ΜΑΙΡΗ ΚΟΥΛΕΝΤΙΑΝΟΥ / MARY KOULENTIANOU

καλωσ ηρθατε

«Σκιές που τρέχουν 

στ’ ονείρου παραμύθια

                                                                                   στίχος γεννιέται….»                                                                                       Με αυτό το χαϊκού σας καλωσορίζω στην σελίδα μου, καλοί μου φίλοι.  Σε μια κόλλα χαρτί στολίζω με λέξεις τα συναισθήματα μου, με το μελάνι να δίνει ζωή, %ce%bc%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b7-%ce%ba%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b5%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%85πνοή και άρωμα στις σκέψεις!! Με ευαισθησία, ταπεινότητα και μέτρο τα ποιήματά μου υμνούν την αγάπη κι εγώ με μπροστάρη το πάθος και την καθαρότητα της ψυχής αφήνω τα χνάρια μου.   Άλλοτε κεντώ με λουλούδια τη γη και την μυρώνω, άλλοτε πετάω και φτάνω στο φεγγάρι, ξαποσταίνω στα αστέρια και ονειρεύομαι. Άλλοτε ταξιδεύω με ένα ρυάκι κι άλλοτε πιάνω  μιαν αχτίδα Ήλιου και φωτίζω την καρδιά μου… Αφήνομαι στην μαγεία των λέξεων καθώς αυτές μπερδεύονται, περιπλανώνται μέχρι στο τέλος να βρουν τον δρόμο τους και να γίνουν ποίημα.                                                        Φίλοι μου καλοί, συνοδοιπόροι στο δικό μου ταξίδι, σας προτρέπω να αφήσετε την ψυχή σας να ξεδιπλωθεί στο χαρτί και να δώσετε ζωή ακόμα και στις πιο μύχιες σκέψεις σας. Όπως λέει ο μεγάλος Οδυσσέας Ελύτης: «Αλλά με τις ξόβεργες μπορεί να πιάνεις πουλιά, δεν πιάνεις ποτέ το κελαηδητό τους. Χρειάζεται η άλλη βέργα, της μαγείας, και ποιος μπορεί να την κατασκευάσει αν δεν του ‘χει από μιας αρχής δοθεί;»                                                                                                                          Θα ήθελα επίσης, από καρδιάς να ευχαριστήσω για την δημιουργία της σελίδας μου, που έδωσε ζωή στα δικά μου όνειρα ώστε αυτή την στιγμή να τα μοιράζομαι διαδικτυακά μαζί σας. Καλώς ορίσατε, λοιπόν,  και καλή περιήγηση.  


Ζώνη Αρκαδίας – 20 Σεπτεμβρίου 2017: Από την επίσκεψη της Μαίρης Κουλεντιανού και του Καρυώτη Λογοτέχνη Σπύρου Κ. Καραμούντζου στο χωριό της καλής τους φίλης Λογοτέχνιδας Ζαχαρούλας Παν. Γαϊτανάκη. (Περισσότερα στιγμιότυπα από τη συνάντηση αυτή στη σελίδα: ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ). 

Η Μαίρη Κουλεντιανού με την Ελένη Χαρίτου, στον κήπο της οικογένειας Τάκη Λ. Χαρίτου, στη Ζώνη. 


Η Μαίρη με τον εγγονό της Νίκο.  [«Τα χείλη λένε «σ’ αγαπώ», / ευχές πολλές σου δίνουν / κι ένα φιλί πολύ γλυκό, / στο μάγουλο αφήνουν». Η γιαγιά σου ]                         * Σ’ ένα ρόδο έχω βάλει / όλο τ΄ άρωμα της γης / και τ΄ αγκάθια έχω βγάλει / μην τυχόν και τρυπηθείς.


Από την 21η Χορωδιακή Συνάντηση της Θήβας – 11 Ιουνίου 2017:  Η Μαίρη Κουλεντιανού με μέλη της Χορωδίας της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης:

Και στο γεύμα που προσφέρθηκε από τους διοργανωτές στα μέλη των Χορωδιών που συμμετείχαν στη Συνάντηση. Η Μαίρη, πρώτη από αριστερά:


Άργος, 31 Μαϊου 2017- «Κέντρο Τέχνης και Πολιτισμού Μέγας Αλέξανδρος»:  Η Μαίρη Κουλεντιανού με τις κυρίες Κική Νικέλη, Χριστίνα Καπετάνιου και Σοφία Τζανάκη, σε ομιλία του καθηγητή κ. Κώστα Μπουραζέλη και του ερευνητή κ. Πασχάλη Πασχίδη, με θέμα «Έλληνες και Βάρβαροι…».


Στα αγαπημένα μου παιδιά Γιάννη Κουλεντιανό και Πέννυ Καραγιάννη, που διανύουν τις ομορφότερες στιγμές της ζωής τους, αφιερώνω το παρακάτω κείμενό μου: «Καθισμένος κάτω από την πυκνή σκιάδα των δέντρων, δίπλα στο μικρό ποταμάκι, σε κοιτάζω, αγάπη μου, που τρέχεις τραγουδώντας, σαν μικρό, ανέμελο παιδί, στον ολάνθιστο αγρό. Μεθυσμένη από τ’ αρώματα των λογής-λογής λουλουδιών κι εγώ μεθυσμένος από σένα. Σε παρακολουθώ με αγάπη να μαζεύεις λουλούδια για να πλέξεις το μαγιάτικο στεφάνι. Τα μαλλιά σου τυλίγουν το ιδρωμένο πρόσωπό σου και τ’ άνθισμα στα μάγουλά σου με τρελαίνει. Τα μάτια σου μου θυμίζουν το μέλι όταν το χαϊδεύει ο ήλιος. Ευτυχισμένη έρχεσαι κοντά μου κι απαγκιάζεις σαν πουλί στην αγκαλιά μου. Πετάς από χαρά στα σύννεφα. Πετώ κι εγώ μαζί σου, γλυκιά μου. Εκεί, στο μικρό ποταμάκι, κάτω από την πυκνή σκιάδα των δέντρων.»


                                      Για την αγαπημένη κόρη μου ΜΑΡΙΝΑ ΚΟΥΛΕΝΤΙΑΝΟΥ:                                                                        Της Άνοιξης δροσοσταλιά, / καμάρι της ψυχής μου,                               όταν σε έχω αγκαλιά, / γεμίζεις την ψυχή μου. 


ΠΡΩΤΟΒΡΟΧΙΑ

Τα δέντρα ξεπλύθηκαν
από την πρώτη βροχούλα,          
έφυγε η σκόνη του καλοκαιριού
και λάμπει το φύλλωμά τους.
Μα έμειναν χωρίς πουλιά,
παιγνίδια και φωνές παιδιών
στη μικρή παιδική χαρά της γειτονιάς.
Απόμεινε μόνο το άρωμα
της νοτισμένης γης
και το τρίξιμο από τις κούνιες
στου αέρα το πέρασμα.
Κι ακούς το Φθινόπωρο που έρχεται
με τη βαριά περπατησιά του, αργά-αργά,
κάνοντας το κορμί να ανατριχιάζει
και την καρδιά να ριγά στον απόηχό του.   


ΤΗΣ ΓΗΣ ΚΡΑΥΓΗ

Βαθιά νύχτα ζαλωμένη με βροχή, 
που άρχισε να πέφτει παρασέρνοντας μαζί της
ό,τι βρίσκεται μπροστά της.
Η γη ξυπνά και αφουγκράζεται πασίχαρη,
δέχεται το απαλό θρόισμα των φύλλων που πέφτουν,
τραγούδι γλυκό τ’ άκουσμά τους.
Ανοίγει την αγκαλιά της για να δεχτεί
σταγόνες βροχής με μια κραυγή ευτυχίας.
Τ’ ακούν οι νυχτερίδες και τρομαγμένες
σκορπίζουν μέσα στο σκοτάδι.
Τ’ ακούν τα ζώα, ψάχνουν να βρουν μέρος
για ν’ απαγκιάσουν ουρλιάζοντας.
Το σμάρι των πουλιών που απέμεινε,
κουρνιάζει στα σχεδόν γυμνά κλαδιά των δέντρων,
φτερούγισμα σιωπής.
Οι κουκουβάγιες φώλιασαν,
στην σκοτεινή σπηλιά του δάσους
και οι πυγολαμπίδες φωτίζουν 
με τις αχνές σπιθίτσες τους
και παίζουν με τις σκιές τους.
Μα η γη χαίρεται, ακούς την ανάσα της,
καθώς το στεγνωμένο κορμί της
ρουφά αχόρταγα το νερό. 


Η Γιορτή της Μητέρας, της Μάνας, του αιώνιου συμβόλου της αγάπης. Χρόνια Πολλά σε όλες τις μανούλες και ειδικά στις Μάνες των Μανάδων μας, που η αγκάλη τους γεμίζει παιδιά και εγγόνια, χαμόγελα και ζεστασιά. Στην Μητέρα λοιπόν και στην …Μητέρα της, αναφέρεται το ακόλουθο ποίημά μου με τίτλο «Μάνα της δικής μου Μάνας» , αφιερωμένο με τις πιο γλυκές ευχές μου σε όλες τις Μητέρες του κόσμου:

Είσαι το χαρτί και είμαι το μελάνι
πάνω του για να γράψω
μέλι ξανθό, που στάζει στο κορμί μου
Μάνα της δικής μου Μάνας.

Για να σε αντιγράψω
στο πέρασμα της ζωής σου
να αντέξω όσα άντεξες
για να βρω, την δύναμη της ψυχής σου.

Μαζί σου άρχισα να μαθαίνω το βελόνι,
να πλέκω και να μετράω,
πόντο-πόντο τα μυστικά που κρύβει
η ζωή με πιο καθάριο μυαλό.

Ψάχνοντας να βρω, έναν κόσμο
λαμπερό, σαν το βλέμμα σου,
δροσιά στην καρδιά μου,
σαν αυτή που αναβλύζει από τα μάτια σου.

Μοσχοβολιά να πάρω από εσένα
βασιλικού, δυόσμου κι άγριο τριαντάφυλλο,
κι έτσι σιγά- σιγά, να πλέξω και εγώ
με γερό νήμα, μιαν όμορφη ζωή.

Που στις δικές μου σκοτεινές ημέρες
ακούω τα όνειρά μου να ουρλιάζουν,
περιμένω αγόγγυστα τη στιγμή
για να φύγει το πέπλο του σκότους, που μας τυλίγει.

Πάντα εσύ θα προπορεύεσαι ,
κι εγώ θα ακολουθώ τα’ αχνάρια σου,
μαθαίνοντας μυστικά από την σοφία που κρύβουν τα λόγια σου,
που έμαθες στο μεγάλο σχολειό, που λέγεται ζωή.

Μάνα της δικής μου Μάνας,
σ’ ευχαριστώ γιατί έφερες στον κόσμο,
την δική μου ξεχωριστή Μάνα,
με την άνοιξη στα χείλη και του ήλιου τα φιλιά.

Kι αυτή με την σειρά της μου έδωσε
έναν κόσμο αγνό και ανέπαφο,
καθώς εγώ τρυγούσα από τον κόρφο της
την ζωή σαν το σταφύλι.

Παιδί κυράς, κλώνος δικός σου,
που καλπάζει σαν τον άνεμο όπως εσύ πάνω στα στάχυα,
καρπός που βγάζει γλυκό ψωμί,
που θα μείνει για πάντα στα χείλη μου η γλύκα του.

