χωριό Κράσι Ηρακλείου. Χώρισαν το 1924, φτιάχνοντας ο καθένας εκ νέου την ζωή του με άλλους συντρόφους.
Τούτο το ζωντάνεμα κάθε “αμέρωτης σκέψης”, η περιγραφή έντονων, πρωτόγνωρων συναισθημάτων, γίνεται με τέχνη περισσή. Χωρίς λόγια περιττά, πομπώδεις φράσεις που θα φαίνονταν ψεύτικες και ανούσιες, έτσι απλά, αιτιολογείται ό,τι προηγήθηκε αλλά κι ό,τι θ’ ακολουθήσει. “Την αγάπησα και μ΄ αγάπησε” γράφει ο Καζαντζάκης. “Το αιώνιο, το μονότονο, το παναρμόνιο τραγούδι.” Αυτό το τραγούδι που για να γραφτεί και ν΄ ακουστεί απαιτεί θυσίες.
Φέρνει στην επιφάνεια, απαιτητικές, ανυπότακτες, κυρίαρχες, τις επιταγές της “ακάθαρτης σάρκας”, της κυριευμένης από άγριους πόθους και πρωτόγονα ένστικτα. Ανασύρει όμως και την προσμονή, την ελπίδα, την αναγέννηση της ψυχής, του κορμιού και της σκέψης. Είναι “η μεγάλη, η άγια, Ανατριχίλα της αγάπης”. Σαν τελετή μυστηριακή ακολουθεί το δικό της, μοναδικό για τον καθένα, τυπικό.
Επιδέξια χέρια, χαράσσουν στο χαρτί, λέξεις – κοσμήματα, για να περιγραφεί το πρόσωπο της αγαπημένης μορφής: “Ω Πολυαγαπημένη”, “Ω Αγαπημένη και ω Θεά”, “ω Ζωή και ω Αγάπη”, “ω Εκλεχτή και ω Ευλογημένη”, “ω Λαχτάρα της ψυχής μου!”, “ω Ιέρεια της Ηδονής και της Αγάπης και ω Δημιουργός των στιγμιαίων Αιωνιοτήτων!”, “ω χαρά των ματιών”, “ω Γαλάτεια”, “ω Αντιγόνη της ψυχής μου”, “ω Λορελάη των ψυχών”…Καλέσματα απλά, ίσως με κάποια αφέλεια διατυπωμένα, κρύβουν όλη την προσμονή αλλά και την απελπισία του ερωτευμένου καλλιτέχνη: “’Ελα…”, “δώσε μου τα χείλη Σου και δώσε μου το κορμί Σου”, “Ας μεθύσομε από το ατέλειωτο χαμόγελο του ουρανού μας”, “ Έλα μαζί μου”, “’Ελα να κλάψομε μαζί”…“Ω πόσα νοιώθω που δεν τα νοιώθουν άλλοι!” λέει ο Καζαντζάκης. Την ευτυχία της κάθε στιγμής σβήνει η απελπισία κι η κούραση της ψυχής. “Απάνω στο ρόδο της αγάπης σέρνεται το σκουλήκι.” Κι η διαπίστωση αυτή μεταβάλλει την χαρά σε θλίψη. Η Πολυαγαπημένη γίνεται τώρα η “Δύστυχη”, η “Θυγατέρα του πόνου”, αυτή που ανατριχιάζει ακούγοντας τα λόγια του τα τρομερά: “ Και θ’ αποθάνω ευτυχής γιατί θα Σε σύρω μαζί μου – θα Σε σύρω μαζί μου στον τάφο”. Διαλέγει να “σκοτώσει” τον έρωτά τους τώρα που βρίσκεται στην ακμή του. Επιλογή μονόπλευρη, εγωϊστική, αφού η γυναίκα δεν συμφωνεί. Και μάταια θα προσπαθήσει να ζήσει, “ν’ ανοίξει το παράθυρο και ν’ αναπνεύσει – μα εκείνος δεν την αφήκε.” Γίνονται κι οι δύο (θύτης και θύμα – θύματα) “του πόνου και της αγάπης”. Η μεθυσμένη από αγάπη ψυχή, αυτή η αγάπη που “είνε άγρια και έκφυλη μα είναι αιώνια”, κρατά τον καλλιτέχνη δέσμιο των συναισθημάτων του. Ο θάνατος του ζευγαριού, όπως σχεδιάζεται και εκτελείται από εκείνον, θα τους προσφέρει, πιστεύει, την “αιώνια γαλήνη… την αιώνια χαρά, τη Μεγάλη Χαρά, χωρίς πόνο.” Τον λευτερώνει “ από τον μεγάλο πειρασμό της ελπίδας”. Είναι ο “Μεγάλος Παρήγορος”.
Από τον πυρετό της αγάπης της μαρτυρικής ξεκινά το ξεφύλλισμα του “Ημερολογίου της καρδιάς” του ο Δημιουργός. Μιλά για εκείνην, που είναι “η μόνη γυναίκα που εγέμισες την ψυχή μου”. Βαδίζει μονάχος σε μονοπάτια Σκέψης , άλλοτε φωτεινά μα τα περισσότερα σκοτεινά, ανέλπιδα και θλιβερά. Φτάνει στα όρια της αντοχής του. Πόσο μπορεί ν΄ αντέξει κάποιος πέρα από τα όρια; Και πόσο επικίνδυνος μπορεί να γίνει, όταν φτάσει να πει: “Είμαι ήσυχος. Είμαι ήσυχος γιατί είμαι απελπισμένος.” ‘Οταν ο χρόνος κυλά με παράξενους συλλογισμούς και διαπιστώσεις: “ Ω πόσο πονεί κάτι τι μέσα μου! Πόσο πονώ μέσα στην καρδιά!” Κι όταν όλος αυτός ο πόνος οδηγεί στην λύτρωση, στην ηρεμία, στην γαλήνη της ψυχής και του σώματος, ο αναγνώστης αποστασιοποιημένος από του δράματος το σκηνικό, δεν αισθάνεται αδιάφορος με τα δρώμενα αλλά μέρος της
καθαρτήριας διαδικασίας που διαδραματίστηκε ενώπιόν του. Και τούτο οφείλεται στον πρωτότυπο τρόπο γραφής και περιγραφής του ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ. Στης πένας του την δύναμη και στης έμπνευσής του την δυναμική.
Σήμερα, 58  περίπου χρόνια από τον θάνατο του Καζαντζάκη, δεν είναι τυχαίο, ότι διαβάζονται και αγαπιούνται τα βιβλία του τόσο πολύ από τον κόσμο, ιδιαίτερα τους νέους. Πρωτοεκδίδοντας, το 1906, το “ΟΦΙΣ και ΚΡΙΝΟ”, ούτε ο ίδιος θα μπορούσε να φανταστεί, πως 109 χρόνια μετά, θα διαβαζόταν προσφέροντας συγκίνηση και έμπνευση. Ο Καζαντζάκης πέτυχε, θαρρείς, το ακατόρθωτο με τούτο το βιβλίο του. Να μας κάνει συμμέτοχους κι ακροατές σ’ αυτό “το αιώνιο, το μονότονο, το παναρμόνιο τραγούδι” της Αγάπης, που ξεκινά και καταλήγει με την διαπίστωση: “Την αγάπησα και μ’ αγάπησε.” Το σημαντικότερο που κατόρθωσε ο Καζαντζάκης, με το σύνολο του έργου του, είναι, όπως εύστοχα παρατηρεί στο βιβλίο που μελετήσαμε ο ίδιος, ότι “Η σκέψη μας απαράλλαχτα θα γίνει στοιχείο της σκέψης των άλλων γενεών. Και θα περάσουν αιώνες αμέτρητοι…”

