ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ / NOVEL

ΛΙΑΚΑΔΑ ΚΑΙ ΣΚΙΕΣ


Μυθιστόρημα της Ζαχαρούλας Γαϊτανάκη  «ΛΙΑΚΑΔΑ ΚΑΙ ΣΚΙΕΣ»

To “ΛΙΑΚΑΔΑ ΚΑΙ ΣΚΙΕΣ” είναι η ιστορία μιας απλής γυναίκας, που έζησε τα μικρά και μεγάλα γεγονότα του εικοστού αιώνα, στον τόπο της γέννησής της αρχικά, σε μια κοντινή πολίχνη που πήγε ως νύφη κατόπιν, στην Αθήνα αργότερα προς το τέλος της ζωής της. Η ηρωίδα, η Μερόπη, είναι ένας άνθρωπος που αγωνίστηκε – άλλοτε νικηφόρα και συχνά αποτυχαίνοντας – να προσπεράσει τους ίσκιους που της κρύβανε τον ήλιο και να χαρεί την λιακάδα.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

5 Φεβρουαρίου: Ήταν μια μέρα κρύα και θλιμμένη. Στις άκρες των δρόμων σε σωρούς το χιόνι, έλιωνε αργά. Τα βουνά ολόλευκα. Οι καμινάδες των σπιτιών κάπνιζαν συνέχεια. Πολύς κόσμος είχε μαζευτεί στο Κοιμητήρι της μικρής πολιτείας για ν’ αποχαιρετήσει τον νεκρό.

Στα μαύρα ντυμένη η σύζυγος και η κόρη με το γιο του, τους συζύγους τους και τα παιδιά τους. Δάκρια έτρεχαν από τα μάτια τους, κυλούσαν στα μάγουλά τους καυτά κι ο παγωμένος αέρας τα δρόσιζε. Ο ουρανός βαρύς. «Θα χιονίσει ξανά», είπε μια μαυροντυμένη γυναίκα, που στεκότανε κοντά στην οικογένεια, μα κανείς δεν της έδωσε σημασία.

Μετά την ταφή, οι ντόπιοι επέστρεψαν με τα πόδια στα σπίτια τους. Οι ξένοι, που είχαν έρθει ειδικά για την εξόδιο Ακολουθία, μπήκαν στ’ αυτοκίνητά τους και κατευθύνθηκαν στο σπίτι του νεκρού, να πιουν έναν καφέ και κονιάκ, όπως ήταν το έθιμο, να φάνε τη ζεστή ψαρόσουπα που συνηθιζόταν να προσφέρουν σε συγγενείς και φίλους κι ύστερα να φύγουν ο καθένας για τον προορισμό του. Είχε αρχίσει να χιονίζει πάλι και πολλοί ανησυχούσαν για τον δρόμο. «Άντε τελειώνετε να πηγαίνουμε», ακούστηκε να λέει ένας ανιψιός του νεκρού. «Θα μας κλείσει το χιόνι εδώ πέρα έτσι που πάμε.» Τα λόγια του γέμισαν ανησυχία τους ομοτράπεζούς του. «Να πηγαίνουμε σιγά –σιγά», είπε κάποιος άλλος και σηκώθηκε. Σε λίγο, οι συγκεντρωμένοι είχαν φύγει. Μέσα στο σπίτι μόνο η οικογένεια απέμεινε. Μαζεύτηκαν τα πράγματα από τα τραπέζια, τακτοποιήθηκε ο χώρος, μπήκαν κι αυτοί στα αυτοκίνητά τους και κίνησαν για να επιστρέψουν στην Αθήνα.

Η μέρα έφτανε στη δύση της. Απαλό χιόνι έπεφτε παντού. Περνώντας από το Κοιμητήρι, έκαναν τον σταυρό τους. Το φρεσκοσκαμμένο μνήμα είχε σκεπαστεί από χιόνι και δεν ξεχώριζε από τ’ άλλα. Τα’ αυτοκίνητα ανέπτυξαν ταχύτητα και γρήγορα άφηναν πίσω τους την λευκοντυμένη μικρή πολιτεία.

Είχε βραδιάσει όταν έφτασαν στην Αθήνα. Κάθε οικογένεια πήγε στο σπιτικό της. Η κόρη έμενε στην Αθήνα, σ’ ένα μεγάλο διαμέρισμα, στην Κυψέλη, με τον άντρα της και τα δυο της αγόρια. Ο γιος ζούσε σε μια διώροφη μονοκατοικία στον Καρέα. Μαζί του μένανε και οι γονείς του. Είχε μια κόρη και ένα γιο. Και τα δυο του παιδιά σπουδάζανε στο Πανεπιστήμιο, ο γιος Μαθηματικός και η κόρη του Φιλόλογος.

Κατεβήκανε από το όχημα και μπήκανε στο σπίτι. Έκανε κρύο και ανάψανε αμέσως την θέρμανση. Η ηλικιωμένη γυναίκα ήτανε τόσο κουρασμένη που δεν την κρατούσαν τα πόδια της. Η εγγονή της την έπιασε από το χέρι και την οδήγησε στο δωμάτιό της. «Γιαγιά», της είπε η κοπέλα, «ξάπλωσε να ησυχάσεις, θα σου φέρω και ένα ζεστό γάλα να πιεις». Η γερόντισσα δεν της απάντησε. Γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε το δωμάτιο με το διπλό κρεβάτι, τις δυο πολυθρόνες κοντά στο παράθυρο, τις φωτογραφίες στους τοίχους. «Από δω και πέρα» σκέφτηκε, «όλα θα είναι άδεια. Η δεύτερη πολυθρόνα θα μένει κενή, το ίδιο και η θέση δίπλα μου στο κρεβάτι. Αχ, γιατί μου το έκανες αυτό, Κώστα μου; Γιατί έφυγες και με άφησες μονάχη μου; Πώς θ’ αντέξω;»

Η κοπέλα, που είχε βγει από το δωμάτιο, επέστρεψε φέρνοντας στη γιαγιά της μια κούπα γάλα. «Έλα, καλή μου», της είπε η νέα, «θα σε βοηθήσω να ξεντυθείς και δεν θα φύγω μέχρι να σε πάρει ο ύπνος. Σου χρειάζεται ξεκούραση μετά από όσα πέρασες.» Η ήρεμη φωνή του κοριτσιού, το ζεστό γάλα που ήπιε, η κούραση, έκαναν το γέρικο κορμί, μόλις ξάπλωσε στο κρεβάτι, ν’ αποκοιμηθεί αμέσως.

Η επόμενη μέρα ξημέρωσε ηλιόλουστη. Η ηλικιωμένη γυναίκα άνοιξε τα μάτια της, τέντωσε τα χέρια της έξω από τα σκεπάσματα, έστρεψε το βλέμμα της στη διπλανή άδεια θέση του κρεβατιού, την πήραν τα κλάματα. Ο γιος της χτύπησε την πόρτα.

Να μπω, μητέρα; ρώτησε διστακτικά.

Έλα μέσα, του απάντησε εκείνη σκουπίζοντας τα μάτια της.

Καλημέρα, είπε ο άντρας. Ήρθα να δω πώς είσαι πριν φύγω για τη δουλειά. Το πρωινό σου σε περιμένει στην κουζίνα. Να πω στη Σοφία να σου το φέρει εδώ; την ρώτησε.

Όχι, θα σηκωθώ, είπε η γερόντισσα.

Ο γιος της πήγε κοντά της, έσκυψε, την φίλησε και βγήκε από το δωμάτιο. Τα μάτια της γεμίσανε δάκρυα ξανά. Άκουσε στο διάδρομο τη φωνή της νύφης της να την καλεί. Τράβηξε τις κουβέρτες από πάνω της και σηκώθηκε από το κρεβάτι.

Στην κουζίνα βρήκε την εγγονή της να πίνει τον καφέ της. Το κορίτσι σηκώθηκε από την καρέκλα του, την φίλησε και την έβαλε να καθίσει σε μια καρέκλα δίπλα της. Της έφερε μια κούπα με ζεστό γάλα κι ένα πιάτο με φρυγανιές και ψωμί. Ήπιε το γάλα και αμέσως ένιωσε καλύτερα. Η κοπέλα κουβέντιαζε μαζί της για να περάσει η ώρα. Κάποια στιγμή, της έπιασε το χέρι και το κράτησε στο δικό της λέγοντάς της:

Γιαγιά, ξέρω πόσο αγαπούσε τον παππού. Και γω τον αγαπούσα πολύ και μου λείπει. Θα ’θελα να καθόμασταν κάπου ήσυχα, στο δωμάτιό σου ή στο δικό μου, αν θέλεις, και να μου μιλούσες γι’ αυτόν, για σένα, για τη ζωή στο πατρικό σου σπίτι, τη γνωριμία σου με τον παππού και για το γάμο σας. Κι ύστερα να μου πεις που ήρθατε στην Αθήνα να μείνετε με τη θεία μου και μαζί μας.

Η γερόντισσα κοίταξε την εγγόνα της απορημένη.

Τι θα τα κάνεις αυτά και να στα πω; Ρώτησε.

Θέλω να μάθω και να τα γράψω, απάντησε η νέα.

Σε τι θα σου χρειαστούνε; Ξαναρώτησε η γιαγιά της. Τι αξία έχουνε τώρα πια όλα αυτά; Ο παππούς σου πέθανε, πάνε όλα….

Βούρκωσαν τα μάτια της γυναίκας, έβγαλε το μαντήλι της να τα σκουπίσει.

Γιαγιά, γύρισε και της είπε η εγγονή της, ένας ποιητής λέει ότι «δεν πεθαίνουν όσοι δεν λησμονιούνται» και τον παππού δεν θα τον ξεχάσουμε.

Δίκιο έχει ο ποιητής σου. Πώς μπορώ να ξεχάσω τα πενήντα χρόνια που περάσαμε μαζί με τον παππού σου; Κύλισε ο καιρός σαν το νερό κι έφυγε. Κι όλο του έλεγα: «Εμάς, Κώστα μου, ένας Χάρος θα μας χωρίσει τώρα που ενωθήκαμε.» Και κείνος γύριζε και με μάλωνε: «Μη λες τέτοια λόγια, γυναίκα», μου έλεγε. «Εμείς δεν θα χωριστούμε ποτές. Κι ο Χάρος θα φοβηθεί να τα βάλει μαζί μας.» Τα έλεγε αυτά και γέλαγε για να με καθησυχάσει.

Γι’ αυτό θέλω κι εγώ γιαγιά να τα γράψε αυτά, να μείνουνε. Να τα διαβάζουμε και να τον θυμόμαστε. Να γίνουν και βιβλίο…

Πάει να πει να τα τυπώσεις στο χαρτί, την διέκοψε η γερόντισσα, να διαβαστούνε και από άλλους. Δεν θέλω, δεν πρέπει…

Δεν είναι κακό αυτό, προσπάθησε να δικαιολογηθεί η εγγονή της.

Δεν λέω, έκανε η γιαγιά της, μα είναι τόσα πολλά που γινήκανε. Μεγάλο βιβλίο θα χρειαστεί να γράψεις, πολλές λέξεις να μεταχειριστείς, κι εγώ, όπως ξέρεις, αγράμματη είμαι, δεν τα καταφέρνω με τα ωραία λόγια.

Μην ανησυχείς, την καθησύχασε η κοπέλα. Θα γράψω ο,τι μου πεις. Αυτό θέλω. Να γράψω για σένα και τον παππού μου με τα δικά σου λόγια. Σας να  το έγραψες εσύ το βιβλίο της ζωής σας.

Δύσκολο πολύ μου φαίνεται τούτο που θέλεις. Έχεις τον χρόνο να καθίσεις και να μ’ ακούσεις να σου τα διηγούμαι;

Έννοια σου. Θα βρω και χρόνο. Αρκεί να θέλεις εσύ να μου μιλήσεις. Θα πάρω μολύβι και χαρτιά, θα καθίσω δίπλα σου και θα σ’ ακούω.

Αφού το θέλεις, είπε η γερόντισσα, ας γίνει.

Η εγγόνα της σηκώθηκε και την αγκάλιασε.

Σ’ ευχαριστώ, γιαγιά μου, της είπε. Να δεις που θα σ’ αρέσει και σένα αυτό που θα κάνουμε. Φεύγω τώρα και θα τα ξαναπούμε το μεσημέρι.

Στο καλό και ντύσου καλά. Κάνει ακόμα κρύο, μην σε ξεγελά ο ήλιος.

Η κοπέλα άφησε να περάσουν λίγες μέρες και να ησυχάσουν τα πράγματα στο σπίτι με τις επισκέψεις των συγγενών, που έρχονταν να συλλυπηθούν. Έβλεπε τη γιαγιά της λυπημένη, σκεφτική, δακρυσμένη. Είχε χάσει κάθε χαρά για τη ζωή. Κλεινόταν στο δωμάτιό της και έκλαιγε. Την άκουγε τα βράδια να πετάγεται στον ύπνο της. Από ονείρατα να ήτανε; Δεν ήξερε με βεβαιότητα να πει. Ήταν πολύ πρόσφατος ο χαμός του παππού της, ζήσανε τόσα χρόνια μαζί αυτοί οι άνθρωποι, την καταλάβαινε τη γιαγιά της. Σε τι να ελπίζει τώρα πια η ηλικιωμένη γυναίκα; Την άκουσε ένα απόγευμα που έλεγε στο γιο της:

Εγώ τώρα, Χάρο περιμένω, παιδί μου. Βάρος σας είμαι. Εμπόδιο γίνομαι. Γέρασα κι όλα μου φαίνονται φορτίο βαρύ. Γι’ αυτό να μη στενοχωρηθείτε κι αν πεθάνω. Λύτρωση θα είναι ο θάνατος. Γλυκά τον περιμένω. Να πάω κοντά στον πατέρα σου. Μαζί στη ζωή και στην άλλη ζωή πάλι μαζί.

Σώπασε, μάνα, απάντησε ο γιος. Μη βάζεις τέτοιες σκέψεις στο μυαλό σου. Κάνε κουράγιο.

Ο,τι θέλει ο Θεός, του απάντησε εκείνη. Μεγάλη η χάρη Του.

Ένα πρωινό, η κοπέλα πήρε μαζί της ένα σημειωματάριο κι ένα στυλό και χτύπησε την πόρτα του δωματίου της γιαγιάς της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Γεννήθηκα σ’ ένα ορεινό χωριό της επαρχίας Γορτυνίας, του νομού Αρκαδίας. Τον θεριστή του 1905. Χρόνια μετά, όταν άρχισα να καταλαβαίνω και ρώτησα τη μάνα μου, μου είπε ότι την έπιασαν οι πόνοι στο χωράφι, που είχε πάει με τον πατέρα μου και την πεθερά της για να θερίσουνε. Είχανε μαζί τους και την αδελφή μου την Τασούλα, που ήταν περίπου δυο χρονών.

«Από το πρωί ένιωθα την κοιλιά μου βαριά», μου είπε η μάνα μου, «μα δεν είπα τίποτα στον πατέρα σου, γιατί δεν θα με άφηνε να πάω να τους βοηθήσω. Μοναχοπαίδι ήτανε, όλα από τα χέρια του περνούσαν. Δεν ήθελα να τον βάλω σε έγνοιες. Μα το μεσημεράκι δεν άντεχα άλλο πια. Άρχισα να φωνάζω από τους πόνους. Έκανε και ζέστη. Η πεθερά μου ήρθε αμέσως κοντά μου. Κατάλαβε ότι είχε έρθει η ώρα μου για να γεννήσω. Είχα ξαπλώσει κάτω από μια αχλαδιά που βρισκότανε σε μια άκρη του χωραφιού. Πιο πέρα θερίζανε κάτι ξαδέλφια του πατέρα σου που είχανε κάρο μαζί τους για να μεταφέρουνε τα χερόβολα. Τους ειδοποίησε ο πατέρας σου για την κατάστασή μου κι αμέσως ένα από τα ξαδέλφια του έφερε το κάρο και με βάλανε προσεκτικά πάνω να με μεταφέρουν στο χωριό. Κάθισαν οι άντρες μπροστά κι η πεθερά μου με την Τασούλα πίσω μαζί μου και κινήσαμε. Πονούσα τόσο πολύ που δεν καταλάβαινα τι γινότανε γύρω μου. Κάποια στιγμή ο άντρας μου γύρισε και μου φώναξε: «Κουράγιο, Αγγελική μου, φτάνουμε». Η πεθερά μου, μού κρατούσε το χέρι και μου ψιθύριζε λόγια τρυφερά για να ηρεμήσω. Οι πόνοι, όσο πέρναγε η ώρα μεγάλωναν. Όταν φτάσαμε στο σπίτι μας, με κατεβάσανε οι άντρες με προσοχή και με πήγανε πάνω στην καμαρούλα. Λίγο αργότερα ερχόσουνα στον κόσμο.»

Δεν χόρταινα ν’ ακούω την μάνα μου να μου διηγείται όλα αυτά. «Η γιαγιά σου με τακτοποίησε, όπως – όπως. «Είναι ένα πανέμορφο κοριτσάκι», μου είπε η πεθερά μου. Ήρθε και η Κώσταινα, η μαμή, για να με δει και να σε φροντίσει. «Να σου ζήσει η τσούπρα Γιωργή», είπε στον πατέρα μου η μαμή σαν τελείωσε την δουλειά της. «Να ΄σαι καλά και συ κυρά μου», της απάντησε εκείνος γεμάτος χαρά κι ύστερα μπήκε στο δωμάτιο να μας δει. Έσκυψε πάνω από την κούνια σου και σε κοίταξε μ’ αγάπη. «Θα ΄ναι τυχερή η τσούπρα μας» γύρισε και μου είπε.»Είναι όμορφη σαν και σένα. Σε ταλαιπώρησε αλλά χαλάλι της».

Η μάνα μου κουρασμένη από τον τοκετό αποκοιμήθηκε. Άλλο ένα μωρό είχε γεννηθεί στο χωριό μας και στο σπιτικό μας.

«Μέσα στα έλατα, στα πεύκα και στις βελανιδιές χωμένα τα σπίτια του χωριού, τον χειμώνα άσπριζε ο τόπος από τα χιόνια και τα καλοκαίρια είχαμε πάντα δροσιά. Τρεχούμενα νερά ξεδιψούσαν τους ντόπιους, τα ζωντανά τους και πότιζαν τα κτήματα και τα περιβόλια τους.

Κοντά στο σπίτι μας ήτανε η Αγια-Σωτήρα, η μεγαλύτερη εκκλησία του χωριού. Στο έμπας του, στα δεξιά, βρισκότανε το εκκλησάκι των Ταξιαρχών και στο Κοιμητήρι ο Αη-Νικόλας. Στην κορφή του μικρού βουνού, στην πλαγιά του οποίου είχε χτιστεί η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ, το χωριό μας, ήταν το ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία. Οι ντόπιοι γλένταγαν με την καρδιά τους στα πανηγύρια, ιδίως τ’ Αγιολιός και του Σωτήρος.

Η οικογένειά μου ζούσε σ’ ένα δίπατο σπίτι με μεγάλη αυλή. Στο πάνω πάτωμα ήτανε τα δωμάτιά μας, το χειμωνιάτικο με το τζάκι, η καμαρούλα που κοιμόντουσαν οι γονείς μου, ένα άλλο μεγαλύτερο δωμάτιο που βολευόμαστε εμείς τα παιδιά, η σάλα που άνοιγε μόνο όταν είχαμε μισαφιρέους. Εκεί, σε μια εταζέρα, φύλαγε η μάνα μου ποτήρια απ’ την προίκα της, ασημένια μαχαιροπήρουνα, μαζί με μικρές και μεγάλες πιατέλες. Σ’ ένα ράφι της έβαζε το γλυκό του κουταλιού, που έφτιαχνε για τους ξένους. Πότε ένα μεγάλο βάζο με γλυκό καρύδι ή κυδώνι ή συκαλάκι. Στη σάλα φύλαγε και τ’ άλλα γλυκίσματα που έφτιαχνε τις γιορτάδες, τους κουραμπιέδες με τ’ αμύγδαλο, τις δίπλες με το μέλι και το καρύδι άφθονο από πάνω, τα σκαλτσουνάκια και τα μελομακάρονα. Ένας διάδρομος ένωνε όλα τα δωμάτια και μια πόρτα έβγαζε έξω στο χαγιάτι. Μια ξύλινη σκάλα οδηγούσε στην αυλή. Στο κάτω πάτωμα ήτανε το κατώι που έβαζε ο πατέρας μου τα βαγένια με το κρασί, και σε μια μεγάλη αποθήκη φύλαγε τα γεννήματα, τις μυζήθρες, τα βαρέλια με το τυρί, το λάδι και τα εργαλεία του. Σ’ ένα ξύλινο δωματιάκι, δίπλα, είχε φτιάξει ο πατέρας μου το αποχωρητήριο, που η μάνα μου ασβέστωνε συχνά για να μην μυρίζει και το καθάριζε για να μην αρρωστήσουμε, όπως μας έλεγε. Απέναντι βρισκόταν ο φούρνος και η κουζινίτσα που μαγειρεύαμε το καθημερινό μας φαγητό. Εκεί φουρνίζαμε το ψωμί μας, ψήναμε κρέας και τα γλυκά. Σε μια γωνιά υπήρχε πάντα φωτιά και πάνω μια σιδεροστιά που στήριζε έναν τέντζερη. Σ’ αυτή βράζαμε φαγητό και νερό για να πλένουμε τα πιάτα και να λουζόμαστε. Δίπλα στην κουζίνα μας ήταν η στέρνα που αποθηκεύαμε νερό. Το φέρναμε από τα πηγάδια με τις βούτες που τις κουβαλούσε αδιαμαρτύρητα ο Ντορής μας στις πλάτες του. Κοντά στο σπίτι ήταν ο σταύλος, που βάζαμε τα μουλάρια και τον γαϊδαράκο μας τον Ντορή. Παραδίπλα το κοτέτσι με τις κότες και ένα άλλο για τις πάπιες. Ο πατέρας μου στοίβαζε ξύλα για το τζάκι και τον φούρνο σ’ έναν μεγάλο σκεπασμένο χώρο δίπλα στη στέρνα. Κάθε καλοκαίρι, μετά της Παναγιάς, πήγαινε κι έκοβε ξύλα στο δάσος. Τ’ άφηνε λίγες μέρες να ξεραθούν τα κλαριά τους και μετά τα κουβαλούσαν με την μάνα μου στο σπίτι μας με τα μουλάρια.

Ήμουν το δεύτερο κορίτσι της οικογένειας. Πριν από μένα είχε γεννηθεί η αδελφή μου η Τασούλα το 1903 και δυο αγόρια δίδυμα, το 1902. Πεθάνανε στη γέννα και κανένας στο σπίτι μας δεν μιλούσε γι’ αυτά. Η μάνα μου έκανε πολλά παιδιά: μετά από μένα την Σοφία, τον Δημητρό, τον Αλέξη και την Φιλιώ (δίδυμα κι αυτά σαν τους πρωτότοκους γιους που ’χε χάσει), την Σταυριανή, τον Παναγιώτη, την Τούλα και το στερνοπαίδι μας ο Βασίλης.