Γιατί το έσπειρες εσύ και κάρπισαν αναμνήσεις παλιές,
καλές, π’ ατόφιες θα μείνουν στην καρδιά μου,
καθώς στην θύμησή τους, δάκρυ πικρό μα χαράς θα κυλήσει,
Μάνα της δικής μου Μάνας.


    Η ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ

Φέγγει η πούλια σαν καντήλι κι η τρελή αμυγδαλιά,

πριν ο ήλιος ανατείλει, πιάνει γρήγορα δουλειά.          %ce%b1%ce%bc%cf%85%ce%b3%ce%b4%ce%b1%ce%bb%ce%b9%ce%ac-%ce%bc%ce%b1%ce%af%cf%81%ce%b7%cf%82

Με μπουμπούκια να γεμίσει  τα γυμνά της τα κλαδιά,

τ΄ άρωμά της να σκορπίσει, έως πέρα μακριά.

Στέκει μ΄άνθη στολισμένη, στη μανία του βοριά

κι όμως τι την περιμένει, το ξεχνά κάθε φορά.

Τραγουδά και δεν τη μέλλει, σημασία στο χιονιά,

τ’ άνθη να καρπίσουν θέλει και ετούτη τη χρονιά.


%ce%b1%ce%bb%ce%b5%ce%be%ce%b7%cf%83-%ce%ba%cf%89%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bb%ce%b1%cf%83-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bc%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b7Την 1η Δεκεμβρίου 2016, %ce%bc%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%87%ce%bf%cf%81%cf%89%ce%b4%ce%b9%ce%b1

η Χορωδία μας υπό την Δ/νση του Γιάννη Νόνη, συμμετείχε στο 34ο Διεθνές Χορωδιακό Φεστιβάλ Καρδίτσας. Την εκδήλωση παρουσίασε ο Αλέξης Κωστάλας (εδώ, μαζί του και με φίλες της).


%cf%83%cf%80%ce%b9%cf%84%ce%b9-%ce%bc%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b7       ΕΥΧΗ                        Σπίτι θα ‘θελα μεγάλο,   /   με τις πόρτες ανοιχτές,                                                                                             να μπορώ μέσα να βάλω  /  τις μοναχικές καρδιές.    


ΝΥΧΤΩΣΕ –> Νύχτωσε ξανά, / το φεγγάρι μου γνέφει / «Όνειρα γλυκά».                     It’s dark again. / The moon becons to me / «Sweet dreams».   M. Koulentianou


                                                       ΚΥΚΛΑΜΙΝΟ

%ce%ba%cf%85%ce%ba%ce%bb%ce%b1%ce%bc%ce%b9%ce%bd%ce%b1-%ce%bc%ce%b1%ce%af%cf%81%ce%b7%cf%82Του καλοκαιριού η μπόρα
το ξεγέλασε θαρρώ,
ξεπετάχτηκε με φόρα
ντελικάτο και μικρό.

Βιάστηκε και πρώτο βγήκε
και στο χέρι το κρατώ,
το κυκλάμινο, για δείτε,
μόνο έστησε χορό.

ΧΑΪΚΟΥ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΏΡΟΥ

Του φθινοπώρου  /  άγριο κυκλάμινο,  / είσαι ομορφιά.

Κέντησαν τη γη. / Φθινοπώρου μήνυμα / τα κυκλάμινα.

Cyclamens / embroidered autumn’s message  /  on the earth.   M. Koulentianou


Φίλο έχω αμπελουργό                   %ce%ba%ce%bb%ce%b7%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%bc%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b3                                                                                                                                        τ’αμπέλι θα τρυγήσει.                                                                                                                                                                 Κληματαριά έχω κι εγώ,                                                                                                                                                        σταφύλια έχει γεμίσει.


MARY KOULENTIANOU

Η ΜΑΙΡΗ ΚΟΥΛΕΝΤΙΑΝΟΥ, σύζυγος του Νικολάου Κουλεντιανού από το Κορακοβούνι Κυνουρίας γεννήθηκε το 1946, από βιοπαλαιστές γονείς στο ιστορικό Άργος, όπου και μένει μόνιμα. Η ίδια λέει για τη ζωή της: «Οι αείμνηστοι γονείς μου, Δημήτρης και Αναστασία Γαλάνη, με περίσσευμα αγάπης και καλοσύνης, με ανάθρεψαν μαζί και με τα δύο μου αδέρφια, Γεώργιο και Νίκο, με στοργή και με μεγάλη φροντίδα, στα πέτρινα για την Ελλάδα μετακατοχικά  και εμφυλιοπολεμικά χρόνια, κάτω από προβληματικές συνθήκες φτώχειας και αβεβαιότητας για το μέλλον, όπως συνέβαινε και για όλα τα ελληνόπουλα την εποχή εκείνη, αλλά με οικογενειακές αρχές και αρετές, απαραίτητα εφόδια για τα επόμενα χρόνια της ζωής μου. Τα εγκύκλια μαθήματά μου τα ολοκλήρωσα στο Άργος, με επιτυχία, αλλά και με πολλές φιλοδοξίες και γι’ ανώτερες σπουδές, που λόγω εγγενών και ανυπέρβλητων δυσκολιών έμειναν για μένα ανεκπλήρωτες. Η φιλομάθεια όμως, παράθυρο ανοιχτό από τα παιδικά μου χρόνια, με οδηγούσε στις πηγές για περαιτέρω αναζητήσεις και με έκανε κοινωνό πολλών πνευματικών και μορφωτικών αγαθών,  μελετώντας αδιάκοπα τα λογοτεχνικά έργα των σύγχρονων και παλαιότερων συγγραφέων.  Από το γάμο μου με το Νίκο Κουλεντιανό, από την Αρκαδία, απόκτησα δύο παιδιά, τη Μαρίνα και το Γιάννη. Επιπλέον δε από την κόρη μου απόκτησα και δύο εγγόνια, τη Μαίρη και το Νίκο.

Η φλογερή αγάπη μου για το γενέθλιο τόπο μου, το Άργος, με παρότρυνε, από μικρής ηλικίας, να θέσω τον εαυτό μου στην υπηρεσία των πολιτιστικών δρώμενων της πόλης. Επί εικοσαετία  ολόκληρη πρόσφερα αφιλοκερδώς τις υπηρεσίες μου στο Λύκειο Ελληνίδων (Παράρτημα Άργους), από την αρχή ως μέλος του Δ.Σ. και για πολλά χρόνια ως έφορος της πλούσιας ιματιοθήκης του. Την επιτυχημένη μου θητεία, όπως λένε οι ειδήμονες, τη συγκρίνω με αποφοίτηση από μία μεγάλη πολιτιστική Σχολή κύρους και μάλιστα σε πολλούς ιδικούς τομείς. Η μακρόχρονη και υπεύθυνη θέση της εφόρου ιματιοθήκης, αλλά και τα προσωπικά μου ενδιαφέροντα, με υποχρέωσαν να μελετήσω, με ιστορική, τεχνική και παραδοσιακή προσέγγιση, την πολιτιστική μας κληρονομιά, τις ελληνικές φορεσιές, από όλες τις περιοχές της Ελλάδας και να εξοικειωθώ τόσο στην επισκευή όσο και στη συντήρησή τους. Στα υπόλοιπα παραδοσιακά τμήματα του Λυκείου Ελληνίδων, Τέχνης και Πολιτισμού: Θέατρο, Ελληνικοί δημοτικοί χοροί, Χορωδίες κ.λ.π., που έχουν γράψει τη δική τους ιστορία, συμμετείχα ενεργά σε όλα τα δρώμενα (θεατρικές παραστάσεις, χορό, εκτέλεση τραγουδιών κλπ) και σε όλες τις περιοδείες που κάναμε, κατόπιν προσκλήσεων, ανά την Ελλάδα και στο Εξωτερικό, όπως στην Κύπρο, στην Ιταλία κι αλλού. Καρπός της πολύχρονης ενασχόλησής μου ήταν να καλλιεργηθούν μέσα μου δύο έμφυτες κλίσεις και να στραφώ, αυτοδίδαχτη ούσα, στην αρχή ερασιτεχνικά, αλλά στη συνέχεια πιο ενεργά, στις δύο, από παιδιόθεν, μεγάλες μου αγάπες, την Ποίηση και τη Ζωγραφική. Ένα ποίημα «Το τριαντάφυλλο» έχει πάρει το δεύτερο βραβείο σε διαγωνισμό του Δήμου Άργους. Πολλά ποιήματά μου τα απάγγελνα η ίδια στις διάφορες εκδηλώσεις του Λυκείου και άλλα εξ αυτών δημοσιεύτηκαν , κατά καιρούς, στις τοπικές εφημερίδες και σε Λογοτεχνικά Περιοδικά, με πολύ καλές και επαινετικές κριτικές. Ο αμητός της ζωγραφικής μου δουλειάς, αποκύημα ενδελεχούς παρατήρησης και φαντασίας , που αποτελείται από πολλές ασπρόμαυρες απεικονίσεις και ακουαρέλες, ελπίζω σύντομα, ύστερα από εισηγήσεις ειδημόνων και φίλων μου να παρουσιαστούν σε έκθεση ζωγραφικής. (Σημείωση: Οι πίνακες που παρουσιάζονται εδώ είναι όλοι της κ. Μαίρης Κουλεντιανού.)

%ce%bc%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b7Καλοκαίρι 2016 – η Μαίρη Κουλεντιανού στην  Παναγιά τηςΤήνου.

ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑΜπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί της ταχυδρομικώς, στην διεύθυνση:               ΚΟΥΛΕΝΤΙΑΝΟΥ ΜΑΙΡΗ    Περούκα  102    Άργος   212-00   ν. Αργολίδος 


Η Μαίρη Κουλεντιανού στη Ρουμανία (Οκτώβριος 2017).

Η Μαίρη Κουλεντιανού με την Παραδοσιακή Χορωδία του Λυκείου Ελληνίδων Άργους και τον Βυζαντινό Χορό του Αγίου Πέτρου Άργους στο Διεθνές Φεστιβάλ Toate Mandrele Ma Plac στο Bas της Ρουμανίας, 20/10/2017.

Η Μαίρη με φίλες της σε εστιατόριο μετά τον Δούναβη, στα σύνορα Βουλγαρίας – Ρουμανίας, Οκτώβριος 2017. 


ΕΝΑ ΓΚΡΙΖΟ ΣΥΝΝΕΦΑΚΙ

Πάνω στον απέραντο ουρανό
ένα μικρό άτακτο συννεφάκι, 
σκόνταψε και έβαλε τα κλάματα     
πάνω από μια όμορφη
και μεγάλη πόλη.
Μα εκεί κανείς
δεν του έδωσε σημασία,
ούτε μια ομπρέλα δεν άνοιξε.
Πικραμένο και πονεμένο
άφησε τον άνεμο να το παρασύρει μακριά,
ν΄ ακουμπήσει αλλού τα δάκρυά του,
που όλο και δυνάμωναν.
Κάπου που θα δέχονταν με αγάπη την θλίψη του,
που θα έπαιρναν ζωή από τον στεναγμό του,
που θα άνοιγαν την αγκάλη τους λυτρωτικά.


%ce%b7%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%bf%ce%bb%cf%8c%ce%b3%ce%b9%ce%bf-%ce%b9%cf%89%ce%bb%ce%ba%ce%bf%cf%85Ποίημα της  Μαίρης Κουλεντιανού, φιλοξενείται στο «Ποιητικό Ημερολόγιο 2017» των εκδόσεων «Ιωλκός», στις 8 Ιανουαρίου (σελίδα 16) –> ΠΟΥ ΚΡΥΦΤΗΚΕΣ

Που κρυβόσουν κι εγώ

σ’ έψαχνα όλη μέρα;

Ρώτησα τον άνεμο,

που κάλπαζε σαν αφηνιασμένο άλογο.

