«Οι γεροί ποιητές μας» / THE GOOD GREEK POETS

                                   «Οι γεροί ποιητές μας»  – THE GOOD GREEK POETS

Η Ζαχαρούλα Γαϊτανάκη γράφει για τους παλιούς καλούς ποιητές μας και το έργο τους. Zacharoula Gaitanaki writes about the good Greek poets and their poetic oeuvre.

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΤΟΥ 1880 - Πίνακας του Γιώργου Ροϊλού στον φιλολογικό Σύλλογο "Παρνασσός". GREEK POETS OF THE 1880 GENERATION by George Roilos ("parnassow Philological Institute".)

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΤΟΥ 1880 – Πίνακας Γ.  Ροϊλού στον φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός».
GREEK POETS OF THE 1880 GENERATION by George Roilos («Parnassos Philological Institute».)


Ζαχαρούλα Γαϊτανάκη: Η ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΕΦΕΡΗ – Ο Ποιητής της «αισιόδοξης απελπισίας» και της «καίριας έκφρασης»Γ.ΣΕΦΕΡΗΣ ΦΩΤΟ«Η ποίηση χρησιμοποιεί τη σιωπή, είναι καμωμένη από λόγο και σιωπή, σμιλεύει τη σιωπή κατά κάποιο τρόπο….» (Γ. Σεφέρης, «ΔΟΚΙΜΕΣ» )

«Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά» έγραψε στον «Τελευταίο σταθμό» του ο Γ. Σεφέρης  (ψευδώνυμο του Γ. Σεφεριάδη). Για τους ποιητές όλων των εποχών, είναι οι στίχοι τους, το έργο τους, αυτό που τους οδηγεί στης αιωνιότητας την κατάκτηση ή «στη σκόνη του καιρού».

Ο Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ, ο δημιουργός, ο διπλωμάτης, ο άνθρωπος, αν κι έχουν περάσει πάνω από 116 χρόνια από τη γέννησή του (Σμύρνη, 29/2/1900), πέτυχε με το έργο του να κερδίσει μια σημαντική θέση στην ελληνική αλλά και στην παγκόσμια Λογοτεχνία.  Έχοντας ζήσει πολέμους και καταστροφές, τον ακολουθούν οι εικόνες του ξεριζωμού και οι αναμνήσεις καλών περασμένων στιγμών: «Περάσαμε κάβους πολλούς, πολλά νησιά, τη θάλασσα / που φέρνει την άλλη θάλασσα, γλάρους και φώκιες. / Δυστυχισμένες γυναίκες κάποτε με ολολυγμούς / κλαίγανε τα χαμένα τους παιδιά / κι άλλες αγριεμένες γύρευαν τον Μεγαλέξαντρο / και δόξες βυθισμένες στα βάθη της Ασίας. / Αράξαμε σ’ ακρογιαλιές γεμάτες αρώματα νυχτερινά. / με κελαηδίσματα πουλιών, νερά που αφήνανε στα χέρια τη μνήμη μια μεγάλης ευτυχίας», γράφει ο Σεφέρης στους «Αργοναύτες» του (συλλογή «Μυθιστόρημα», 1935). Και την Άνοιξη του 1938, μας δίνει σε μορφή διαλογική ένα ακόμη ποίημά του, το οποίο ξεχειλίζει από νοσταλγία αλλά και απογοήτευση. Είναι «Ο γυρισμός του ξενιτεμένου» (από το «Ημερολόγιο Καταστρώματος» Α’): «-Παλιέ μου φίλε, τι γυρεύεις; / Χρόνια ξενιτεμένος ήρθες / με εικόνες που έχεις αναθρέψει / κάτω από ξένους ουρανούς / μακριά απ’ τον τόπο το δικό σου. / – Γυρεύω τον παλιό μου κήπο’ / τα δέντρα μου έρχονται ως τη μέση / κι οι λόφοι με τις παπαρούνες… / – παλιέ μου φίλε, ξεκουράσου, / σιγά – σιγά θα συνηθίσεις…» (απόσπασμα). Ήταν η ζωή του ποιητή, οι ταραγμένες εποχές που έζησε, που έδωσαν στους στίχους του αυτόν τον απαισιόδοξο και μελαγχολικό τόνο..  «Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές / είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη / δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή / γιατί είναι αμίλητη και προχωράει.» («Τελευταίος σταθμός», 4/10/1944).