Μαζί μας έμενε και η γιαγιά μου, η μάνα του πατέρα μου. Την λέγανε κι αυτή Μερόπη, όπως κι εμένα. Ο παππούς μου κι άντρας της, είχε πεθάνει την ίδια χρονιά που χάσαμε τα δίδυμα. Οι γονείς της μάνας μου ζούσανε στο δικό τους χωριό, που απείχε 2 ώρες με τα ζωντανά από το δικό μας. Πηγαίναμε σπάνια και τους βλέπαμε – κυρίως τα καλοκαίρια μετά τον θέρο και η μάνα μου πήγαινε και τους βοηθούσε στον τρύγο και στο λιομάζωμα.

Ο πατέρας μου καμάρωνε για μας και ποτέ δεν μας φέρθηκε άσχημα. Ακόμη κι όταν η μάνα μου κουρασμένη γύρναγε στο σπίτι και φώναζε σε μας τα κορίτσια, ο πατέρας της γλυκομίλαγε:

Μην σεκλετίζεσαι, Αγγελική μου, της έλεγε. Ξέρουν οι τσούπρες μας. Και γυρνώντας σε μένα, μου έκλεινε το μάτι, λέγοντάς μου:

Άντε, Μερόπη μου, στρώσε να φάμε. Και συ Δημητρό, σύρε στο κατώι να φέρεις κρασί. Τι είναι τούτη η τσίκνα, Τασούλα μου; ρωτούσε την μεγάλη μου αδελφή.

Ψήνω στη θράκα λουκάνικα, πατερούλη, του απαντούσε εκείνη. Ζυμώσαμε και ψωμί σήμερα με την Μερόπη μας. Κοπιάστε στο τραπέζι.

Βολευότανε ο πατέρας μου στο σκαμνί τους την κορφή του τραπεζιού, καθότανε η γιαγιά μου απέναντί του, η μάνα μου δίπλα τους στο δικό της σκαμνί και εμείς τα παιδιά σκουντάγαμε το ένα το άλλο για να χωρέσουμε στους δυο πάγκους. Ο Παναγιώτης, η Σταυριανή, η Τούλα και ο Βασίλης μας, καθόντουσαν στο πάτωμα με το πιάτο του και το κύπελλό του για το νερό το καθένα.

Άντε, πες την προσευχή, Αλέξη μου, ν’ αρχινήσουμε, έλεγε ο πατέρας.

Ο Αλέξης μας ήτανε ο γραμματιζούμενος της οικογένειας. Του άρεσε να διαβάζει και πήγαινε στην εκκλησία κοντά στον Αναγνώστη και τους άλλους ψαλτάδες και έψελνε μαζί τους. Του έδινε και ο παπα-Γιάννης βιβλία θρησκευτικά και διάβαζε. Η Τασούλα, εγώ και η Σοφία δεν πηγαίναμε στο σχολείο, για να βοηθάμε τη μάνα μας στο σπίτι, στα χωράφια και στα πράματα. Ο Δημήτρης μας δεν έπαιρνε τα γράμματα, πήγε για λίγο στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού και τα παράτησε. Η Φιλιώ μας πήγαινε στην ίδια τάξη με τον Αλέξη, διάβαζε κι αυτή πολύ, ήθελε να γίνει δασκάλα, να διδάσκει στα παιδιά την Αλφαβήτα. Κάθε αδέλφι μου και τ’ όνειρό του. «Θέλω να γίνω…» λέγανε και λάμπανε τα πρόσωπά τους. Σπίθες πετάγανε τα μάτια τους, φωτιά μεγάλη έκαιγε μέσα στην ψυχή του καθενός μας. Παιδικά φτερουγίσματα στον κοντινό ουρανό τους τόπου μας.

Μετά το φαγητό, ο πατέρας μας άναβε το τσιγάρο του και καθότανε κοντά στο τζάκι τον χειμώνα ή έβγαινε στο χαγιάτι μας κι αγνάντευε τα καλοκαίρια που ο καιρός ήταν καλός.

Ήταν φορές, όταν δεν είχε δουλειά στα κτήματα ή στο περιβόλι, που έπαιρνε τη γκλίτσα του, φόραγε χειμώνα – καλοκαίρι έναν σκούφο που του ’χε πλέξει η γιαγιά μου, έριχνε πάνω του και μια κάπα και πήγαινε στον καφενέ.

Στο χωριό μας είχαμε τρία καφενεία – μπακάλικα: του Ζήση, ήταν το μεγαλύτερο στην πλατεία, του Αυγουλά που ήταν δίπλα στην Αγια-Σωτήρα και του Μερακλή, στο έμπας του χωριού.

Ο πατέρας μου πήγαινε πότε στο ένας και πότε στο άλλο, για να μην έχει κανένας παράπονο.

Γι’ αυτό μ’ αρέσεις, ρε Γιωργή, του ’λεγε ο Ζήσης , γιατί είσαι λεβέντης. Δεν αγαπάς τ’ άδικο, δεν κάνεις διακρίσεις.

Κι ο πατέρας μου χαμογέλαγε, καθότανε στην καρέκλα και παράγγελνε πότε καφέ ή ένα ποτηράκι τσίπουρο ή ένα λουκούμι με νερό κι έπιανε την κουβέντα με τους συγχωριανούς, αντρίκιες κουβέντες, όπως έλεγε.

Η μάνα μου, άλλοτε ξάπλωνε σ’ ένα κρεβάτι στην καμαρούλα για να ξεκουραστεί κι άλλοτε καταπιανότανε με τις δουλειές του σπιτιού. Της άρεσε, όποτε είχε χρόνο, να περιποιείται τις γλάστρες της στην αυλή. Φύτευε κατιφέδες το καλοκαίρι, βασιλικά και πιπεριές. Του Σταυρού πήγαινε στην εκκλησία τα καλύτερα βασιλικά από τις γλάστρες της.

Τι όμορφα βασιλικά που ’φερες, Γιώργαινα, της έλεγε η παπαδιά, θα ’ρθω να μου δώκεις λίγα κλωνάρια από κείνον τον πλατύφυλλο που ’χεις στο χαγιάτι σου, να τον ξεράνω στον ήλιο να βάζω στο μαγείρεμα.

Μετά χαράς. Και σπόρο να σου δώκω να σπείρεις του χρόνου, κυρα-παπαδιά, της απαντούσε η μάνα μου.

Μα η παπαδιά, παρότι ερχόταν συχνά στο σπιτικό μας, λησμονούσε να πάρει τα σπόρια, ώσπου η μάνα μου βαρέθηκε να της το θυμίζει.

Δεν την έβλεπες ποτέ αφρόντιστη την μάνα μου. φορούσε ντρίλινο φουστάνι, μακρύ μέχρι τον αστράγαλο κι από πάνω μια ποδιά για να μην λερώνει την φορεσιά της. Τις Κυριακές και τις γιορτές, έβαζε πάνω από το καλό της φουστάνι, μια κεντητή ποδιά και πήγαινε στην εκκλησία ή σε κάποια επίσκεψη. Φόραγε κι ένα άσπρο μαντήλι στο κεφάλι της. Συχνά μέσα στο σπίτι, άφηνε την τσεμπέρα της σε μια καρέκλα και γυρνούσε με τα μακριά μαύρα μαλλιά της ξέπλεκα. Τις κρύες μέρες, έριχνε πάνω της μια μακριά, πλεχτή εσάρπα, με κρόσσια στις άκρες. Όταν έβγαινε να πάει στις δουλειές, έπλεκε κότσο τα μαλλιά της και τον στήριζε με φουρκέτες. Ο πατέρας μου, τον άκουγα πολλές φορές που της έλεγε τραγουδιστά: «Τα μαλλιά του κεφαλιού σου, το στολίδι του κορμιού σου.» Κι όταν κάποτε τον ρώτησα τι εννοούσε μ’ αυτό, μου απάντησε ότι «τα καλά κορίτσια δεν κάνουν τέτοιες ερωτήσεις» κι όταν μεγαλώσω θα καταλάβω τι ήθελε να πει.

Ήμουνα δεκατεσσάρων ετών, όταν πέθανε η γιαγιά μου η Μερόπη. Την θυμάμαι που καθότανε με την ρόκα της στο παραγώνι κι έγνεθε το μαλλί. Μαζευόμαστε τα κρύα βράδια κοντά της στα σκαμνάκια μας και μας έλεγε παραμύθια.

Ήτανε ακόμη και στα γεράματά της νταρντανογυναίκα. Από τότε που έχασε τον άντρα της δεν έβγαλε τα μαύρα. Δεν ξαναγέλασε το χείλι της, ούτε στα πανηγύρια πήγαινε και ας της φώναζε ο πατέρας μου να πάψει να πενθεί για τον παππού μου.

Δεν βαστάν πια τα κότσια μου για τέτοια, γιε μου του απαντούσε. Σύρετε σεις κι ελάτε μετά να μου μολοήσετε πώς περάσατε.

Έσιαχνε την μαύρη τσεμπέρα της, έπιανε την ρόκα της και συνέχιζε να γνέθει.

Κάποτε την είδα δακρυσμένη και πήγα κοντά της.

Τι έχεις, γιαγιάκα μου; την ρώτησα,

Δεν είναι τίποτα, Μεροπάκη μου, μου απάντησε. Κάτι θυμήθηκα. Σύρε να παίξεις με τ’ αδέλφια σου.

Θυμήθηκες τον παππούλη; την ξαναρώτησα.

Ναι, μου ξανάπε. Ήταν λεβεντάνθρωπος σαν τον πατέρα σου. Δυνατός, δουλευταράς. Σεργιάνιζε στο χωριό κι όλοι τον καμαρώνανε… Αχ, Μεροπάκη μου, πικρές που ’ναι οι θύμισες! Τράβα, ψυχούλα μου, να παίξεις. Να χαρείς.

Μα εγώ δεν σταματούσα να την ρωτάω. Δεν είχα γνωρίσει τον παππού μου κι ήθελα να μάθω όσα περισσότερα γινόταν. Φωτογραφίες του δεν υπήρχαν στο σπίτι μας. Μόνο από τις διηγήσεις της γιαγιάς μου μπορούσα να τον φανταστώ. Γι’ αυτό και την ρωτούσα όποτε εύρισκα ευκαιρία: Πες μου, γιαγιά κι άλλα για τον παππού μου. θέλω να ξέρω τα πάντα γι’ αυτόν.

Άχου, καρδούλα μου, τι να πρωτοθυμηθώ για τον παππού σου; Ήταν κι αυτός από δω, από την Αγία Τριάδα. Τα σπίτια μας ήταν κοντά, οι μανάδες μας ήταν φίλες από κορίτσια. Τον έβλεπα που περνούσε να πάει στο σπίτι του, δεκαεφτά χρονών κοπελούδα εγώ κι αυτός στα εικοσιπέντε, και πήγαινε η καρδιά μου να σπάσει από ταραχή. Κάποτε με πρόσεξε και με χαιρέτησε. Έγινα κόκκινη από τη ντροπή μου. από τότε, όποτε μ’ έβλεπε, με χαιρετούσε. Και σ’ ένα πανηγύρι, τα’ Αγιολιός ήτανε μου φαίνεται, καθίσανε μαζί οι οικογένειές μας και χορέψαμε έπειτα οι δυο μας…

Κι ύστερα, γιαγιούλα, τι έγινε;

Κι ύστερα, Μεροπάκη μου, έβαλε την Θεωνιά την προξενήτρα κι ήρθε στον πατέρα μου και με ζήτησε. Αρραβωνιαστήκαμε. Παντρευτήκαμε μετά από δυο μήνες. Τρεις μέρες κράτησε το γλέντι του γάμου μας. Εκεί να δεις φαγητά, γλυκά, κρασί και χορός. Ο παππούς σου, με την φουστανέλα του, έσερνε τον χορό μέχρι που αποκαμωμένος άφησε τους άλλους να χορεύουν.

Και συ, γιαγιά;

Εγώ ήμουν τόσο ευτυχισμένη, που έλαμπα ολόκληρη. Μακάρι και συ, κορίτσι μου, να έχεις τέτοια χρυσή τύχη, όταν θα ’ρθει η ώρα σου να παντρευτείς. Άντε, πήγαινε τώρα να βρεις τις φιλενάδες σου. Νομίζω η Φανούλα του παπα-Γιάννη σε φωνάζει. Σύρε να δεις.

Πάω, γιαγιάκα. Κάποια άλλη φορά θέλω να μου πεις περισσότερα, μου το υπόσχεσαι;

Σου το υπόσχομαι. Βιάσου τώρα.

Έφυγα τρέχοντας να βρω τη Φανή.

Η Φανούλα του παπά ήταν η καλύτερή μου φιλενάδα. Σμίγαμε τ’ απογεύματα και πηγαίναμε να παίξουμε στο προαύλιο του σχολείου που μαζευόντουσαν κι άλλα παιδιά. Πρώτος και καλύτερος στην παρέα ο Δημητρός μας. Αργότερα που μεγάλωσε, πήγαινε μα τα πρόβατα και βοηθούσε τον πατέρα μου, έπαψε πια να έρχεται στα παιχνίδια μας. Άλλοτε παίζαμε κρυφτό και άλλοτε κυνηγιόμασταν ή παραβγαίναμε ποιο παιδί θα βγει πρώτο στο τρέξιμο. Τ’ αγόρια μαζεύονταν και σε δικές τους παρέες. Όταν πηγαίναμε κοντά τους, μας κοροϊδεύανε και μας διώχνανε. Η Φανούλα πήγαινε σχολείο και συχνά μου διάβαζε κομμάτια από τα βιβλία της. Ιστορίες από την Μυθολογία για τον Ηρακλή και τους Άθλους του και τον Θησέα που σκότωσε τον Μινώταυρο στον Λαβύρινθο. Πόσο μου αρέσανε οι ιστορίες της! Φανταζόμουνα τον Ηρακλή με το ρόπαλό του να σκοτώνει το λιοντάρι, το τέρας με τα πολλά κεφάλια, «Λερναία Ύδρα», μου είπε η Φανούλα πως το λέγανε, να καθαρίζει τους στάβλους ενός βασιλιά και τόσα άλλα κατορθώματα. Μου διάβαζε και από τα βιβλία που της είχε πάρει ο πατέρας της ο παπα-Γιάννη, για τον Νώε και το πλοίο του, Κιβωτό το είχε ονομάσει κι έβαλε, λέει μέσα ζώα και πουλιά κάθε λογής για να σωθούνε από τον κατακλυσμό. Κι όλο ρωτούσα την φιλενάδα μου, αν σώθηκε ο Νώε και το καράβι του και τι γινήκανε τα ζωντανά που κουβαλούσε. Κι ύστερα ήταν οι ιστορίες με τον Αβραάμ και τον Χριστούλη, τα θάματά Του κι η Παναγιά και οι Απόστολοι. Μου διάβαζε συνέχεια η Φανούλα και την άκουγα μαγεμένη. Και μου ’πε και για τον Αγιάννη τον Πρόδρομο και την Σαλώμη που του ’κοψε το κεφάλι για να τον τιμωρήσει.

Γιατί το ’κανε αυτό η Σαλώμη, Φανούλα; την ρώτησα, όταν τελείωσε την ιστορία της.

Δεν λέει το βιβλίο, μου απάντησε κείνη κι άρχισε να μου διαβάζει από ένα άλλο βιβλίο, για τον Θησέα και τους ληστές.

Αγράμματη καθώς ήμουν – «ξύλα απελέκητα» μας έλεγε ο Αλέξης μας για να μας πειράζει εμένα και την Τασούλα που δεν είχαμε πάει στο σχολείο – ρουφούσα κάθε γνώση και κάθε ιστορία που άκουγα, όχι μόνο από την Φανή αλλά κι από τον αδελφό μου και από τη Φιλιώ μας. Όταν συζητούσανε τα βράδια καθισμένοι κοντά στο παραγώνι, άνοιγα τ’ αυτιά μου να μην χάσω καμιά τους λέξη. Κι αν κάτι δεν καταλάβαινα απ’ αυτά που λέγανε, ρωτούσα και μου το εξηγούσανε. Περνούσε η ώρα ευχάριστα με τ’ αδέλφια μου. όλο και κάτι καινούργιο μάθαινα κοντά τους. Μα γραφή κι ανάγνωση δεν μπόρεσα να μάθω, αφού σχολείο δεν πήγα ποτέ μου. κάποτε, ήμουνα πια γυναίκα της παντρειάς, προσπάθησε ο Αλέξης μας να με μάθει να γράφω και να διαβάζω. Πήγε χαμένος ο κόπος του και δεν ματαπροσπάθησε να με διδάξει. Ήξερα να μετρώ και δεν με γέλαγε κανένας στους αριθμούς. Μα τα γράμματα μου φαινόντουσαν δύσκολα. Ούτε την Αλφαβήτα δεν έμαθα ποτέ μου να γράφω. Κι όπου χρειάστηκε αργότερα να υπογράψω με το όνομά μου, έβαζα έναν σταυρό κι ο υπάλληλος συμπλήρωνε στο χαρτί πως ήμουν «αγράμματη».

Αυτός ήταν και ο μεγάλος μου καημός. Που δεν έμαθα γραφή κι ανάγνωση. Ο πατέρας μου, αντί να με στείλει στο σχολείο, έστω δυο-τρεις τάξεις να ’βγαζα, με κράτησε στο σπίτι να βοηθάω τη μάνα μου και να μεγαλώσω τα μικρότερα αδέλφια μου. και η μεγαλύτερη αδελφή μου η Τασούλα, την ίδια τύχη με μένα είχε. Έμεινε κι εκείνη «ξύλο απελέκητο». Αυτή ήταν η μοίρα και πολλών άλλων κοριτσιών στο χωριό μας. Έπρεπε να μην φέρνουν αντίρρηση στις αποφάσεις των γονιών τους. Και οι περισσότεροι πατεράδες πίστευαν ότι τα κορίτσια δεν πρέπει να μαθαίνουν γράμματα, γιατί παίρνουν τα μυαλά τους αέρα και θέλουν να κάνουν κι άλλες σπουδές ανώτερες, να φύγουν από τα σπίτια τους και να πάνε σε μεγάλες πολιτείες να ζήσουν, στη Δημητσάνα, στη Βυτία, στην Τρίπολη, στην Καλαμάτα ή και στην Αθήνα ακόμα.

Για την Αθήνα δεν ήξερα τίποτα ως τα δεκαεννιά μου, που ήρθε ένας γιατρός να εγκατασταθεί στο χωριό μας και η γυναίκα του μας πληροφόρησε για τη ζωή στην μεγάλη πόλη. Είχε φέρει και φωτογραφίες από περιοδικά και κάτι κάρτες και μας έδειξε.

Άλλη η ζωή εκεί, έλεγε η γιατρίνα. Και τα σπίτια να δείτε, τι πολυτέλεια, με μεγάλους κήπους και υπηρετικό προσωπικό για τις δουλειές. Τα αντρόγυνα κάνουν τις βόλτες τους στους δρόμους ή κάθονται μαζί με φίλους τους στα ζαχαροπλαστεία και πίνουν τον καφέ τους ή τρώνε το γλυκό τους.

Μου φαινότανε τόσο παραμυθένια η ζωή στην Αθήνα! Μα ήξερα ότι δεν είχα θέση εκεί. Ο πατέρας μου, που άκουσε τη γυναίκα του γιατρού να μας διηγείται όλα αυτά, μας είπε το βράδυ στο τραπέζι να μην πολυπιστεύουμε την κυρία Αγαπίου, έτσι λεγόταν ο γιατρός, Πάνος Αγαπίου, γιατί είναι φαντασμένη και θέλει να μας ξεσηκώσει…

Καλά δεν περνάμε εδώ στον τόπο μας; Τι είναι δηλαδή η Αθήνα; είπε ο πατέρας μου κάποτε άλλοτε που ξανάρθε η κουβέντα για τη ζωή στην Πρωτεύουσα. Είχαν έρθει ο γιατρός με τη γυναίκα του να μας επισκεφτούν και η κυρία Αγαπίου δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Έβγαλε από την τσάντα της ένα πακετάκι με κάρτες, που έδειχναν διάφορα αξιοθέατα της Αθήνας και άρχισε να μας μιλά γι’ αυτά. Ο πατέρας θύμωσε μαζί της μα δεν το έδειξε. Πήρε το γιατρό και κάθισαν παράμερα να πιούνε τον καφέ τους και να κουβεντιάσουνε. Η μάνα μου και εμείς τα κορίτσια, καθίσαμε με τη γιατρίνα, που συνέχιζε να μας υμνεί την Αθήνα.

Πολλά χρόνια μετά, βρέθηκα κι εγώ στη μεγάλη πολιτεία. Κείνα τα χρόνια δεν φανταζόμουνα ότι κάποτε η ζωή θα τα έφερνε έτσι ώστε να ζήσω στην Αθήνα. Το χωριό μας ήταν ο Παράδεισός μου. γινότανε κάποιες φορές και η Κόλασή μου, μα η Πρωτεύουσα φάνταζε όνειρο άπιαστο για μένα τότε. Μακρινή, διαφορετική, άγνωστη και πλανεύτρα.

Τα λόγια του κύρη μου: «Τι είναι η Αθήνα; Καλά δεν περνάμε και στον τόπο μας;» με είχαν επηρεάσει. Μεγάλος ήτανε, κάτι παραπάνω από μένα ήξερε. Γι’ αυτό έπαψα να σκέφτομαι για την Αθήνα και να ξεσηκώνομαι. Η Αγία Τριάδα ήταν το ριζικό μου. εκεί γεννιόντουσαν και πέθαιναν τα όνειρά μου. Ή έστω και στα γύρω χωριά. Για παραπέρα, ούτε λόγος!

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Η Αγία Τριάδα ήτανε ήσυχο χωριό οι κάτοικοί του, άνθρωποι του μόχθου, όλη μέρα στις δουλειές τους. Κι όσοι καινούργιοι ερχόντουσαν να εγκατασταθούν στον τόπο μας, νιές και παλικάρια, κι αυτοί καλοί άνθρωποι βγήκανε. Οι μικροκαυγάδες δεν λείπανε, μα τίποτε φοβερό δεν είχε γίνει. Σ’ άλλα χωριά, όπως έλεγε ο πατέρας μου, η Χωροφυλακή πηγαινοερχότανε. Μέχρι και εγκλήματα είχανε γίνει. Στο διπλανό χωριό, μια κοπέλα είχε σκοτώσει μια μαθήτρια, γιατί ήτανε ερωτευμένη με τον δάσκαλο και νόμισε ότι το κοριτσάκι ήθελε να της τον πάρει. Άκουσα την μάνα μου που συζητούσε με τις γειτόνισσες για το φονικό και δεν μπορούσα να κλείσω μάτι εκείνη τη νύχτα. Την άλλη μέρα ρώτησα τον πατέρα μου για το κορίτσι που ’χανε σκοτώσει.

Τι έφταιξε, πατερούλη, η κακομοίρα;

Μην βασανίζεσαι άδικα, κορίτσι μου, μου ’πε εκείνος. Είναι μερικοί άνθρωποι που έχουν το κακό μέσα τους. Και κάποτε, δεν μπορούν να το βαστήξουν. Μα ο Θεός δεν αφήνει ατιμώρητο τ’ άδικο…

Τι θα την κάνουν την άλλη κοπέλα; τον ξαναρώτησα.