Μήπως σε πήραν οι στάλες της βροχής;

Απάντηση καμία.

Μην κρύφτηκες πίσω από το ουράνιο τόξο

και ξεχάστηκες παίζοντας με τα χρώματα

και τις μικρές ηλιαχτίδες;

Ή χάθηκες στην άκρη του ονείρου μου

το ξημέρωμα της αυγής;

Συνεχίζω να φωνάζω με αγωνία,

μέχρι που χάνεται η φωνή μου

και μουσκεμένη από τον ιδρώτα ξυπνώ.


WP_20160526_020                                    Η Μαίρη Κουλεντιανού με το γιο της Γιάννη.

WP_20160526_011      Με τα αγαπημένα της εγγόνια, τη μέρα των γενεθλίων της (26 Μαϊου 2016).

Η Μαίρη, όταν είχε επισκεφτεί την Αυστραλία, με την ομογενή  ζωγράφο και ποιήτρια Ανδριάνα Καραμήτρου.

2%ce%bc%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b7Η Μαίρη Κουλεντιανού με την φίλη της Ζωή Λάσκαρη, στην Παναγιά της Τήνου, σε επίσκεψή τους στο νησί, το καλοκαίρι του 2016

%cf%84%ce%b7%ce%bd%ce%bf%cf%83-%ce%bc%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%b5%cf%83-%cf%84%ce%b7%cf%83                        και με τις φίλες της με φόντο ένα παραδοσιακό σπίτι της Τήνου.

μαιρη1                                                   Η Μαίρη Κουλεντιανού με τις φίλες της στην Κάρυστο.

2001 στην Παναγιά της ΚαρυάςΠάσχα 2001, στην Παναγιά της Καρυάς Αργολίδας: η Μαίρη Κουλεντιανού με την Μαρία και την Πόπη Δαγρέ.

Το Πάσχα του 2001 στην ΚαρυάΑπό το Πάσχα του 2001 στην Καρυά, στο σπίτι του Σπύρου Κ. Καραμούντζου, ο ποιητής με την Μαίρη Κουλεντιανού και την Πόπη Δαγρέ, τσουγκρίζουν τα κόκκινα αυγά, απολαμβάνοντας το καφεδάκι τους στο χαγιάτι.

ΣΠΥΡΟΣ κ.ΜΑΙΡΗ ΠΟΠΗ ΔΑΓΡΕΠάσχα 2001 στην Καρυά. Η Μαίρη Κουλεντιανού, με τον Καρυώτη ποιητή Σπύρο Κ. Καραμούντζο και την Πόπη Δαγρέ.

img306Άργος,  2016: Η Μαίρη Κουλεντιανού με την παρέα της από την Χορωδία της Αργολικής Πολιτιστικής Πρότασης, στην Κοπή της Πίτας του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού (Τοπικό Τμήμα Άργους).

Σπυρος και μαθήτριές τουΠροφήτης Ηλίας Άργους το 1999 – Σε συνάντηση με τον Δάσκαλό τους: Σπύρος Κ. Καραμούντζος (ο δάσκαλος), Μαίρη Κουλεντιανού και συμμαθήτριές της.


Mrs. MARY KOULENTIANOU was born in Argos, a city in Argolida, Peloponnese, in 1946. Her husband was Mr. Nickolaos Koulentianos from Korakovouni, a village  in Kynouria, Arcadia. She has two children, a son and a daughter. Now, she lives in Argos. Mary Koulentianou  is a Greek contemporary poetess and painter. She was a member of “Lyceum Club of Greek Women” in Argos. She is a member of the Poetas del Mundo. In her painting she portrays the reality of everyday life. Images, people, sceneries, colors, beauty, thoughts, visions and hopes inspired her to write her beautiful poems.

You can write and send your letters  to Mrs. MARY KOULENTIANOU   102,  Perouka str.    212-00  Argos    Argolida    Greece

ΚΟΥΛΕΝΤΙΑΝΟΥ ΜΑΙΡΗ ΠΙΝΑΚΑΣΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ δια χειρός Μαίρης Κουλεντιανού – ROSES by Mary Koulentianou       

%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%bb%ce%bf-%cf%83%ce%b5-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%bf-%ce%bc%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b7THE  ROSE –> I set  its rose petals to my lips, / humming  it a song using its fragrance. / The thorns pricked me, blood on my fingers, / flowers that blossomed  deep in my heart. / My rose bush was watered / with my tears  and left a saltiness  on my cheeks.   [2nd Poetry Prize by the Municipality of Argos –  English translation by Zacharoula Gaitanaki, September 2015 ].


Η απόδοση στ’ Αγγλικά των παρακάτω ποιημάτων της Μαίρης Κουλεντιανού, έγινε από την εγγονή της ΜΑΙΡΗ ΣΙΑΚΩΤΟΥ.  

Where did you hide? —>  Where were you hiding, / I was looking for you all day / I asked the wind / Who was running like a hungry horse / If the droplets of rain took you with them / No answer from him… Maybe you’re hiding behind a rainbow / And you forgot, playing with the colours / And the small sunrays? / Or did you get lost at the edge of my dreams /  At breaking dawn?   // I keep screaming at the top of my lungs /  Until I can’t anymore / And dripping  sweat / I’m waken up.

 THE KEY —> Very lucky is the one who will be able to / Open the cellar of the soul

If he finds it enjoyable / He should keep the key.

With that key to open it, /  When he feels loneliness

Every heartache will go away / So the heart  will be lighter.

Sadness, pain to sow / passion, hidden happiness

tightly to hold / the dreams he wants.

When you smile… —>  Your smile is like / a sparkling star / in my heart inside / like eternal life. // The gentle summer wind / and nights chilliness / dawn will bring  / the white dress. // The golden streaks of the sun, / will become one with your hair / and a small dewdrop /  drips down your cheek. // Another woman stands on your lips / when you smile widely /  and throws around white Jasmine leaves / I catch them in my hand.

Love one night —>  One August night / Right there, where the sea starts / I wait on the sand / for love to come. She came like an angel on earth / dressed in all white / she holds a key / with pixie dust around her / and my stone cold heart / love warmed and opened / in the nets she gets caught /  she can’t leave! // Dreaming makes life /  like a blossomed garden / and bright as the sun / cuddled up to you.


Βράβευση κ. ΜαίρηςΑπονομή Β’ Βραβείου Ποίησης στη Μαίρη Κουλεντιανού στον διαγωνισμό του Πνευματικού Κέντρου Άργους (10 Φεβρουαρίου 2002).

Σύλλογος Αργολική Πολιτιστική Πρόταση ΜΚ   Η Μαίρη Κουλεντιανού σε εκδήλωση του Λυκείου των Ελληνίδων Άργους.χορωδια ΜΚ


ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ –> Έχετε αισθανθεί την ανάγκη κάποια στιγμή μοναξιάς να κουβεντιάσετε με τον εαυτό σας και να του πείτε αυτά που δεν μπορείτε να μοιραστείτε με άλλους, είτε είναι αδελφός, είτε παιδιά, η φίλοι είναι αυτοί;  Ξέρω εκ των προτέρων ότι θα μου πείτε ναι. Κι εγώ πολλές φορές σε δύσκολες ώρες που περνώ, μιλώ με τον εαυτό μου. Πότε για ευχάριστα, άλλοτε για δυσάρεστα, την μια συμφωνούμε, την άλλη διαφωνούμε, μα στο τέλος τα βρίσκουμε οι δυο μας. Χρόνια τώρα κάνουμε την κουβέντα αυτή, ούτε θυμάμαι πόσα, και συμφωνούμε πως ό,τι και να κάνουμε για την ζωή μας, σωστό ή λάθος, αυτή έχει αποφασίσει για εμάς διαφορετικά από ό,τι θέλουμε εμείς από την ώρα που γεννηθήκαμε και μεγαλώνοντας καταλήγουμε στα ίδια πάντα. Τι είναι η ζωή; Ένα μεγάλο ερωτηματικό. Εγώ την παρομοιάζω σαν ένα όνειρο πολύ όμορφο, γεμάτο ήλιο, φωτεινό, να χάνομαι μέσα σε αυτό, χαρούμενο, με ευχάριστα γεγονότα και χαμόγελο. Μα συνάμα ένα όνειρο σκοτεινό, με σύννεφα βαριά να σκίζουν τον ουρανό και να φέρνουν μπόρες δυνατές. Αλίμονο αν αφήσουμε στο ξύπνημα του ονείρου να μας παρασύρουν… Με την δύναμη που έχει η ζωή, πάντα ξεπερνούμε τις δυσκολίες, με φως ή με σκοτάδι. Η ζωή είναι ωραία σαν μια βρύση με άφθονο, τρεχούμενο, δροσερό νερό που μας ξεδιψά, αλλά με τα χρόνια αρχίζει σιγά – σιγά να λιγοστεύει, ώσπου έρχεται μια στιγμή που στερεύει. Ας μην αφήσουμε, λοιπόν, χαμένη ούτε μια πολύτιμη σταγόνα ζωής…

ΒΡΥΣΗ


ΔΕΙΓΜΑΤΑ ΓΡΑΦΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ  ΜΑΙΡΗΣ ΚΟΥΛΕΝΤΙΑΝΟΥ ΠΟΙΗΣΗ ΜΚΑΟΥΛΕΝΤΙΑΝΟΥ

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΤΙΚΟ ΣΤΕΦΑΝΙ

Όλη τη νύχτα έτρεχες

μέσα στα όνειρά μου,

μ΄ άνθη στεφάνι έπλεξες

να βάλεις στα μαλλιά μου.

Μια παπαρούνα έκλαιγε

σαν είδε τη χαρά μου,

κόκκινο χρώμα έσταξε,

βάφει τα μάγουλά μου.

Μα ξύπνησα και χάθηκες,

θόλωσε η ματιά μου,

δροσιά απ’ τα’ άνθη π’ άφησες

έσταξε στην καρδιά μου.

                                                   ΧΑΪΚΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ               

                            Φωνές πουλιών / τραγουδάνε στη φύση / «Χριστός Ανέστη»!                             Το λεν τα πουλιά / και πεταλούδες στ’ άνθη, / έρχεται Πάσχα.

 Καμπάνες ηχούν / χαρμόσυνο μήνυμα /  ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ.

Πασχαλιά π’ ανθεί / προμήνυμα είναι πως / το Πάσχα φτάνει.

Στα μάτια λάμπουν / μικρές δροσοσταλίδες, / δάκρυ αγάπης.

Στέμμα μ’ αγκάθι / πάνω στο πρόσωπό Σου, / το αίμα στάζει.

ΑΠΡΙΛΗΣ –> Απρίλη ήρθες, / λουλουδοστολισμένος’ / άρωμα σκορπάς.


                                                                                Σήμερα μας χαιρετάει                                                                                  η τρελή Αποκριά,
τα καλά της έχει βάλει,
την χαρά της μας σκορπά.

Γιατί η μέρα της τελειώνει
κι η κυρα-Σαρακοστή
μπρος στην πόρτα περιμένει,
μες στα σπίτια μας να μπει.

 1940 –> Έχοντας χρέος ιερό,

στρατιώτες παλικάρια,

ΟΧΙ  φωνάξαν βροντερό

με την καρδιά καθάρια.