 _________________________________________________________________________________________

GRAFO(*) Η Ζαχαρούλα Γαϊτανάκη γράφει για τον Στάθη Γρίβα: «ΜΕ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΤΟΥ ΤΗΝ ΠΕΝΑ…»

Η πρώτη μου γνωριμία με τον Στάθη Γρίβα έγινε μέσω της ποιητικής του συλλογής «Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ» και συνεχίστηκε με τη συλλογή του «ΣΥΝΝΕΦΙΑΖΕΙ». Το 2004, σε μία εκδήλωση για την «Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης» τον συνάντησα και ανταλλάξαμε δυο κουβέντες. Με είχε κερδίσει ως ποιητής με τη δουλειά του και μου προκάλεσε την καλύτερη εντύπωση, ως άνθρωπος, όταν τον γνώρισα από κοντά.

Θέλησα να μελετήσω αναλυτικότερα το έργο του και να γράψω γι’ αυτό, γιατί η ποίησή του κινείται σ’ ένα ευρύ πεδίο νοημάτων, μηνυμάτων και συναισθημάτων. Είναι βαθιά ανθρώπινη και ταυτόχρονα οικουμενική, αγκαλιάζει όλον τον κόσμο χωρίς διακρίσεις, μιλά σε όλους μας με την κοινή γλώσσα της ψυχής.

Οι προσωπικές καταθέσεις ενός ποιητή, δίνουν στον καθένα μας την ευκαιρία να τον γνωρίσει, να συγκινηθεί από τους στίχους του, να ικανοποιήσει κάποιες ανάγκες της ψυχής και του μυαλού του. Ο κάθε ποιητής, όπως και ο κάθε άνθρωπος, είναι μοναδικός. Ξεχωρίζει βεβαίως από τα δικά του, προσωπικά εξωτερικά χαρακτηριστικά αλλά διακρίνεται και για κείνα τα ιδιαίτερα του ήθους του στοιχεία.

Ο ΣΤΑΘΗΣ Ι. ΓΡΙΒΑΣ, μέσα από τη μελέτη των ποιητικών του συλλογών και των άλλων ανέκδοτων στίχων του, μας καλεί να συμπορευτούμε στου ποιητικού του χώρου τα αναρίθμητα μονοπάτια, να μοιραστούμε το προσωπικό του εσωτερικό και εξωτερικό δρομολόγιο έμπνευσης και να οδηγηθούμε, μέσω της ενδιαφέρουσας αποτύπωσης που κάνει για τη ζωή, στο δικό μας λυτρωτικό καθαρτήριο.

Με της καρδιάς του την πένα γράφει ο Στάθης Γρίβας. Κι έχει το αποτέλεσμα αυτής του της προσπάθειας να τραγουδήσει τη ζωή, αισθητική αξία, βάζει την προσωπική του σφραγίδα στη νεοελληνική ποίηση. Αξίζει να περιδιαβούμε τις ποιητικές του συλλογές (της πρώτης και της δεύτερης περιόδου δημιουργίας) και για το ξεκίνημα του ταξιδιού μας να σταθούμε στο ποίημα «ΑΠΟΤΥΠΩΣΗ», από τη συλλογή «Η φωνή της σιωπής»:
«Μέσα από το πέρασμα  /  του χρόνου,  /   αποτυπώνω,  /  ζωή, το πρόσωπό σου!  /  Μέσα από τις αναμνήσεις,  /   την ταυτότητα  /  της ύπαρξής μου.   / Και με το χρωστήρα  /  της φαντασίας  / ζωγραφίζω το μέλλον.»


Δοκίμιο της Ζαχαρούλας Γαϊτανάκη για το βιβλίο του Γιώργου Ι. Μποτή: «ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΜΑΣ»

PEN WRITE                                                                    ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΕΣ ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΗ ΖΩΗ

«Αυτή η στήλη ξεκινά σήμερα μ’ ενθουσιασμό και καλοπροαίρετη διάθεση, με μοναδικό σκοπό να μεταφέρει στους αναγνώστες της διάφορες σκέψεις, σχόλια, γεγονότα, παρμένα μέσα από την ωμή πραγματικότητα της ζωής, και συγχρόνως να πειραματίζεται αντικειμενικά επάνω σ’ αυτά. Οι αναγνώστες της ας την περιβάλλουν με εμπιστοσύνη και αγάπη, με την βεβαιότητα ότι και ο γράφων θα προσπαθήσει να ανταποκριθεί στις προσδοκίες τους.»
Με τούτα τα λίγα ζεστά κι όμορφα λόγια προς τους αναγνώστες της εφημερίδας «ΑΡΚΑΔΙΚΑ ΝΕΑ» παρουσίαζε ο Γιώργος Ι. Μποτής τη στήλη του «ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΜΑΣ» – Από τις δυο όψεις» και με τον επεξηγηματικό υπότιτλο: «Σκέψεις και Σχόλια». Υπογραφή: «Ο Εβδομαδιαίος».
Μπορούν άραγε κάποια κείμενα να διαβαστούν χρόνια μετά την αρχική τους δημοσίευση και να διατηρούν την φρεσκάδα και την επικαιρότητα της πρώτης τους φανέρωσης; Απ’ ότι φαίνεται, ναι. Αυτό συμβαίνει με «Τα πράγματα του καιρού μας» που έγραψε ο Γ. Μποτής τα χρόνια του διορισμού του ως Επιμελητής Ανηλίκων Τριπόλεως, νεαρός απόφοιτος της Νομικής.
Στην στήλη του κατέγραφε γεγονότα από την Αρκαδική πρωτεύουσα, προβληματισμούς, εικόνες ζωής από την Τρίπολη, την επαρχία, την Ελλάδα και τον κόσμο. Από το 1961 μέχρι το 1968, σχολίαζε με τον δικό του τρόπο τα πράγματα. Έριχνε τις δικές του ματιές στην καθημερινότητα μέσα από σκέψεις του, στιγμιότυπα, σχόλια, σημειώματα, στιγμές και όψεις. Σε τούτο το βιβλίο συγκεντρώθηκαν κάποια από κείνα τα δημοσιεύματά του.
Αν κι έχουν περάσει πάνω από 55 χρόνια από τότε που γράφτηκαν κάποια από τα κείμενά του, η ματιά του Γ. Μποτή, καυστική κάποιες φορές, εύστοχη και διεισδυτική, βαθυστόχαστη και φωτεινή, έχει τέτοια δυναμική ώστε αυτά τα κομμάτια να διαβάζονται και σήμερα με ενδιαφέρον, να προβληματίζουν, να συγκινούν και να ψυχαγωγούν. Ήταν τότε και παραμένουν στις μέρες μας, κείμενα – καθρέφτης της καθημερινής ζωής, αξιοπρόσεχτα συμβάντα που εντυπωσιάζουν, κουβεντούλες ανθρώπινες που μας φέρνουν πιο κοντά. Άρεσαν όπως φαίνεται πολύ στον κόσμο, αφού οι αναγνώστες των «Αρκαδικών Νέων» συμμετείχαν με γράμματά τους στη στήλη και στην εφημερίδα.
Η γραφή του Γιώργου Μποτή ήταν απλή, κατανοητή, κρυστάλλινη. Δεν χρησιμοποιούσε δυσνόητες λέξεις, δεν έκανε κήρυγμα, δεν επέβαλε τις απόψεις του. Στόλιζε τις σκέψεις του με εικόνες, ζωντάνια, νιάτα, χιούμορ.