Θα την τιμωρήσουν όπως της αξίζει, μου απάντησε ο πατέρας. Άμε, τώρα, να φέρεις νερό από τη βρύση και να βοηθήσεις έπειτα τη μάνα σου στο περιβόλι, μου είπε για να πάψω την κουβέντα.

Παρότι ήταν ένας ατρόμητος άνθρωπος ο πατέρας μου, δεν ήθελε να μιλάμε στο σπίτι μας για φονικά και παλιανθρωπιές. Ποτέ δεν τον κατάλαβα σ’ αυτό. Μα και δεν τόλμησα ποτέ να τον ρωτήσω στα ίσα. Δεν ήταν από φόβο, μάλλον για να μας προστατεύσει το έκανε. Με την μάνα μου συζητούσαν οι δυο τους στο δωμάτιό τους ή στην αυλή κι όταν κάποιο από μας τους πλησίαζε, σταματάγανε την κουβέντα τους απότομα.

Μιαν άλλη ώρα θα συνεχίσουμε, Αγγελική μου, έλεγε ο πατέρας.

Σύρε στη δουλειά σου, Γιωργή μου, του απαντούσε η μάνα μου. θα βρούμε καιρό να τα ματαπούμε.

Έφηβη εγώ, περίεργη και ανήσυχη, ήθελα όλα να τα μαθαίνω, τίποτα δεν ξέφευγε της προσοχής μου.

Μην είσαι κουτσομπόλα, μου έλεγε η μεγάλη μου αδελφή. Μπορεί κάποτε να βρεις τον μπελά σου, αν ανακατευτείς εκεί που δεν πρέπει. Που να βάλω όμως μυαλό. Όσο μεγάλωνα, όλο και περισσότερα ήθελα να ξέρω. Όχι από κουτσομπολιό. Πιότερο από περιέργεια και δίψα για γνώση. Και γιατί μια φωτιά έκαιγε μέσα μου, δυνατή και επικίνδυνη.

Όλοι ζούσαμε ευτυχισμένοι στον τόπο μας. Κοίταγε ο καθένας τη δουλειά του. Οι περισσότεροι χωριανοί ασχολούνταν με τα κτήματά τους. Είχανε αμπέλια, σπέρνανε τα χωράφια τους και φύτευαν με εποχικά λαχανικά τα περιβόλια τους. Από κανένα σπίτι δεν έλειπαν το καλοκαίρι τα φρέσκα φασολάκια, οι κολοκυθιές και οι ντομάτες. Καλλιεργούσαν επίσης χωράφια ολόκληρα με πατάτες, κρεμμύδια και σκόρδα. Μερικοί πηγαίνανε και πουλούσανε την παραγωγή τους στ’ άλλα χωριά. Έπαιρναν χρήματα κι αγόραζαν εργαλεία, ρούχα και ο,τι άλλο έλειπε από το σπιτικό τους. Λιόδεντρα λιγοστά υπήρχανε, γιατί φαίνεται το χώμα και το κλίμα δεν τα βοηθούσαν να αποδώσουν. Κάθε νοικοκυριό είχε και τα ζωντανά του, γιδοπρόβατα, κότες και χοιρινά. Δυο – τρεις οικογένειες είχαν και γελάδες. Πουλούσαν το γάλα τους και έσφαζαν πότε – πότε κάποιο μοσχαράκι. Το κρέας του αγοραζότανε από τους ντόπιους αμέσως ή το πηγαίνανε στη Βυτίνα να το πουλήσουν. Τακτικά έρχονταν στην Αγία Τριάδα χασάπηδες για να διαλέξουν ζώα για σφαγή. Όταν ο πατέρας μου αποφάσιζε να τους δώσει κάποια από ατ δικά μας ζωντανά, λυπόμουνα και τον παρακαλούσα να μην το κάνει. Μα εκείνος φώναζε στη μάνα μου να μ’ απασχολήσει αλλού, μέχρι να τελειώσει με τους εμπόρους την ανταλλαγή και να πάρουν τα ζώα που είχαν συμφωνήσει.

Από τους εμπόρους, τους γυρολόγους, τον ταχυδρόμο, τους μαστόρους που ερχόντουσαν στο χωριό μας από τα άλλα χωριά και τις γύρω πόλεις, μαθαίναμε όλα τα νέα. Εφημερίδες δεν φέρνανε τακτικά. Όταν ο πατέρας μου πήγαινε στη Βυτίνα ή σπανιότερα στη Δημητσάνα, αγόραζε κάποια εφημερίδα. Καθότανε στο χειμωνιάτικο ή στο χαγιάτι, ανάλογα την εποχή και την διάβαζε με το ραχάτι του. Του έφτιαχνε η μάνα μου καφέ – βαρύ γλυκό, όπως του άρεσε να τον πίνει – κι αν δεν είχε άλλη δουλειά να κάνει, καθότανε κι εκείνη κοντά του και τον ρωτούσε: Τι νέα γράφει, Γιωργή μου; Συνέβη κανένα αναπάντεχο στη χώρα;

Διάβαζε δυνατά ο πατέρας τις ειδήσεις. Σκυθρώπιαζε μαθαίνοντας τα νέα από τους πολέμους, τους Βαλκανικούς κι αργότερα όταν πήγανε οι Έλληνες στη Μικρασία και διάβασε για την καταστροφή της Σμύρνης και την προσφυγιά, έκλαψε σαν μικρό παιδί. Και η μάνα μου το ίδιο.

Σκιάζομαι, άντρα μου, του είπε. Τι άλλο κακό θα συμβεί; Τόσοι άνθρωποι να χάσουν τη ζωή τους και χιλιάδες άλλοι νοματαίοι να ξεσπιτωθούνε. Τι θ’ απογίνουνε;

Ο πατέρας μου την καθησύχαζε, μα εκείνη το ’χε βάλει στο νου της και ήταν τρομαγμένη.

Ήρθανε και στον τόπο μας δυο οικογένειες προσφύγων από τη Σμύρνη. Δώδεκα ψυχές βασανισμένες. Τα παιδιά ήταν τόσο αδύναμα και οι γέροι τόσο ταλαιπωρημένοι, που τους λυπόσουνα με την πρώτη ματιά. Οι ντόπιοι ήτανε στην αρχή επιφυλακτικοί με τους νεοφερμένους. Μα όσο περνούσε ο καιρός, τους αποδεχτήκανε, τους δώσανε γη να καλλιεργήσουνε, στήσανε τις καλύβες τους δίπλα από το εκκλησάκι των Ταξιαρχών και γρήγορα γίνανε ένα με μας τους υπολοίπους. Σιγά – σιγά με τη δουλειά τους και τα λιγοστά χρήματα που ’χανε φέρει από την πατρίδα τους, αγοράσανε χωράφια, φτιάξανε σπιτικά καινούργια και προκόψανε. Τα παιδιά τους παίζανε με τα χωριατόπαιδα και κάμποσα χρόνια μετά, ένα από τα προσφυγόπουλα, ο Μανώλης Γεράνης, έγινε και Πρόεδρος στην Αγία Τριάδα. Έκανε πολλά έργα για τον τόπο μας. Κι όταν τον ευχαριστούσαν οι συγχωριανοί του, τους έλεγε με σεμνότητα:

Τίποτα παραπάνω δεν έκανα από το να σας ξεπληρώσω το καλό που κάνατε σε μένα και στους δικούς μου. Μας δεχτήκατε και μας βοηθήσατε, όταν είχαμε ανάγκη να βρούμε κάπου να ριζώσουμε. Και λίγα είναι αυτά που γίνανε. Ο Θεός να σας έχει καλά και να ευλογάει το χωριό μας, έλεγε ο Μανώλης και η ματιά του αγκάλιαζε όλους τους χωριανούς με αγάπη.

Κείνη τη χρονιά που ήρθανε οι πρόσφυγες στην Αγία Τριάδα, χάσαμε και την αδελφή μου την Τούλα από πυρετό. Το κακόμοιρο ήτανε μόνο έντεκα χρονών, ένα αγγελουδάκι, όταν αρρώστησε – μετά τ’ Αγιοδημητριού – έφερε ο πατέρας το γιατρό να την εξετάσει. Σαν τελείωσε, πήρε τους γονείς μου παράμερα και τους είπε ότι η Τούλα μας ήταν σοβαρά κι έπρεπε να μεταφερθεί στο Νοσοκομείο στην Τρίπολη. Είδα τη μάνα μου να γίνεται κατακίτρινη από τη στενοχώρια.

Είναι αγιάτρευτη η αρρώστια του κοριτσιού, γιατρέ; τον ρώτησε ο πατέρας μου ωχρός.

Στάθηκε αναποφάσιστος ο γιατρός πριν τους απαντήσει: Αν θέλει ο Θεός, θα γίνει καλά. Ευχιέμαι για ένα θαύμα.

Μα η ευχή του δεν έπιασε και το κορίτσι μας πέθανε στο δρόμο για την κλινική. Φέρανε το άψυχο κορμάκι του πίσω στο χωριό να το θάψουνε. Η μάνα μου, μόλις έμαθε το θλιβερό μαντάτο, λιποθύμησε. Εμείς τα παιδιά αρχίσαμε να κλαίμε. Ήρθανε οι γειτόνισσες να μας παρασταθούν και να μας παρηγορήσουν. Θολά από το κλάμα τα μάτια του πατέρα μου. Σαν τρελή έμοιαζε η μάνα μου από τον πόνο της. Με το ζόρι στεκότανε στα πόδια της. Λέγανε συνέχεια μοιρολόγια οι γυναίκες για το αγγελούδι μας: «Γιατί είναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα;

Μην άνεμος τα πολεμά, μήνα βροχή τα δέρνει;

Ούτε άνεμος τα πολεμά κι ούτε βροχή τα δέρνει,

μόνο διαβαίνει ο Χάροντας με τους αποθαμένους.

Σέρνει τους νιους από μπροστά, τους γέρους από πίσω,

Τα τρυφερά παιδόπουλα στη σέλα αραδιασμένα…»

Στολίσανε με λουλούδια – χρυσάνθεμα – το παιδικό κορμάκι. Έβρεχε όλη την ώρα της κηδείας και δεν ξεχώριζες τα δάκρυα και τη βροχή από τα πρόσωπά μας. Έτσι αποχαιρετήσαμε την Τούλα μας.

Οι δικοί μου ποτέ δεν ξεπέρασαν τον θάνατο της αδελφής μου. Ο πατέρας μου δάκρυζε όταν μιλούσε για την Τούλα μας.

Αγερικό να ήταν; ρωτούσε τη μάνα μου. Σε τι έφταιξε το αγγελούδι μας;

Μπαμπέσης είναι ο θάνατος, Γιωργή μου, του απαντούσε η χαροκαμένη η μάνα μου. σε μια μέρα έκανε τη ζωή μας μαντάρα.

Μπαμπέσης και κατεργάρης είναι ο θάνατος, Αγγελική μου, συμπλήρωνε ο πατέρας τα λόγια της και τα μάτια του γεμίζανε δάκρυα.

Και εμείς τα υπόλοιπα παιδιά, βουρκώναμε σαν θυμόμασταν την αδελφή μας. Μέσα στην θλίψη τους οι δικοί μας, προσπαθούσαν να μας δώσουνε κουράγιο. Μα είναι δύσκολος ο αποχωρισμός και η παρηγοριά αργεί σε τέτοιες περιπτώσεις. Η μάνα μου δεν ξαναφύτεψε βασιλικά στις γλάστρες της. Μαυροντυμένη περιφερότανε στο σπίτι μας και στις δουλειές της. Της κόστισε πολύ ο θάνατος της Τούλας. Πιότερο γιατί δεν βάσταξε πολύ καιρό η αρρώστιά της. Και δεν προλάβανε να της προσφέρουνε οι δικοί μου καμιά βοήθεια. Ήτανε μακριά το Νοσοκομείο και τα φάρμακα λιγοστά. Ο γιατρός έκανε ο,τι μπορούσε, μα ήτανε γραφτό της να φύγει η Τούλα μας τόσο νέα. Και δεν ήτανε η μόνη που πέθανε στο χωριό μας εκείνη τη χρονιά. Κι άλλες οικογένειες μαυροφορεθήκανε, χάνοντας νους και γέρους από την ίδια αρρώστια που χάσαμε την αδελφή μου. Και δεν μάθαμε ποτέ πώς λεγόταν το θανατικό που σκόρπισε την θλίψη στον τόπο μας και στα γύρω χωριά.

Δεν ήταν εύκολο να πηγαίνουν στους γιατρούς οι χωριάτες. Κι οι γιατροί δεν μένανε στα χωριουδάκια. Είχανε τα γιατρεία του στις πολιτείες, εκεί που βρισκόντουσαν οι κλινικές και τα σανατόρια. Όποιος αρρώσταινε από πυρετό, βήχα ή είχε άλλον πόνο και δεν πήγαινε στο γιατρό, κοίταγε να γιάνει από μόνος του. Έπαιρνε κινίνο, ρουφούσε ζεστό χαμομήλι, φασκόμηλο, τσάι του βουνού, θυμάρι και δεντρολίβανο κι αν δεν είχε κάτι σοβαρό, γινότανε καλά μετά από λίγο καιρό.

Πέρα από το γιατρό, είχαμε και δυο πρακτικούς γιατρούς στο χωριό μας. Ήτανε γέροι πολύ και δε βγαίνανε από τα σπίτια τους. Όποιος ήθελε τη βοήθειά τους, πήγαινε και τους έβρισκε ο ίδιος ή κάποιος δικός του αν ήθελε να πάρει μια συμβουλή. Ο ένας, διόρθωνε με τα χέρια του βγαλσίματα, στραμπουλήγματα στα πόδια και στα χέρια. Μαγικά ήταν τα γέρικα χέρια του. Κάποτε που χτύπησα το πόδι μου και δεν μπορούσα να το πατήσω, με πήγε η μάνα μου σ’ αυτόν και με γιάτρεψε. «Τις πεθυμιές», έλεγε «δεν μπορώ να γιάνω. Όλα τ’ άλλα, έχουνε συνήθως γιατρειά. Της ψυχής οι αρρώστιες δεν παίρνουν από φάρμακα, άτυχος όποιος τις έχει.»

Τον άλλον πρακτικό τον λέγανε μπάρμπα-Αριστοτέλη. Μάζευε από νιος βότανα από το βουνό – του είχε δείξει ο παππούς του ποια να διαλέγει – και έφτιαχνε μ’ αυτά αλοιφές, ζουμιά και λάδια. Πήγαιναν άντρες και γυναίκες, όχι μόνο από το χωριό αλλά και από τη γύρω περιοχή και από όλη την Αρκαδία ερχόντουσαν σ’ αυτόν και τους έδινε βότανα για να γιατρευτούν. Έφτιαχνε και χρώματα με φύλλα και καρπούς από τα δέντρα και τα πούλαγε στις νοικοκυρές για να βάφουνε τα υφάσματά τους και τα μαλλιά τους.

Ούτε αυτοί όμως, ούτε οι άλλοι γιατροί, οι σπουδαγμένοι, κατάφερναν να νικήσουνε τον θάνατο. Αυτός δεν ήξερε ούτε από κινίνα και βότανα, ούτε έκανε διακρίσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

Ήμουνα δεκαπέντε χρονών περίπου, στις εκλογές του 1920. Τότε ήτανε που ήρθε στο χωριό μας ο Τουρκοβασίλης, καταγότανε από την Αλωνίσταινα κι έβαζε υποψήφιος για βουλευτής με τον Γούναρη. Συνοδευότανε από δυο άλλους, ο ένας κρατούσε ένα μεγάλο τετράδιο και σημείωνε ο,τι του έλεγε ο υποψήφιος βουλευτής, και ο άλλος, μεγαλύτερος στην ηλικία, τον ακολουθούσε παντού, κάτι σαν φρουρός του, μην τον χτυπήσει κάποιος από τους συγκεντρωμένους, είτε γιατί είχε παράπονα μαζί τους ή γιατί ήτανε άλλου κόμματος ψηφοφόρος. Στην πλατεία του χωριού μας, στο καφενείο του Ζήση, μαζεύτηκαν οι άντρες κι άκουγαν τον λόγο που έβγαζε ο Τουρκοβασίλης. Μόλις τελείωσε:

Θοδωράκη, του είπε ο Ζήσης, κοίτα να βοηθήσεις το χωριό μας κι άσε τα μεγάλα λόγια. Βοήθησέ μας να φτιαχτεί ο κεντρικ΄ςο δρόμος. Να μπορούμε να πηγαίνουμε στη Βυτίνα γρηγορότερα και μ’ ασφάλεια.

Θα σας φτιάξω και τον δρόμο και ο,τι θελήσετε, του απάντησε εκείνος. Μα πρέπει πρώτα να εκλεγώ. Γι’ αυτό ψήφο μόνο σε μένα.

Κάποιοι χειροκροτήσανε, άλλοι κουνήσανε το κεφάλι τους, ένας γέροντας, που ’χανε τα μάτια του τόσα δει είπε μόλις έφυγαν ο υποψήφιος και η συνοδεία του: Τα ίδια λένε όλοι τους. Και σαν βγούνε, μας ξεχνάνε. Και τούτος δεν διαφέρει από το συνάφι του. Θα θυμηθείτε τα λόγια μου.

Μάθαμε ότι τελικά κατάφερε να εκλεγεί βουλευτής. Ξανάρθε και άλλοτε, ήμουνα μεγαλύτερη, πάλι προεκλογικά, για να μαζέψει ψήφους. Τότε είχε πάει με τον Μεταξά. Έγινε και Υπουργός Παιδείας, το ’35 μου φαίνεται ήταν. Εκείνον τον καιρό του έγραψε ο Κοινοτάρχης μας για να τον συγχαρεί και να φροντίσει να στείλει για το σχολείο του χωριού μας θρανία, χάρτες και άλλα χρειαζούμενα. Μα ο Τουρκοβασίλης ξέχασε την Αγία Τριάδα. Κι είχε τότε να το λέει ο Πρόεδρός μας, που τον είχε ψηφίσει: Μωρέ, άμα ξαναδεί την ψήφο μου, να μη με λένε Χατζημάρκο. Κι ας τολμήσει να ξαναπατήσει στο χωριό μας. Με τις πέτρες θα τον διώξουμε έτσι που μας φέρθηκε.

Λεβέντης άνθρωπος ο Χατζημάρκος. Έβγαινε είκοσι ολόκληρα χρόνια Πρόεδρος στο χωριό. Τον αγαπούσανε όλοι, γιατί φρόντιζε πάντα για το καλό του τόπου και δεν άφηνε τίποτα κακό να συμβεί. Μόνο με τον Τουρκοβασίλει είχε γελαστεί, γι’ αυτό και δεν του το συγχώρεσε ποτέ που έγινε αιτία να βγει ψεύτης στους χωριανούς. «Ο λόγος του Χατζημάρκου», έλεγε, «είναι συμβόλαιο. Ο,τι λέει το κάνει. Μα αλίμονο αν πάει κάποιος να τον γελάσει.» Όταν ξεσπούσε η οργή του, τον έτρεμαν όλοι. Μα ήτανε για το καλό του τόπου μας.

«Με τα πολιτικά δεν έχουν καμιά δουλειά οι γυναίκες», έλεγε συχνά ο πατέρας μου. «Αυτά είναι των αντρών ζητήματα και δεν σας πέφτει λόγο;. Σεις να κοιτάτε τα δικά σας, το νοικοκυριό σας, τον αργαλειό σας, το σπίτι σας και μην τυραννάτε το κεφάλι σας με τους λόγους και τα ψέματα των πολιτικών.»

Ήθελα να τον ρωτήσω τόσα τον κύρη μου για τους πολιτικούς, μα πάντα κάτι με κρατούσε. Φοβόμουνα μην με αποπάρει, γιατί δεν ήθελε ν’ ανακατευόμαστε εμείς τα κορίτσια μ’ αυτά.

Βρήκα την μάνα μου στο χειμωνιάτικο να συγυρίζει και ρώτησα: Γιατί δεν ψηφίζουν και οι γυναίκες στις εκλογές, μανούλα;

Δεν έχουνε δικαίωμα, κόρη μου, μου απάντησε εκείνη. Αυτές δεν είναι ερωτήσεις για σένα. Τι θέλεις και ασχολείσαι; Της γυναίκας η δουλειά είναι η οικογένειά της. Παρέκει δεν έχει γνώμη, που λέει κι ο κύρης σου. Αφέντες είναι οι άντρες και στο σπιτικό τους και στις δουλειές τους και στις σκέψεις τους. Κι αφού μας θέλουνε να μην μπερδευόμαστε στα πόδια τους, ας σωπαίνουμε.

Μα, μανούλα, και οι γυναίκες άνθρωποι δεν είναι; Την ξαναρώτησα.

Άνθρωποι είναι μαθές, μα δεν ωφελεί σε τέτοια ζητήματα να έχουν γνώμη. Οι άντρες αποφασίζουνε καλύτερα και για μας.

Πάντα έτσι θα γίνεται; Ρώτησα πάλι.

Πάντα έτσι γινότανε, μου απάντησε η μάνα μου.

Κούνησε το κεφάλι της και βγήκε από το δωμάτιο. Απάντηση δεν πήρα σε όσα βασανίζανε το μυαλό μου. Υπήρχε άραγε απάντηση;

Μαθαίναμε για όσα συμβαίνανε στην Αθήνα με τις κυβερνήσεις και αναρωτιόμουν, γιατί οι άντρες δεν αποφάσιζαν σωστά, ψηφίζοντας πολιτικούς που ν’ αξίζουνε να κυβερνήσουνε τη χώρα. Ο πατέρας μου μιλούσε για τον Βενιζέλο, τον Παπαναστασίου κι αργότερα για τον Πάγκαλο που έκανε δικτατορία κι ο λαός δεν τον ήθελε.

Δεν άντεξα, όταν μίλησε για τον Πάγκαλο και τον ρώτησα:

Τι είναι η δικτατορία, πατέρα;

Με κοίταξε κι είδα τον θαυμασμό στα μάτια του. Δεν περίμενε την ερώτησή μου. Έπειτα με αγριοκοίταξε και είπε:

Δεν είναι αυτές οι κουβέντες για σένα. Σύρε στη δουλειά σου. Άμε. Όμως σαν να μετάνιωσε για τον απότομο τρόπο του και πριν βγω από το δωμάτιο, τον άκουσα να μου λέει: Δικτατορία, Μεροπάκη μου, είναι να μην είσαι αφεντικό του εαυτού σου. Κάποιος άλλος να αποφασίζει για σένα και την οικογένειά σου. Κι αν δεν σου αρέσουν οι αποφάσεις του, τότε κινδυνεύεις να σε κλείσουνε στη φυλακή ή να χάσεις και τη ζωή σου ακόμα. Κατάλαβες;

Κατάλαβα, του απάντησα, και η δικτατορία δεν μου αρέσει.

Σ’ αρέσει, δεν σ’ αρέσει, μου είπε θυμωμένος τώρα ο πατέρας μου, δεν πρέπει να το λες. Το νου σου, λοιπόν. Και οι τοίχοι έχουν αφτιά.