Η φωνή του Σεφέρη ακούγεται καθαρή, η εξομολόγησή του γίνεται με τρόπο απλό, την θλίψη του για τ’ ανθρώπινα δράματα μοιράζεται με τον αναγνώστη του, γιατί όπως εξηγεί στο δοκίμιό του «Η τέχνη και η εποχή»: «…και αληθινά, η ζωή του ποιητή: αυτό το σύνολο των εντυπώσεων, των αισθήσεων, των αντιδράσεων που είναι το υλικό του έργου του, είναι συνάμα ένα κομμάτι της ανθρωπότητας που τον περιστοιχίζει με τους καημούς της, τους πόνους της, το μεγαλείο της, τους εξευτελισμούς της…»

Ο διπλωμάτης, ο πολιτικός Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ, είχε τη σοβαρότητα του πρέσβη αλλά και τις ευαισθησίες του δημιουργού, του άντρα, του φίλου. Στίχοι του αφιερωμένοι στη γυναίκα του Μαρώ Ζάννου-Σεφέρη, δείχνουν (όπως φαίνεται και αλλού στο έργο του), ότι ο Σεφέρης ήταν ένας σκεπτόμενος άνθρωπος. Τους συνοδεύει η σκέψη του: «Κάποτε συλλογίζομαι πως τούτα εδώ που γράφω δεν είναι άλλο παρά εικόνες που κεντούν στο δέρμα  τους φυλακισμένοι ή πελαγίσιοι.» («Της Μαρώς»).  [Η Μαρώ απεβίωσε στις 29/3/2000, σε βαθιά γεράματα, την χρονιά που η χώρα μας γιόρταζε τα 100 χρόνια από τη γέννηση του συζύγου της Νομπελίστα ποιητή μας.]

Αυτός «ο άνθρωπος (που) είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο», πόσο θα ένιωθε «Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα. / ευτυχισμένος αν στο ξεκίνημα, ένιωθε γερή / την αρματωσιά μιας αγάπης, / απλωμένη μέσα στο κορμί του, / σαν τις φλέβες όπου βουϊζει το αίμα. / Μιας αγάπης με ακατέλυτο ρυθμό, ακατανίκητης σαν τη μουσική και παντοτινής / γιατί γεννήθηκε όταν γεννηθήκαμε και σαν πεθαίνουμε, / αν πεθαίνει, δεν το ξέρουμε ούτε εμείς ούτε άλλος κανείς.» («Πάνω σ’ ένα ξένο στίχο», συλλογή «Τετράδιο Γυμνασμάτων», 1940). Κι από τα χαρακτηριστικά αυτής της ακατανίκητης αγάπης (με τον «ακατέλυτο ρυθμό», τη δύναμη, τη διάρκεια, το πάθος, την ένταση), η άλλη όψη της ζωής: «Στην πολιτεία που έγινε πορνείο, / μαστροποί και πολιτικές / διαλαλούν σάπια θέλγητρα.» Στην απόρριψη τούτης της θλιβερής πραγματικότητας «Με τι καρδιά, με τι πνοή, / τι πόθους και τι πάθος / πήραμε τη ζωή μας λάθος / κι αλλάξαμε ζωή» («Άρνηση»). Της καταστροφής τον απολογισμό κάνοντας, να διαπιστώνεις πώς «τόσος πόνος,  τόση ζωή / πήγαν στην άβυσσο, / για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη» («Ελένη», 1953).

Τα ποιήματα του Σεφέρη δεν είναι χαρούμενα. Και στα Δοκίμιά του μας εντυπωσιάζει το βάθος του στοχασμού του, η καθαρότητα της έκφρασής του, η διεισδυτικότητα των παρατηρήσεών του. Είχε γράψει στις «Δοκιμές» του: «Η ιδέα μου είναι πως ο γερός τεχνίτης είναι από τα πιο υπεύθυνα όντα που γεννιούνται επί γης. Σηκώνει την ευθύνη μιας πάλης ζωής και θανάτου…»

Είναι το δυσβάσταχτο παρελθόν που ακολουθεί τον άνθρωπο – δημιουργό σε κάθε του βήμα, στίχο – στίχο, σκέψη και κρίση. Ο Σεφέρης έζησε τη Μικρασιατική Καταστροφή στερήθηκε την ιδιαίτερη πατρίδα του τη Σμύρνη, παρακολούθησε από κοντά το δεινά που έφεραν στην ανθρωπότητα οι δύο Παγκόσμιοι πόλεμοι γράφει στην «Ελένη» του: «Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης’ / το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε». Το 1953 επισκέπτεται την Κύπρο. Γι’ αυτόν «ήταν η αποκάλυψη ενός κόσμου και ήταν ακόμη η εμπειρία ενός ανθρωπίνου δράματος που, όποιες κι αν είναι οι σκοπιμότητες της καθημερινής συναλλαγής μετρά και κρίνει την ανθρωπιά μας…» («Ημερολόγιο Καταστρώματος» Γ’). Το 1955 εκδίδει την συλλογή «Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν», με πατριωτικά ποιήματα για το μαρτυρικό νησί, καταγγελίες για τους ισχυρούς της γης, οι οποίοι δεν υπολογίζουν τίποτα, για τους νέους της ΕΟΚΑ, που θυσιάζονταν για την πατρίδα τους: «Κύριε, βοήθα να θυμόμαστε / πώς έγινε τούτο το φονικό’ / την αρπαγή, το δόλο, την ιδιοτέλεια, / το στέγνωμα της αγάπης. / Κύριε, βοήθα να τα ξεριζώσουμε…».