                                              Η ΚΟΤΑ

Πέρασε καιρός και να ‘τη, πώς μεγάλωσες, καλέ;                                                                                      Πουλακίδα λαθουράτη και βολτάρεις με τουπέ;                                                                                           Τα κοκόρια την φλερτάρουν με λαγνεία στη ματιά,                                                                                       ένα βλέμμα να της πάρουν, τριγυρνούν μες στη φωλιά.                                                                       Το κεφάλι τους γυρίζει κι ύστερα από καιρό,                                                                                                         τα αυγά της θα κλωσήσει τρώγοντας καλό καρπό.                                                                                        Ένα μεσημέρι σπάνε τα αυγά με τη σειρά,                                                                                         κεφαλάκια ξεπηδάνε κάτω από τα φτερά.                                                                                                         Να ‘την κότα πια στυλάτη, περπατά με τα πουλιά,                                                                                          στο μικρό το μονοπάτι, ρίχνοντας κλεφτή ματιά.                                                                                              Τα κοκόρια τα κοιτάζει τώρα όλο πονηριά,                                                                                                              στα κλωσόπουλα φωνάζει να μην φεύγουν μακριά.%ce%ba%ce%bf%cf%84%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%ba%ce%bb%cf%89%cf%83%cf%8c%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b1-%ce%bc-%ce%ba%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b5%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%8d

Ο ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ

Μια γλάστρα με βασιλικό   %ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%bb%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%82

σου στέλνω να μυρίσεις,

κόψε, αν θες, κλωνί μικρό

και φίλους να μετρήσεις.

ΣΧΟΛΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Στου μυαλού μου το βιβλίο, γύρισα σελίδες πίσω,

όταν πήγαινα σχολείο, θύμησες παλιές  να ζήσω.

Τρέχουνε οι αναμνήσεις και στο παρελθόν γυρίζουν,

ναι, δεν είναι ψευδαισθήσεις, χρόνια σχολικά ανθίζουν.

Έγινα ξανά παιδάκι, με την μπλε μου την ποδίτσα

με το άσπρο γιακαδάκι, στα μαλλιά μου κορδελίτσα.

Παίρνω πλάκα κι κοντύλι,  Άλφα βήτα για να γράψω

και για φως; Έχω καντήλι. Να ’χα χρώματα να βάψω.

Του διαλείμματος η ώρα, Παναγιά μου, πώς περνούσε,

μάθημα αρχίζει τώρα, το κουδούνι διαλαλούσε.

«Κλείστε σάκες και βιβλία», μας  φωνάζει η δασκάλα

«και αδειάστε τα θρανία και προσέχετε στη σκάλα».

Το απόγευμα και πάλι,  έχουμε ξανά σχολείο,

διάβασμα, γραφή, τι  ζάλη, με τη ζέστη και το κρύο.

Κυριακή στην εκκλησία, στη σειρά Πέμπτη κι Έκτη,

να μην πάρουμε απουσία και ντυμένα όπως πρέπει.

Τα μαθητικά τα χρόνια,  δεν γυρίζουν πάλι πίσω,

στα μαλλιά κι αν ‘ρθουν τα χιόνια, στ’ όνειρό μου θα τα ζήσω.

Τις σελίδες σταματάω και θα κλείσω το βιβλίο,

στο παρόν ξαναγυρνάω, στης ζωής το μεγαλείο.

Γνώσεις, συμβουλές κρατάω, χρήσιμες για τη ζωή μου.

Στους δασκάλους μου χρωστάω, ό,τι έμαθα παιδί μου.

%cf%80%ce%bf%ce%af%ce%b7%ce%bc%ce%b1-%ce%bc%ce%b1%ce%af%cf%81%ce%b7%cf%82


Τ’  ΑΓΙΑΝΝΙΟΥ – ΚΛΗΔΩΝΑΣ –> Στις 24 του Ιουνίου γιορτάζουμε το Γενέθλιο του Τιμίου Προδρόμου ή όπως λέμε στην περιοχή μας, τον Αϊ-Γιάννη τον Ριγανά. Ένα βράδυ λοιπόν, παραμονή του Αγιαννιού, ήρθαν στο μυαλό μου αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων, αναφορικά με το τι γινόταν τέτοια ημέρα. Τα κορίτσια έβαζαν ριζικά κάτω από το φεγγάρι, φωτιές άναβαν στους δρόμους και τις πήδαγαν ζευγαρωτά αγόρια και κορίτσια πιασμένα από τα χέρια με γέλια και χαρές. Τα πρόσωπα φούντωναν από την φωτιά και από την αγάπη που σιγόβραζε μέσα τους. Κι μεις μικρά παιδιά τους κοιτούσαμε με λαχτάρα και περιμέναμε να πέσουν οι φλόγες για να πηδήξουμε κι εμείς παρά τις αντιρρήσεις των γονιών μας. Όλα αυτά έχουν χαραχτεί βαθιά μέσα στη μνήμη μου, Την ημέρα του Αγιαννιού στις 12 το μεσημέρι  τα κορίτσια σκέπαζαν το κεφάλι με μια μαντήλα και κοίταζαν τον πυθμένα του πηγαδιού και μέσα στο νερό έβλεπαν το επάγγελμα που θα έκανε αυτός που θα παντρεύονταν. ‘ Η έβαζαν σε ένα ταψί με αμίλητο νερό δυο κριθαράκια κι εύχονταν να παντρευτούν τον ίδιο χρόνο. Κι αν τα κριθαράκια έσμιγαν τότε ήταν σίγουρο ότι θα παντρεύονταν και έχανε χαρές μεγάλες. Αν δεν αντάμωναν ποτέ τα κριθαράκια δεν υπήρχε ελπίδα να παντρευτούν την ίδια χρονιά.   Ένα άλλο έθιμο αφορούσε το όνομα που θα είχε ο άντρας που θα παντρεύονταν. Γι αυτό λοιπόν έβαζαν μέσα στο στόμα τους μια γουλιά αμίλητο νερό και έβγαιναν στους δρόμους. Το όνομα του πρώτου  άντρα που θα περνούσε θα είχε ο  μέλλοντας σύζυγος τους. Αυτό είναι βεβαιωμένο γιατί το είχε κάνει η μητέρα μου. Ο άνδρας που είδε ήταν ένα παλικάρι της γειτονιάς που το έλεγαν Δημήτρη και βέβαια ο πατέρας μου λέγονταν Δημήτρης. Ακόμα και την δουλειά του την είχε βρει. Αυτά και ένα σωρό ακόμα έθιμα ομόρφαιναν και έκαναν αυτή την μέρα τόσο ξεχωριστή, τόσο ιδιαίτερη, γέμιζαν ελπίδες και προσμονή τις κοπέλες. Άλλες φορές έβγαιναν αληθινές οι προβλέψεις άλλες πάλι όχι. Αλλά τι σημασία είχε τελικά; Το «ταξίδι» είναι που κάνει την διαφορά. Με αφορμή όλες αυτές τις αναμνήσεις, έγραψα ένα ποίημα, νοσταλγικό, τρυφερό και με πολύ αγάπη , για τη γιορτή αυτή:                                       «Κλήδωνας»

Την Παραμονή το βράδυ, τ΄Αγιαννιου του Ριγανά

σαν θα πέσει το σκοτάδι ρίχνουνε τα ριζικά.

Στέκουν όλες οι κοπέλες, στο τοιχάκι τ’ αλωνιού,

κάνουν κύκλο με κορδέλες κάτω απ’ τ’ άστρα τ’ ουρανού.

Μες στη μέση στο αλώνι βάζουν στάμνα με νερό

σαν ακούσουν το αηδόνι θα αρχίσουν τον χορό.

Μες στο πήλινο σταμνάκι με τ’αμίλητο νερό

ριζικά με ευχή για αγάπη ρίχνουν για να βρουν γαμπρό.

Μία ρίχνει κορδελάκι κι άλλη μια ένα σταυρό.

Ψεύτικο δαχτυλιδάκι  μπιχλιμπίδια ένα σωρό.

Μ’ ένα κόκκινο μαντήλι τα  σκεπάζουνε καλά,

το φεγγάρι σαν λυχνάρι τους κρατάει συντροφιά.

Τ΄ άλλο σούρουπο σαν φτάσει στην μικρή μας γειτονιά,

η κυρά Ρινιώ θα πιάσει θέση κάτω απ’ την ροδιά.

Με τον χρόνων τη σοφία και τα χιόνια στα μαλλιά.

Κλήδωνας μια ιστορία γνωριμία απ’ τα παλιά.

Λέει ποίημα με στόμφο μπρος στο πήλινο σταμνί,

θα τραβήξει και με τρόπο ριζικό θε να φανεί.

Βγάζει ένα μπλε χαντράκι που φοράνε στο λαιμό

και το παίρνει το Λενάκι με λαχτάρα και καημό.

Όταν όλα πια τελειώσουν ‘φχαριστούνε την κυρά,

φεύγουν για να ζευγαρώσουν με ελπίδα στην καρδιά.

Ζήλεψε και το αηδόνι κι άρχισε να κελαηδεί

τη φωλίτσα του αφήνει και αγάπη πάει να βρει.

ΕΘΕΛΟΝΤΙΣΜΟΣ ΑΙΜΟΔΟΣΙΑΣ

Ο εθελοντισμός είναι τιμή

δύναμη θέλει και ψυχή,

προσφορά του εαυτού του

της καρδιάς μα και του νου του.

Άνθος αγάπης κι ελπίδα,

μες στον δρόμο μου την είδα

πώς να δίνει τον αγώνα

να βρει αίμα μια σταγόνα.

 

Σαν πουλί στην αετοράχη,

κάθε μέρα δίνει μάχη

βαριά φωνή ακουστεί

ενός μεγάλου μαχητή.

Τη ζωή να ξαναδώσει

και το δάκρυ να στεγνώσει

κι ένα μπουκαλάκι αίμα

δεν θα λείψει σε κανένα.

Για όλους του εθελοντές που δίνουν αγώνα κάθε ημέρα για την ανεύρεση ενός αιμοδότου για να σωθούν ζωές. Μίμηση για όλους εμάς!

Δυο ποιήματα αφιερωμένα σε όλες τις Μητέρες – ΧΡΟΝΙΑ τους ΠΟΛΛΑ.

                                              ΜΑΝΑ

Μαιρη με άνθη                Λουλούδι είσαι τ’ Απριλιού

και άρωμα του Μάη,

με πασχαλιάς, γεύση φιλιού

κανείς να μην ξεχνάει!

 ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

Ήρθε μέσα στο όνειρό μου μια σκιά,

που ο ύπνος δεν με άφηνε να δω καθαρά τι ήταν.

Μα ναι , ήτανε σκιά γυναίκας

Πλησίασε  αργά κοντά μου και με φιλούσε γλυκά,

καθώς με έσφιγγε με αγάπη στην αγκαλιά της.

Το χάδι της απαλό και μυρωδάτο σαν το αγέρι της άνοιξης

κι εγώ προσπαθούσα να δω,

να δω το πρόσωπό της,

που ένα πέπλο ομίχλης το έκρυβε,

μα δεν μπορούσα. 

Μέσα στο όνειρο μου ένιωθα ωραία.

Η αγκαλιά της ήταν σαν μια φωλιά χελιδονιών,

τα χέρια της δυο μεγάλες φτερούγες

που τυλίγονταν γύρω από το κορμί μου,

το ζέσταιναν και το προστάτευαν συγχρόνως.

Αφέθηκα σ’ αυτή την αγκαλιά,

ψιθυρίζοντας στον εαυτό μου

πως εκεί ήμουν πολύ όμορφα, ένοιωθα σιγουριά. 

Όμως κάτι μου θύμιζε.

