ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ / NOVEL

ΛΙΑΚΑΔΑ ΚΑΙ ΣΚΙΕΣ


Μυθιστόρημα της Ζαχαρούλας Γαϊτανάκη  «ΛΙΑΚΑΔΑ ΚΑΙ ΣΚΙΕΣ»

Novel by Zacharoula Gaitanaki

To “ΛΙΑΚΑΔΑ ΚΑΙ ΣΚΙΕΣ” είναι η ιστορία μιας απλής γυναίκας, που έζησε τα μικρά και μεγάλα γεγονότα του εικοστού αιώνα, στον τόπο της γέννησής της αρχικά, σε μια κοντινή πολίχνη που πήγε ως νύφη κατόπιν, στην Αθήνα αργότερα προς το τέλος της ζωής της. Η ηρωίδα, η Μερόπη, είναι ένας άνθρωπος που αγωνίστηκε – άλλοτε νικηφόρα και συχνά αποτυχαίνοντας – να προσπεράσει τους ίσκιους που της κρύβανε τον ήλιο και να χαρεί την λιακάδα…

CHAPTER ONEΚεφάλαιο Πρώτο

 

red continue

GRAPSIMO

Κεφάλαιο Τέταρτο  (απόσπασμα)

Κάνω μια πάψη εδώ, από της φαμελιάς μου και του χωριού μου τις περιγραφές, για να διηγηθώ της νιότης μου τις ταραχές. Κορίτσι ήμουνα, γυναίκα έγινα. Μέσα σε μια στιγμή. Από τη μια στιγμή στην άλλη.

Ήτανε Πρωτομαγιά κι είχαμε πάει από το πρωί με την Τασούλα να μαζέψουμε στα χωράφια λουλούδια να πλέξουμε στεφάνια. Κι άλλα κορίτσια και παιδιά συναντήσαμε στο δρόμο μας, γίναμε μια μεγάλη παρέα και όλοι μαζευτήκαμε σ’ ένα χέρσο χωράφι και το ρίξαμε στο τραγούδι και στο χορό. Βαριά σύννεφα είχαν μαζευτεί στον ουρανό. Λίγο αργότερα άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες ψιχάλες. Ένα από τ’ αγόρια, θυμωμένο που η βροχή χάλασε την διασκέδασή μας, ακούστηκε να λέει:
– Τι περιμένεις; Στον καταραμένο τόπο, Μάη μήνα βρέχει !
– Σώπα, Σωτήρη, του απάντησε η αδελφή μου. Από τον Θεό είναι η βροχή,
καλοδεχούμενη να λες.
Και γυρίζοντας σε μένα πρόσθεσε:
– Έλα, Μερόπη μου, να γυρίσουμε στο σπίτι μας. Θ’ ανησυχούνε οι δικοί
μας. Να κρεμάσουμε και το στεφάνι που φτιάξαμε στο χαγιάτι μας και να
δώσουμε και στη μάνα τ’ αγριολούλουδα που μάζεψες.

Έβρεχε δυνατά, όταν μπήκαμε στην αυλή μας. Ο πατέρας μου στεκότανε σκυθρωπός στο χαγιάτι και μας περίμενε.
– Βραχήκατε, είπε μονάχα.
Η αδελφή μου του έδωσε το στεφάνι να το κρεμάσει ψηλά στον τοίχο και μπήκαμε μέσα στο σπίτι ν’ αλλάξουμε τα φορέματά μας. Το τζάκι ήταν αναμμένο στο χειμωνιάτικο.
– Να βγάλετε τα ρούχα σας κι ελάτε μετά να ζεσταθείτε, είπε η μάνα μου μόλις μας είδε. Άντε γρήγορα μην κρυολογήσετε.
Έτρεξα κοντά της και της έβαλα στα χέρια το μπουκετάκι με τα λουλουδάκια που είχα μαζέψει. Το σήκωσε και το έφερε στη μύτη της μυρίζοντάς το.
– Να ’σαι καλά, κόρη μου, γύρισε και μου είπε.
– Έλα, πάμε στο δωμάτιό μας ν’ αλλάξουμε, μου είπε η Τασούλα τραβώντας
με από το μανίκι.
Βγάλαμε βιαστικά τα φορέματά μας και τα παπούτσια μας και τα κρεμάσαμε να στεγνώσουν. Βρήκαμε τους γονείς μας και την γιαγιά μας να κάθονται κοντά στο τζάκι. Τα μικρότερα αδέλφια μας κάθονταν σταυροπόδι πάνω σε μια
κουρελού και παίζανε. Πήραμε δυο σκαμνάκια και ζυγώσαμε κοντά στην φωτιά να πυρωθούμε.