Ο ποιητής της «Στροφής» (1931), συντέλεσε στην βαθύτερη αλλαγή που έγινε στην ποίησή μας. Εκπρόσωπος της γενιάς του ’30, σημάδεψε την εποχή του, συνέβαλε στην ανανέωση της ελληνικής ποίησης, πέτυχε ν’ αποτυπώσει τις αγωνίες του για της φυλής μας την τραγική μοίρα, του παρόντος του τα δυσάρεστα γεγονότα, του μέλλοντος προφητεύοντας τα δύσκολα, με ποιητική ευαισθησία αλλά και λιτότητα.

Η αλήθεια είναι ότι ο ποιητής, ο οποίος χάρισε στην Ελλάδα, το 1963, το πρώτο Νόμπελ Λογοτεχνίας, είναι μάλλον άγνωστος στο ευρύ κοινό. Στο εξωτερικό, με τις μεταφράσεις των έργων του, δόθηκε η δυνατότητα στους φίλους της ποίησης, στους κριτικούς και στους μελετητές, να έρθουν κοντύτερα στον δημιουργό και στον άνθρωπο Σεφέρη. Στην χώρα μας, με το Έτος Σεφέρη το 2000, έγινε μια αξιοπρόσεχτη προσπάθεια – συνάντηση με τον ποιητή – σμιλευτή της σιωπής. Πόσο δυνατοί είναι οι στίχοι του στο «Ένας λόγος για το καλοκαίρι»: «…Γυρίσαμε. Πάντα κινάμε / για να γυρίσουμε στην μοναξιά. / Μια χούφτα χώμα / στις άδειες παλάμες.» Για όποιον κατάλαβε…

Η γλώσσα του Σεφέρη έχει ασκηθεί, ώστε γυμνασμένη και αποτελεσματική να λέει αυτά που πρέπει να ειπωθούν. Γιατί «το θέμα καίρια μας ενδιαφέρει». Ίσως στο πλησίασμα του ποιητή να δυσκόλεψε η γραφή του τους αναγνώστες του, κάποιοι να απομακρύνθηκαν «προφυλάσσοντας εαυτούς».

Η ενασχόληση με την  ποιητική του Σεφέρη, είναι έργο το οποίο αφήνεται στους ειδικούς. Διεξοδικά με τη ζωή και το έργο του ασχολήθηκαν και θ’ ασχοληθούν στο μέλλον ουκ ολίγοι. Πόσο άραγε θα ενδιέφερε τον ίδιο τον Ποιητή κάτι τέτοιο; Ίσως καθόλου. Είχε γράψει κάτι ταιριαστό για την περίσταση – ερώτηση: «Προχτές, τα γενέθλιά μου, προσπάθησα τόσο να ξεχαστώ που δεν έγραψα τίποτε, μήτε εδώ. Κοίταγμα πίσω: μια μαύρη κορδέλα’ κοίταγμα εμπρός: ανέφικτα πράγματα. Συναίσθηση πως γερνώ’ καταθλιπτικό αίσθημα κοιτάζοντας την προσπάθεια προσώπων να ξαναβγούν στην επιφάνεια μέσα από τις μπερδεμένες γραμμές των φωτογραφιών. Περασμένα χρόνια, ρυτίδες’ χαώδης λογαριασμός,» («Μέρες Α’», από τις  εκδόσεις «Ίκαρος»). Ο ποιητής φεύγει από τη ζωή το 1971.

Και στο όχι και τόσο φοβερό ερώτημα: – Τι θα γίνει με τον Σεφέρη στον 21ο αιώνα; Θα τον διαβάζουμε, θα μας συγκινεί με την τέχνη του, ποιες είναι οι προοπτικές «επιβίωσης» της ποίησής του; θεωρώ ότι ο Έντμουντ  Κήλυ απάντησε εύστοχα και προφητικά: «Ο Σεφέρης θα προχωρήσει και στο νέο αιώνα. Όπως θα προχωρήσουν ο Καβάφης, ο Ελύτης, ο Ρίτσος και οι άλλοι γεροί ποιητές της Γενιάς του ’30.»