Τούτα τα πράγματα μου φαίνονταν απαίσια, σκληρά. Να χάνεις την ζωή σου χωρίς να έχεις κάνει κακό σε κανέναν. Αν φέρονται τόσο άσχημα οι πολιτικοί, καλύτερα που δεν ανακατεύονται οι γυναίκες με δαύτους, σκέφτηκα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Κάνω μια πάψη εδώ, από της φαμελιάς μου και του χωριού μου τις περιγραφές, για να διηγηθώ της νιότης μου τις ταραχές. Κορίτσι ήμουνα, γυναίκα έγινα. Μέσα σε μια στιγμή. Από τη μια στιγμή στην άλλη.

Ήτανε Πρωτομαγιά κι είχαμε πάει από το πρωί με την Τασούλα να μαζέψουμε στα χωράφια λουλούδια να πλέξουμε στεφάνια. Κι άλλα κορίτσια και παιδιά συναντήσαμε στο δρόμο μας, γίναμε μια μεγάλη παρέα και όλοι μαζευτήκαμε σ’ ένα χέρσο χωράφι και το ρίξαμε στο τραγούδι και στο χορό. Βαριά σύννεφα είχαν μαζευτεί στον ουρανό. Λίγο αργότερα άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες ψιχάλες. Ένα από τ’ αγόρια, θυμωμένο που η βροχή χάλασε την διασκέδασή μας, ακούστηκε να λέει:
– Τι περιμένεις; Στον καταραμένο τόπο, Μάη μήνα βρέχει !
– Σώπα, Σωτήρη, του απάντησε η αδελφή μου. Από τον Θεό είναι η βροχή,
καλοδεχούμενη να λες.
Και γυρίζοντας σε μένα πρόσθεσε:
– Έλα, Μερόπη μου, να γυρίσουμε στο σπίτι μας. Θ’ ανησυχούνε οι δικοί
μας. Να κρεμάσουμε και το στεφάνι που φτιάξαμε στο χαγιάτι μας και να
δώσουμε και στη μάνα τ’ αγριολούλουδα που μάζεψες.

Έβρεχε δυνατά, όταν μπήκαμε στην αυλή μας. Ο πατέρας μου στεκότανε σκυθρωπός στο χαγιάτι και μας περίμενε.
– Βραχήκατε, είπε μονάχα.
Η αδελφή μου του έδωσε το στεφάνι να το κρεμάσει ψηλά στον τοίχο και μπήκαμε μέσα στο σπίτι ν’ αλλάξουμε τα φορέματά μας. Το τζάκι ήταν αναμμένο στο χειμωνιάτικο.
– Να βγάλετε τα ρούχα σας κι ελάτε μετά να ζεσταθείτε, είπε η μάνα μου μόλις μας είδε. Άντε γρήγορα μην κρυολογήσετε.
Έτρεξα κοντά της και της έβαλα στα χέρια το μπουκετάκι με τα λουλουδάκια που είχα μαζέψει. Το σήκωσε και το έφερε στη μύτη της μυρίζοντάς το.
– Να ’σαι καλά, κόρη μου, γύρισε και μου είπε.
– Έλα, πάμε στο δωμάτιό μας ν’ αλλάξουμε, μου είπε η Τασούλα τραβώντας
με από το μανίκι.
Βγάλαμε βιαστικά τα φορέματά μας και τα παπούτσια μας και τα κρεμάσαμε να στεγνώσουν. Βρήκαμε τους γονείς μας και την γιαγιά μας να κάθονται κοντά στο τζάκι. Τα μικρότερα αδέλφια μας κάθονταν σταυροπόδι πάνω σε μια
κουρελού και παίζανε. Πήραμε δυο σκαμνάκια και ζυγώσαμε κοντά στην φωτιά να πυρωθούμε.

Κάθισα στο σκαμνί μου. Ξαφνικά ένιωσα έναν πόνο στην πλάτη και σουβλιές στην κοιλιά μου. Βόγκηξα. Η μάνα μου έτρεξε αμέσως και με σήκωσε από το σκαμνί. Τη βοήθησε ο πατέρας μου και με πήγανε στο κρεβάτι μου. Η κοιλιά μου συνέχιζε να με πονά.
– Θα κρύωσε το κορίτσι, άκουσα τον πατέρα μου να λέει.
– Μπα, δεν είναι κρυολόγημα, του απάντησε η μάνα μου. Θα σου πω μετά
του ξανάπε και τον έδιωξε από το δωμάτιο.

Η μάνα μου ήρθε και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού μου.
– Είσαι καλύτερα τώρα; με ρώτησε.
– Πονάω ακόμα, της απάντησα. Τι έχω, μανούλα, θα πεθάνω;
– Όχι, κόρη μου, μου αποκρίθηκε. Δεν είναι αρρώστια αυτό που έχεις.
– Τι είναι; την ξαναρώτησα.
– Είναι που γίνεσαι γυναίκα, Μεροπάκη, μου απάντησε η μάνα μου.
Άρχισε να μου εξηγεί κι εγώ την άκουγα. Σαν τέλειωσε:
– Κατάλαβες; με ρώτησε χαϊδεύοντάς μου το κεφάλι.
– Ναι, μπόρεσα να πω μέσα στους πόνους μου.
– Θα πάω να σου φτιάξω ένα χαμομήλι να πιείς. Μην σηκωθείς από το
στρώμα σου.

Βγήκε η μάνα μου από το δωμάτιο και έμεινα μόνη μου. Έφερα στο νου μου ξανά τα λόγια της: «Είναι που γίνεσαι γυναίκα…». Ανατρίχιασα. Γυναίκα. Εγώ. Το κορίτσι που γύριζε παντού ελεύθερο και τίποτα δεν έβαζε στο νου του. Τώρα, κάθε μήνα, θα είχα τούτο το βάσανο να με παιδεύει. Πονούσα πολύ στην κοιλιά μου. Σηκώθηκα και βγήκα από το δωμάτιο. Μ’ είδε η μάνα μου στο χαγιάτι, ήρθε κοντά μου και με βοήθησε να πάω στο αποχωρητήριο.
– Κάνε όπως σου είπα, με συμβούλευσε. Πάω να σου φέρω ένα πανί.

Τέλειωσα και ξαναπήγα στο κρεβάτι μου. Πονούσα λιγότερο τώρα. Ένιωθα τα πόδια μου βαριά και τα μικρά μου στήθη πρησμένα. Προσπάθησα να κοιμηθώ. Έκλεισα τα μάτια μου κι αρχίνησα να λέω μια προσευχή. Κείνη την ώρα μπήκε μέσα η μάνα μου κρατώντας ένα κύπελλο με χαμομήλι.
– Πιές το, μου είπε. Είναι ζεστό και θα σου κάνει καλό.
Το ρούφηξα σιγά – σιγά και της έδωσα το κύπελλο.
– Θα ’ρθω πάλι να σε δω, ξανάπε η μάνα μου. Μου έσιαξε τις κουβέρτες και
βγήκε από το δωμάτιο.

Με πήρε ο ύπνος. Όταν άνοιξα τα μάτια μου είχε νυχτώσει. Μου είχε περάσει πόνος. Πεινούσα, γιατί από το πρωί δεν είχα βάλει τίποτα στο στόμα μου. Σηκώθηκα από το κρεβάτι. Η μάνα μου άκουσε από το χειμωνιάτικο τον θόρυβο και ήρθε μέσα στο δωμάτιο.
– Σου έφτιαξα χυλοπίτες, μου είπε. Έλα να φας ένα πιάτο να στυλωθείς. Σου
έφερα και μερικά πανιά να έχεις ν’ αλλάζεις. Θα κάνεις όσα σου είπα πρωτύτερα. Να μη σε ξέρει κανένας τι έχεις. Δεν είναι αρρώστια αυτό, κόρη μου, συνήθεια είναι.
– Κατάρα, μανούλα, μου φαίνεται, της αποκρίθηκα.
– Γλυκιά κατάρα, Μερόπη μου, μου απάντησε και μ’ οδήγησε στο τραπέζι.
Πέρασε κι αυτό. Άραγε τι άλλο με περιμένει ακόμα; σκέφθηκα.  

Να μάθεις να ζεις με ο,τι σου τυχαίνει, με συμβούλευε η γιαγιά μου.

Αυτό είναι άραγε το μυστικό για να είμαστε ευτυχισμένοι; Τούτα τα λόγια της ήρθαν πολλές φορές στο μυαλό μου τα κατοπινά χρόνια. Τότε που την άκουσα να τα λέει, δεν τους  πολυέδωσα σημασία. Μα εκείνη ήξερε. Είχε περάσει πολλά στη ζωή της κι είχε μάθει να ζει με όσα της τύχανε. Μικρή εγώ, άμυαλη, δεν τα καταλάβαινα τα λόγια της. Επαναστατούσα μέσα μου με το παραμικρό. Καθετί που μου συνέβαινε, ήθελα να το εξηγώ. Κάθε αναποδιά να την αποφεύγω, αν μπορούσα.

Κορίτσι μικρό είσαι ακόμα, έλεγε η γιαγιά μου. δεν έπηξε το μυαλουδάκι σου. Ν’ ακούς των γέρων τις ορμήνιες και δεν θα βλαφτείς.

Θύμωνα μαζί της, όταν με ορμήνευε. «Εγώ ξέρω καλύτερα απ’ αυτήν», σκεφτόμουνα.

Γιατί ν’ ακούμε τους μεγαλύτερους; ρώτησα κάποτε τη μάνα μου.

Ξέρουνε πιο πολλά από σας, μου αποκρίθηκε. Έχουνε δει τα μάτια τους κι έχουνε ακούσει τ’ αφτιά τους περισσότερα. Όταν θα μεγαλώσεις, θα καταλάβεις τι θέλω να πω.

Δεν με ευχαρίστησε η απάντηση της μάνας μου. δεν την ξαναρώτησα, γιατί πάλι τα ίδια λόγια θα μου έλεγε. Έψαχνα μόνη μου να βρω απαντήσεις στις απορίες μου. ρώταγα συχνά την Τασούλα την αδελφή μου, μα κι εκείνη πολλά δε γνώριζε. Ανυπομονούσα να βρω λύσεις, να δώσω εξηγήσεις, γιατί εκείνο γίνεται έτσι και το άλλο αλλιώς. Χανόμουν μάταια σε σκέψεις.

Η φύση ήταν για μένα ένα μυστήριο. Τα Βουνά που υψώνονταν γύρω α από το χωριό μας, τα νερά που έβγαιναν από τη γη, καθάρια και δροσερά, για να πιούμε, να ποτίσουμε τα ζωντανά μας και τα περιβόλια μας, ο ήλιος, ο ουρανός, πότε συννεφιασμένος, άλλοτε καθαρός, τη νύχτα γεμάτος αστέρια, το φεγγάρι, τα πουλιά, τα δέντρα, όλα ήταν ένα μυστήριο. Αναρωτιόμουν ποιος να τα δημιούργησε όλα με τόση σοφία και τάξη, πώς τα έφτιαξε χωρίς να κουραστεί, τόσα πολλά που ήτανε. Χιλιάδες τα ερωτήματα στο μυαλό μου. Αν πήγαινα σχολείο, ίσως να μάθαινα, να καταλάβαινα.

Μην είσαι κουτή, μου είπε μια μέρα η Φανούλα του παπά, η καλύτερή μου φίλη. Μια είναι η απάντηση σ’ όλες τις απορίες σου κι άλλη μην ψάχνεις.

Ποια; την ρώτησα με προσμονή. Πες μου, Φανή, πες μου, την παρακάλεσα.

Με κοίταξε αυστηρά, σαν να με μάλωνε, που μέχρι τότε δεν είχα μάθει.

Ο Θεός, μου απάντησε. Αυτά τα έχει πλάσει όλα αυτά που βλέπεις γύρω σου. Κι εμείς, δικά Του δημιουργήματα είμαστε.

Ο Θεός! Επανέλαβα. Ο Θεός! Ο Θεός!…

Είναι Αυτός, ξανάπε η φιλενάδα μου, που βρίσκεται παντού και βλέπει τα πάντα. Το λέει και η προσευχή: «ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών…».

Την λέω κι εγώ αυτή την προσευχή, της είπα. Μου την έμαθε η γιαγιά μου και κάθε βράδυ, πριν κοιμηθώ, προσεύχομαι.

Τότε, τι με ρωτάς; ξανάπε η Φανή. Τις ξέρεις τις απαντήσεις, μέσα σου βρίσκονται, Μερόπη. Μέσα σου να ψάξεις να τις βρεις. Μα να θυμάσαι τούτο: ο Θεός είναι ο Πλάστης. Όλα απ’ αυτόν ξεκινούν και σ’ αυτόν καταλήγουν. Τα φυτά, τα ζώα, τα πουλιά, οι άνθρωποι…

Οι άνθρωποι δεν είναι Θεοί; την ρώτησα.

Γέλασε με την ερώτησή μου η Φανούλα.

Καημένη, Μερόπη, μου αποκρίθηκε. Οι άνθρωποι είναι θεριά, όχι Θεοί. Μην τα ανακατεύεις τα πράγματα. Φτιάχνουνε κι αυτοί σπίτια και φαμελιές, μερεύουν τα ζώα και καλλιεργούν τη γη, μα Θεοί ποτέ δεν θα γίνουνε. Κάποιοι το προσπαθήσανε, μα δεν καταφέρανε τίποτα. Όχι, Θεός ένας υπάρχει. Ουφ, αρκετά δεν είπαμε; Έλα να παίξουμε και λίγο.

Δεν ξαναμιλήσαμε με την Φανή για τον Θεό. Μα από εκείνη την κουβέντα μας κι έπειτα, άρχισα να παρακολουθώ τα πάντα γύρω μου, με μεγαλύτερη προσοχή. Έπιανα τα φύλλα των δέντρων στα χέρια μου και τα κοίταζα. Κρατούσα στις χούφτες μου το νερό κι ύστερα το άφηνα να τρέξει και να το ρουφήξει η γη. Έλιωνα στις παλάμες μου σβώλους με χώμα. Χάιδευα τα ζωντανά μας μ’ αγάπη και τους μιλούσα. Πλάσματα του Θεού, είχε πει η Φανούλα, είμαστε όλα. Κάτω από τον ήλιο Του, τον ίσκιο Του, τον ουρανό Του. Και Κείνος μας έκανε ο,τι ήθελε. Από εκδίκηση άραγε; Από ικανοποίηση; Ή για να μας δοκιμάσει; Τότε δεν ήξερα να πω. Σήμερα ξέρω: από Αγάπη ήτανε. Από υπερβολική Αγάπη για μας.

Κάποτε, στα δεκατέσσερά μου, είχαμε πάει με την αδελφή μου στο δάσος, να μαζέψουμε από τις ελατοκορφές τους σπόρους. Τους δίναμε στα ζωντανά μας για τροφή. Εγώ που ήμουν μικροκαμωμένη κι ελαφριά, σκαρφάλωνα γρήγορα – γρήγορα στις κορφές κι έκοβα τους σπόρους. Τους έβαζα σ’ ένα ταγάρι που είχα περασμένο στους ώμους μου και κατέβαινα κάτω ν’ αδειάσω σ’ ένα μεγαλύτερο ταγάρι που κρατούσε η Τασούλα, ο,τι είχα μαζέψει. Μετά ανέβαινα σ’ άλλο έλατο. Μου άρεσε αυτή η δουλειά και την έκανα χωρίς να φοβάμαι. Η αδελφή μου δεν ανέβαινε ποτέ στα δέντρα, γιατί φοβότανε τα ύψη και ζαλιζόταν. Εκείνη τη μέρα ένιωθα τα πόδια μου βαριά, δεν ήθελα να πάμε στο δάσος, μα η Τασούλα επέμενε και πήγαμε. Ανέβηκα στο πρώτο έλατο και κατέβηκα κάτω, φέρνοντας το ταγάρι μου γεμάτο καρπούς. Το άδειασα και άρχισα να σκαρφαλώνω στο δεύτερο δέντρο. Στα μισά του, ξέφυγαν τα χέρια μου από τα κλαδιά που κρατιόμουν, δεν με βάσταξαν τα πόδια μου κι έπεσα στο χώμα χτυπώντας τον αστράγαλό μου. Προσπάθησα να σηκωθώ μα δεν τα κατάφερα. Το πόδι μου με πονούσε πολύ και το κεφάλι μου γύριζε. Ξανακάθισα χάμω. Με βοήθησε η αδελφή μου και βγάλαμε το παπούτσι από το χτυπημένο πόδι μου. έβαλα τα κλάματα από τον πόνο. Είχα στραμπουλίξει το πόδι μου και δεν είχαμε μαζέψει παρά μία ελατοκορφή.

Πάμε να φύγουμε, άρχισε να φωνάζει πανικόβλητη η Τασούλα. Θεέ μου, τι κακό ήταν αυτό που μας βρήκε;

Πάψε, της φώναξα. Εγώ πονώ, όχι εσύ. Μην κάνεις έτσι!

Μου ’φερε ένα ραβδί για ν’ ακουμπώ και πήραμε το δρόμο του γυρισμού για το χωριό. Η μάνα μου καθάριζε την αυλή κι όταν μας είδε να μπαίνουμε μέσα, κατάλαβε ότι κάτι κακό είχε συμβεί. Μ’ έβαλε να καθίσω σ’ ένα σκαμνάκι και να βγάλω τα παπούτσια μου. Μόλις είδε το πόδι μου, έκανε τον σταυρό της.

Ευτυχώς, είπε, που δεν έσπασες κανένα κόκαλο. Έλα να πάμε στον μπαρμπα – Αριστοτέλη, τον πρακτικό, να σε δει. Κάνε υπομονή.

Έμεινα δυο μέρες στο κρεβάτι, με το πόδι μου δεμένο και ακίνητο. Μέρες περάσανε μέχρι να μπορέσω να το πατήσω γερά στη γη. Από τότε, δεν με αφήνανε πια οι δικοί μου να ξανανέβω στις ελατοκορφές. Κι εγώ δεν επιχείρησα να το κάνω. Δείλιασα. Φοβήθηκα μήπως και ξαναπέσω. Ίσως χτυπούσα σοβαρότερα και δε γινόμουν καλά. Κατάλαβα πόσο δίκιο είχε η Τασούλα που φοβότανε τα ύψη. Ήταν όμως τόσο όμορφα εκεί πάνω…

Τα χρόνια της νιότης μου περάσανε ανέμελα. Σαν κορίτσι, έπρεπε ν’ ασχολούμαι με του σπιτιού μας τις δουλειές, τα χωράφια και το περιβόλι μας, να πηγαίνω στη βρύση για νερό κάθε μέρα, να βοηθώ τη μάνα μου όπου χρειαζόταν. Έπαιζα, δεν λέω, και με τις φίλες μου. έμαθα τον αργαλειό και έφτιαχνα στρωσίδια, διαδρόμους και άλλα υφαντά. Μου άρεσε το πλέξιμο και το  κέντημα. Πολλά χειμωνιάτικα βράδια τα πέρασα πλέκοντας δαντέλες κοντά στο τζάκι. «Η Μερόπη φτιάχνει την προίκα της», έλεγε ο πατέρας μου στη μάνα μου για να με πειράξει. Μέσα του όμως καμάρωνε για τα κορίτσια του, που ήταν προκομμένες κοπέλες.

Του χωριού μας τα απιδιά δεν τα πολυπρόσεχα. Ντρεπόμουν  και κοκκίνιζα, όταν κάποιο από αυτά μου μιλούσε στο δρόμο. Και τους μεγαλύτερους άντρες, από σεβασμό κι από ντροπή, τους απέφευγα. Από το καφενείο του Ζήση, στην πλατεία, δεν περνούσα, όταν πήγαινα για νερό, γιατί κάθονταν απέξω οι άντρες και λέγανε τα δικά τους. Δεν ήθελα τα μάτια τους να με εξετάζουνε. Ένιωθα παράξενα, άσχημα. Και για θελήματα όταν με έστελνε η μάνα μου, πρόσεχα να μη δίνω λαβές για σχόλια. Παιδιάστικοι οι φόβοι μου κι ανόητοι. Μα ήτανε και οι καιροί εκείνοι περίεργοι. Τα κουτσομπολιά που γινόντουσαν στην Αγία Τριάδα, δημιουργούσαν προβλήματα στ΄ αντρόγυνα και στις φαμελιές. Και ο πατέρας μου μας έλεγε συχνά: «Καλύτερα, κόρες μου, να σας βγει το μάτι παρά τ’ όνομα.»

Στις παρέες των αγοριών, τα κορίτσια δεν είχανε θέση. Μικρά σαν ήμασταν, παίζαμε όλα τα παιδιά μαζί. Αργότερα, τα κορίτσια είχανε τις δικές τους συντροφιές να κουβεντιάσουν, να παίξουν ή να διασκεδάσουν. Με τις καθημερινές δουλειές δεν έμενε χρόνος για ξεφαντώματα και μόνον τις Κυριακές, τις μεγάλες γιορτάδες και στα πανηγύρια – του χωριού μας και των γύρω χωριών – ξεδίναμε χορεύοντας, τρώγοντας, τραγουδώντας και ελπίζοντας. Πολλές γνωριμίες γίνονταν στα πανηγύρια, που κατέληγαν στο γάμο. Νιοι και νέες κοπέλες έμπαιναν στο χορό, κουβέντιαζαν άφοβα και πειράζονταν μεταξύ τους, έρχονταν στο κέφι. Γι’ αυτό και με λαχτάρα περιμέναμε κάθε γιορτή στη Αγία Τριάδα.

Κείνα τα χρόνια, τ’ ανέμελα της νιότης μου, μαζί με την αδελφή μου την Τασούλα, την φίλη μου την Φανή και την Βασιλική, την φιλενάδα της Τασούλας, είχαμε φτιάξει μια μικρή ομάδα και κάναμε πολλές φορές παρέα. Άνοιξη και καλοκαίρι, δεν μαζευόμαστε καθόλου μέσα στα σπίτια μας. Πολλές Κυριακές, μετά την εκκλησία, πηγαίναμε στο δάσος περίπατο. Παίρναμε μαζί μας νερό και ψωμοτύρι, ντομάτες κι ελιές και τρώγαμε το μεσημέρι, καθισμένες κάτω από τον ίσκιο κάποιου μεγάλου δέντρου. Κουρασμένες, φαγωμένες και με τα τζιτζίκια να μας νανουρίζουν, ξαπλώναμε χάμω και μας έπαιρνε ο ύπνος. Άλλοτε πάλι, σηκωνόμαστε με μια περίεργη φούντωση μέσα μας, χαρά να ήτανε, της νιότης το μεθύσι να έφταιγε, δεν ξέρω, και αρχίζαμε να τραγουδάμε και να χορεύουμε.

Θυμάμαι κάποιο ζεστό πρωινό, που βρεθήκαμε με τις άλλες κοπέλες στο δάσος και ένιωσαν την ανάγκη να χορέψω. Γύρισα και είπα στις τρεις τους: «Ελάτε, κορίτσια, να πιαστούμε απ’ τα χέρια, να χορέψουμε.» Δεν θελήσανε.

Καλά, μην έρχεστε. Θα χορέψω μόνη μου, τους είπα πεισματωμένη.