Με μιας ο ύπνος φεύγει, η εικόνα καθαρίζει.

Και τότε βλέπω το πιο όμορφο πρόσωπο του κόσμου όλου,

που έμοιαζε με την Παναγιά. 

Με τα πιο λαμπερά μάτια που έκρυβαν μέσα τους,

την στοργή, τον πόνο, τη δύναμη, τη λαχτάρα της για μένα.

Το άρωμά  της με συνεπαίρνει.

Παίρνω μια βαθειά ανάσα και την κλείνω μέσα στην καρδιά μου.

Ανασηκώνομαι, φιλώ το πρόσωπό της

και κουρνιάζω στο στήθος της γυναίκας,

και τη φωνάζω ΜΑΝΑ.

ΜΑΗΣ                                                                                    ΚΟΥΛΕΝΤΜΑΙΡΗ

Της άνοιξης το άρωμα                                

πήρα να σου χαρίσω

και λουλουδένιο πάπλωμα

πάνω να σε κοιμίσω.

 

ΡΟΔΑ ΜΑΙΡΗΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ

 Ρόδο θε να σου χαρίσω

να το κόψω δεν μπορώ,

μόνο θα στο ζωγραφίσω

                                                               λέγοντάς σου σ’ αγαπώ! 

ΤΡΙΑ ΧΑΪΚΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ

Μύρου ευωδιά

στο μεγάλο Σου θαύμα

την Ανάσταση.

 

ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΜΑΙΡΗ ΚΟΥΛΕΝΤΙΑΝΟΥΦωνές πουλιών

τραγουδάνε στη φύση

«ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ».

 

Άνθη πασχαλιάς

στο Σταυρό σου θ’ αφήσω

                                                         μύρο να γίνουν.

ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Τον Χριστό μας θα υμνήσω

κι όσα έχει υποστεί,

με λουλούδια θα στολίσω

κει που έχει σταυρωθεί. 

Με της πασχαλιάς τ’ άνθη

και της μέλισσας κερί

θα τιμήσουμε τα Πάθη

και το Πάσχα που θα ‘ρθει. 

Την Ανάσταση το βράδυ

στη μεγάλη την γιορτή,

το ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ, χάδι

στ’ αυτιά μας θα ακουστεί.

Οι καμπάνες θα ηχήσουν

μες της νύχτας τη σιωπή,

το Χριστό να αναστήσουν

για να ’ρθει ξανά στη γη!

ΚΑΡΤΑ ΜΚΟΥΛΕΝΤΙΑΝΟΥ

Η ΑΓΑΠΗ ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ 

 Μια αυγουστιάτικη βραδιά, / εκεί στ’ ακροθαλάσσι,

περίμενα στην αμμουδιά, / η αγάπη να περάσει.

Ήρθε σαν άγγελος στη γη / και στα λευκά ντυμένη,

στα χέρια της κρατά κλειδί /  νεραϊδογεννημένη.

Και την καρδιά μου την κλειστή, / η αγάπη την ανοίγει

στα δίχτυα μέσα να πιαστεί, / να μην μπορεί να φύγει.

Όνειρο κάνει την ζωή, / κήπο λουλουδιασμένο

και σαν τον ήλιο φωτεινή, / με σένα αγκαλιασμένο.

ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ –> Ήρθα κι η  πόρτα σου κλειστή /  και το κλειδί παρμένο, / στέκομαι μόνη, σκεπτική, /  στο σκαλοπάτι γέρνω.

Ψέματα μου έλεγες, λοιπόν, / κλειδιά πως θα μου δώσεις, / φεύγεις και πόσο σ’ αγαπώ / δεν πρόλαβες να νιώσεις.

Τη δύναμη το «σ’ αγαπώ» /  δεν έχεις να φωνάξεις / το έκανες όμως γραφτό / ποτέ μην το ξεχάσεις.

Μα της καρδιάς έχω κλειδί / εσύ μου το ΄χεις δώσει / και με το νήμα της ζωής / τους δυο έχει ενώσει.

ΧΩΡΙΑΤΟΣΠΙΤΟ ΛΟΥΛΕΝΤΙΑΝΟΥ

ΤΟ ΝΙΟ ΦΕΓΓΑΡΙ –> Βγήκε πάλι το φεγγάρι, / σαν το νιό το παλικάρι, / στα ουράνια βόλτες κάνει, / κι όλους μας έχει τρελάνει.

Μες στ’ αστέρια κάνει κύκλους,  / σε ολανθισμένους κήπους, /  σαν την μέλισσα γυρνάει / κι όλα τ’ άνθη χαιρετάει.

Αυτά ’βάλαν τα καλά τους, / το μεθούν με τ’ άρωμά τους / και το νιόβγαλτο φεγγάρι / καμαρώνει όλο χάρη.

Μια ξανθιά στο μάτι βάζει,  /  στο μπαλκόνι αναστενάζει, / σκύβει, λούζει τα μαλλιά της /  και του λέει τα μυστικά της.

Τρέχει το φεγγάρι φεύγει, / τον καλό της πάει και φέρνει  /  και η νια ευτυχισμένη / μες στην αγκαλιά του γέρνει.

ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΑ ΣΤΗΝ ΑΝΔΡΙΑΝΑ ΚΑΡΑΜΗΤΡΟΥ

Ο ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ–>  Ένα βασιλικό κλαρί / γεμάτο αναμνήσεις,

με ταξιδιάρικο πουλί, / σου στέλνω, μη δακρύσεις.

Ώσπου να ‘ρθεΙ θα ξεραθεί / τρίψ’ το για να μυρίσει

το άρωμά του ν απλωθεί, / πατρίδα να θυμίσει.

Θα σου θυμίσει το χωριό / και ο νους θα τριγυρίζει,

σ’ ένα παιδί πολύ μικρό, / μια γλάστρα να ποτίζει.

Να  τρέχει, να χοροπηδά, / το  γιόμα να γυρίζει,

με λερωμένη την ποδιά / βασιλικό μυρίζει.

Ένα βασιλικό κλαρί, /  σου  στέλνω να κρατήσεις,

στο ταξιδιάρικο πουλί /  φιλί να του χαρίσεις.

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ –> Της ξενιτιάς τον χωρισμό, / μην τον γνωρίσει άλλος

κι όταν δεν έχει γυρισμό, / είναι καημός μεγάλος.

Τη μέρα που είμαστε μαζί, / ποτέ δεν θα ξεχάσω,

θα κρύψω κάθε μας στιγμή / βαθιά να μην την χάσω.

Σαν μ’ έσφιξες στην αγκαλιά / έκλαψα από πόνο,

σμίξανε δάκρυ με φιλιά, / τα σκέφτομαι και λιώνω.

Να μην γυρίσεις του ζητώ, /  πίσω σου το κεφάλι,

μα στέκομαι και σε κοιτώ / να χάνεσαι και πάλι.

Σέρνω τα πόδια μου βαριά / κι ο δρόμος ερημώνει

μια ηλιαχτίδα στην καρδιά / τις δυο μας θα ενώνει.

Σφίξιμο νιώθω δυνατό / το στήθος να πονάει 

με το κεφάλι μου σκυφτό / τ’ αγέρι να φυσάει.

img318Μελβούρνη Αυστραλίας: Η Ανδριάνα Καραμήτρου με τη Μαίρη Κουλεντιανού.

ΚΑΚΤΟΣ

Με το βλέμμα στυλωμένο πάνω σου και περιμένω

με υπομονή μεγάλη, τα λουλούδια να δω πάλι.

Κάθε πέταλο π΄ ανοίγει, η συγκίνηση με πνίγει,

φάνηκε ο στήμονας σου και το βάθος της καρδιάς σου.

Τώρα στέκεις ανοιγμένο, μες το άρωμα πνιγμένο,

έχεις ροζ την φορεσιά σου, στην λεπτή κορμοστασιά σου.

Στα μισά της νύχτας γέρνεις, πες μου το καταλαβαίνεις,

τελειώνει η ζωή σου κσι ριγάει το κορμί σου.

Το ’νοιωσα μα τι να κάνω, βάλε στήριγμα επάνω,

ν’ ακουμπήσω μη λυγίσω, λίγο ακόμα για να ζήσω.

Δυο μικρές δροσοσταλίδες πέφτουνε , μα δεν τις είδες,

βάψανε την φορεσιά σου κι έσπασαν τον στήμονα σου.

Γρήγορα περνά ο χρόνος και γλυκαίνει κάθε πόνος,

εσύ πάλι θα ανθίσεις κι άρωμα θα μου χαρίσεις.

Μία νύχτα μόνο φτάνει, κύκλο της ζωής να κάνει,

χάνεται η ομορφιά του, μένει αγκάθι στα κλαδιά του.

[Το ποίημα αναφέρεται στον συγκεκριμένο κάκτο της φωτογραφίας, που αποτύπωσε με την κάμερά της η Μαίρη Κουλεντιανού.]

φωτο κάκτου κ. μαίρης

ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΣ –> Σαν τον τσιγγάνο τριγυρνά, / μα δεν θα λησμονήσει / στις πολιτείες, τα χωριά, /   χαρές που έχει γνωρίσει.

Σφιχτά κρατά στα χέρια του / βαλίτσα μ’ αναμνήσεις, /  μαζί με την πραμάτεια του / και άλλες συγκινήσεις.

Μα πιότερο που αγαπά  / είναι το πατρικό του, / εκεί που κάθε του γωνιά / ξέρει το μυστικό του.

Ξέρει γι’ αυτή που λαχταρά / μέσα στα όνειρα του /να ’ρχοτανε για μια φορά / σιμά στην κάμαρά του.

Σκέφτεται πόσο τον πονά, / που είναι μακριά της / στην φαντασία μονάχα, / γεύεται τα φιλιά της.

Ας ήτανε για μια βραδιά  / να κοιμηθεί μαζί της / και σαν ξυπνήσει το πρωί / να νιώσει το κορμί της.

ΣΠΙΤΙ ΚΟΥΛΕΝΤΙΑΝΟΥ

Ο ΚΑΦΕΣ –> Πίνοντας το καφεδάκι, / μπρος στο αναμμένο τζάκι, /  σημασία δεν μου δίνεις / τον καφέ σου όταν πίνεις.

Στην καρέκλα σου αφέσου / και σου φέρνω τον καφέ σου, / μια γουλιά αν θα μου δώσεις / θα στον πω κι ας με μαλώσεις.

Ψάχνω μέσα στο φλιτζάνι / που είναι από πορσελάνη, / να μου πει τα μυστικά σου, /  τα κρυφά τα όνειρά σου.

Βλέπω σχήματα και κύκλους, /  γράμματα, που φτιάχνουν γρίφους, / που δεν ξέρω να διαβάζω /  και συμπέρασμα δεν βγάζω.

Το φλιτζάνι ακουμπάω  / και στα μάτια σε κοιτάω /  χώνομαι στην αγκαλιά σου / και μεθώ απ’ τα φιλιά σου.

                ΑΝ Μ’ ΑΓΑΠΑΣ

Από τον ύπνο με ξυπνά  ο ήχος της φωνής σου,

και στης νυχτιάς τη σιγαλιά  μιλώ με την μορφή σου.

Αν μ’ αγαπάς να μου το πεις, μ’ ένα γλυκό τραγούδι,

όπως τ’ αγέρι της βροχής,  μέλισσα στο λουλούδι.

Αν θα  γυρίσεις θα το δεις  θα γράφει τ’ όνομα σου,

να μην πονέσεις, μην πνιγείς μέσα στα δάκρυά σου.