Κάθισα στο σκαμνί μου. Ξαφνικά ένιωσα έναν πόνο στην πλάτη και σουβλιές στην κοιλιά μου. Βόγκηξα. Η μάνα μου έτρεξε αμέσως και με σήκωσε από το σκαμνί. Τη βοήθησε ο πατέρας μου και με πήγανε στο κρεβάτι μου. Η κοιλιά μου συνέχιζε να με πονά.
– Θα κρύωσε το κορίτσι, άκουσα τον πατέρα μου να λέει.
– Μπα, δεν είναι κρυολόγημα, του απάντησε η μάνα μου. Θα σου πω μετά
του ξανάπε και τον έδιωξε από το δωμάτιο.

Η μάνα μου ήρθε και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού μου.
– Είσαι καλύτερα τώρα; με ρώτησε.
– Πονάω ακόμα, της απάντησα. Τι έχω, μανούλα, θα πεθάνω;
– Όχι, κόρη μου, μου αποκρίθηκε. Δεν είναι αρρώστια αυτό που έχεις.
– Τι είναι; την ξαναρώτησα.
– Είναι που γίνεσαι γυναίκα, Μεροπάκη, μου απάντησε η μάνα μου.
Άρχισε να μου εξηγεί κι εγώ την άκουγα. Σαν τέλειωσε:
– Κατάλαβες; με ρώτησε χαϊδεύοντάς μου το κεφάλι.
– Ναι, μπόρεσα να πω μέσα στους πόνους μου.
– Θα πάω να σου φτιάξω ένα χαμομήλι να πιείς. Μην σηκωθείς από το
στρώμα σου.

Βγήκε η μάνα μου από το δωμάτιο και έμεινα μόνη μου. Έφερα στο νου μου ξανά τα λόγια της: «Είναι που γίνεσαι γυναίκα…». Ανατρίχιασα. Γυναίκα. Εγώ. Το κορίτσι που γύριζε παντού ελεύθερο και τίποτα δεν έβαζε στο νου του. Τώρα, κάθε μήνα, θα είχα τούτο το βάσανο να με παιδεύει. Πονούσα πολύ στην κοιλιά μου. Σηκώθηκα και βγήκα από το δωμάτιο. Μ’ είδε η μάνα μου στο χαγιάτι, ήρθε κοντά μου και με βοήθησε να πάω στο αποχωρητήριο.
– Κάνε όπως σου είπα, με συμβούλευσε. Πάω να σου φέρω ένα πανί.

Τέλειωσα και ξαναπήγα στο κρεβάτι μου. Πονούσα λιγότερο τώρα. Ένιωθα τα πόδια μου βαριά και τα μικρά μου στήθη πρησμένα. Προσπάθησα να κοιμηθώ. Έκλεισα τα μάτια μου κι αρχίνησα να λέω μια προσευχή. Κείνη την ώρα μπήκε μέσα η μάνα μου κρατώντας ένα κύπελλο με χαμομήλι.
– Πιές το, μου είπε. Είναι ζεστό και θα σου κάνει καλό.
Το ρούφηξα σιγά – σιγά και της έδωσα το κύπελλο.
– Θα ’ρθω πάλι να σε δω, ξανάπε η μάνα μου. Μου έσιαξε τις κουβέρτες και
βγήκε από το δωμάτιο.

Με πήρε ο ύπνος. Όταν άνοιξα τα μάτια μου είχε νυχτώσει. Μου είχε περάσει πόνος. Πεινούσα, γιατί από το πρωί δεν είχα βάλει τίποτα στο στόμα μου. Σηκώθηκα από το κρεβάτι. Η μάνα μου άκουσε από το χειμωνιάτικο τον θόρυβο και ήρθε μέσα στο δωμάτιο.
– Σου έφτιαξα χυλοπίτες, μου είπε. Έλα να φας ένα πιάτο να στυλωθείς. Σου
έφερα και μερικά πανιά να έχεις ν’ αλλάζεις. Θα κάνεις όσα σου είπα πρωτύτερα. Να μη σε ξέρει κανένας τι έχεις. Δεν είναι αρρώστια αυτό, κόρη μου, συνήθεια είναι.
– Κατάρα, μανούλα, μου φαίνεται, της αποκρίθηκα.
– Γλυκιά κατάρα, Μερόπη μου, μου απάντησε και μ’ οδήγησε στο τραπέζι.
Πέρασε κι αυτό. Άραγε τι άλλο με περιμένει ακόμα; σκέφθηκα.

red continue_______________________________________________________________________________________________

Στη Μνήμη της γιαγιάς μου Κωνσταντίνας Σταθοπούλου – Γιαννακοπούλου (από την Ελάτη Αρκαδίας) και του παππού μου Γιάννη Κ. Σταθόπουλου (από την Δημητσάνα Αρκαδίας).

In Memory of my grandmother Konstantina Stathopoulou-Giannakopoulou (from Elati of Arcadia) and my grandfather Giannis K. Stathopoulos (from Dimitsana of Arcadia).

ΚΕΡΙ________________________________________________________________________________________________

 

 

 

Advertisements