Έτρεξα μπροστά, έπιασα με το δεξί μου χέρι τα κλαδιά ενός δέντρου κι άρχισα να χορεύω. Χόρευα, χόρευα, μέχρι που εξαντλημένη άφησα το κλαδί και κάθισα χάμω στο χορτάρι. Τ’ άλλα κορίτσια ήρθαν κοντά μου.

Μπα σε καλό σου, τι σ’ έπιασε; με ρώτησε η Βασιλική.

Δεν ξέρω, της αποκρίθηκα. Ο,τι και να ήταν, τώρα μου πέρασε.

Συνεχίσαμε τον περίπατό μας και ξεχάστηκε γρήγορα η ανοησία μου τούτη. Της νιότης τρέλα ήτανε. Συγχωρεμένη.

Κι όταν ξέρεις, πως τα χρόνια τούτα δεν θα ξανάρθουνε, αρπάζεσαι απ’ ο,τι μπορεί να σου δώσει χαρά και ευχαρίστηση. Ας είναι και κάτι απλό. Όπως ένας μοναχικός χορός στο δάσος, με τα κλαδιά ενός δέντρου για κράτημα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

Όταν έγινα είκοσι δύο χρονών, οι γονείς μου άρχισαν να με πιέζουν να παντρευτώ. Οι πόλεμοι είχαν αδειάσει τον τόπο από τους άντρες. Πολλοί δε γυρίσανε πίσω στα σπίτια τους. Οι κοπέλες συναντούσαν δυσκολία να βρούνε σύζυγο στα μέτρα τους, γιατί από τα παλικάρια της περιοχής μας, άλλα ακόμη υπηρετούσαν στο Στρατό και άλλα είχαν αδελφές να παντρέψουνε πρώτα και μετά να αποκατασταθούν κι εκείνα. Έτσι μένανε αρκετά κορίτσια ανύπαντρα ή παντρευόντουσαν σε μεγάλη ηλικία. Οι περισσότερες παίρνανε άντρες πολλά χρόνια μεγαλύτερούς τους – γέρους σχεδόν – χηρευάμενους με μικρά παιδιά, τα οποία μεγάλωναν σαν να ήταν δικά τους. Έκαναν κι αυτές παιδιά. Οι οικογένειες αποκτούσαν, τα χρόνια εκείνα, πολλά παιδιά. Οι γυναίκες γεννούσαν αρκετά μωρά αλλά δεν τους ζούσαν όλα. Άλλα πεθαίνανε στη γέννα, άλλα χάνονταν από αρρώστιες. Πολλές γυναίκες αποβάλλανε κι άλλες από την σκληρή δουλειά δεν μπορούσαν να συλλάβουνε παιδί. «Στέρφες» τις έλεγε ο κόσμος, μα σε κάποιες περιπτώσεις φταίγανε και οι άντρες τους που ήταν μεγάλοι σε ηλικία.

Η αδελφή μου η Τασούλα, παντρεύτηκε το 1925, είκοσι ενός χρονών, μ’ έναν Τροπαιάτη έμπορο. Αυτός ήτανε στα σαράντα ένα και είχε τρία παιδιά από την πρώτη του γυναίκα, που ’χε πεθάνει το είκοσι τρία από τη γρίπη. Είδε την Τασούλα μας, όταν είχε έρθει στο σπίτι μας ν’ αγοράσει μαλλιά από τα ζωντανά μας και την συμπάθησε. Ήταν όμορφη κοπέλα η αδελφή μου. Κοντούλα, φεγγαροπρόσωπη, μακρυμαλλούσα και καλόγνωμη. Νοικοκυρά και προκομμένη. Γρήγορα τα σιάξανε, γίνανε τα αρραβωνιάσματα και τα στέφανα. Την πήρε να ζήσουν στα Τρόπαια, που είχε το σπίτι του και τις δουλειές του. Ανάθρεψε τα παιδιά του, η Τασούλα, με μεγάλη αγάπη, ενώ κάνανε και τέσσερα δικά τους.

Πήγαινα συχνά και έβλεπα την αδελφή μου, ιδίως τον πρώτο καιρό του γάμου της.

Είσαι ευτυχισμένη, αδελφούλα μου; την ρώταγα.

Ναι, Μεροπάκη μου, μου απαντούσε. Είναι καλός άνθρωπος ο άντρας μου, δόξα σοι ο Θεός, περνάω καλά. Το σπίτι μας είναι γεμάτο με καλούδια και τα παιδιά του με φωνάζουνε «μάνα». Τι  άλλο να γυρέψω;

Χαίρομαι για σένα, της έλεγα εγώ.

Τώρα είναι η σειρά σου, Μερόπη μου, μου απαντούσε εκείνη.

«Τώρα είναι η σειρά σου», μου είπε πει η αδελφή μου. Πέρναγαν τα χρόνια και δεν έλεγα ν’ αποφασίσω να παντρευτώ. Ο πατέρας μου έβαζε την μάνα μου να μου μιλήσει.

Μερόπη μου, πρέπει να κοιτάξεις κι εσύ να φτιάξες τη ζωή σου, με συμβούλευε η μάνα μου.

Όταν η φίλη μου η Φανούλα, του παπα – Γιάννη, παντρεύτηκε κι έφυγε κι αυτή από το χωριό μας, η μάνα μου έγινε πιεστικότερη. Κι ο κύρης μου με κάλεσε ένα βράδυ στη σάλα, να μιλήσουμε οι δυο μας. Ήμουν τότε είκοσι πέντε χρονών περίπου – θα έπρεπε να είχα παντρευτεί από χρόνια.

Μπήκα στο δωμάτιο με το κεφάλι ψηλά. Δεν τον φοβόμουν καθόλου τον πατέρα μου. Τον σεβόμουν και τον αγαπούσα, γιατί ήταν δίκαιος άνθρωπος και καλός. Τον βρήκα να κάθεται σε μια καρέκλα. Μου έδειξε δίπλα του μια άλλη και μου είπε καλοσυνάτα: «Έλα, παιδί μου και κάθισε εδώ να τα πούμε.»

Κάθισα κοντά του. Με κοίταξε για λίγο χωρίς να μιλά. Έβηξε για να καθαρίσει τον λαιμό του, ήπιε μια γουλιά νερό από το ποτήρι που βρισκόταν στο τραπέζι μπροστά του και άρχισε να μου μιλά.

Ξέρεις, Μερόπη μου, πόσο σας αγαπώ όλα τα παιδιά. Δεν ξεχωρίζω κανένα σας μέσα στην καρδιά μου. Η Τασούλα μας παντρεύτηκε πριν αρκετό καιρό. Από τότε το σπίτι μας δε γνώρισε άλλη χαρά. Τώρα νομίζω ότι είναι η δική σου ώρα. Πέρασαν τα χρόνια και σαν γονιός οφείλω να φροντίσω για σένα. Ν’ αποκατασταθείς.

Μα, πατερούλη μου, τον έκοψα. Δεν θέλω να παντρευτώ ακόμα.

Γιατί, καρδούλα μου; με ρώτησε κείνος.

Τον κοίταξα στα μάτια. Δεν ξέρω που βρήκα το κουράγιο εκείνη τη στιγμή και του απάντησα:

Δεν νιώθω ακόμη έτοιμη ν’ ανοίξω δικό μου σπιτικό. Κι έπειτα δεν θέλω να παντρευτώ κάποιον μεγαλύτερό μου και να φύγω από κοντά σας.

Κορίτσι μου μεγάλωσες. Σαν πατέρας σου, θέλω το καλό σου και να περνάς καλά όπου κι αν πας. Στο χωριό μας δεν υπάρχουν παλικάρια λεύτερα. Κι όσα είναι αζευγάρωτα, δεν κάνουνε για σένα. Η αδελφή σου η Τασούλα που παντρεύτηκε, κακόπαθε; Άνοιξε το δικό της σπίτι, έχει τα παιδιά της, είναι αφέντρα και κυρά. Κι ο άντρας της την αγαπά και την φροντίζει καλύτερα απ’ ότι κάναμε εμείς οι γονείς της. Μια τέτοια καλή τύχη θέλω και για σένα, Μερόπη μου. Λοιπόν, τι λες; Να πω της κυρα – Λένης της προξενήτρας να έχει τον νου της;

Δεν νιώθω έτοιμη, του ξανάπα.

Μα για να μην τον κακοκαρδίσω και τον θυμώσω, συμπλήρωσα:

Πες το στην κυρα-Λένη, μα μην με πιέσεις να πω το ναι.

Ο πατέρας μου κούνησε το κεφάλι του ευχαριστημένος από την κουβέντα μας και κατέληξε:

Θέλω το καλύτερο για σένα. Δεν θα σε πιέσω. Μα να το σκεφτείς. Ο καιρός περνάει, μεγάλωσαν και τ’ αδέλφια σου, ήρθε η σειρά τους. Δεν θέλω να μείνεις ανύπαντρη. Είναι κι η Σοφούλα μας που περιμένει…

Έννοια σου, πατέρα, του αποκρίθηκα πηγαίνοντας στην πόρτα. Θα σκεφτώ όσα είπαμε. Και θα ’χω τον νου μου. Όσο για την Σοφία μας, δεν θέλω να σταματήσω το τυχερό της. Μην περιμένει εμένα, αν παρουσιαστεί κάποια καλή ευκαιρία γι’ αυτήν.

Βγήκα από την σάλα ανακουφισμένη. Είχα κερδίσει λίγο χρόνο ελευθερίας ακόμη. Μα ήξερα πως την επόμενη φορά που ο πατέρας θα με καλούσε να κουβεντιάσουμε, τα πράγματα δεν θα ήταν τόσο ευχάριστα για μένα.

Πηγαίνοντας στο χειμωνιάτικο, βρήκα τον Δημητρό μας να κάθεται κοντά στο τζάκι μοναχός του. Η μάνα μου είχε πάει σε μια γειτόνισσα και τα υπόλοιπα αδέλφια μου ήταν στ’ άλλα δωμάτια. Ο αδελφός μου σκάλιζε την φωτιά με τη μασιά. Έβαλε ένα κούτσουρο ακόμη πάνω στ’ άλλα και μου είπε να καθίσω κοντά του. Βολεύτηκα σ’ ένα σκαμνάκι στ’ αριστερά του.

Ο Δημητρός ετοιμαζόταν να πάει φαντάρος τον άλλο μήνα. Θα παρουσιαζόταν στην Τρίπολη κι ύστερα θα τον στέλνανε στην Αθήνα κι από κει δεν ήξερε που θα κατέληγε. Καθόταν σκεφτικός. Δυσάρεστες σκέψεις τον απασχολούσαν. Ίσως ένιωθε έτσι, γιατί θα έφευγε από κοντά μας. Δεν είχε λείψει πολύ καιρό ποτέ ως τώρα από το σπίτι μας  και ξαφνικά θα βρισκόταν μακριά μας για πολλούς μήνες.

Ο αδελφός μου, γράμματα πολλά μπορεί να μην είχε μάθει, αλλά ήτανε τεχνίτης καλός. Τα χέρια του «πιάνανε» και μαστόρευε με επιτυχία ο,τι χαλούσε στο σπίτι μας. Γρήγορα μαθεύτηκε στο χωριό η τέχνη του και οι χωριανοί τον καλούσαν να τους επιδιορθώσει τα γεωργικά τους εργαλεία και να κάνει μερεμέτια στα σπίτια τους. Μπορούσε να σκαλίζει το ξύλο πολύ όμορφα κι έφτιαχνε ζωάκι, εικόνες και μικρά αντικείμενα. Κάποτε ο πατέρας μου πήρε μερικά από τα κομμάτια που είχε φτιάξει ο Δημητρός και τα πήγε στη Βυτίνα. Εκεί, τα έδειξε σ’ έναν φίλο του, που είχε μαγαζί και πούλαγε τέτοια πράγματα. Ο άνθρωπος, τεχνίτης άριστος, είδε το ταλέντο του νεαρού, αγόρασε τα κομμάτια και είπε στον φίλο του:

Γιωργή, και άλλα τέτοια αν έχει φτιάξει το παιδί, να μου τα φέρεις. Θα τ’ αγοράσω. Είναι όμορφα φτιαγμένα. Πες το στο γιο σου. Και του έχω και ένα δώρο που θα τον βοηθήσει στη δουλειά του. Να του το δώσεις μαζί με τα χαιρετίσματά μου.

Μεγάλη χαρά πήρε ο Δημητρός από το ανέλπιστο δώρο. Ήταν ένα εργαλείο για να δουλεύει πάνω στο ξύλο. Κι από τότε, μόλις έβρισκε χρόνο από τις καθημερινές δουλειές, πήγαινε στο κατώι, σε μια γωνιά που είχε φτιάξει το εργαστήρι του, όπως το έλεγε, και σκάλιζε στο ξύλο. Δούλευε πολλές φορές τα βράδια, στο φως του λυχναριού ή της λάμπας πετρελαίου, μέχρι που η μάνα μου τον φώναζε να φάμε.

Άντε, Δημητρό μου, τελείωνε, του έλεγε. Κι αύριο μέρα είναι, ψυχή μου. Κόπιασε, να καθίσουμε στο τραπέζι.

Τρέχοντας ανέβαινε τις σκάλες το παλικάρι. Όταν τέλειωνε κάποιο έργο του, το έφερνε να το δούμε. Έδινε στο άψυχο ξύλο ζωή. Πότε ζώα έφτιαχνε, άλλοτε πουλιά πάνω σε δέντρα, σπίτια και μορφές αντρικές και γυναικείες, της Παναγίας, του Χριστού, τον Αη-Δημήτρη, που ’χε και το όνομά του, τον Αγιάννη τον Πρόδρομο. Πήγαινε στην εκκλησία και παρατηρούσε με τις ώρες τα εικονίσματα. Τα αποτύπωνε στο μυαλό του κι ύστερα, στο μικρό του εργαστήρι, σκάλιζε τα πρόσωπά τους στο ξύλο.

Τι έγινε με τον πατέρα, Μαγούλω μου; με ρώτησε ο Δημητρός. Μ’ έλεγε έτσι από απιδιά, γιατί, όταν μου μιλούσε κάποιος, από την ντροπή μου, κοκκίνιζαν τα μάγουλά μου αμέσως και ξεχώριζαν στο πρόσωπό μου.

Κάτι δικά μας είπαμε, του απάντησα. Εσύ, γιατί είσαι στενοχωρημένος απόψε; τον ρώτησα.

Σκεφτόμουν, μου αποκρίθηκε. Σε λίγες μέρες φεύγω για το στρατιωτικό μου. πάνω που στρώσανε τα πράγματα για μένα, πρέπει να φύγω. Είναι και η Μαριγώ του Μακρή στη μέση…

Νοιάζεσαι γι’ αυτήν τον ρώτησα.

Ναι, την αγαπώ. Θέλω να την παντρευτώ. Μα φεύγω φαντάρος και δεν ξέρω τι να κάνω. Άμαθος είμαι, να πάρω απόφαση βασανίζομαι μάταια. Λύση δε βρίσκω.

Κι η Μαριγώ τι λέει; ξαναρώτησα.

Μ’ αγαπάει κι αυτή. Μα είναι ο κύρης της που δεν θέλει ν’ ακούσει ακόμη για παντρειά. Είναι μικρή η κόρη του, λέει, έχει καιρό.

Δεν ξέρω, Δημητρό μου, άντρας είσαι, αντρίκια σκέψου κι αποφάσισε.

Αντρίκια σκέφτομαι, μα λύση ικανοποιητική δε βρίσκω. Και ζύγωσε ο καιρός να φύγω.

Ρώτησε και τον πατέρα μας, του πρότεινα. Έχει αξία η γνώμη του και θα σε βοηθήσει ν’ αποφασίσεις.

Καλά τα λες, πάω να του μιλήσω, είπε ο αδελφός μου.

Στην σάλα θα τον βρεις, του είπα. Σύρε να κουβεντιάσετε οι δυο σας, μπορεί να βρείτε μαζί μια λύση.

Μπήκε στην σάλα ο Δημητρός και βρήκε τον πατέρα μας να κάθεται στην καρέκλα του και να κάνει λογαριασμούς σ’ ένα τεφτέρι. Πήρε καρέκλα, κάθισε κοντά του. Του έκανε λόγο για την Μαριγώ και για όσα τυραννούσαν τη νιούτσικη ψυχή του.

Ποια είναι και σένα, πατέρα, η γνώμη σου; τον ρώτησε. Δος μου την συμβουλή σου, βοήθα με να πάρω μιαν απόφαση.

Μπροστά σου έχεις, Δημητρό μου, το χρέος σου προς την Πατρίδα. Μη βάζεις άλλες έγνοιες στο κεφάλι σου. είναι δύσκολοι οι καιροί που περνάμε. Τελείωσε με το στρατιωτικό σου και βλέπεις τι θα κάνεις με την Μαριγώ. Αφού την αγαπάς και σ’ αγαπάει κι εκείνη, μπορείτε να περιμένετε. Θα έχουν μέχρι τότε αποκατασταθεί και οι αδελφές σου. Μην πάρεις βιαστικές αποφάσεις, κατέληξε ο πατέρας μου.

Έφυγε ο Δημητρός από το δωμάτιο, πιο σκεφτικός και στενοχωρημένος από πριν. Σώθηκαν οι μέρες της ελευθερίας του, έφτασε κι η ώρα του αποχωρισμού. Μάζεψε τα ρούχα του, ετοιμάστηκε να φύγει. Βγήκαμε όλη η οικογένεια στο χαγιάτι. Αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε με τον αδελφό μου. Πήρανε τα κλάματα την μάνα μου κι εμένα, θύμωσε ο πατέρας μας για την αδυναμία μας.

Τι κλαίτε, μωρέ; Είπε. Δεν πάει για θάνατο, να υπηρετήσει την Ελλάδα πηγαίνει. Αυτό είναι το χρέος του.

Κι η Μαριγώ ήρθε να τον αποχαιρετίσει. Πήγαν παράμερα οι δυο τους να τα πούνε. Γρήγορα τελειώσανε την κουβέντα τους και τ’ αγκαλιάσματά τους. Βγήκε ο Δημητρός από την αυλή μας, κουνώντας το χέρι του σε χαιρετισμό.

Καλή αντάμωση, είπε μονάχα.

Στο καλό, παιδί μου, απάντησε η μάνα μου και σταυροκοπήθηκε. Ο Θεός μαζί σου, Δημητρό μου. γερός φεύγεις, όρθιος να ματαρθείς.

Μα ο αδελφός μου δεν άκουσε τα λόγια της. Είχε φύγει βιαστικά, για να μην δούμε πως και τα δικά του μάτια είχανε βουρκώσει.

Μετά την αναχώρηση του Δημητρού, η ζωή μας πήρε πάλι τον παλιό της ρυθμό. Για μας τα μεγάλα κορίτσια του σπιτιού, οι καθημερινές δουλειές δεν μας άφηναν χρόνο λεύτερο. Κι όταν είχαμε κάποια ώρα στη διάθεσή μας – τα μεσημέρια και τα βράδια – άλλοτε κεντούσαμε και άλλοτε φτιάχναμε στον αργαλειό μας διάφορα υφαντά. Στρώναμε στο σπιτικό μας τα έργα μας για να τα θαυμάζουμε και για να το στολίζουμε. Τα περισσότερα από αυτά, τα φυλάγαμε σε μπαούλα και στο γιούκο, για να τα πάρουμε στο σπιτικό που θ’ ανοίγαμε όταν θα παντρευόμασταν με το καλό. Ήταν τα προικιά μας.

Και πέρναγαν τα χρόνια, κυλούσαν σαν το νερό…

Μεγάλη χαρά μπήκε στο σπίτι μας με τους διπλούς αρραβώνες των αδερφάδων μου, της Σοφίας και της Φιλιώς. Ήτανε Λαμπρή του 1933. Παντού στην Αγία Τριάδα, το χωριό μας, γινόντουσαν γλέντια αναστάσιμα, με τα αρνιά που ψήνονταν στις σούβλες, τα  αυγά, τα ψωμιά και τα γλυκά που γέμιζαν τα τραπέζια και το κρασί που συνόδευε τα φαγητά. Ντόπιο κόκκινο κρασί, βαρελίσιο. Γλυκόπιοτο και μεθυστικό. Τρώγανε οι χωριανοί μας, πίνανε, πιάνανε ύστερα το τραγούδι και τον χορό. Όλοι τους χορεύανε και τραγουδούσαν. Τσουγκρίζανε αυγά και ευχόντουσαν το «Χριστός Ανέστη» και τα Χρόνια Πολλά. Αγκαλιαζόντουσαν και φιλιόντουσαν. Αγαπιόντουσαν πιο πολύ τούτη τη γιορτινή μέρα.

Στο δικό μας σπιτικό είχε στηθεί γλέντι τρικούβερτο από το πρωί της Λαμπρής. Είχανε έρθει από το προηγούμενο βράδυ, ο αρραβωνιαστικός της Σοφίας και οι συμπέθεροι. Συγχωριανός μας και γειτονόπουλο ήταν το παλικάρι της Φιλιώς. Ο Στρατής του Σοφρά. Λεβεντόπαιδα και οι δυο γαμπροί, από καλές οικογένειες και με περιουσία. Ήτανε τυχερά τα κορίτσια μας, που θα τους παντρευόντουσαν.

Καλύτερη τύχη οι τσούπρες μας, Γιωργή νου, δεν θα μπορούσαν να έχουν, άκουσα τη μάνα μου να λέει στον κύρη μου.

Και είχε δίκιο! Μα και οι αδελφές μου ήτανε χρυσές κοπέλες! Συμπαθιστήκανε με τα παλικαρόπουλα, ήρθανε οι προξενήτρες στους γονιούς μας, συναντηθήκανε οι συμπέθεροι και τα συμφωνήσανε. Κανόνισαν τους αρραβώνες και για τα δυο κορίτσια την ίδια μέρα.

Μαζευτήκαμε όλοι στην αυλή του σπιτιού μας, να ψήσουμε τ’ αρνιά και να γίνουν τ’ αρραβωνιάσματα των δυο ζευγαριών. Είχανε έρθει και πολλοί συγγενείς να τους ευχηθούν και να γλεντήσουνε μαζί μας, μέρα γιορτής που ήταν. είχανε φέρει οι γαμπροί δώρα στις αρραβωνιάρες τους και τους τα δώσανε, αφού ανταλλάξανε τις βέρες οι πατεράδες των παλικαριών. Καμαρώνανε οι γονείς μου παραπέρα τις κόρες τους και εμείς τα άλλα παιδιά, χαιρόμαστε για την καλή τους τύχη.

Εγώ με την αδελφή μου την Σταυριανή, μοιράζαμε στον κόσμο δίπλες, γλυκές, με μπόλικο μέλι και καρύδι, όπως συνηθιζότανε στον τόπο μας.

Άντε και στα δικά σας, κορίτσια, μας ευχόντουσαν όλοι. Μ’ ένα καλό παιδί κι εσείς. Καιρός σας είναι.

Σε δυο άλλα καλαθάκια ήτανε τα κουφέτα, που τα μοιράζανε δυο φίλες των αδερφάδων μου. Ύστερα αρχίσανε τα τραγούδια οι μεγαλύτεροι. Μπήκαν στο χορό τα ζευγάρια με τους γονείς τους και τα υπόλοιπα μέλη των οικογενειών. Τέτοιο γιορτάσι δεν ξανάγινε στο χωριό μας, Γιωργή, φώναξε στον πατέρα μου ο συμπέθερός του ο Σοφράς. Να ζήσουνε τα παιδιά μας, ευχήθηκε, σηκώνοντας το ποτήρι του με το κρασί.