Τον απασχολούν θέματα σημαντικά για την εποχή του, τα οποία τα συναντούμε και στις μέρες μας: η ερήμωση των χωριών από την εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση, η εγκατάσταση χιλιάδων Ελλήνων στα μεγάλα αστικά κέντρα, κυρίως στο Λεκανοπέδιο της Αττικής, που είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία του σημερινού υδροκέφαλου Αθηνοκεντρικού κράτους της διαφθοράς, της ταλαιπωρίας του πολίτη, του νέφους και τόσων ακόμη προβλημάτων. Η φτώχεια και η ανεργία ήταν τότε και παραμένουν μέχρι σήμερα, προβλήματα. Παρόλη την πρόοδο που έγινε στο κύλισμα του χρόνου, έχουμε πάνω από 2.000.000 Έλληνες να ζουν στο όριο της φτώχειας και ανεργία που φτάνει το 9% επισήμως…
Η παράδοση, η οικογένεια, ο περίγυρος, έδιναν στον «Εβδομαδιαίο» άφθονο υλικό για περιγραφές, αναφορές και σχολιασμό. Υπήρχαν όμως τότε ρίζες (η φαμελιά) και περισσότερη επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων. Τώρα, η μοναξιά, η ανία, η κατάθλιψη, κάνουν τους ανθρώπους δυστυχισμένους κι ας έχουν πιο πολλά υλικά αγαθά αποκτήσει. Η οικογένεια έχασε πλέον τα στηρίγματά της, οικοδομείται σε σαθρά θεμέλια, δεν υπάρχει ουσιαστική επαφή γονέων και παιδιών, λείπει η αγάπη. Η ανιδιοτελής αγάπη. Όλοι βρίσκονται μαζί σ’ έναν καναπέ και μπροστά σε μια ανοιχτή τηλεόραση. Πού καιρός για συζήτηση, γέλιο, παιχνίδι, χαρά;
Ας δούμε λίγο αναλυτικότερα την θεματολογία των σχολίων του Γιώργου Μποτή, σε συνδυασμό με την επικαιρότητα που διατηρούν ως τις μέρες μας.
Στο ξεκίνημα της στήλης του, το κάλεσμα στους αναγνώστες του οριοθετεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί ο συγγραφέας – «σεισμογράφος της εποχής του». Θέλει τον κόσμο αρωγό στην προσπάθειά του, να λέει την γνώμη του, να διατυπώνει ελεύθερα τις διαφωνίες του και τις προτάσεις του. Έτσι ακούγεται όχι απλώς και η άλλη πλευρά αλλά κάθε πλευρά και γνώμη. Ο αναγνώστης γίνεται συνεργάτης και συνοδοιπόρος.
Από τα θέματα του 1961, υπογραμμίσαμε τα σχόλια του Γιώργου Μποτή για τον κινηματογράφο ως μέσο ψυχαγωγίας του παιδιού κείνη την εποχή που δεν υπήρχε η τηλεόραση, όπως συμβαίνει σήμερα που κάθε σπίτι διαθέτει πέραν της μιας συσκευής, ίσως και μια τηλεόραση σε κάθε δωμάτιο!
Σε σχόλιό του για την εγκληματικότητα των ανηλίκων σημειώνεται το κύμα μιμητισμού και αντιγραφής ξένων προτύπων. Οι Έλληνες ως λαός, δυστυχώς, υιοθετήσαμε πολλά ξενόφερτα πράγματα στη διατροφή μας, στη διασκέδασή μας, στη γλώσσα μας, με αποτέλεσμα μια σειρά αρνητικών επιπτώσεων στην ψυχική και σωματική μας υγεία, στον πολιτισμό μας, στην κοινωνία και την οικονομία μας.
Στάθηκα ιδιαίτερα στις «Χριστουγεννιάτικες σκέψεις» του Γ. Μποτή και στο κάλεσμά του να αισθανθούμε «ξεχωριστά με όλο τους το μεγαλείο τις Άγιες μέρες που μας έρχονται». Φαίνεται ότι ούτε τότε, πολύ περισσότερο σήμερα, δεν βιώνεται η σημασία των ημερών. Επιδίδεται ο σύγχρονος άνθρωπος σ’ έναν φρενήρη τρόπο γιορτής, με πολύ φαγητό, αλκοόλ, δώρα που θέλουμε να μας ανταποδώσουν, με πολλά λαμπιόνια, στολίδια και τα συναφή, μακριά από το πραγματικό νόημα των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων. Εν έτη 1961 δεν υπήρχε τόσο τεχνητό φως, φαγώσιμα και αφθονία παιχνιδιών, αλλά αν η καρδιά δεν συμμετέχει στη γιορτή, το εξωτερικό περιτύλιγμα δεν μπορεί να δώσει εσωτερική χαρά.
Ξεχωριστής σημασίας είναι οι αναφορές στους νέους της εποχής εκείνης, οι οποίοι φεύγανε στο εξωτερικό αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Η χαρά και η ευτυχία δεν βρίσκονται πάντα «μακριά από τον τόπο τους» διαπιστώνει «Ο Εβδομαδιαίος». Μην ξεχνάμε ότι είναι κι αυτός νέος και γνωρίζει από πρώτο χέρι τα προβλήματα των συνομηλίκων του.
Με δυο – τρία εκπληκτικά περιστατικά μας δίνονται επίσης κάποιες από τις λαϊκές αντιλήψεις (που ισχύουν και σήμερα), όπως το ποδαρικό της Πρωτοχρονιάς, η Τρίτη και 13, η γέννηση κοριτσιού που θεωρούνταν ατυχές γεγονός γιατί υπήρχε προτίμηση στα αγόρια. Διαβάζουμε ακόμη για το πώς θα ήταν ο κόσμος μας αν υπήρχε περισσότερη ανθρωπιά κι αγάπη. Στον 21ο αιώνα που διανύουμε, αυτή η ανάγκη γίνεται πιο έντονη αφού οι άνθρωποι έχουν απομακρυνθεί ο ένας από τον άλλο, αν και τα σπίτια, οι στέγες των σπιτιών τους έχουν έρθει τόσο κοντά.
Η Αμερική του 1961 αντιμετωπίζει ένα μεγάλο πρόβλημα, που η χώρα μας το βρήκε μπροστά της 40 χρόνια μετά. Οι οικογένειες στις Η. Π. Α. διαλύονται και τα παιδιά πληρώνουν τις επιπτώσεις του διαζυγίου των γονέων τους. Σήμερα η Ελλάδα έχει τον ίδιο προβληματισμό με την αύξηση των διαζυγίων. Οι χωρισμοί αυξάνονται, οι γάμοι μειώνονται, έχει μεγαλώσει ο αριθμός των μονογονεϊκών οικογενειών. Κι όλα αυτά σε μια χώρα που φθίνει πληθυσμιακά κι έχει γεμίσει ηλικιωμένους…
Για τη μεγάλη ευθύνη των γονέων που αφήνουν τα παιδιά τους να φύγουν από κοντά τους, από το χωριό, ζητώντας δουλειά στις μεγαλουπόλεις, αναφέρεται άλλο σχόλιο της στήλης. Η κατάσταση αυτή είναι η μεγάλη πληγή της ελληνικής υπαίθρου. Οι γονείς θέλουν για τα αγόρια και τα κορίτσια τους μια καλύτερη ζωή. «Να πάνε στον «καλό κόσμο». Η πρόοδός τους όμως δεν ήταν πάντοτε εξασφαλισμένη εκεί που πήγαιναν. Η φτώχεια και η ανεργία οδήγησαν σταδιακά στην ερήμωση των χωριών. Κάποτε η ύπαιθρος έσφυζε από ζωή. Πολλά παιδιά τριγυρνούσαν στους δρόμους των οικισμών, τα σχολεία ήταν γεμάτα μαθητές. Σήμερα τα σχολειά είναι κλειστά, έχουν γίνει πολιτιστικά κέντρα ή… ταβέρνες, οι δρόμοι είναι έρημοι, τα σπίτια σφραγισμένα, οι αυλές χορταριασμένες, τα χωράφια χέρσα. Ερημιά βασιλεύει παντού, ιδίως τους χειμερινούς μήνες.

ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Γ. ΜΠΟΤΗ
Για να ευθυμήσει λίγο τα πράγματα, ο Γ. Μποτής βάζει χιουμοριστικές πινελιές στη στήλη του με μιας «Μητέρας διδάγματα» και με «Το προστατεύει ο νόμος…». Πρόκειται για δυο απολαυστικά κομμάτια που δείχνουν πως κάποιοι γονείς ερμηνεύουν τα πράγματα όπως τους συμφέρει. Η Ελενίτσα, στην πρώτη ιστορία, έπρεπε να μικρύνει ηλικιακά για να μην πληρώσει εισιτήριο στο λεωφορείο αν κι ήταν μαθήτρια του δημοτικού. Κι ο 13χρονος, στη δεύτερη περίπτωση, μπορούσε έχοντας την προστασία του νόμου, να δει το ακατάλληλο για ανηλίκους έργο στον κινηματογράφο, γιατί όπως εξήγησε η ευρηματική μητέρα του: «Ο μικρός έχει κλείσει τα δεκατρία του χρόνια και πηγαίνει στα δεκατέσσερα… Άρα τον προστατεύει ο νόμος!»
Σ’ ένα από τα κομμάτια του 1963 διαβάζουμε: «Ο χειμώνας άρχισε. Η μελαγχολία του καιρού επιδρά σε όλους μας. Μας αφαιρεί την όρεξη και την αισιοδοξία και μας κάνει πλαδαρούς και ψυχρούς στις εκδηλώσεις μας. περισσότερο υποφέρουν οι ευαίσθητοι χαρακτήρες που κάθε μεταβολή τους στοιχίζει αφάνταστα. Αλλά τι να γίνει… ας κάνουμε διαφορετικά». Αυτά τότε, για ο χειμώνας του 2006 δεν ήρθε όπως έπρεπε και το βιολογικό ρολόι των ανθρώπων, όπως και το κλίμα, «τρελάθηκε». Η φύση, κατεστραμμένη από τον άνθρωπο, εκδικείται και μας χτυπάει όχι καμπανάκια αλλά καμπάνες. Οι πάγοι λιώνουν, δεν έχουμε τις φυσιολογικές εναλλαγές των εποχών, επικρατεί μόνιμη καλοκαιρία, υψηλές θερμοκρασίες, ανομβρία. Οι άνθρωποι μελαγχολούν από την ζέστη, γίνονται ανόρεχτοι από τον καύσωνα και απαισιοδοξούν για τα χάλια μας.
Το σχόλιο του Γ. Μποτή για το «Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων», μας δείχνει ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει προς το καλύτερο σ’ έναν από τους μεγαλύτερους ασφαλιστικούς οργανισμούς της χώρας. Μάλλον χειρότερα έχουν γίνει τα πράγματα κι ο κοσμάκης ταλαιπωρείται από τη γραφειοκρατία, τις «ουρές» και την αναξιοκρατία.
Στην Τρίπολη του 1963 συμβαίνουν διάφορα γεγονότα. Θα λειτουργήσει «ένα πρωτότυπο φροντιστήριο για μητέρες». Η ζωή στην αρκαδική πρωτεύουσα αλλάζει με την αστική συγκοινωνία. Μια παιδική χαρά «ήταν κάτι που έλειπε» από την πόλη. Στάθηκα όμως σ’ ένα συγκινητικό σημείωμα που αναφέρεται σ’ έναν ανώνυμο μαθητή Δημοτικού Σχολείου, ο οποίος απέστειλε στον Οίκο Τυφλών Τριπόλεως 100 (εκατό) δρχ. «ποσό που περιείχε ο κουμπαράς του». Ένα μικρό παιδί δείχνει το δρόμο της καρδιάς και της αρετής όχι μόνον στους συνομηλίκους του αλλά και στους μεγάλους. Δεν ζητά επαίνους ή ανταπόδοση για την πράξη του. Κάνει μια κίνηση ανθρώπινη, ελπιδοφόρα, με διαχρονικές προεκτάσεις…
Διαβάζοντας τις σκέψεις του Γιώργου Μποτή συναντώ πράγματα εκείνου του καιρού που μας απασχολούν και σήμερα: η ηλικία της αποχώρησης των Μητροπολιτών από το αξίωμά τους (με όριο τα 70 έτη ένας Ιεράρχης να συνταξιοδοτείται ώστε κάποιος νεότερος να αναλαμβάνει να συνεχίσει το έργο του), το ρουσφέτι που ζει και βασιλεύει, προσωπικότητες του απόδημου ελληνισμού από την Αρκαδία που λαμπρύνουν τον κόσμο μας με τις πράξεις τους, περιστατικά ανθρωπιάς, την δημιουργία επιτροπής για τους απόρους. Κι ακόμη, που μπορεί να οδηγήσει η ζήλια τον άνθρωπο. Ένα σχόλιο για τα χάλια του αρχαίου θεάτρου Μεγαλοπόλεως, επαναφέρει το ζήτημα στην επικαιρότητα, αφού και σήμερα το θέατρο παραμένει κλειστό και εγκαταλελειμμένο στην τύχη του και στη φθορά του χρόνου. Τελικά, «όλα τα ίδια μένουν».
Το ίδιο ισχύει και για τους ανθρώπινους χαρακτήρες. Οι κόλακες, τα «ανθρωπάκια», έχουν τον τρόπο τους να επιβιώνουν παντός καιρού. Υπάρχουν όμως κι εκείνοι, που όταν η ζωή τους δώσει ένα πικρολέμονο, ένα χτύπημα, αντί να κλαίνε την κακή τους τύχη, φτιάχνουν μ’ αυτό μια… λεμονάδα! Συνεχίζουν τον αγώνα τους, γίνονται παράδειγμα προς μίμηση, όπως ένας νέος σε κάποιο χωριό της Τεγέας. Υπάρχουν και γυναίκες, όπως η Άννα Δημητριάδου, η οποία πεθαίνοντας «άφησε τα υπάρχοντά της στο Εθνικό Ορφανοτροφείο Καβάλας»!
Μια επισήμανση του Γ. Μποτή με προβλημάτισε πολύ: «Δεν ξέρουμε πρώτα – πρώτα πώς να συζητάμε». Ανέκαθεν αυτό ήταν πρόβλημα. Δεν ξέρουμε να κουβεντιάζουμε με σεβασμό στους συνομιλητές μας, να τους ακούμε με προσοχή, να μην τους διακόπτουμε και – το κυριότερο – να δεχόμαστε την διαφορετική τους άποψη χωρίς να θέλουμε να επιβάλουμε την δική μας ως σωστή χρησιμοποιώντας ύβρεις, φωνές, προσβολές ή και χειροδικώντας. Τα τηλεοπτικά παράθυρα των σύγχρονων δελτίων ειδήσεων αποτελούν τον καθρέφτη αυτής της πικρής διαπίστωσης. Ούτε και σήμερα ξέρουμε «πώς να συζητάμε».