Αν μ’ αγαπάς να μου το λες, μα πάντα να θυμάσαι,

μες στην καρδιά μου θες δεν θες, αφέντης πάντα θα’ σαι.

Αν αγαπάς να μου το πεις, μ’ ένα γλυκό τραγούδι,

όπως τ’ αγέρι της βροχής,  μέλισσα στο λουλούδι… 

ΠΙΝΑΚΑΣ 1

Ο ΣΚΑΦΤΙΑΣ

 

 

 

ΖΩΓΡΑΦΙΈΣ ΜΕ ΜΟΛΥΒΙ από την κ. Μαίρη Κουλεντιανού

 

ΠΙΝΑΚΑΣ κ. ΜΑΙΡΗΣ

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΥ –> Δεκατέσσερις Φλεβάρη /  της αγάπης η γιορτή, / έχει έρωτα και βάρη / γι’ αυτό θέλει προσοχή.

ΕΡΩΤΑΣ –> Με τα βέλη σημαδεύει /  την καρδιά του καθενός /  την ζωή μας την μαγεύει / ο Θεός ο φτερωτός.

ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ –> Με του έρωτα το τόξο / βρίσκεις εύκολα τον στόχο /  μα αν κάνει και ξεφύγει / την καρδιά στα δυο ανοίγει .

Τριαντάφυλλο κ. μαίρηςΤΟ  ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ –> Τα χείλη μου ακούμπησα  /  στα ροδοπέταλά του,  /    τραγούδι του μουρμούρισα / φορώντας τ’ άρωμά του.

Τ’ αγκάθια με τρυπήσανε,  /   αίμα στα δάχτυλά μου,  /  λουλούδια που ανθίσανε  /  βαθιά μες στην καρδιά μου.

Τα δάκρυα ποτίσανε  /    την τριανταφυλλιά μου  /    κι αρμύρα μου αφήσανε  /  πάνω στα μάγουλά μου.                           [Β’ Βραβείο Ποίησης σε Διαγωνισμό του Δήμου Άργους. ]

BRABEIO

                         Ο  ΒΡΑΧΟΣ

Πέλαγό μου σ ‘ αγναντεύω και το κύμα σου χαζεύω,
που στο βράχο πάνω σπάει, μανιασμένα τον χτυπάει.
Δυνατά να τον συντρίψει, άμμο κάτω να τον ρίξει,
τότε μόνο ησυχάζει και αφρούς παύει να βγάζει.
Ο μισός στον όρμο στέκει, βράχος είναι και αντέχει,
μια το κύμα του μιλάει, μια γελά και τον φιλάει.
Σαν θα πέσει το σκοτάδι αναστεναγμό θα βγάλει,
και το δάκρυ που θ’ αφήσει στο νερό θε να κυλήσει.
Σκύβω πάνω τον χαϊδεύω και τον πόνο του γλυκαίνω,
με λυγμό μου απαντάει, πως το κύμα τ’ αγαπάει.

ΜΑΙΡΗΣ ΚΟΥΛ ΠΙΝΑΚΑΣ

                                                       Η  ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ

Δεν την πτόησε το κρύο, την μικρούλα μυγδαλιά, / με τραγούδι και με μπρίο, άνθισε μες στον χιονιά. / Στέκει όμορφη κι αιθέρια, πάει κόντρα στο βοριά, /  μ’ απλωμένα τα δυο χέρια, άνθη βάζει στα μαλλιά. /  Ροζ τα μάγουλά της βάφει κι άσπρο φόρεμα φορεί /  και προσμένει πότε θα ‘ρθει  ο καλός της να την βρει. / Στα καλά τώρα ντυμένη, με την λάμψη στη ματιά, / σαν την βλέπεις σε τρελαίνει, με την τόση ομορφιά. / Αεράκι σαν φυσάει, φέρνει ρίγος στα κλαδιά / και στ΄ αυτιά της μουρμουράει πως την αγαπά βαθιά. / Σημασία δεν του δίνει, αλλού ρίχνει την ματιά, / τα λουλούδια της αφήνει, που κυλούν όλο δροσιά. / Αχ! μικρούλα μυγδαλίτσα, θαρρώ μπήκες σε μπελά, / άμυαλη και μια σταλίτσα μάδησες απ’ τον βοριά.αμυγδαλια

                                                                  ΤΑ  ΚΟΥΤΣΟΥΡΑΚΙΑ

Καίγεται το κουτσουράκι δίχως συντροφιά στο τζάκι,  / θα του ρίξω άλλο ένα, να μην μοιάζει με κανένα. / Κοίτα το, τι σπίθες βγάζει  και βαθιά αναστενάζει, / ήτανε ελιάς κλωνάρι, ανθισμένο όλο χάρη. / Δες τα σιγανά που τρίζουν κι από τη φωτιά δακρύζουν. / Καίνε και τα δυο αντάμα και  σταμάτησαν το κλάμα. / Τώρα φλόγες ξεπηδάνε, ζέστη τα κορμιά ζητάνε. / Η κυρά γυρνά τ’ αδράχτι ώσπου να γενούνε στάχτη.

         ΤΟΥ ΝΟΥ ΤΟ ΚΑΡΑΒΙ

Με του νου σου το καράβι  και ξημέρωμα και βράδυ,

βάλε τη δική σου ρότα  και ξεκίνησε τη βόλτα.

Βάλε πλώρη για ταξίδια,  με τ’ ανέμου τη σφραγίδα,

παρ’τη θάλασσα δικιά σου, κλείσ’ τη μες στην αγκαλιά σου.

Το γαλάζιο ν’ αγναντέψεις  κι άφησε μακριά τις σκέψεις σου,

μέσα στ΄όνειρο θα φτάσεις, που ποτέ δεν θα ξεχάσεις.

Με παρέα το φεγγάρι,  το πελώριο λυχνάρι,

που μαζί μ’ όλα τ’ αστέρια, θα γενεί η νύχτα μέρα.

Δες τον ήλιο που ανατέλλει, την καινούργια μέρα φέρνει,

πόλεις δες, σπίτια παλάτια  και βουνά και μονοπάτια.

Χάιδεψε τις ηλιαχτίδες  που από κοντά τις είδες

το κορμί σου να ζεσταίνουν  κι απ’ το χέρι να σε παίρνουν.

Να χαρείς τα ψαροπούλια  και την όμορφη την Πούλια,

κοίτα τον Αποσπερίτη,  πριν γυρίσεις για το σπίτι.

Απ΄τις βόλτες καραβάκι, αν κουράστηκες λιγάκι,

ξεκουράσου στ΄ ακρογιάλι  κι αύριο ξεκίνα πάλι.

                   ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ ΜΑΝΑΣ

Έτσι ξαφνικά παιδί μου, ποιος να το περιμένει

να χάσει ο ήλιος το χρυσό του φως

τα σύννεφα σε μια αγκαλιά μέσα τον ’κλείσαν

σκοτείνιασαν τον ουρανό  και να σε δω δεν με αφήσαν.

Να δω  το χρώμα του αγρού, που είχε η ματιά σου,

να σταματήσω την βροχή που ξέβαψε το κόκκινο

από τα μάγουλά σου.

Να ακούω βροντή και κεραυνό, τον ουρανό αστραπή να σκίζει,

φωτιά να γίνει ξαφνικά και πάνω σου να έρθει.

Μάταια απλώνω το κορμί μακριά να την κρατήσω

μην πέσει το κορμάκι σου κακό να το λαβώσει.

Μα καίει την καρδούλα σου το σώμα σου παγώνει

κι  εγώ το χέρι σου κρατώ,  θέλω να το ζεστάνω,

να πάρεις από με ζωή παιδάκι μου, μα άδικα το χάνω.

Σκύβω και σου μιλώ σιγά, κανείς να μην με ακούσει,

μόνο εσύ θαρρώ ακούς, τα λόγια που σου λέω

έχεις τα χείλη σφραγιστά κι απάντηση δεν παίρνω.

Και συνεχίζω να κοιτώ τα μάτια σου κλεισμένα

πως θα ‘θελα να ξαναρθείς  στον κόσμο και σε μένα.

Τότε που ήσουνα μικρό κι εγώ σε νταχταρούσα

σφιγγόσουνα στην αγκαλιά κι ένα φιλί πάνω σ’ αυτά

μ’ αγάπη ακουμπούσα.

Στεφανωμένο μ’ άνθη μυγδαλιάς ξεχάστηκες κι αλλού περιπλανάσαι

στις άσπρες αυλές του φεγγαριού και μένα δεν θυμάσαι.

Τώρα αργά θα προχωρεί το κάθε μεσονύχτι

της μοναξιάς ξημέρωμα τον πόνο μου θ ακούσει.

Αυγής μικρή δροσοσταλιά, όταν ξυπνούν οι αναμνήσεις

βάλσαμο βάλε στην καρδιά κι έλα να τις κοιμήσεις.

Αυτό ήτανε το πεπρωμένο κι έτσι ξαφνικά σωπαίνω…


Με ένα κλωνάρι πασχαλιά                   pasxa1

την άνοιξη σας στέλνω,

το λεν στα δέντρα τα πουλιά

το Πάσχα πως σας φέρνω.


Ο ΠΕΤΕΙΝΟΣ –> Ένας πετεινός λειράτος κόβει βόλτες στην αυλή, / η κυρά τον κυνηγάει στο κοτέτσι για να μπει. / «Στάσου, κόκορα» φωνάζει, «βλέπω πας φιρί – φιρί, / δεν θα περπατάς με νάζι σαν σου κόψω το λειρί.» / Μα αυτός δεν την ακούει, τρέχει μέχρι την ελιά, / στο περβόλι το ‘χει χούι να ‘ρχεται γυροβολιά. / «Τι κι αν είσαι από σόι; Θα σε φτιάξω με την μια, /κόκορά μου τεντιμπόη, σούπα όλο νοστιμιά.»                              kokoras

                                     ΘΑΛΑΣΣΑ

 Μπροστά στο μακρύ πέλαγο, η ματιά μου χάνεται

στην απεραντοσύνη του γαλάζιου.

Στην μικρή ακρογιαλιά, δίπλα στο απάνεμο λιμανάκι,

που στο τέρμα του εκεί στέκει ο φάρος αγέρωχος,

να φωτίζει με κακοκαιρίες και αστροφεγγιές.

Με το κύμα, να τον χτυπά μανιασμένα,

κι άλλοτε να παίζει μαζί του.

Κι εγώ, καταμεσής στο λιμανάκι,

ένιωσα την ηρεμία της θάλασσας και γαλήνεψα,

στο γλυκό νανούρισμα της,

βλέποντας ψηλά τους γλάρους να πετούν ζευγαρωτά,

πάνω στον καταγάλανο ουρανό,

που δεν τον σκίαζε ούτε ένα τόσο δα μικρό συννεφάκι.

Τον ήλιο να κάνει το νερό να παίρνει χίλια χρώματα

καθώς προσπαθούσε να χωθεί βαθιά στα σπλάχνα της μέσα.

Κολυμπούσα και ήμουν μόνη, ελεύθερη και ευτυχισμένη,

απολαμβάνοντας το μεγαλείο αυτό της φύσης.

ΛΟΛΟΥΔΙ ΚΟΥΛΕΝΤΙΑΝΟΥ

                        ΘΑ  ΗΘΕΛΑ

Θα ήθελα να φωτίσεις το σκοτεινό πηγάδι

που πλημμύρισε με θλίψη την καρδιά μου.

Ο ήλιος της αγάπης σου να ζεστάνει τον χειμώνα,

που η παγωνιά σφίγγει, όλο και πιο πολύ το κορμί μου.