Να ζήσουνε, συμπέθερε, σαν τα ψηλά βουνά, ευχήθηκε και ο πατέρας μου, υψώνοντας και το δικό του ποτήρι.

Μετά τα αρραβωνιάσματα, δεν σταθήκαμε καθόλου από τις δουλειές. Να τακτοποιηθούν τα προικιά των κοριτσιών, να τοποθετηθούν στα μπαούλα και να γίνουν οι ετοιμασίες για τα στεφανώματα. Ήταν τόσα πολλά πράγματα που έπρεπε να γίνουνε, που δεν έφταναν οι μέρες.

Αχ, αναστέναξε η Φιλιώ μας, δεν με βαστάνε τα πόδια μου από την κούραση!

Σώπασε, κόρη μου, την ψευτομάλωνε η μάνα μου. Τέτοια κούραση είναι καλόδεχτη! Θα περάσει γρήγορα και ο πόνος των ποδιών σου.

Μέχρι να παντρευτείς, θα γιάνεις, την πείραξε τη φίλη της η Κρινιώ και ξεσπάσανε και οι δυο σε γέλια.

Της Παναγιάς, στις 15 Αυγούστου, γίνανε οι γάμοι των κοριτσιών μας. Και το γλέντι που ακολούθησε, κράτησε τρία μερόνυχτα. Η Φιλιώ μας, με τον άντρα της, θα ζούσανε στο χωριό μας, στο σπίτι των Σοφράδων. Έτσι θα την είχαμε κοντά μας. Η Σοφία μας έφυγε για τη Βυτίνα, που βρισκότανε το νέο της σπιτικό. Το πρόσωπό της έλαμπε από ευτυχία καθώς μας αποχαιρετούσε. Και ένιωσα μια μικρή ζήλεια, βλέποντάς την να στέκει χαρούμενη δίπλα στον άντρα της.

Όσο περνούσαν τα χρόνια, σκόρπιζε η οικογένειά μας. Χωριστήκαμε, μα ήταν για καλό, όπως έλεγε και ο κύρης μου. Αυτός είναι ο προορισμός του ανθρώπου. Να παντρεύεται, να φτιάχνει οικογένεια, να νοικοκυρεύεται, τον ακούγαμε να λέει. Και εγώ σκεφτόμουν τα λόγια του και αναρωτιόμουν, ποιο ήταν άραγε το δικό μου ριζικό; Έτσι θα έμενα; Μονάχη μου; Τι να είχανε οι Μοίρες αποφασίσει για μένα; Να έφταιγε το πείσμα μου και το κεφάλι μου το αγύριστο, όπως με κατηγορούσε η μάνα μου, που δεν αποφάσισα να παντρευτώ μέχρι σήμερα; Πιότερο από φόβο το είχα πάρει το ζήτημα της παντρειάς. Και όσο περνούσε από το χέρι μου το ανέβαλα. Μα ως πότε θ’ αρνιόμουν τα προξενιά που μου φέρνανε; Οι γονείς μου είχαν αρχίσει να με πιέζουν πάλι και ένιωθα νέους φόβους να φουντώνουν μέσα μου.

Γιατί να είναι τόσο δύσκολη η ζωή; Σκεφτόμουν. Θα βρω κι εγώ την ευτυχία όπως οι αδερφάδες μου ή θα μείνω στο ράφι;

Βασανιζόμουν συνέχεια από τέτοια ερωτήματα. Μα απαντήσεις δεν έβρισκα.

Τον Οκτώβριο του ιδίου χρόνου, ο αδελφός μου ο Αλέξης, πήγε κι αυτός φαντάρος. Ο Δημητρός μας δεν είχε ακόμη επιστρέψει. Τον είχανε στην Αθήνα τοποθετήσει, στο Υπουργείο των Στρατιωτικών. Πολλά δεν ξέραμε για τα καθήκοντά του. Τίποτα δεν ανέφερε στα γράμματα που έστελνε στον κύρη μας. Ήταν εμπιστευτική, έγραφε, η θέση του και δεν του επιτρεπότανε να μιλάει γι’ αυτήν σε κανέναν.

Έβρεχε από τα χαράματα τη μέρα που έφυγε ο Αλέξης μας. Ήταν παραμονή του Αγιοδημητριού. Την πήρανε τα δάκρυα τη μάνα μου, καθώς τον αποχαιρετούσε. Θυμήθηκε και τον Δημητρό που έλειπε και δεν θα ήταν στη γιορτή του, δεν σταμάταγαν τα μάτια της να τρέχουν.

Ότι είχε τελειώσει Δασικός ο αδελφός μου στη Βυτίνα. Ονειρευότανε να σπουδάσει δάσκαλος, πάντα ήτανε καλός στα Γράμματα. Μα αγαπούσε πιότερο τον τόπο μας και τα βουνά μας τα καταπράσινα. Γι’ αυτό και έγινε Δασικός.

Θα περάσει κι αυτό, γύρισε κι είπε στη μάνα μου φεύγοντας. Θα σας γράφω συχνά νέα μου, να μην ανησυχείτε. Και συ, Μερόπη μου, είπε σε μένα, να τους προσέχεις όλους.

Βγήκε από την ξώπορτα κουνώντας το χέρι του και χάθηκε από τα μάτια μας. Και εμείς ξαναγυρίσαμε στις δουλειές μας, που δεν είχαν τελειωμό.

Από την Τρίπολη, βρέθηκε στην Κόρινθο κι έπειτα στην Αθήνα ο Αλέξης. Είχε κάποιον γνωστό του στο υπουργείο ο Δημητρός και πήρε και τον αδελφό του στην ίδια υπηρεσία. Μένανε μαζί σ’ ένα δωμάτιο, που είχανε νοικιάσει στο Γουδί.

Έγραφαν τακτικά στον πατέρα μου, ο Δημητρός και ο Αλέξης. Μαθαίναμε τα νέα τους και χαιρόμασταν που περνούσαν καλά. Τους έστελναν οι γονείς μας δέματα με κρέας, τυρί, χόρτα και λάδι. «Να μην τους λείψει τίποτα των παιδιών», έλεγε η μάνα μου. «Την υγειά τους να έχουνε. Για τούτο προσεύχομαι νύχτα – μέρα».

Μάθαμε πως παντρεύτηκε ο Αλέξης μας στην Αθήνα, με κουμπάρο τον Δημητρό μας. Μικρή κοπέλα ήταν η γυναίκα του, δεν είχε κλείσει ακόμα τα δεκαοχτώ. Βιαστικά κάνανε τον γάμο τους, γιατί περίμενε παιδί. Έγραψε στον πατέρα μας για τον γάμο του ο αδελφός μου. Μας διάβαζε οργισμένος ο κύρης μας το γράμμα του.

Δεν έπρεπε να το κάνει αυτό ο Αλέξης, έλεγε κάθε λίγο σταματώντας να διαβάζει. Μα αφού την εξέθεσε την κοπέλα, ήτανε χρέος του να την παντρευτεί. Κι ο Δημητρός; Πώς τον άφησε να παρασυρθεί;

Η μάνα μου τον άκουγε αμίλητη. Απάντηση δεν έδινε στα ρωτήματά του για να μην τον νευριάσει περισσότερο.

Με τον καιρό δεχτήκαμε τον γάμο του Αλέξη και περιμέναμε να μας γράψει για τη γέννηση του παιδιού τους. Μα τα μαντάτα που πήραμε, φέρανε στο σπιτικό μας την θλίψη και τον πόνο. Ο Δημητρός μας τηλεγράφησε τον θάνατο του Αλέξη. Άγνωστη η αρρώστια του. Νέος άνθρωπος ήτανε, οικογενειάρχης, χαρές περίμενε. Και τον Χάρο αντάμωσε ο αδελφούλης μου.

Ήρθε και γράμμα από τον Δημητρό, λίγες μέρες αργότερα, που εξηγούσε πώς χάσαμε το παλικάρι μας. Η μάνα μου δεν κάθισε ν’ ακούσει, δεν ήθελε να παραδεχτεί πως πέθανε ο γιος της τόσο ξαφνικά.

Θα ’ρθει σύντομα ο Αλέξης μου, έλεγε. Θα δείτε. Ψέματα μας μήνυσε ο Δημητρός για να μας δοκιμάσει.

Κανείς μας δεν έφερνε αντίρρηση στα λόγια της.

Θα της περάσει με τον καιρό, αφήστε την, μας συμβούλευε ο πατέρας μου. δεν ωφελούν οι εξηγήσεις, αφήστε την στον πόνο της.

Του ’χε κοστίσει πολύ και κείνου τούτος ο θάνατος.

Τώρα, μωρέ, που περίμενε το γιο του να γεννηθεί, τώρα να φύγει; Έλεγε. Αχ, άδικος που ’σαι μερικές φορές, Θεέ μου! Μα Θεός είσαι, ο,τι πεις Εσύ θα γένει, κατέληγε κάνοντας τον σταυρό του.

Και για μας, τα άλλα παιδιά, βαρύς κι ασήκωτος ήταν τούτος ο χαμός.

«Δεν ξέρουνε ακόμα οι γιατροί, πατέρα», έγραφε ο Δημητρός, «από τι πέθανε ο Αλέξης. Έπαθε μόλυνση κάποιο τραύμα που είχε στο πόδι του. Πήγε στο Νοσοκομείο να τον φροντίσουνε και δεν ξαναγύρισε ζωντανός. Γάγγραινα, μου ’πε κάποιος γιατρός ότι έπαθε. Μα επίσημο χαρτί ακόμα δε βγάλανε.» Πιο κάτω έγραφε και για τη γυναίκα του Αλέξη, που ήταν τότε στο μήνα της να γεννήσει. «Η Παρασκευή, γέννησε προχθές, πριν την ώρα της, ένα αγοράκι. Ίδιο ο Αλέξης μας είναι! Σε μια εβδομάδα θα βγουν από την κλινική και οι δυο τους. Πηγαίνω κάθε μέρα και τους βλέπω. Η δύστυχη η γυναίκα, δεν έχει ξεπεράσει τον θάνατο του αντρός της. Κλαίει συνέχεια, μου είπανε οι νοσοκόμες και τον μοιρολογάει. Μόνο όταν έχει τον μικρό στην αγκαλιά της γλυκαίνει το πρόσωπό της και χαμογελά. Κι εγώ χαμογελώ στον ανιψιό μου και σε κείνη. Πικρά χαμόγελα, πατέρα, μα η ζωή συνεχίζεται.» Ανέφερε ακόμα ότι το παιδί θα το λέγανε Αλέξη, το όνομα του πατέρα του, που δεν πρόλαβε να τον γνωρίσει. «Και θα ’ναι σαν να μην πέθανε ο αδελφός μου. Σαν να ξαναγεννήθηκε στο πρόσωπο αυτού του μωρού» κατέληγε στο γράμμα του ο Δημητρός.

Πήρε τη χήρα και το νεογέννητο υπό την προστασία του ο Δημητρός μας, μέχρι να συνεφέρει η γυναίκα από το κακό που την βρήκε. Την κάλεσε κι ο κύρης μας να έρθει στην Αγία Τριάδα, να μείνει όσο θέλει κοντά μας. «Τώρα εμείς είμαστε η οικογένειά σου», της έγραψε. «Το σπίτι μας είναι και δικό σου σπίτι. Κι ο εγγονός μου θα μεγαλώσει γρηγορότερα στον καθαρό αέρα και στην εξοχή.»

Ήρθε η Παρασκευή στο χωριό μας με τον μικρό και μείνανε πάνω από έναν χρόνο στο σπιτικό μας. Τους έφερε ο Δημητρός από την Αθήνα. Πήρε λίγες μέρες άδεια από την Υπηρεσία του και ήρθανε ένα μεσημέρι, κουβαλώντας ένα σωρό πράγματα από την πρωτεύουσα. Μέχρι και δώρα για όλους μας είχανε φέρει! Η γυναίκα κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά της τον Αλέξη. Ζυγώσαμε για να δούμε το παιδί. Ο πατέρας μου άπλωσε τα χέρια του και το πήρε στην αγκαλιά του. Η μάνα μου χαιρέτησε τη νύφη της κι ύστερα αγκάλιασε και φίλαγε τον Δημητρό. Πήγε κοντά στον άντρα της να δει τον εγγονό της. Χάιδεψε το κεφαλάκι του παιδιού και του ψιθύριζε ευχές.

Άντε να μπούμε μέσα στο σπίτι, είπε ο αδελφός μου. Είμαστε κουρασμένοι από το ταξίδι και ο ανιψιός μου πρέπει να φάει αλλιώς θ’ αρχίσει να διαμαρτύρεται. Να τακτοποιηθούμε και τα κουβεντιάζουμε.

Κοπιάστε, είπε ο πατέρας μου και έδωσε το μωρό στη νύφη του να το φροντίσει.

Ο πατέρας μου λίγες μέρες πριν φύγει από το χωριό μας η Παρασκευή με τον Αλέξη, της έπιασε κουβέντα και της είπε να ξαναπαντρευτεί.

Μικρή είσαι, κόρη μου, να φτιάξεις πάλι τη ζωή σου.

Σαν τον Αλέξη, πατέρα, δεν θα βρεθεί άλλος άντρας να με συγκινήσει, του απάντησε εκείνη. Ήταν ξεχωριστός.

Να το σκεφτείς πάλι, ξανάπε ο κύρης μου. Είναι η ζωή μπροστά σου, μην την αρνηθείς, θέλει και το παιδί σου έναν πατέρα και συ ένα στήριγμα. Το σπίτι μας θα είναι και για τους δυο σας, πάντα ανοιχτό. Μα αφού αποφάσισες να γυρίσεις στην Αθήνα, κάμε ότι νομίζεις καλύτερο.

Σας ευχαριστώ όλους σας, είπε η γυναίκα. Που μας φερθήκατε με τόση αγάπη. Δεν θα ξεχάσω ποτέ όσα κάνατε για μας τόσον καιρό. Μα πρέπει, πατέρα, να επιστρέψουμε. Να βρω μια δουλειά, κάτι να κάνω για να ζήσουμε με το παιδί. Μεγαλώνει, μεγαλώνουν και οι ανάγκες του. Θα τα καταφέρουμε, μην ανησυχείτε.

Μάνα και γιος, φύγανε ένα πρωινό για την πρωτεύουσα και δεν τους ξαναείδαμε. Μαθαίναμε νέα τους από τον Δημητρό, μας έστειλε και η Παρασκευή δυο φωτογραφίες του Αλέξη, μερικά χρόνια αργότερα, λίγο πριν πάει σχολείο, μα στην Αγία Τριάδα δεν ξαναφανήκανε.

Τον πρώτο χρόνο που είχαμε εγκατασταθεί στην Αθήνα, θυμάμαι, ήρθε και μας βρήκε ο Αλέξης. Ήταν μεγάλος άντρας πια. Παντρεμένος, με παιδιά και καλή δουλειά. Η μάνα του είχε πεθάνει απ’ την καρδιά της πριν τρία χρόνια, μας είπε.

Πάντα σας θυμότανε και μου μιλούσε μ’ αγάπη για σας και τον καιρό που περάσαμε μαζί σας στο χωριό, όταν πέθανε ο πατέρας μου.

Και εμείς δεν σας ξεχάσαμε, του απάντησα. Ο παππούς σου είχε πάντα μαζί τους τις φωτογραφίες σου και τις έδειχνε σε συγγενείς και φίλους καμαρώνοντας: «Τούτος είναι ο εγγονός μου ο Αλέξης, ο Αθηναίος», έλεγε.

Φτωχέ μου πατέρα! Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκέπασε. Ήξερες να βρίσκεις χαρά κι ελπίδα μέσα από τα πιο απλά πράγματα. Όπως από κείνες τις δυο ασπρόμαυρες φωτογραφίες του εγγονού σου…

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ

 

«Ο πλάτανος θέλει νερό, το κυπαρίσσι αέρα / και το κορίτσι αγκάλιασμα, ώσπου να πάρει η μέρα», λέει ένα τραγούδι του τόπου μας κι άδικο δεν έχει θαρρώ. Μετρούσα τα χρόνια μου, που φεύγανε στην καθημερινότητα του σπιτιού μας και ένιωθα μια κούραση, που δεν μου έπρεπε. Δεν ήμουν κοπελούδα να τρέχω πέρα – δώθε παιχνιδίζοντας, μα δεν ήμουν και γριά να μ’ έχουν καταβάλει τα χρόνια και οι δουλειές. Τι να έφταιγε άραγε που ένιωθα έτσι;

Είναι που δεν παντρεύτηκες ακόμα, μου είπε κάποτε η μεγάλη μου αδελφή. Άμα θ’ ανοίξεις το δικό σου σπιτικό, να δεις πως θα γιατρευτείς αμέσως. Μην χασομεράς άλλο και μην αναβάλεις. Περνάει ο καιρός, Μερόπη μου, κι όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος, είτε άντρας είναι είτε γυναίκα, όλα του φαίνονται δύσκολα κι ασύμφορα. Κοίτα να βιαστείς.

Να βιαστώ! Μια κουβέντα είναι, αδελφούλα μου, της αποκρίθηκα. Ίσως και να είναι το ριζικό μου τέτοιο. Να μην αξιωθώ…

Σώπασε, με μάλωσε η Τασούλα. Δεν σ’ είχα για τόσο απαισιόδοξη. Θυμάσαι τα όνειρα που κάναμε μικρές; Λέγαμε ότι θ’ αποκτούσαμε όμορφα σπιτικά, με πολλά απιδιά και άντρες που θα νοιάζονταν για μας. Καλόκαρδους και παλικάρια. Σαν τον κύρη και τ’ αδέλφια μας. Το ξέχασες, Μερόπη μου;

Εσύ καλά τα κατάφερες.

Κι εσύ ακόμα καλύτερα θα τα πας, μου απάντησε. Φτάνει να θέλεις. Να το βάλεις στο νου σου. Να πεις: «Τώρα είναι ο καιρός μου να παντρευτώ.» Και να μου το θυμηθείς: θα τα καταφέρεις. Είμαι σίγουρη.

Μακάρι να ήμουν κι εγώ.

Υποσχέσου μου ότι θα μιλήσεις στον πατέρα μας σύντομα. Σήμερα κι όλας. «Στη βράση κολλάει το σίδερο» δεν λέει ο λαός μας;

Η μάνα μου, που παρακολουθούσε την κουβέντα μας τόση ώρα αμίλητη, γύρισε κι είπε στην Τασούλα:

Ν’ αγιάσει το στόμα σου, κόρη μου. Πες της τα της προκομμένης της αδελφής σου. Τόσα προξενιά της φέρνουνε, όλο «Όχι» και «Όχι» λέει. Την περασμένη εβδομάδα έστειλε πάλι την προξενήτρα ο Παναγής ο Πυργακιώτης. Τρία χρόνια παλεύει το παλικάρι να την παντρευτεί. Έρχεται και ξανά έρχεται η θεια – Σοφιά και ο αδελφός του ο πραγματευτής ρωτάει και ξαναρωτάει τον κύρη σας, αν άλλαξε γνώμη το κορίτσι, μα η απάντηση είναι η ίδια. «Όχι, δεν τον θέλω τον Παναγή». Περνάει ο καιρός, θέλει να φτιάξει τη ζωή του ο άνθρωπος, δεν μπορεί να περιμένει, Μερόπη μου. χθες έμαθα πως πήγε και ζήτησε το χέρι της ξαδέλφης σου της Κατερίνας. Εκείνη στάθηκε πιο έξυπνη από σένα και δεν του αρνήθηκε. Ας όψεται το πείσμα σου.

Ησύχασε, μάνα, την παρηγόρησε η μεγάλη της κόρη. Η Μερόπη μας είναι έξυπνη, ξέρει το συμφέρον της, θα μιλήσει με τον κύρη μας και θα πάρουνε την καλύτερη απόφαση. «Αργομοίρα, καλομοίρα», δεν έλεγε και η γρια-Τούλα, η γειτόνισσά μας;

Εσύ και οι παροιμίες σου! την μάλωσε η μάνα μας και βγήκε από το δωμάτιο, αφήνοντάς μας να συνεχίσουμε την κουβέντα μας.

Όταν έφυγε η αδελφή μου, πήγα στο δωμάτιό μου και ξάπλωσα για λίγο στο κρεβάτι μου. Ήθελα να είμαι μόνη μου, να σκεφτώ.

Στο φευγιό των χρόνων μου, δεν ήταν λίγες οι φορές που βασάνιζαν το μυαλό μου διάφορες σκέψεις για το μέλλον μου, αφού δεν είχα και πολλές επιλογές μένοντας στο μικρό χωριό μας. Και ήταν η αγραμματοσύνη μου ένα ακόμα εμπόδιο. Η φαμελιά μας πολυμελής, με δυσκολία χορταίναμε ψωμί στα νιάτα μας, ήρθανε πόλεμοι, πότε το ένα και πότε το άλλο, γινήκανε αιτία να περάσουμε δοκιμασίες και στερήσεις. Τι να ονειρευτώ; Δεν μου έμενε καιρός ούτε για όνειρα, ούτε να γυρεύω μεγαλεία. Μεγάλωνα και δεν είχα περιθώρια να διαλέξω γι’ άντρα μου όποιον μου άρεσε κι όπως τον ήθελα. Τι να μου κάνει κι ο κύρης μου;

Ήρθαν στιγμές που με έπιανε ένας μεγάλος φόβος. Δεν μπορούσα με βεβαιότητα να πω τι ήταν εκείνο που με φόβιζε πιο πολύ απ’ όλα: η παντρειά, ο άντρας που θα μου προξενεύανε, το άγνωστο περιβάλλον που θα βρισκόμουν μετά το γάμο μου, το νέο μου σπιτικό; Πού άραγε θα καταλήξω; Αναρωτιόμουν. Άκουγα κάποιες γυναίκες στο χωριό, που είχανε έρθει από άλλα μέρη νύφες στην Αγία Τριάδα, να μιλάνε με πίκρα για τη ζωή που κάνανε με τους άντρες τους κι έλεγα μέσα μου: «Καλύτερα μονάχη μου, χίλιες φορές, παρά να περάσω έτσι την υπόλοιπη ζωή μου. τι κατάλαβε κι η Νικολέτα του Ψυρή; Σ’ ένα μισογκρεμισμένο καλύβι έστησε το νοικοκυριό της, παλεύει ολοήμερα να τα βγάλει πέρα. Μάταιος κόπος. Όταν βρέχει, τα κεραμίδια στάζουνε και γεμίζει το σπίτι της νερά. Τα παιδιά της τριγυρνάνε ντυμένα με κουρέλια κι ο Ψυρής, όταν δεν είναι μεθυσμένος, παίρνει το γαϊδουράκι του και την πραμάτεια του και γυρίζει στα χωριά να την πουλήσει. Μα είναι σπάνιες οι φορές που δεν τον είδαμε πιωμένο. Κι η Φρόσω του Ηλία του τσαγκάρη; Μπορεί το δικό της σπίτι να είναι καλοχτισμένο και περιποιημένο, αλλά ο άντρας της είναι οξύθυμος άνθρωπος και ζηλιάρης. Όλο καυγάδες έχουνε στο σπιτικό τους. Δεν την αφήνει μόνη της να πηγαίνει πουθενά. Φίλες δεν έχει, παιδιά δεν κάνανε, «σε μια φυλακή νιώθω κλεισμένη», μου είπε κάποτε. «Ο Ηλίας γκρινιάζει συνεχώς και είναι ανυπόφορος. Όταν θυμώνει τρέμω. Πολλές φορές με έχει χτυπήσει. Δεν ξέρω πόσο θ’ αντέξω ακόμα.»