Ξαναδιαβάζοντας τούτα τα κομμάτια, σκέφτεσαι ότι όσα χρόνια κι αν περάσουν, οι ανθρώπινοι χαρακτήρες μένουν ίδιοι. Τα προβλήματα, κι αυτά επαναλαμβάνονται με άλλους πρωταγωνιστές. Ίσως γιατί οι άνθρωποι που τα δημιουργούν, δεν έχουν εσωτερικά (μέσα τους) προχωρήσει ούτε βήμα προς την καλυτέρευσή τους.
«Το 1963 πέρασε στη λήθη του απύθμενου ωκεανού του παρελθόντος. Ο χρόνος είναι αδηφάγος» συμπεραίνει ο Γ. Μποτής προσβλέποντας ότι η ανατολή του νέου χρόνου θα είναι «μια αφετηρία δημιουργική και καρποφόρα». Για να μας θυμίσει στη συνέχεια ότι «οι Έλληνες της Κύπρου δοκιμάζονται σκληρά», ότι η προσφορά αίματος σώζει ζωές κι ότι η τύχη μπορεί να είναι τυφλή αλλά όλοι την κυνηγάμε μέσα από λαχεία κι άλλα τυχερά παιχνίδια. Τότε ήταν το Λαχείο της Ενώσεως Συντακτών, σήμερα το Λόττο, το Τζόκερ, το Στοίχημα και τα διάφορα λαχεία…
Διαβάζουμε ακόμη ότι ένας ηλικιωμένος γέροντας αυτοκτονεί σε κάποιο γορτυνιακό χωριό λόγω μελαγχολίας επειδή έχασε την όρασή του κι ένας Παριζιάνος κάνει το ίδιο επειδή έχασε τον αγαπημένο του… σκύλο!
«Η στήλη αυτή ένα και μοναδικό σκοπό έχει: να προβληματίσει τους αναγνώστες σε ορισμένα θέματα. Γιατί ο άνθρωπος, όταν αρχίζει να προβληματίζεται για κάτι, θαρρώ, ότι αρχίζει να ψάχνει σοβαρά πλέον για την αλήθεια και το ορθό» έγραφε «Ο Εβδομαδιαίος» στις 26 Απριλίου 1964. Υπογραμμίζουμε ζητήματα προς συζήτηση αυτή τη χρονιά που διατηρούν ως τις μέρες μας την επικαιρότητά τους: η Τουρκία θέλει να κατεδαφίσει το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως (50 χρόνια μετά το θέμα παραμένει, η Τουρκία συνεχίζει να δημιουργεί προβλήματα), μια 25χρονη κοπέλα «αποφεύγει συστηματικά κάθε κοινωνική επαφή με τους άνδρες», ένας Ιεράρχης γράφει για την εκκλησία, οι επιπτώσεις της κακεντρέχειας, πόσο αντικειμενική μπορεί να είναι η κρίση μας, σε πόσο δύσκολη θέση μπορεί να μας φέρουν τα κακόηχα επώνυμα, τι ζημιά κάνουν τα πρωταπριλιάτικα ψέματα, τα οικογενειακά επιδόματα των δημοσίων υπαλλήλων, ο προσκοπισμός, η αυτοθυσία ενός Γάλλου πατέρα, περί δουλοπρέπειας και συμφέροντος, η αναζήτηση της ευτυχίας και του αληθινού, ένα ασθενοφόρο του Ερυθρού Σταυρού στην Τρίπολη, περί βλασφημίας, το έργο των Ιεραρχών (να είναι κοντά στον άνθρωπο που δοκιμάζεται κι όχι να θησαυρίζουν υλικά αγαθά), η Παιδεία και η μόρφωση ως δύναμη ενός λαού και η καλύτερη επένδυση για το μέλλον του…
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η απάντηση του Γ. Μποτή σε άρθρο της Αγγελικής Δαμίγου στο περιοδικό «Ταχυδρόμος» (28/8/1964) με τίτλο: «Τρίπολη: είναι πρωτεύουσα ή μόνο ένα εύπορο χωριό;» αλλά και η δημοσίευση επιστολής ενός περαστικού επισκέπτη της Αρκαδικής πρωτεύουσας, ο οποίος αναρωτιέται: «Γιατί δεν υπάρχει στην Τρίπολη ένα πατσατζίδικο»;
Μιας κι αναφερόμαστε σε επιστολές, αξίζει εδώ ν’ αναφερθούν αποσπάσματα από δύο γράμματα – παρεμβάσεις του Γ. Μποτή στα «Αρκαδικά Νέα». Για την ΕΠΙΜΕΛΗΤΕΙΑ ΤΩΝ ΑΝΗΛΙΚΩΝ γράφει:
«Είναι πράγματι λίαν παρήγορο ότι τελευταίως πολύ δικαίως και νουνεχώς έχει στραφεί το ενδιαφέρον της Πολιτείας προς τους Ανηλίκους… Η μικρά πείρα του θεσμού των Επιμελητών Ανηλίκων απέδωσε λίαν ικανοποιητικά και τελεσφόρα αποτελέσματα. Τούτο δε διότι οι Επιμελητές Ανηλίκων είναι οι εντεταλμένοι φορείς της Πολιτείας, οι οποίοι έρχονται εις άμεση σχέση προς την προσωπικότητα των παρεκτρεπομένων ανηλίκων αναζητούντες την αιτία της παρεκτροπής και εν συνεχεία δια της επαγρυπνήσεως και πατρικής επιβλέψεως, την ριζική εξαφάνιση ταύτης. Μετά μεγίστης, λοιπόν, χαράς και ηθικής ικανοποιήσεως το σώμα των Επιμελητών παρακολουθεί το υπέρ αυτού ενδιαφέρον, όπερ επιδεικνύει εσχάτως το Υπουργείο Δικαιοσύνης…»
Στη δεύτερη επιστολή γίνεται λόγο για την ανάγκη πρόνοιας των μεγάλων απέναντι στα παιδιά: «Είναι πράγματι σύμπτωμα της εποχής μας με τις αλλοπρόσαλλες εκδηλώσεις της και η χαλάρωση της καταλλήλου αγωγής και φροντίδας για την νεολαία. Ομολογουμένως η περίοδος του καλοκαιριού με τους πολυποίκιλους ερεθισμούς του περιβάλλοντος είναι η πλέον επικίνδυνη εποχή, η οποία θέλγει και δελεάζει την παιδική ψυχολογία προς τα έκτροπα και την ηθική διαφθορά. Σ’ αυτή ακριβώς την κρίσιμη εποχή αφήνεται το παιδί, από πολλούς δυστυχώς γονείς, ελεύθερο να γίνεται έρμαιο της αυξημένης φαντασίας του και των δυσμενών επιδράσεων του γύρω κόσμου. Οι γονείς, οι παιδαγωγοί, οι διδάσκαλοι, οι ιερείς και γενικά όσοι πονούν πραγματικά για το οικτρό κατάντημα της γενιάς μας ας λάβουν τα μέτρα τους για την περιφρούρηση της νεότητας κατά την διάρκεια του καλοκαιριού για να πάψει πλέον να τροφοδοτείται ο «Τεντιμποϊσμός», το αίσχος αυτό της ανθρώπινης συμπεριφοράς και τα βαλτοτόπια της ηθικής σαπίλας του καιρού μας.»