Θα ήθελα με την δύναμη των λόγων σου να μπορέσεις

να φέρεις την άνοιξη μαζί με τις ανθισμένες κερασιές

και τις μυρωδάτες αμυγδαλιές.

Να με τυλίξεις στα ροδοπέταλά τους,

ώσπου να μεθύσω από το άρωμά τους.

Θα ήθελα να με κρατάς στην αγκαλιά σου,

μουρμουρίζοντας στο αυτί μου το τραγούδι των πουλιών,

και το μήνυμα που φέρνει τ’ αγέρι στο φύλλωμα των δέντρων.

Στο πέταγμα που κάνουν πολύχρωμες  πεταλούδες,

το βουητό από χιλιάδες μελίσσια που πετούν

από λουλούδι σε λουλούδι δουλεύοντας ασταμάτητα.

Θα ήθελα να συνοδεύσεις τον τζίτζικα με το βιολί του,

στο μονότονο τραγούδι του.

Να διώξεις την θλίψη και η ψυχή μου να γεμίσει με ζωή,

χρώμα και αγάπη. Αυτό θα ήθελα. Μπορείς;

φθινοπωρινο δεντρο κουλεντιανου

  Ο ΠΟΝΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ 

Δίχτυ λησμονιάς θα υφάνω,

για να ξεχάσεις τον πόνο σου το κάνω,

τα χλωμά μαγουλά σου,

με κόκκινα ρόδα θα στα βάψω.

Φωτιά τα χείλη σου

που σβήνει η αλμύρα των ματιών σου,

και τρέχοντας πλημμυρίζει,

την καρδιά μου ο πόνος.

Πόσο μου λείπεις.

Την καλοκαιρινή αυτή νυχτιά ,

που το φεγγάρι πάγωσε και χάθηκε ο ήλιος,

για να ζεστάνει την καρδιά μου,

και την αγάπη μέσα της.

Ο φόβος με τρομάζει για σένα,

έναν αόρατο ιστό θα απλώσω πάνω σου,

πίσω ν’ αφήσει το παρελθόν ξεθωριασμένο,

να μην μπορεί να χαλάσει το σήμερα.

Γιατί οι καινούργιες αναμνήσεις δεν σβήνουν τις παλιές.

αγγελοι Μαιρη Λουλεντιανού

ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ ΚΕΡΑΣΙΑ 

Φθινόπωρο ριγά η γη  κι ο ουρανός δακρύζει,

πάνω της έστρωσε χαλί,  τα σπλάχνα της γεμίζει.

Ήσουν ντυμένη στα χρυσά , σαν πέρασα και σ’ είδα

Μα τ’ αεράκι που φυσά, σου έστησε παγίδα.

Μαζί κι οι στάλες της βροχής μούσκεψαν το κορμί σου,

μαζεύεσαι να μην βραχείς  και τρέμεις μοναχή σου.

Έτσι μικρή μου κερασιά το σούρουπο σαν φτάσει,

τα φύλλα μείνανε μισά και κλαις που τα ‘χεις χάσει.

Γυμνά σαν μένουν τα κλαδιά σε λήθαργο θα πέσεις

και άνοιξης μια βραδιά  πανέμορφη θα στέκεις.

Μες στην καινούργια σου στολή τον ήλιο θες να κλείσεις

και σαν θα ‘ρθει η ανατολή  το άνθος θα καρπίσεις.

ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕΙ

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ –> Το καλοκαίρι μας αποχαιρετά σιγά – σιγά, δίνοντας τα σκήπτρα στο Φθινόπωρο. Κι αυτό, νέο και βιαστικό, σαν αμούστακο παλικάρι, μας φέρνει τις πρώτες μικρές και ξαφνικές βροχούλες, που έχουν την μυρωδιά του ΠΑΓΚΑΚΙ ΚΑΙ ΒΡΟΧΗ βρεγμένου τριαντάφυλλου.  Το αεράκι φυσά απαλά και δροσίζει το σώμα καθώς η γη ρουφά όσο μπορεί  περισσότερο νερό για να γεμίσουν τα σπλάχνα της κι έτσι να δώσει ζωή.  Ο γεωργός θα οργώσει, η γη θα δεχθεί την σπορά μέσα της, θα γίνει γόνιμη. Θα μεγαλώσουν οι καρποί των δέντρων. Οι μαθητές, σαν σμάρια πουλιών, ξαναγυρίζουν στις φωλιές τους, τα σχολειά, να τα γεμίσουν χαρά με τα τιτιβίσματά τους. Οι πλατείες έμειναν έρημες μα στολισμένες  με χρυσοκίτρινα χαλιά που καθώς πατάς πάνω τους ακούς τον απαλό ήχο των φύλλων που σπάνε. Τα παγκάκια άδεια χωρίς παιδιά και παιχνίδια. Μόνο οι σκιές των δέντρων συνεχίζουν να κουνούν τα κλαδιά τους ρυθμικά  στο τραγούδι του ανέμου…


Πίνακας της Μαίρης Κουλεντιανού.

Πίνακας της Μαίρης Κουλεντιανού.

Η ΦΕΓΓΑΡΟΑΧΤΙΔΑ –> Παραμονή Χριστουγέννων το φεγγάρι, το πιο μεγάλο του χρόνου, όλο καμάρι άρχισε σιγά – σιγά να απλώνει τις φεγγαροαχτίδες του, για να φωτίσουν τον κόσμο. Κι αυτές με γέλια, τρέχοντας, σκόρπισαν γρήγορα να φτάσουν στη γη να τη φωτίσουν. Μα μια μικρή φεγγαροαχτίδα, δεν μπορούσε να τρέξει κι έτσι έμεινε πίσω.  Σαν βρέθηκε μόνη της, φοβήθηκε πάρα πολύ και καθώς κατέβαινε αργά – αργά στο πρώτο ανοιχτό παραθύρι που βρήκε μπροστά της, τρύπωσε γρήγορα μέσα. Ήταν το παραθυράκι μιας μικρής  σοφίτας που διάβαζε ένα παιδάκι. Προχώρησε δισταχτικά κι κάθισε στο σκαμνί δίπλα του. Αυτό, σαν την  είδε άπλωσε  με αγάπη το χεράκι του και την έκλεισε απαλά μέσα στην  χούφτα του γιατί φοβήθηκε μήπως του φύγει. Κατόπιν ακούμπησε τρυφερά το χέρι του πάνω στο στήθος του που χτυπούσε δυνατά από την χαρά του. Η μικρή φεγγαροαχτίδα συγκινήθηκε τόσο πολύ, που ένα δάκρυ της έσταξε πάνω στον φεγγίτη της καρδιάς του παιδιού και φώλιασε για πάντα εκεί μέσα, για να την φωτίζει. Το παιδί ένοιωσε την ζεστασιά κι ένα χαμόγελο  έλαμψε στο πρόσωπό του. Ήταν το πιο όμορφο κι ακριβό δώρο Χριστουγέννων του μικρού μας φίλου.


κ. ΜΑΙΡΗ             Η Μαίρη Κουλεντιανού με τα αγαπημένα της εγγόνια στο Κορακοβούνι.

ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΠΗΛΕΙΟ -ΜΚΟΥΛΕΝΤΙΑΝΟΥ ΜΕ ΓΟΝΕΙΣ ΤΗΣΑποκριές μιας άλλης εποχής: η μικρή Μαίρη Κουλεντιανού (με τη μάσκα), τους γονείς  της και φίλους τους, μπροστά από το καπηλειό του Μαρίνου στο Άργος.ΚΟΥΛΕΝΤΙΑΝΟΥ - ΚΑΠΗΛΕΙΟ ΜΑΡΙΝΟΥ

ΤΟ ΚΑΠΗΛΕΙΟ ΤΟΥ ΜΑΡΙΝΟΥ, ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ & ΔΙΟΜΗΔΟΥΣ ΓΩΝΙΑ  ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΓΝΩΣΤΗ ΤΑΒΕΡΝΑ – ΜΠΑΚΑΛΙΚΟ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ ΠΟΥ ΕΔΩΣΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΣΕ ΜΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ…

 Θα σας μιλήσω για το ταβερνάκι του Μαρίνου, το μικρό καπηλειό, τις δόξες και τα μεγαλεία του. Όσα θυμάμαι και όσα άκουγα να λεν οι άλλοι… Το 1894 ο Παναγιώτης Μαρίνος νοικιάζει από κάποιον Βαγενά ένα μαγαζί, στην οδό Ηρακλέους στο Άργoς και φτιάχνει ένα καπηλειό. Το 1897 το κλείνει και φεύγει εθελοντής να πολεμήσει τους Τούρκους στο τάγμα των Γαριβαλδινών. Στο τέλος του πολέμου επιστρέφει και ανοίγει το μαγαζί, όμως το 1912 το ξανακλείνει γιατί φεύγει εθελοντής στον Βαλκανικό Πόλεμο. Το 1914 άρχισε να δουλεύει ξανά. Εγώ τον Παναγιώτη Μαρίνο δεν τον γνώρισα. Γνώρισα τον γιο του, τον Γιώργο τον Μαρίνο, συνεχιστή του Καπηλειού και μετέπειτα θείο μου. Από όταν το θυμάμαι εγώ, δεν ήταν μόνο ταβερνάκι αλλά και μπακάλικο. Με τον μακρύ ξύλινο πάγκο του, που πάνω του θρόνιαζαν τα βάζα με τις καραμέλες, τα κουτιά με τις ρέγκες και τις σαρδέλες, ενώ από κάτω, τα σακιά στη σειρά, σαν μικρά ανθρωπάκια, με τα λογής-λογής όσπρια. Για να μπεις στο ταβερνάκι κατέβαινες δυο σκαλάκια. Δεξιά και αριστερά είχε δυο μεγάλα παράθυρα. Όπως έμπαινες, δεξιά, ήταν δύο σειρές από βαρέλια, τρία απάνω και τρία κάτω, θυμάμαι. Γεμάτα κοκκινέλι και ρετσίνα, και για όσους ήθελαν ροζέ θυμάμαι την κίνηση του θείου μου να μπερδεύει τα χρώματα. Από την μισή στην οκά, να ρίχνει το κρασί και από ψηλά να κάνει το χρώμα που ήθελε.

Αριστερά έβαζε τα λιγοστά τραπεζάκια.. Μεταλλικά, στρογγυλά και βαμμένα σκούρο πράσινο. Το καλοκαίρι τα έβγαζε έξω, αφού πρώτα κατάβρεχε τον χωμάτινο δρόμο να κάτσει η σκόνη. Και ένα γύρω μετά, έβαζε τις καρέκλες τις ψάθινες. Τι πειράζει αν σε μερικές είχε ξεφτίσει το ψαθί, λεπτομέρεια…

Το Καπηλειό ήταν στέκι των φτωχών μεροκαματιάρηδων και μερακλήδων, που, γυρνώντας το βράδυ από τη δουλειά, έκαναν στάση να πιουν ένα κατοστάρι κρασί, ξεροσφύρι τις πιο πολλές φορές, και με την γλυκιά του ζάλη να ξεχάσουν την κούραση της ημέρας και τα βάσανα της ζωής. Και συχνά ερχόταν το κέρασμα από τον Μαρίνο, -όπως δείχνει και η φωτογραφία- κατευθείαν από την νταμιτζάνα στο ποτήρι, σε τύπους όμορφους και γραφικούς, όπως ήταν και ο μπάρμπα-Κώστας ο Μάντρας, πιστός φίλος του Θεού Διόνυσου. Και γέμιζαν τα τραπέζια από γέρους και νιους, το ένα ποτήρι έφερνε το άλλο και δεν αργούσαν να έρθουν στο κέφι. Τότε έπιανε ο νιος το μπουζούκι και πλημμύριζε η γειτονιά από τον γλυκό του ήχο. Σαν μαγνήτης η μουσική και το τραγούδι μάς τραβούσε, μικρά παιδιά ήμασταν. Σταματούσαμε το παιχνίδι και μαζευόμασταν όλα μαζί σε μια γωνιά κατάχαμα. Ακούγαμε τις νότες που φάνταζαν στα παιδικά μας αυτιά σαν ήχοι σταλμένοι από τα ουράνια για να μας ταξιδεύουν στην ηρεμία και στην ξενοιασιά. Ώσπου, με μιας όλα χάνονταν όταν ακούγονταν οι φωνές των μανάδων μας που μας καλούσαν γιατί ήταν αργά και το πρωί είχε σχολείο.