Ανατρίχιαζα κάθε φορά που σκεφτόμουν πόσο δυστυχισμένα γίνηκαν κάποια συνομήλικά μου κορίτσια, που είχανε παντρευτεί πριν από χρόνια. Η χαρά του γάμου τους έσβησε μεμιάς σαν βρεθήκανε σ’ έναν ξένο τόπο, που δεν γνωρίζανε κανέναν και δεν μπορούσαν να γυρίσουνε πίσω στο πατρικό τους σπίτι. Να τρώνε και ξύλο από τους άντρες τους. Αυτό πήγαινε πολύ!

Εγώ δεν θ’ ανεχθώ να με χτυπήσει ο άντρας μου, είπα μια μέρα στη μάνα μου. θα σηκωθώ και θα  φύγω από το σπίτι, αν το κάνει.

Τότε, να μην του δώσεις ποτέ αφορμή, μου αντιγύρισε κείνη. Να μην ξεσυνερίζεσαι και να βουτά τη γλώσσα στο μυαλό σου. οι άντρες είναι σαν τα μικρά παιδιά. Θέλουν να τους φέρεσαι με το καλό.

Ο,τι και να πεις, συνέχισα αμετάπειστη εγώ, δεν θα ανεχθώ να σηκώσει χέρι πάνω μου κανείς. Καλύτερα να πεθάνω, μάνα…

Κουνήσου από τη θέση σου, με μάλωσε. Τι είναι αυτά που λες; Μην σκοτίζεις με τέτοια πράγματα το μυαλό σου από τώρα…

Το είχα πάρει απόφαση να μην υποχωρήσω, αν μου τύχαινε κάτι παρόμοιο. Προσευχόμουν να βρεθεί και για μένα ένας καλός άνθρωπος, όπως της αδελφής μου της Τασούλας. Σαν τον πατέρα μου ήσυχος, χωρατατζής και καλόγνωμος. Όπως τα αδέλφια μου όμορφος και σπουδαγμένος. Να μ’ αγαπά και να ζήσουμε μαζί ευτυχισμένοι.

Τρελά μου όνειρα! Από τη μια δεν ήθελα να παντρευτώ, γιατί φοβόμουν κι από την άλλη ευχόμουν να βρω ένα καλό παλικάρι να με γυρέψει. Άραγε, να υπάρχουν και άλλες κοπέλες στο χωριό μας που να σκέφτονται όπως εγώ; Αναρωτήθηκα και σηκώθηκα μεμιάς από το κρεβάτι μου. καλή η ξεκούραση, μα οι δουλειές δεν τελειώνουν μόνο με την σκέψη. «Αν δεν κινηθούν τα χέρια σου», με συμβούλευε η θεία μου η Ασημάκαινα, «μην περιμένεις προκοπή.» Δίκιο που ’χε!

Την άλλη μέρα το πρωί, πριν ξεκινήσει ο πατέρας μου για τα κτήματα, πήγα και τον βρήκα. Καθόταν στην αγαπημένη του γωνιά στο χαγιάτι μας, πίνοντας τον καφέ του κι αγναντεύοντας, όπως του άρεσε να κάνει τα πρωινά.

Μόλις με είδες, μου έγνεψε να πάω κοντά του.

Τι σε βασανίζει, κόρη μου; με ρώτησε.

Ήρθε η ώρα ν’ ανοίξω το δικό μου σπιτικό, πατέρα, του αποκρίθηκα. Το πήρα απόφαση να μην φέρω άλλα εμπόδια.

Με κοίταξε γεμάτος απορία.

Αν δεν σ’ είχα τώρα δα μπροστά μου, Μερόπη μου, δεν θα πίστευα ότι το δικό σου στόμα είπε τα λόγια τούτα.

Εγώ τα είπα. Καιρός δεν ήτανε; τον ρώτησα.

Ναι, μου είπε μονάχα.

Κάνε ο,τι νομίζεις σωστό, πατερούλη μου. Σου ’χω εμπιστοσύνη, συμπλήρωσα και κίνησα να φύγω.

Στάσου μια στιγμούλα, κορίτσι μου, μου φώναξε γελώντας με την βιασύνη μου. Μ’ έκανες ευτυχισμένο σήμερα με την απόφασή σου, να το ξέρεις. Άντε, πήγαινε τώρα και θα τα ματαπούμε.

Μια μεγάλη έγνοια έβγαλα από πάνω μου, σαν είπα του κύρη μου ότι ήρθε καιρός να παντρευτώ. Ξαλάφρωσα. Χαλάρωσε το σώμα μου, που το ένιωθα σφιγμένο. Ηρέμησε και το ταραγμένο μου μυαλό. Ήταν τόσο απλό κι όμως δεν το είχα καταλάβει πρωτύτερα. Ας είναι καλά η Τασούλα που με ορμήνεψε. Είχα βαρεθεί να λέω συνέχεια «Όχι» και «Όχι». Έβλεπα και τους δικούς μου, που δυσφορούσανε με τη στάση μου και ας μην με πιέζανε τόσο πολύ. Σ’ άλλες οικογένειες, οι πατεράδες δίνανε τα κορίτσια τους με το ζόρι σ’ αυτούς που είχανε οι ίδιοι διαλέξει και κείνα τα κακόμοιρα δεν τολμούσανε να φέρουνε αντίρρηση, γιατί η οργή του κύρη τους θα ξεσπούσε πάνω τους με τον χειρότερο τρόπο. Ο δικός μου ο πατέρας, ήτανε πράος άνθρωπος. Δεν κατέφευγε ποτέ του στη βία. Πάντα με τον καλό του λόγο προσπαθούσε να μας πείσει. Χέρι δεν άπλωσε πάνω μας, ούτε σε θηλυκό του, ούτε στ’ αδέλφια μου και μικρά που ήμασταν κι αργότερα, σαν πέρασαν τα χρόνια, και του δίναμε περισσότερες αφορμές να οργίζεται. Γι’ αυτό και όλα τα παιδιά του τον αγαπούσαμε πολύ.

Είπα του κύρη μου για την απόφασή μου και δεν ξανασκέφτηκα το θέμα. Ήμουν σίγουρη πως εκείνος θα φρόντιζε για μένα, όπως μου το είχε υποσχεθεί. Δεν του αρέσανε τα πολλά λόγια του πατέρα μου. Από το στόμα του δεν είχαμε ακούσει ούτε ένα κουτσομπολιό, μια κουβέντα παραπανίσια. Γι’ άλλης φαμελιάς κορίτσια, όταν τον ρωτούσαν προξενήτρες και περαστικοί να τους πει τη γνώμη του, μόνο καλά λόγια είχε να πει. Ακόμα και για του μακρινού ξαδερφού του, του Παναγή, τις κόρες, δεν έβγαλε κακιά κουβέντα από τα χείλη του κι ας είχε ο θείος μας πει τόσα αρνητικά για μας. Για μένα ιδίως, φαρμάκι έσταζε η γλώσσα του, δεν ξέρω γιατί. Πότε «μεγαλοκοπέλα» μ’ αποκαλούσε, πότε «κοντούλα και ξερακιανή» κι άλλοτε έλεγε πως «τούτη δεν έχει να πάρει τίποτα της προκοπής για προίκα, κάτι σκουτιά μονάχα πολυφορεμένα». Όταν το έμαθα, ήθελα να πάω να του πω: «Η πολυμπαλούσα νίκησε την πολυπροικούσα», όπως λέει ο λαός μας, μπάρμπα –Παναγή», μα η μάνα μου δεν μ’ άφησε. «Έχει ο Θεός, κόρη μου. Άσε τον να λέει. Είναι που θέλει να παντρέψει πρώτα τις δικές του κόρες.» Μα εγώ οργιζόμουν, θεωρούσα άδικο να λέει για μένα τέτοια πράγματα. «Δεν υπάρχει δικαιοσύνη», έλεγα από μέσα μου, «να τον τιμωρήσει ο Θεός για τα ψέματά του και να μείνουνε οι κόρες του γεροντοκόρες;» Μα και τα δυο του θηλυκά αποκατασταθήκανε καλά και φύγανε από την Αγία Τριάδα για την Αθήνα…

Στα χρόνια της Κατοχής, έμαθα πως οι Γερμανοί πιάσανε το γερο – Παναγή και τον εκτελέσανε στην αυλή του σπιτιού του, βάζοντας μετά φωτιά στο σπιτικό του. Να ήταν άραγε η Θεία Δίκη, που αποδόθηκε με καθυστέρηση; Ποιος ξέρει…

Δεν πέρασε πολύς καιρός και ήρθε  – ένα Κυριακάτικο πρωινό, στα τέλη Ιουλίου – στο σπίτι μας, ένας ενδιαφερόμενος για να με δει, όπως συνηθιζότανε.

Εκείνο το πρωινό, η μητέρα μου βρισκότανε στην εκκλησία. Μετά τη Λειτουργία, συνήθιζε να πηγαίνει επίσκεψη σε μια ανήμπορη γερόντισσα, μακρινή συγγένισσα του κύρη μας. Έμενε μαζί της για λίγες ώρες, να της καθαρίσει το σπιτάκι της και να της ετοιμάσει κάτι για φαγητό. Τα αδέλφια μου, ο Παναγιώτης και ο Βασίλης μας, λείπανε για δουλειές τους στη Βυτίνα από την προηγούμενη μέρα. Η αδελφή μου η Σταυριανή, γυρίζοντας από την εκκλησία με τον κύρη μας, πήρε τις γίδες μας να τις πάει να βοσκήσουν. Ετοιμαζόμουν να πάω για φρέσκο νερό στη βρύση, αφού πρώτα έβαλα στον φούρνο για να ψηθεί ένα μεγάλο ταψί με αρνίσιο κρέας και πατάτες. Πήρα στα χέρια μου την στάμνα και έκανα να βγω από την αυλή μας. Άκουσα τον κύρη μου να με καλεί και γύρισα πίσω να δω τι με ήθελε.

Τι είναι, πατερούλη, τον ρώτησα. Λέω να πάω για νερό και να έρθω πίσω να έχω το νου μου στο φαϊ.

Καλά, να πας. Εγώ θα λείψω για λίγο στο καφενείο και ύστερα θα έρθω σπίτι, γιατί θα έχουμε μισαφιρέους. Να είσαι εδώ για να τους περιποιηθείς.

Μισαφιρέους, επανέλαβα. Ποιοι θα έρθουνε; Από πούθε; Να πάω να φωνάξω την μάνα;

Όχι, με απέτρεψε ο κύρης μου. Το ξέρει η Αγγελική. Σύρε τώρα στη βρύση κι όπως είπαμε. Θέλω να είσαι εδώ, όταν θα έρθουν. Τίποτε άλλο δεν μου εξήγησε κι έφυγε βιαστικός.

Πήγα κι ήρθα γρήγορα από τη βρύση. Καθάρισα λίγο το χαγιάτι και την σάλα του σπιτιού μας, κοίταξα το φαγητό που ψηνόταν κι ύστερα πήγα στο κοτέτσι μας να μαζέψω τ’ αυγά από τις κοφίνες.

Μερόπη! Μερόπη, που γυρνάς; Άκουσα δυνατή τη φωνή του πατέρα μου από το χαγιάτι.

Εδώ είμαι, πατέρα, του αποκρίθηκα κι εμφανίστηκα στην αυλή, ισιώνοντας με το ένα χέρι μου την τσεμπέρα μου και κρατώντας με άλλο την ποδιά μου που είχα βάλει τ’ αυγά.

Ανέβα πάνω που σε θέλω, μου είπε εκείνος και μπήκε μέσα στο σπίτι μας.

Άφησα την ποδιά μου στο κατώι κι ανέβηκα με φούρια τα σκαλιά. Μπαίνοντας στη σάλα, είδα τον κύρη μου και δυο μισαφιρέους να κάθονται γύρω από το τραπέζι.

Καλώς τηνε, με υποδέχτηκε ο πατέρας μου. Τα παλικάρια από δω ήρθανε από το Νιχώρι για ν’ αγοράσουν γιδοπρόβατα από το χωριό μας. Φέρε τους ένα κέρασμα.

Ξαναβγήκα από το δωμάτιο και πήγα να ετοιμάσω τα φιλέματα. Έβαλα σ’ έναν μεγάλο δίσκο ποτήρια, μια κανάτα κρασί, μια πιατέλα με ψητό κρέας και ψωμί και τα πρόσφερα στους επισκέπτες μας. Ο ένας από αυτούς, ο ψηλότερος και μεγαλύτερος σε ηλικία, μου είπε, αφού έβαλα τον δίσκο στο τραπέζι:

Δεν ήταν ανάγκη να μπείτε σε τόσο κόπο. Ένα ποτήρι νερό μας έφτανε.

Τι είναι αυτά που λες, Κώστα; Του είπε ο πατέρας μου. Πρώτη φορά που έρχεστε στο σπίτι μας, να μην σας περιποιηθούμε; Σήκωσε το ποτήρι του, είπε «Στην υγειά σας, παιδιά» και ρούφηξε το κρασί του μ’ ευχαρίστηση. Έπειτα, γυρίζοντας σε μένα, είπε:

Σύρε τώρα, Μερόπη μου, στις δουλειές σου. Άμε στο καλό.

Βγαίνοντας, πρόσεξα πως ο ψηλός επισκέπτης μας με παρατηρούσε αμίλητος ενώ ο κύρης μου και ο άλλος ξένος έπιναν το κρασί τους.

Κόντευε μεσημέρι όταν έφυγαν οι μισαφιρέοι μας. Η μάνα μου ερχότανε εκείνη την ώρα από την επίσκεψή της και τους συνάντησε στην αυλή. Την χαιρετίσανε κι ανέβηκαν στα μουλάρια τους που είχανε δεμένα απέξω, τραβώντας για την πλατεία του χωριού.

Στρώστε το τραπέζι, κορίτσια, είπε η μάνα μου κι ανέβηκε στο δωμάτιό της να ξεντυθεί.

Ανέλαβε εσύ, Σταυριανή, το τραπέζι, την παρακάλεσε ο πατέρας μου. Κι εσύ, Μερόπη μου, έλα εδώ έξω που θέλω να σου πω. Μπήκε στο θέμα χωρίς περιστροφές.

Για σένα ήρθανε οι Νιοχωρίτες, μου είπε. Ο μεγαλύτερος, μ’ άκουσες που τον φώναξα Κώστα, γυρεύει μια καλή κοπέλα να παντρευτεί. Τα συζητήσαμε και συμφωνήσαμε να γίνουν οι αρραβώνες σας την άλλη Κυριακή. Την Τετάρτη θα ξανάρθει στο χωριό να συναντηθείτε οι δυο σας και να γνωριστείτε καλύτερα. Του έκανες καλή εντύπωση, έτσι μου είπε. Λοιπόν, τι λες;

Είχα μείνει άφωνη, δεν μπορούσα να πιστέψω αυτά που άκουγα. Κι αν δεν τους είχα δει τους επισκέπτες μας, θα έλεγα πως με πείραζε. Το μόνο που κατάφερα να ψελλίσω ήταν:

Ο,τι πεις εσύ, πατέρα.

Θέλω να ξέρεις, μου ξανάπε εκείνος, πως ο Κώστας είναι εντάξει άνθρωπος. Έλειπε χρόνια φαντάρος, στους Βαλκανικούς Πολέμους και έπειτα στη Μικρασία, γι’ αυτό άργησε να παντρευτεί. Μα τώρα που το αποφάσισε, επέλεξε εσένα. Ο άλλος ξένος που είδες, είναι ο μικρότερος αδελφός του. Έχει ακόμα δυο αδελφούς και μια αδελφή. Ζούνε όλοι στο Νιχώρι και έχουν γιδοπρόβατα. Πολλά σου είπα. Τα άλλα θα στα πει ο ίδιος την Τετάρτη. Πάμε τώρα μέσα για φαγητό και μην βάζεις έγνοιες στο μυαλό σου. Όλα θα πάνε κατ’ ευχήν, κατέληξε και μπήκε στο σπίτι.

Την Τετάρτη δεν συναντηθήκαμε με τον άνθρωπο που θα γινόταν άντρας μου, γιατί δεν μπόρεσε να έρθει στην Αγία Τριάδα. Μας μήνυσε πως θα βλεπόμασταν την Κυριακή στους αρραβώνες. Θα ερχόταν με τους δικούς του και τους κουμπάρους μας από το πρωί.

Μέσα στη φούρια των ετοιμασιών, πέρασε η εβδομάδα χωρίς να το καταλάβω. Ήμουν τόσο κουρασμένη κάθε βράδυ, που μόλις έπεφτα στο στρώμα μου κοιμόμουν αμέσως. Καλύτερα έτσι, αλλιώς θα με βασάνιζαν του κόσμου οι σκέψεις κι ίσως ν’ άλλαζα γνώμη. Δεν ήθελα να σκέφτομαι τίποτα. Ήταν όλα τόσο ξαφνικά, τόσο απίστευτα, λες και αφορούσαν κάποιαν άλλη και όχι εμένα. Κι όμως, εγώ ήμουν εκείνη που θα αρραβωνιαζόταν την Κυριακή. Έναν άγνωστο σαρανταπεντάρη τσοπάνη από το Νιχώρι, που τον λέγανε Κώστα.

Το Σαββατοκύριακο, παραμονή των αρραβώνων μου, ήμουν πανικόβλητη. Ένιωθα χάλια, εξαντλημένη, άρρωστη. Η μάνα μου μ’ έστειλε από νωρίς στο κρεβάτι να ξαπλώσω και να ηρεμήσω. Έλεγα ότι δεν θα μ’ έπαιρνε ο ύπνος απόψε, μα ούτε κατάλαβα πότε ξημέρωσε η Κυριακή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ

Ξενυχτήσαμε στους αρραβώνες μου. ήρθε ο γαμπρός με τους δικούς του και τους συμπεθέρους από το Νιχώρι. Σ’ ένα σακούλι φέρανε και κουφέτα για να μοιράσουμε στον κόσμο. Μέχρι και η αδελφή του η Ελένη με τον άντρα της τον Γιάννη, ήρθανε από την Σπάρτη για τ’ αρραβωνιάσματα. Με τον μεγαλύτερο αδελφό του είχανε ψυχρανθεί και δεν ήρθε με την οικογένειά του στους αρραβώνες. Ήταν όμως καλός άνθρωπος ο κουνιάδος μου κι αγάπαγε τον αδελφό του. Ο λόγος που οι γονείς του δεν θέλανε πολλά σχετικά μαζί του ήταν γιατί είχε παντρευτεί από έρωτα και δεν εγκρίνανε την κοπέλα. δεν συγχωρήσανε την απόφαση του γιου τους να τους αψηφήσει. Δεν πήγανε στο γάμο του κι ούτε δεχθήκανε, όσο ζούσανε, στο σπίτι τους την σύζυγό του.

Τρεις εβδομάδες πριν τον γάμο, πήγα με τον αδελφό μου τον Παναγιώτη στην Τρίπολη. Όταν είχε έρθει ο Κώστας στην Αγία Τριάδα, πριν λίγες μέρες, πήρε την αδελφή μου την Σταυριανή παράμερα και της είπε με τρόπο να πάω στο γιατρό να φτιάξω τα μπροστινά μου δόντια που είχανε χαλάσει. Καθίσαμε στο σπίτι ενός φίλου του πατέρα μας, όσο καιρό χρειάστηκε και στην επιστροφή μας στο χωριό μας καμάρωνα για τα φροντισμένα δόντια μου.

 

«Μεγάλη μέρα, σήμερα, κυρα-Αγγελική μου», άκουσα να λέει στη μάνα μου ο κουμπάρος μας. «Και που να δείτε στο γάμο τι έχει να γίνει», συμπλήρωσε με νόημα. Όλοι ήτανε χαρούμενοι και διασκεδάζανε. Μονάχα ο πεθερός μου καθότανε στενοχωρημένος σε μια γωνιά. Η πεθερά μου τον πλησίασε και τον ρώτησε τι έχει. Έπιασε με τα χέρια του το κεφάλι του και της απάντησε: «Να το πάθω εγώ αυτό! Έπρεπε να είχαμε φέρει και εμείς ένα σφαχτό για το τραπέζι! Τόσα ζωντανά έχουμε δικά μας, ένα δεν ήτανε έλλειψη. Για μια τέτοια χαρά! Ντρέπομαι, γυναίκα και που το σκέφτομαι. Τι θα πει ο κόσμος και οι συμπέθεροι…» Δεν άκουσα τι του είπε η πεθερά μου, μα τον είδα που σηκώθηκε και τράβηξαν μαζί για το τραπέζι που κάθονταν οι δικοί μου με τους κουμπάρους μας.

Πέρασε και τούτη η ιστορία με μπόλικη κούραση απ’ όλους μας. Οι γονείς μου και τ’ αδέλφια μου, όλοι, συμμετείχαν στις ετοιμασίες και μας περιμένανε ακόμα πολλές δουλειές μέχρι την ημέρα του γάμου.

Ο γάμος μας γίνηκε στην Αγία Τριάδα, το χωριό μου. Στην εκκλησία απέξω, μετά τα στεφανώματα, χορέψαμε με τους κουμπάρους μας τους γονείς μας και ύστερα όλα τα συμπεθεριά, ήρθαμε με τ’ άλογα στο Νιχώρι, στο νέο μου σπιτικό! Χάρηκα που ήρθε και ο Λευτέρης, ο μεγαλύτερος κουνιάδος μου. Μου έφερε δώρο ένα ωραίο ύφασμα. «Να ράψεις ένα φουστάνι, όπως εσύ το θέλεις», μου είπε και με φίλησε καλοσωρίζοντάς με στην οικογένειά τους.

Δώρα από συγγενείς, συγχωριανούς και φίλους από άλλα χωριά, μαζί με της προίκας μου τα πράγματα, φορτωθήκανε σε δύο κάρα και μπήκαν στη σειρά με τους πεζούς και τους έφιππους συμπέθερους. Τριάντα φουστανελάδες πάνω στ’ άλογά τους μας συνόδεψαν στο Νιχώρι.

Το νέο μου σπίτι ήταν κοντά στην  πλατεία του μεγάλου χωριού. Μου φάνηκε τεράστιο, όταν το πρωτοαντίκρυσα. Στο χωριό μου δεν είχαμε τόσο ψηλά σπίτια. Τούτο ήταν από τα μεγαλύτερα της πολιτείας. Δυο όροφοι και τρία μαγαζιά στο ισόγειο. Από τον δρόμο ανέβαινες αρκετά σκαλιά για να φτάσεις στην ξώπορτα. Αυλή δεν είχε, όπως τα περισσότερα σπίτια στο Νιχώρι. Τα μποστάνια και τα ζωντανά τους τα είχαν μακριά από τις κατοικίες τους.