Εξαιρετικά γόνιμο από πλευράς σχολίων υπήρξε το 1965: γίνεται το Συνέδριο των Παναρκάδων στην Τρίπολη, οι κατασκηνώσεις και η ωφέλειά τους στα παιδιά, ο σεισμός που έγινε στην περιοχή και η βοήθεια που δόθηκε στους πληγέντες, η κυριαρχία της ύλης, αναφορά στο βιβλίο του Αλέξις Καρέλ «Ο άνθρωπος αυτός ο άγνωστος» («Μέσα μας υπάρχουν τα πάντα» λέει ο Γ. Μποτής και δεν έχει άδικο). Μαθητές και στοιχειώδεις σεβασμός, ο εορτασμός της Παγκόσμιας Ημέρας του Παιδιού, η υψηλή αποστολή της Δικηγορίας, κινηματογράφος και σχολείο (εξ αφορμής μιας διαταγής), η λατρεία της παραδοξολογίας και του ανάποδου, η διαθήκη του Τριπολιτσιώτη Μίμη Αθανασιάδη, παιδιά και γονείς. Τι γίνεται με κείνους τους απερίσκεπτους γονείς που κάνουν πολλά παιδιά τα οποία αδυνατούν να τους προσφέρουν τα στοιχειώδη – όχι τα παραπάνω – για τη ζωή τους και τα κάνουν δυστυχισμένα; Και στις μέρες μας πολλά παιδιά δεν χαμογελούν λόγω της βίας στο σπίτι, της φτώχειας και του αποκλεισμού.
Δυο νέοι αγαπιούνται και κλέβονται γιατί οι γονείς τους δεν θέλουν τον γάμο τους. Αιτία: η οικογένεια της κοπέλας είναι πλούσια και του νεαρού φτωχή. Αυτές οι ανισότητες υπάρχουν ακόμη και στις μέρες μας αν και κάπως διαφοροποιημένες. Τα χρήματα πάντως είναι αιτία πολλών δεινών στα ζευγάρια είτε τα διαθέτουν είτε δεν τα έχουν. Δημιουργούν γκρίνιες και συχνά οδηγούν στο χωρισμό.
Καλό είναι να μην επιμένουμε πεισματικά σε συμπάθειες προς άλλους, ιδιαίτερα αν δεν τους γνωρίζουμε τόσο καλά. Να μην τους εξιδανικεύουμε γιατί κανείς δεν είναι τέλειος και «τα πράγματα κάποτε παρουσιάζουν την πραγματικότητα και συντρίβουν το είδωλό μας». Χάρτινα είδωλα υπάρχουν πολλά σήμερα, εφήμεροι αστέρες της τηλεόρασης και των περιοδικών…
Η στήλη δημοσίευσε επίσης ένα γράμμα του Μπάρμπα – Θόδωρου (με αφορμή όσα έγραψε «Μια σύζυγος» που έκανε παράπονα για τη ζωή της) και – για το ίδιο θέμα – την επιστολή ενός τακτικού αναγνώστη της, ανώνυμου, γιατί δεν ήθελε να μάθει η γυναίκα του τις απόψεις του. Ίσως αν τις μάθαινε να «σχόλαζε ο γάμος» τους.
Εύρος θεμάτων που προκαλούν το ενδιαφέρον – τότε και σήμερα – σχολιάζονται με εύστοχο τρόπο: τα χάλια του Ι.Κ.Α. («Παλιά μου τέχνη κόσκινο»), γάμος – εμπιστοσύνη – απιστία – απεριόριστη ελευθερία, μια ζωή «χωρίς μάσκα» αποκριάτικη και υποκρισίας, τα θανατηφόρα μηχανάκια (πόσες ζωές δεν θυσιάζονται και στις μέρες μας από την υπερβολική ταχύτητα, τη μη χρήση κράνους, το αλκοόλ), ο ξεπεσμός μιας μάνας και η Γιορτή της Μητέρας, παραποιημένες πληροφορίες και το κακό που κάνουν, ανήθικες συκοφαντίες και ανώνυμες επιστολές, η Μεγάλη Εβδομάδα και η Ανάσταση του Θεανθρώπου, η «Στέγη Εργαζόμενου Ορφανού» στην Αθήνα και το περιοδικό της, όταν οι γονείς δεν θέλουν τα παιδιά τους ν’ ακολουθήσουν τις σπουδές της επιλογής τους ή το επάγγελμα που κείνα επιθυμούν, οι ουσιαστικές και πηγαίες υποχρεώσεις από την υιοθεσία ενός παιδιού. Και το σπανάκι σώζει από τη ραδιενέργεια!
Ο θάνατος του Ηλία Β. Καρύδη, εκδότη των «Αρκαδικών Νέων» δίνει αφορμή στον Γιώργο Μποτή να μιλήσει για τον άνθρωπο και τον συνεργάτη που έφυγε από τη ζωή. Να σημειωθεί εδώ ότι η εφημερίδα του συνεχίζει να εκδίδεται ως τις μέρες μας από αυτούς που την ανέλαβαν από το 1965 κι εξής. Δύσκολο κατόρθωμα για επαρχιακή εφημερίδα αλλά όταν υπάρχει κύρος, μεράκι και αγάπη γι’ αυτό που κάνεις, τα καταφέρνεις.
Φιλοξενείται ακόμη στη στήλη η επιστολή του κ. Άγγ. Κ. Μεταξά με λίγες σκέψεις του προς τους νέους της εποχής και άρθρο του τότε Μητροπολίτη Γορτύνης και Αρκαδίας κ.κ. ΤΙΜΟΘΕΟΥ με τίτλο «Ο μεγάλος εχθρός».
Τα θέματα που απασχολούν τη στήλη το 1966 μας θυμίσουν πολύ την εποχή μας. Τα αναφέρω με ξεχωριστό ενδιαφέρον, αφού αυτή η χρονιά (προς το τέλος της) είναι ο χρόνος της γέννησής μου: Οι πνευματικοί άνθρωποι βρίσκονται στο περιθώριο το 1966. Και στις μέρες μας ακόμα πιο κάτω. Μόνον ολίγοι βρίσκονται στα πάνω τους, ενταγμένοι μέσα σε κυκλώματα, στρατευμένοι σε κλίκες. Οι ίδιοι και οι ίδιοι προβάλλονται, εκδίδονται τα βιβλία τους, διαφημίζονται συνεχώς στον Τύπο, βραβεύονται. Θεωρώ αυτό το κείμενο του Γιώργου Μποτή από τα καλύτερά του.