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ : Δίπλα στο καπηλειό του Μαρίνου ήταν το πηγάδι του Δημόβαση, που όμως οι πιο πολλοί το ήξεραν ως το πηγάδι του Μαρίνου. Θυμάμαι που πηγαίναμε για νερό με τη μητέρα μου, μαζί με τις υπόλοιπες νοικοκυρές και με τους κουβάδες στο χέρι. Έπιαναν κάτι κουβέντες για τα νέα της γειτονιάς που τελειωμό δεν είχανε. Δεν έλειπαν και οι παρεξηγήσεις, όταν κάποια πήγαινε να πάρει τη σειρά της άλλης. Όλα όμως ξεχνιούνταν αμέσως και την επομένη όλες ήταν μαζί για να συνεχίσουν το κουτσομπολιό τους. Εμείς τα μικρά τσαλαβουτούσαμε στα νερά και προσπαθούσαμε να σηκώσουμε τον κουβά στα αδύναμα μικρά χέρια μας. Αφού φυσικά κατά τη διαδρομή το μισό είχε χυθεί στον δρόμο. Τα παιχνίδια μας τα απογεύματα, το κυνηγητό και το κρυφτό πίσω από το πηγάδι. Με μάγουλα ξαναμμένα από το τρέξιμο πίναμε νερό να ξεδιψάσουμε. Θυμάμαι τις κοπελιές που κάθονταν στο πέτρινο μπαστούνι του πηγαδιού να συζητούν, ποιος ξέρει τι; Εμάς τα μικρά μας έδιωχναν να μην ακούμε τα μυστικά τους. Αλλά, βλέπαμε τα αγόρια να περνούν, να ανταλλάσσουν ματιές και να κρυφογελούν στα πειράγματά τους.

Τα χρόνια όμως περνούν. Με μια γρήγορη σκληράδα και παίρνουν μαζί τους πολλά. Έφυγε το πηγάδι, γκρεμίστηκε. Μαζί του όμως πήρε σκιρτήματα νεανικά, ατέλειωτους πόθους και ένα σωρό ιστορίες.

Και συνεχίζει η ανέμη της μνήμης να γυρνά όλο και πιο γρήγορα και το χέρι τρέχει πάνω στο χαρτί να προλάβει να τα γράψει όλα. Και φτάνω στην ημέρα του Αη-Γιάννη του Ριγανά και βλέπω τις κοπέλες να κρατούν τον καθρέπτη στα χέρια να σκεπάζουν το κεφάλι με μια μαντίλα στις 12 ακριβώς το μεσημέρι και να κοιτάζουν τον βυθό του πηγαδιού μέσα στο νερό. Έλεγαν ότι θα καθρεπτιζόταν αυτός που θα παντρεύονταν.

Θυμάμαι τις Απόκριες. Τι ήταν αυτό! Το ταβερνάκι του Μαρίνου κατάμεστο από λογής-λογής κύκλους ανθρώπων. Τον θείο μου με την καρό ποδιά ζωσμένο στη μέση, με ένα πετσετόπανο κρεμασμένο να καθαρίζει τα τραπέζια και με τον δίσκο στα χέρια. Με τα ποτήρια, τα κατοστάρικα και τις μισάδες και το κρασί να ρέει άφθονο από τις κάνουλες των βαρελιών.

Κι εγώ να καμαρώνω στις φίλες μου γιατί ο θείος μου με άφηνε να κουρντίζω το γραμμόφωνο που ήταν πάνω στο περβάζι του δεξιού παραθυριού, να αλλάζω βελόνες και να βάζω τους δίσκους. Κι όχι μόνο αυτό: Η χαρά μου ήταν ανείπωτη καθώς η γιαγιά η Μήτσαινα που ήταν στο κουζινάκι και έφτιαχνε τους μεζέδες, μου εμπιστευόταν τον μύλο για να τρίβω το πιπέρι. Και μας ξετρέλαινε η μυρωδιά από το τηγανητό μπακαλιαράκι, που τηγάνιζε η γιαγιά μου. Ο χορός 5 κύκλους και εμείς να στριμωχνόμαστε και να μπερδευόμαστε με τους μεγάλους. Να χορεύουμε και να μην πατάμε στην γη.

Να γελάμε, να κοιτάζουμε τον ουρανό και να βλέπουμε τα άστρα να λάμπουν και να μας ζαλίζουν με την λάμψη τους. Να γυρίζουν σαν μεθυσμένα και να χορεύουν μαζί μας κάτω από το φως του φεγγαριού. Κι αυτός ο ήχος του νταουλιού, ο μονότονος και ρυθμικός συνάμα, πώς έκανε τις παιδικές μας καρδούλες να χτυπούν περίεργα…

Και στα χέρια πέφτει άλλη φωτογραφία. Μας δείχνει Μεγάλη Παρασκευή, μικρούς και μεγάλους, κρατώντας πανέρια με πολύχρωμα χαρτιά κομμένα ομοιόμορφα σε τρίγωνα. Τα παιδιά κρατούσαν την καλούμπα και κολλάγαμε τα χαρτιά με κόλα της στιγμής (με αλεύρι και νερό). Και φυσικά οι χάρτινοι χρωματιστοί πολυέλαιοι, που με τόση τέχνη μας έφτιαχνε ο μπαρμπα-Γιώργης ο Μαρίνος. Καθόταν έξω από το μαγαζί, δίπλα στο τραπέζι που είχε στρώσει η θεία με το κάτασπρο κεντητό τραπεζομάντιλο, με τα κεριά και τις λαμπάδες της Αναστάσεως. Και παραδίπλα το τραπέζι με τα Σαρακοστιανά.

Εποχές όμορφες, εποχές περασμένες, ανεξίτηλα όμως φωλιασμένες στην μνήμη μου. Ίσως γιατί τότε όλα ήταν διαφορετικά και καλύτερα. Μια γουλιά κρασί ήταν ικανή να ξεδιψάσει όλους τους καημούς και να γεμίσει αισιοδοξία την ψυχή και κουράγιο για την επόμενη μέρα επιβίωσης. Οι άνθρωποι, αυτοί που πάλευαν με νύχια και με δόντια για το μεροκάματο, για να τα φέρουν πέρα και να ζήσουν ολόκληρες οικογένειες , είχαν στα μάτια τους μια φλόγα που δεν κατόρθωναν τα βάσανα να την σβήνουν. Έκαιγε ζωντανή, αφού προερχόταν από καρδιές που είχαν μέσα τους αποθέματα τρομερών δυνάμεων. Ήταν άνθρωποι ωραίοι, που όμως έφυγαν, μεταξύ αυτών και ο πατέρας μου.

Τα χρόνια περνούν, το ταβερνάκι αλλάζει χέρια, έρχεται στην τρίτη γενιά, στον εγγονό Παναγιώτη Μαρίνο, που συνέχισε να λειτουργεί το καπηλειό ανακαινισμένο αλλά παραδοσιακό. Κρατώντας στοιχεία που πρόβαλλαν την ιστορία του και με μοναδική διακόσμηση παλιές φωτογραφίες αλλοτινών εποχών και πίνακες φτιαγμένους από το μεράκι και την αγάπη του ιδίου του συνεχιστή. Με ποικιλία μεζέδων και πάντα γεμάτο από φίλους που τους άρεσε το καλό κρασί, η καλή παρέα και η όμορφη μουσική.

Ένας κόμπος μου κάθεται στο λαιμό. Προσπαθώ να σταματήσω την ανέμη να γυρίζει. Το καταφέρνω. Έρχομαι στο παρόν και αναρωτιέμαι: Τι έχει μείνει από όλα αυτά; Έρχεται μια στιγμή και πάει. Λες και ζήλεψε η κακιά μάγισσα το κέφι, τις χαρές, που μοίραζε για έναν ολόκληρο αιώνα το ταβερνάκι και έφερε το κακό. Ήταν απόγευμα του Μάη, η φύσις μοσχοβολούσε και τα πουλιά κελαηδούσαν. Και έπαψαν με μιας και ο ήλιος χάθηκε, τον έπνιξαν οι καπνοί και τα λουλούδια έγειραν από την λάμψη της φωτιάς. Ανεξήγητο πώς, γυρίζοντας από το πατρικό του ο Παναγιώτης Μαρίνος βλέπει το ταβερνάκι τυλιγμένο στις φλόγες.

Προσπάθησαν, δεν μπόρεσαν να το σώσουν. Κάηκαν δόξες, κάηκαν όνειρα, μα ο εγγονός δεν το βάζει κάτω. Κάνει αγώνα, βρίσκει εμπόδια, ξαναχτίζει ένα μέρος του, που βέβαια δεν ήταν αρκετό για να καλύψει τις βασικές βιοποριστικές του ανάγκες. Τον πολεμούν όμως και τελικά κλείνει. Ο Γιώργος Μαρίνος έφυγε από την ζωή χωρίς να μάθει ποτέ ότι κάηκε το ταβερνάκι, του το έκρυψαν.

Και εσύ που διάβασες αυτές τις γραμμές, αν σε φέρει ο δρόμος σου στην οδό Ηρακλέους και Διομήδους γωνία, θα δεις το ταβερνάκι να στέκει σιωπηλό, σκοτεινό και μόνο. Θυμήσου και ζήσε μια από τις στιγμές του. Είναι και αυτό ένα απομεινάρι από το Άργος που χάνεται.

Υ.Γ.1: Αξίζει να αναφέρω για την ιστορία ότι το Καπηλειό έχει χαρακτηρισθεί διατηρητέο ως οίκημα και ως χρήση. Υ.Γ.2: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ματιές στην Αργολίδα», Τεύχος 5, Οκτώβριος 2001.


%ce%bc%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b7-%cf%83%cf%80%ce%bf%cf%81%ce%b1-%cf%83%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%b4%ce%b7-%cf%80%ce%b1%ce%bd%cf%89-%cf%83%ce%b5-%cf%80%ce%b9%ce%bd%ce%b1%ce%ba%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b2                                    Η σπορά, σκίτσο με μολύβι της Μαίρης Κουλεντιανού.τραγούδια γάμου ΜΚουλ

 Η Μαίρη Κουλεντιανού και τα υπόλοιπα μέλη της Χορωδίας του Συλλόγου                Αργολική Πολιτιστική Πρόταση, το 2014 σε εκδήλωση στην Κάρυστο.


%ce%bc%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b7-%ce%bc%ce%b5-%ce%b3%ce%bb%cf%85%ce%ba%ce%bfΗ Μαίρη Κουλεντιανού είναι επίσης μία εξαιρετική μαγείρισσα. Δείτε τις συνταγές με τα φαγητά και τα γλυκά της, στη σελίδα «ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΜΑΓΕΙΡΕΜΑΤΑ».

 


 

 

Advertisements