Κατεβήκαμε από τ’ άλογα κι ανεβήκαμε τα πέτρινα σκαλιά. Στην πάνω μεγάλη σάλα του σπιτιού θα γινότανε το γλέντι για τους συμπεθέρους. Και όσοι Νιοχωρίτες περνούσαν για να μας ευχηθούν, υπήρχε χώρος και γι’ αυτούς. Υπήρχανε φαγητά λογιώνε και κρασί άφθονο στις κανάτες πάνω στα τραπέζια. Σε άλλο δωμάτιο είχανε μεταφέρει τα έπιπλα, κάνοντας χώρο για τους χορευτές. Ως τα χαράματα κράτησε το γλέντι και θα συνεχιζότανε και την άλλη μέρα, αν δεν ξημέρωνε τ’ Αγιαννιού του Νηστευτή. Κανένας δεν έτρωγε κρέατα εκείνη την ημέρα!

Δεν έβαλα μπουκιά στο στόμα μου στο τραπέζι! Είχα ακούσει από παιδούλα στο χωριό μου, ότι η νύφη δεν πρέπει να τρώει σο τραπέζι του γάμου της, γιατί λέγανε ότι θα «τρώγεται» με τα πεθερικά της! Το είχα πιστέψει και είχα φοβηθεί όταν το πρωτοάκουσα. Έτσι δεν έφαγα εκείνο το βράδυ τίποτα. Δεν πεινούσα καθόλου, γιατί πριν το γάμο μας, είχαμε φάει πλούσια στο πατρικό μου σπίτι.

Δεν πήγαμε πουθενά για νυφικό περίπατο, τον μήνα του μέλιτος που λένε σήμερα. Δεν είχαμε χρόνο λεύτερο για ξόδεμα σε τέτοια ταξίδια και σε χαζέματα. Ο Κώστας με τα κουνιάδια μου, έπρεπε να φροντίσουν τα ζωντανά τους. Οι δουλειές πολλές, στο σπίτι και στα χτήματα. Έτσι, το μέλι και τη ζάχαρη των πρώτων μερών του γάμου μου, δεν τα γεύτηκα. Είχα ακούσει να μιλάνε γι’ αυτά, μα ο,τι δεν έχεις γνωρίσει και δεν κατέχεις, δεν σε νοιάζει, δεν σου λείπει.

Η κουμπάρα μας, παπαδοπούλα κι άνθρωπος μορφωμένος κατά πως ταίριαζε στου κύρη της τη θέση, με πήρε παράμερα, όταν τελείωσε το γλεντοκόπι κι έφυγαν οι καλεσμένοι μας.

Απόψε, μου ’πε, να μη βρεθείς με τον άντρα σου. μέρα που ξημερώνει, ας την φυλάξετε. Κι ο Αγιάννης θα σας έχει πάντα καλά, άκου με.

Ο,τι πεις εσύ, κουμπάρα μου, ψέλλισα. Εγώ δεν ξέρω απ’ αυτά. Για να το λες, κάτι παραπάνω θα γνωρίζεις.

Κι έτσι, το πρώτο μου βράδυ στο Νιχώρι, νιόπαντρη και κουρασμένη από τα όσα πρωτόγνωρα μου συνέβησαν, κοιμήθηκα μονάχη μου στο μεγάλο νυφιάτικο κρεβάτι.

Το άλλο βράδυ, κανένα εμπόδιο δεν υπήρχε για να βρεθεί το αντρόγυνο μαζί. «Σύρετε να ξεκουραστείτε τώρα εσείς οι δυο», μας είπε η πεθερά μου. «Και το πρωί μην βιαστείτε να σηκωθείτε. Οι δουλειές μπορούν να περιμένουν. Άντε, με την ευχή μου», μας προέτρεψε. Σηκώθηκε πρώτος ο Κώστας και τον ακολούθησα μετά από λίγη ώρα.

Ήμουν αθώα, χωρίς εμπειρίες, δίχως τίποτα από το παρελθόν μου ν’ αναπολώ και να χαίρομαι ή έστω να πονώ και να λυπάμαι. Για μένα, τούτη η βραδιά, έπαιρνε στο μυαλό μου διαστάσεις φοβερές και ήταν αυτά που ένιωθα, ανάκατα μέσα μου. φόβος απροσδιόριστος, περιέργεια μεγάλη για όσα θ’ ακολουθούσαν, μα και προσμονή να γευτώ της καινούργιας τούτης πράξης τις λεπτομέρειες.

Πήγαινε και συ να ξεντυθείς να πέσουμε, μου είπε ο άντρας μου, όταν με είδε να μπαίνω στο δωμάτιό μας.

Θα κάνω γρήγορα, του απάντησα κι αρπάζοντας το νυχτικό μου από μια καρέκλα που το είχε αφήσει, βγήκα από το δωμάτιο.

Ε, για πού το έβαλες; Άκουσα τον Κώστα να μου φωνάζει. Σε πιάσανε τώρα οι ντροπές και κρύβεσαι;

Γύρισα ντυμένη με το μακρύ μου νυχτικό κι έκανα να τρέξω στο κρεβάτι να ξαπλώσω, πριν με προλάβει ορθή ο άντρας μου. έτσι όπως ήτανε μισοφωτισμένος ο χώρος από την λάμπα πετρελαίου, δεν πρόσεξα τον Κώστα που στεκότανε στη γωνία πίσω από την πόρτα και με περίμενε να μπω. Τον είδα έξαφνα μπρος μου και σκιάχτηκα.

Όταν με πλησίασε και πήγε ν’ απλώσει απάνω μου, του ’δωσα μια κλωτσιά και τον έσπρωξα μακριά. Ήταν τόση η δύναμη που έβαλα, ώστε το σώμα του χτύπησε πίσω στον τοίχο. Δεν έπεσε στο πάτωμα αλλά έπιασε με το χέρι του το χτυπημένο πόδι του. Μια βρισιά βγήκε από το στόμα του, μα δεν την κατάλαβα, γιατί ήμουν τρομοκρατημένη με αυτό που είχα κάνει. Προχώρησε προς το μέρος μου ξανά.

Μην ξανακάμεις τέτοια κίνηση, μου ’πε θυμωμένος. Τι σκιάζεσαι; Τώρα είμαι άντρας σου. Σύρε μπες μέσα στα σκεπάσματα.

Υπάκουσα τρέμοντας ακόμη. Ξάπλωσα βιαστικά και σκεπάστηκα ως το λαιμό με το σεντόνι και την υφαντή κουβέρτα. Ο Κώστας πήγε από την άλλη πλευρά του κρεβατιού, τράβηξε τα σκεπάσματα και βρέθηκε δίπλα μου…

Ξύπνησα νωρίς το πρωί. Βρήκα την πεθερά μου να συμμαζεύει το σπίτι. Ετοιμαζόταν να ζυμώσει ψωμί.

Μάνα, της είπα, κάτσε να σε βοηθήσω με το ζύμωμα.

Πήγαινε στον άντρα σου, με μάλωσε κείνη. Δεν είναι δική σου δουλειά αυτό σήμερα. Έχεις όλον τον καιρό μπροστά σου και για ζύμωμα και για του σπιτιού το νοικοκύρεμα. Σε τούτο το σπίτι, δεν τελειώνουν ποτέ οι δουλειές. Ακόμα εδώ είσαι;

Επέστρεψα στο δωμάτιό μας. Ο Κώστας κοιμόταν ακόμα, δεν τον ενόχλησα. Σκεπάστηκα ως τα πάνω κι αποκοιμήθηκα. Πλησίαζε μεσημέρι, όταν χορτασμένοι κι οι δυο από τον ύπνο, σηκωθήκαμε. Η πεθερά μου είχε στρωμένο το τραπέζι και μας περίμεναν για το φαγητό.

Την επόμενη μέρα, σηκώθηκα πάλι πρωί. Ο άντρας μου είχε φύγει με τα κουνιάδια μου, ούτε τον πήρα είδηση πότε σηκώθηκε. «Οι άντρες φεύγουν πολλά πρωί», μου ’πε η πεθερά μου «και γυρίζουν αργά, σαν έχουν τελειώσει όλες τις δουλειές τους», συμπλήρωσε.

Τις πρώτες μέρες, αφού τελείωνε η δική μου συνεισφορά στο νοικοκυριό, καθώς ήμουν νιόπαντρη και δεν είχα πολλά πράγματα να κάνω, τριγύριζα τα δωμάτια στο μεγάλο σπίτι, που γίνηκε τώρα σπίτι μου. ούτε που το περίμενα να μου συμβεί αυτό. Είχα δει ένα όνειρο, κάποιο βράδυ μετά τους αρραβώνες μου. ανέβαινα, λέει, την σκάλα ενός ξένου σε μένα σπιτιού. Έφτασα στην σάλα του, ίδια με το δωμάτιο που έγινε το γλέντι του γάμου μου, και έβγαλα τα παπούτσια μου απέξω. «Εδώ θα κάτσεις», άκουσα τον κύρη μου να με προστάζει.

Τι λες πατέρα μου; του αποκρίθηκα; Τι γυρεύω εγώ εδώ μέσα; Έκανα να φύγω, μα με έσπρωξε στο δωμάτιο και χάθηκε από τα μάτια μου. ξύπνησα τρομαγμένη… Να που βγήκε το όνειρο σωστό.

Το σπίτι είχε πολλά παράθυρα και μπαλκονόπορτες. Ολημερίς είχε φως και όταν ανοίγαμε τα παραθυρόφυλλα  έφταναν επάνω οι φωνές από τον δρόμο και οι μυρουδιές από των άλλων σπιτιών τα μαγειρέματα. Κι όταν νύχτωνε, ανάβαμε τις λάμπες πετρελαίου, του τοίχου και δυο επιτραπέζιες (από την προίκα μου) και γέμιζε το σπίτι σκιές. Ίσκιοι γνώριμοι, σπιτικοί, διαγράφονταν στους ασβεστωμένους τοίχους, παίρνοντας κάποιες βραδιές διαστάσεις εξωπραγματικές. Στην αρχή με φόβιζαν, έπειτα τους συνήθισα και δεν με ένοιαζε. Είναι θαρρώ το συνήθειο, μια ευεργεσία που δόθηκε από τον Θεό στον άνθρωπο, για να ξεπερνά πολλά πράγματα, που αλλιώτικα δεν θα τ’ άντεχε.

Η πεθερά μου άναβε και το καντηλάκι στο δωμάτιο με τα εικονίσματα. Έκαιγε μέρα – νύχτα το λουμίνι στο ποτηράκι με το λάδι. «Για να μας φυλάει ο Θεός και η παναγία», έλεγε η γερόντισσα και δεν παρέλειπε να σταυροκοπιέται τακτικά. Ήταν άνθρωπος που ’χε φόβο Θεού. Κάθε πράξη, σκέψη και λόγος της, ήταν πάντοτε μετρημένα και δεν ήθελε να αδικήσει ή να βλάψει κανέναν. Τις Κυριακές ήταν απ’ τις πρώτες που έφταναν στην εκκλησία, στο δικό της στασίδι ακούμπαγε το κουρασμένο της κορμί και παρακολουθούσε τη Θεία Λειτουργία. «Όσες δουλειές κι αν έχουμε», μου έλεγε, «τα πρωινά της Κυριακής είναι αφιερωμένα στον Κύριο. Μην το ξεχάσεις τούτο ποτέ και δεν θα βγεις χαμένη.»

Στις δεκαπέντε μέρες από το γάμο μας, πήγαμε στην Αγία Τριάδα να δούμε τους δικούς μου. Τα πιστρόφια της νύφης, που λένε. Γυρνά στον τόπο της να πάρεις τις ευχές από την οικογένειά της και τους συγγενείς της. Πόση συγκίνηση ένιωσα πατώντας στα γνώριμα χώματα του χωριού μου. Πόσα δάκρυα έχυσα, όταν αντίκρισα, στου πατρικού σπιτιού μου την εξώπορτα, τους γονείς μου και τ’ αδέλφια μου… Έτρεξα κοντά τους με τόση λαχτάρα, που παραξένεψε την μάνα μου.

Μπα, σε καλό σου, κόρη μου, μ’ αποπήρε! Πώς κάνεις έτσι; Εδώ είμαστε, δεν έλειψες δα καιρό από κοντά μας.

Και γυρνώντας στον άντρα μου, του ’πε με γλυκάδα περισσή:

Πέρασε μέσα, γαμπρέ μου. τούτη δω η τσούπρα μας, έτσι ήταν απ’ τα μικράτα της. Ευσυγκίνητη και παραπονιάρα.

Θα στρώσει σιγά –σιγά, της απάντησε αυτός και μπήκε στο σπίτι ακολουθούμενος απ’ την υπόλοιπη οικογένεια, που ανυπομονούσε να μας δεις και να μας ευχηθεί.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ

Στο σπίτι του πατέρα μου στην Αγία Τριάδα, γέννησα το γιο μου τον Δημήτρη, ένα χρόνο περίπου μετά το γάμο μου. Ήτανε Αύγουστος του 1939. Είχα πάει για λίγες μέρες να δω τους γονείς μου και να ξεκουραστώ. Πλησίαζε ο καιρός μου να γεννήσω, ήμουν στον μήνα μου και όλοι με προσέχανε για να γεννηθεί το παιδί γερό, όπως λέγανε.

Μεγάλο πανηγύρι της Παναγιάς στις δεκαπέντε Αυγούστου γινόταν σ’ ένα γειτονικό χωριό και οι γονείς μου με τ’ αδέλφια μου, σηκώθηκαν απ’ τα χαράματα για να πάνε στη χάρη Της.

Σήκω και συ, κόρη μου, με παρακίνησε η μάνα μου, να πάμε ν’ ανάψουμε ένα κερί στην Παναγιά, να έχεις καλή λευτεριά.

Ένιωθα τα πόδια μου βαριά και όλο το σώμα μου πρησμένο.

Καλύτερα να μείνω στο κρεβάτι, μάνα, της αποκρίθηκα. Που να πάω τόσο δρόμο με το ζώο, δεν είναι κι ο Κώστας φερμένος να με βοηθήσει…

Δεν επέμενε. «Ξέρω απ’ αυτά και δεν έχεις αμαρτία. Κάνε τον σταυρό σου, θ’ ανάψω και το καντηλάκι, ξεκουράσου. Θα σου περάσει, θα δεις. Όπου να ’ναι έρχεται το μωρό μας», είπε.

Πέρασαν όμως πέντε μέρες μέχρι κείνη την άγια ώρα.

Με ταλαιπώρησε ο κανακάρης μου μέχρι να γεννηθεί, αλλά χαλάλι του μπρος στη μεγάλη χαρά που μας έδωσε. Σάββατο βράδυ με πιάσανε οι πόνοι κι ως το μεσημέρι της Κυριακής, που βγήκε το παιδί, είχα εξαντληθεί από την προσπάθεια. Μα τη στιγμή εκείνη, μαγική θα την πω, που η μαμή και η μάνα μου βάλανε στην αγκαλιά μου το νεογέννητο, όλα τα ξέχασα. Κρατούσα και κοιτούσα το νιούτσικο, κλαίγοντας από ευτυχία.

Να μας ζήσει ο Δημητρός, είπε η μάνα μου.

Καλότυχο να ’ναι, κυρα – Αγγελική, ευχήθηκε και η μαμή.

Δόξα τω Θεώ που είναι γερό, ξανάπε η γερόντισσα και βγήκε από το δωμάτιο να πει τα νέα στους άλλους, που περίμεναν στη σάλα.

Τον Ιούλιο του ’40, βαφτίσαμε το γιο μας σ’ ένα ξωκλήσι, τον Αγιο – Λιά.

Τον χειμώνα εκείνης της χρονιάς, ο Κώστας είχε πάει να ξεχειμωνιάσει με τα ζωντανά μας στην Καρύταινα. Μαζί του ήταν και ο μικρότερος αδελφός του ο Σωτήρος, ενώ ο μεσαίος, ο Άγγελος, έμεινε στο σπίτι να μας βοηθάει με τα χτήματα και τις άλλες δουλειές.

Με το ξέσπασμα του Πολέμου, το ’40, ο άντρας μου δεν πήγε στρατιώτης, γιατί ήταν μεγάλος σε ηλικία. Τα δυο μικρότερα αδέλφια του πήγαν στην Αλβανία. Γυρίσανε πίσω στον τόπο τους, όταν οι Γερμανοί κατακτητές μπήκαν στην Αθήνα.

Ήτανε Γενάρης του Σαράντα ένα, όταν ο Κώστας αρρώστησε βαριά από κρυολόγημα. Ήρθε ο γιατρός να τον δει και διέταξε ανάπαψη, ζεστασιά και καλό φαγητό. Μα η κατάστασή του, αντί να καλυτερεύει χειροτέρευε. Ξανάρθε ο γιατρός, τον εξέτασε, του βρήκε πνευμονία. Έγραψε και άλλα φάρμακα, είπα να τον πάμε στο τοπικό Νοσοκομείο για καλύτερα, ο Κώστας δεν ήθελε. Έμεινε τελικά στο σπίτι μας. Περνούσε κάθε μέρα ο γιατρός και τον έβλεπε. Άργησε να συνεφέρει από τούτο το κακό και μέχρι να μπορεί να σηκώνεται από το κρεβάτι, εγώ ήμουν τόσο εξαντλημένη που δεν με βαστούσανε τα πόδια μου. με βοηθούσε και η πεθερά μου, δεν λέω, μα γριά γυναίκα ήτανε, είχα και τα δικά της προβλήματα, δεν την άφηνα να κάνει βαριές δουλειές. Πρόσεχε τον εγγονό της για να είναι και μένα τα χέρια μου λεύτερα από την έγνοια του παιδιού.

Μέρες Κατοχής και φόβου ζούσε ο κόσμος. Κακά μαντάτα έρχονταν από την πρωτεύουσα για τα όσα ο Χίτλερ σχεδίαζε και έπραττε στην Ευρώπη και στην χώρα μας με τον στρατό του.

Έρχονταν στο Νιχώρι Γερμανοί στρατιώτες με φορτηγά, μα δεν μένανε ποτέ πάνω από τρεις μέρες. Τους πατριώτες που συλλαμβάνανε από την περιοχή, τους οδηγούσαν στις φυλακές της Τρίπολης. Αρκετοί από αυτούς δεν ξαναβλέπανε τους δικούς τους. Υπήρχαν μερικοί Γερμανοί στρατιωτικοί γιατροί στο μικρό Νοσοκομείο του χωριού που το είχαν επιτάξει. Εξέταζαν τους δικούς τους τραυματίες. Οι ντόπιοι πήγαιναν στους δυο συγχωριανούς τους γιατρούς για να κοιταχτούν, κάποιοι και στους πρακτικούς, που τους εμπιστεύονταν πιότερο από τους επιστήμονες.

Οι περισσότεροι Γερμανοί φέρονταν καλά στους Νιοχωρίτες. Ίσως γιατί ήταν περαστικοί και δεν ανακατεύονταν οι χωριανοί στις δουλειές τους. Υπήρχαν και οι εξαιρέσεις βέβαια. Κάποια φορά, ο Κώστας μου ερχότανε από τα χτήματα πάνω σ’ ένα μουλάρι. Ένας στρατιώτης που τον είδε πάνω στο ζώο, του φώναξε να κατέβει από το ζωντανό και να του το δώσει. Εκείνος αρνήθηκε και ο Γερμανός τον χαστούκισε ρίχνοντάς τον κάτω. Ήρθαν κι άλλοι σύντροφοί του να παρακολουθήσουν τον καυγά μα επενέβη ο αξιωματικός τους και τελικά αφήσανε τον άντρα μου να φύγει χωρίς να του πάρουνε το μουλάρι. Δεν ήτανε να μπλέκει κανείς σε καυγάδες, ούτε με τους Γερμανούς ούτε με άλλους εκείνα τα χρόνια, γιατί δεν ήξερε τι τον περίμενε. Ο Κώστας, επειδή δεν άκουγε καλά, απέφευγε τις πολλές συναναστροφές κι όταν τελείωνε τις δουλειές της μέρας, ερχόταν στο σπίτι μας να ξεκουραστεί. Στο καφενείο σπάνια πήγαινε. Δεν ευκαιρούσε με τόσα ζωντανά, τα χτήματα και τις άλλες δουλειές. Στήσαμε το σπιτικό μας στο Νιχώρι, με κούραση και δυσκολίες. Οι δοκιμασίες δεν λείπανε. Όπως τότε, στην Κατοχή, που κάποιος Χίτης χτύπησε τόσο πολύ τον άνθρωπό μου, που κουφάθηκε και από το άλλο του το αυτί. Έφαγε άγριο ξύλο, γιατί αρνήθηκε να ξεφορτώσει στην αυλή του σπιτιού που έμενε ο Χίτης, τα δεμάτια τα ξύλα που κουβαλούσε με τα ζωντανά μας. Άκουσαν οι γείτονες τις φωνές και βογκητά του και τρέξανε να τον γλιτώσουν από τα φονικά χέρια. Έκανε μέρες να σηκωθεί από το κρεβάτι. Πονούσε σε όλο του το κορμί, βούιζε το κεφάλι του και έτρεχε πύον από το αυτί του που ’χε μολυνθεί. Είπα πως δεν θα ζούσε, μόλις τον φέρανε στο σπίτι γεμάτον αίματα και λάσπες, μα τα κατάφερε τελικά. Άμα πήρε λίγο καλύτερα κι άρχισε να σηκώνεται από το κρεβάτι χωρίς την βοήθειά μας, τα έβαλα μαζί του που πήγε και πιάστηκε στα χέρια με κείνον τον παλιάνθρωπο.

-Να τ’ αποτελέσματα, του είπα. Πάλι καλά που δεν σ’ άφησε στον τόπο. Τέτοιοι άνθρωποι δεν έχουνε μπέσα, δεν λογαριάζουν τη ζωή των άλλων.

Πάντως τα ξύλα δεν τα πήρε, μου απάντησε. Δεν πέτυχε αυτό που ήθελε. Αν του χαριζόμουνα, θα με έκανε ο,τι ήθελε κάθε φορά.

Στο πέρασμα του χρόνου, θυμόμαστε πότε – πότε τούτο το περιστατικό, εγώ με ανατριχίλα και αποστροφή, ο Κώστας μου με χαμόγελο, γιατί τελικά δεν έφαγε άδικα τόσο ξύλο. «Ξύλο για τα ξύλα», έλεγε χαριτολογώντας κλείνοντας την κουβέντα μας.

red continue_______________________________________________________________________________________________

Στη Μνήμη της γιαγιάς μου Κωνσταντίνας Σταθοπούλου – Γιαννακοπούλου (από την Ελάτη Αρκαδίας) και του παππού μου Γιάννη Κ. Σταθόπουλου (από την Δημητσάνα Αρκαδίας).        

«SUNSHINE AND SHADOWED» Novel by Zacharoula Gaitanaki  – In Memory of my grandmother Konstantina Stathopoulou-Giannakopoulou (from Elati of Arcadia) and my grandfather Giannis K. Stathopoulos (from Dimitsana of Arcadia). ΚΕΡΙ________________________________________________________________________________________________

 

 

 

Advertisements