Άλλα σχόλιά του αφορούν: το παιδί ως πρώτιστη έγνοια, την σημασία του Δέλειου Πνευματικού Κέντρου στην Τρίπολη, ένας βιασμός και μια αυτοκτονία λόγω μελαγχολίας, τα θύματα των τροχαίων (και σήμερα ξεκληρίζεται ετησίως μια κωμόπολη στους δρόμους, αφήστε τους τραυματίες και τους μόνιμα αναπήρους), τρεις μαθητές Γυμνασίου διέρρηξαν το σχολείο τους για να καταστρέψουν τα απουσιολόγια (Απίστευτο: συμβαίνει και στις μέρες μας), οι πραγματικές και οι φαινομενικές αξίες, σκέψεις για το Πάσχα, γνωρίζοντας τον εαυτό μας, Λογική και συναίσθημα (τα δυο θεριά της ψυχής), Σπύρος Μελάς – ο αναγεννητής του θεάτρου μας, η φαγωμάρα μεταξύ συγχωριανών (το «διαίρεε και βασίλευε» δεν οδηγεί σε τίποτα καλό), ένας Έλληνας στρατιώτης με την άπρεπη συμπεριφορά του απέναντι σε Γάλλο τουρίστα δυσφημεί την χώρα μας και τον στρατό μας.
Δώστε προσοχή σε δύο ακόμη σχόλια: ένας ιερέας στην Καλαμάτα, «μετά την τέλεση του μυστηρίου του γάμου παραδίδει εις τους νεόνυμφους ως δώρο την Αγία Γραφή» κι ένας πατέρας με δέκα παιδιά σε κάποιο Αρκαδικό χωριό έκανε «εξαγωγή» τους. θαυμάστε την αδιάφορη και επιπόλαιη δήλωσή του στον Τύπο: «Τώρα, που έχω πολλά παιδιά, μπορώ να πουλήσω και κανένα. Τώρα, που βρίσκομαι σε ανάγκη, ήθελα να δώσω ένα αλλά τα χάλασα στην τιμή…». Πα – ΤΕΡΑΣ !!!
Για την διαχρονικότητα των καλών βιβλίων ο Γιώργος Μποτής σημειώνει ότι το βιβλίο «ΟΙ ΑΘΛΙΟΙ» του Βίκτωρος Ουγκό, εξακολουθεί να αποτελεί «ένα κοινωνικό Ευαγγέλιο, που δεν έχει χάσει την αξία του». Όταν ένα έργο, ένα κείμενο, ένα ποίημα, ένας πίνακας ζωγραφικής, έχουν γνήσια στοιχεία, παρμένα από τη ζωή, τότε αντέχουν στο χρόνο. Το ίδιο συνέβη και με «ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΜΑΣ».
Στις 13 Νοεμβρίου 1966 ο Γιώργος Μποτής γράφει ένα σχόλιο από καρδιάς αποχαιρετώντας τη στήλη του και τους αναγνώστες του. Το παραθέτουμε ολόκληρο: «Οι γραμμές στη στήλη αυτή γράφονται σήμερα με ιδιαίτερη συγκίνηση από κάθε άλλη φορά. Τούτο δε συμβαίνει γιατί οι λίγες σκέψεις που θα διατυπωθούν, θα ξεφεύγουν από τη γενική και καθορισμένη γραμμή, που είχε ανέκαθεν η στήλη. Αποτελούν ακόμη για τον γράφοντα μια μορφή εξομολογήσεως προς όλους τους αναγνώστες του.
Υπάρχουν μερικές φορές ορισμένα περιστατικά για τα οποία ο άνθρωπος υπέχει ευθύνη. Από το βάρος αυτής της ευθύνης, η οποία μετουσιώνεται κάποτε σε διαρκή τύψη, ο άνθρωπος λυτρώνεται, όταν ομολογεί το βάρος του. Μα κάποτε πάλι μπορεί κανείς να έχει σφάλει σε ανθρώπους τους οποίους ούτε καν γνωρίζει. Σ’ εμένα αυτή τη στιγμή συμβαίνει το δεύτερο.
Πέντε ολόκληρα χρόνια στη στήλη αυτή είδαν τη δημοσιότητα γεγονότα, καταστάσεις, σκέψεις και αντιλήψεις βασισμένες, κατά τη γνώμη πάντοτε του γράφοντος, σε μια αντικειμενική βάση. Άλλοτε γράψαμε, ανάλογα με τα θιγόμενα θέματα, με τρόπο μειλίχιο, επαινετικό και ενθουσιώδη. Άλλοτε πάλι με αυστηρότητα και οξύτητα, με μαχητικότητα και αδιαλλαξία στηλιτεύσαμε ό,τι νομίσαμε πώς ξέφευγε προκλητικά από τα επιβαλλόμενα όρια μας καλής και συνετούς ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Μπορεί με αυτή την τακτική που ακολούθησε η στήλη να δυσαρέστησε ορισμένα πρόσωπα, όπως πάλι άλλα θα ευχαρίστησε. Αλλά ούτε το ένα ούτε το άλλο έχει σημασία εδώ παρά η πρόσθεση του γράφοντος, η οποία μπορούμε να πούμε με υπερηφάνεια, υπήρξε, κατά το δυνατόν, αντικειμενική και ανυστερόβουλη. Ποτέ, σε καμιά περίπτωση, δεν ξεκίνησε με δολιότητα ή χαμηλά ελατήρια. Ακολούθησε ένα δρόμο σταθερό, που τον νόμισε ορθό, χωρίς να ξεφύγει ή να κάνη υποχωρήσεις προς καμιά κατεύθυνση. Φτάσαμε μάλιστα σε σημείο για καθαρώς θέματα κοσμοθεωρίας μας (και όχι πολιτικής, γιατί μ’ αυτήν η στήλη δεν έχει καμιά σχέση) να έλθουμε σε αντίθεση προς την διεύθυνση της εφημερίδος, η οποία με τόση εμπιστοσύνη περιέβαλε τη στήλη.
Επομένως, αν άτομα δυσαρεστήθηκαν από τα γραφόμενά μας, τούτο δεν οφείλεται σε πρόθεση του γράφοντος αλλά γιατί, απλούστατα, βρέθηκαν αντίθετα προς την κατευθυντήρια γραμμή την οποία υποστηρίξαμε και υποστηρίζουμε. Παρά ταύτα και από αυτά τα πρόσωπα ζητάμε σήμερα συγγνώμη. Με την ομολογία αυτή θέλει ο γράφων να αισθάνεται ελεύθερος από κάθε τύψη, γιατί ήδη φεύγει μακριά από την αγαπημένη του Τριπολιτσά, που τόσο αγάπησε και αγαπήθηκε.».

Διαβάζοντας τα κείμενα του Γιώργου Μποτή των ετών 1961 – 1968, αντλούμε πολύτιμα στοιχεία για την ζωή των ανθρώπων στην οικογένεια, στο σχολείο, στη δουλειά, στην κοινωνία, κείνους τους καιρούς, κι έχουμε την δυνατότητα να παρατηρήσουμε πώς εξελίχθηκε – στα χρόνια που κύλησαν, πάνω από μισός αιώνας -, η κατάσταση. Έγιναν αναμφίβολα σημαντικές αλλαγές στην κοινωνική διαστρωμάτωση. Επιστημονικά κι άλλα επιτεύγματα άνοιξαν τον δρόμο για πρόοδο, ανακαλύψεις, καλυτέρευση της ζωής. Όμως ο άνθρωπος οπισθοχώρησε κιόλας, δεν βελτίωσε όπως διαπιστώνουμε τον εαυτό του, δεν βρήκε τη γαλήνη, την ισορροπία, την ευτυχία.
«ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΜΑΣ» δίνουν όχι μόνον στους ερευνητές που θα ασχοληθούν αλλά και στον καθένα μας, γόνιμη αφορμή για συγκρίσεις και περαιτέρω έρευνα, για σκέψη και προβληματισμό. Κι επειδή από κείνα τα χρόνια το «τάλαντο» του ποιητή ήταν φανερό, αυτός το καλλιέργησε και με τούτα τα γραπτά της νιότης του. Ποιητικά στοιχεία γεμάτα ευαισθησία διαπνέουν τα σχόλιά του και τα κάνουν ευχάριστα στο διάβασμα απ’ όλους μας.
Με τούτο το βιβλίο του ο Γιώργος Μποτής συνδέει τα αλλοτινά χρόνια με τα σημερινά, με τη βοήθεια της διαχρονικής του πένας, της πνευματικής του διαύγειας, της ευαίσθητης ματιάς του στα πράγματα. Πρόκειται για έναν άριστο συνδυασμό ικανοτήτων, αξιοποίησης του υλικού του, έμπνευσης και ανθεκτικότητας στο χρόνο, όπως αποδείχτηκε.
Εκείνο που είναι ιδιαίτερα λυπηρό, και θα συμφωνήσετε πιστεύω μαζί μου, είναι το γεγονός ότι αν και πέρασε πάνω από μισός αιώνας από τούτες τις καταγραφές, αν κι έγιναν από τότε πολλά βήματα μπροστά στη χώρα μας και στον πλανήτη μας, συναντούμε και σήμερα αρκετά από τα πράγματα και τους χαρακτήρες εκείνων των καιρών…


papyros books

Advertisements