Ζαχαρούλα Γαϊτανάκη: ΤΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ ΣΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ    *   Zacharoula Gaitanaki: MESSAGES OF THE SENSES IN THE POETIC OEUVRE OF KOSTAS KARYOTAKIS ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ«… Μάτια, χεράκια, στόματα, ιστορήστε μου / τον πόνο κάποιας ώρας, κάποιου τόπου, / μάτια, χεράκια, στόματα, ιστορήστε μου / τον Πόνο των Πραγμάτων και του Ανθρώπου.» («Θάνατοι»).

Οι αισθήσεις κάνουν την ζωή μας ευχάριστη. Τα  κύρια και τα βοηθητικά όργανά τους τίθενται σε λειτουργία για να προσφέρουν στον άνθρωπο τέρψη, ηδονή, ευχαρίστηση. Κι ο Ποιητής, άνθρωπος κι αυτός, χρήστης των αισθήσεων για προσωπική απόλαυση, τις υποτάσσει αρκετές φορές στης πένας του τις δυνατότητες για να συνθέσει ένα ποίημα, λίγους στίχους στο χαρτί.

Ο Κώστας Καρυωτάκης (Τρίπολη 30 Οκτωβρίου 1896 – Πρέβεζα, 21 Ιουλίου 1928), κάνει συχνές αναφορές στο ποιητικό του έργο, στα αισθητήρια όργανα και στ’ αποτελέσματα των αισθήσεων. Δεν θα τον αποκαλούσαμε ηδύγλωσσο, ούτε ηδυπαθή. Δεν ήταν ηθικολόγος, μήτε ηδονιστής. Εκφραστής του καιρού του, μάλλον για το προσωπικό του αδιέξοδο γράφει, για τις δικές του ταλαιπωρίες διαμαρτύρεται, την ηττοπάθεια και την απαισιοδοξία του εκφράζει.

Ιχνηλατώντας το έργο που μας άφησε, ερχόμαστε να υπογραμμίσουμε στίχους και στροφές από τα ποιήματά του, που στέλνουν ξεκάθαρα ή συγκαλυμμένα μηνύματα αντιληπτά με τις αισθήσεις. Εξετάζοντας ξεχωριστά καθεμιά από αυτές τις πέντε λειτουργίες «με τις οποίες αντιλαμβανόμαστε τους εξωτερικούς ή εσωτερικούς ερεθισμούς» στην ποίηση του Κώστα Καρυωτάκη, μας δίνεται η δυνατότητα ενός άξιου προσοχής και γεμάτου συγκινήσεις νοερού ταξιδιού. Στα «αξιόλογα αισθητικά επιτεύγματα» του Καρυωτάκη, καταδυόμαστε για να καταγράψουμε ό,τι αντιληπτό με τις αισθήσεις του μας έδωσε.

Το ποίημά του «ΘΑΝΑΤΟΙ» (της συλλογής του 1919 «Ο πόνος των ανθρώπων και των πραγμάτων»), είναι αντιπροσωπευτικότατο των μηνυμάτων που στέλνουν τα «Χεράκια που κρατώντας τα τριαντάφυλλα / κι απ’ τη χαρά ζεστά των φιλημάτων, / χεράκια που κρατώντας τα τριαντάφυλλα / χτυπήσατε τις πόρτες των θανάτων’ // ματάκια μου που κάτι το εδιψάσατε / και διψασμένα εμείνατε ποτήρια, / ματάκια μου που κάτι το εδιψάσατε / κι εμείνατε κλεισμένα παραθύρια’ // ω, που ’χατε πολλά να ειπείτε, στόματα, / κι ο λόγος σας εδιάλεξε για τάφο, / ω, που ’χατε πολλά να ειπείτε, στόματα, / και τον καημό δεν είπατε που γράφω…».

Άλλοτε ξεκάθαρα, πολλές φορές υπονοώντας, ο Καρυωτάκης σηματοδοτεί ψυχικές καταστάσεις, γίνονται οι στίχοι του τραγούδια μιας συνεχιζόμενης απελπισίας, μιας χωρίς τέλος προσωπικής δυστυχίας: «Στον τεφρό πέρα ορίζοντα, η αγάπη μου αχνοσβήνει. / Οι φίλοι αποτραβήχτηκαν για πάντα, οι τελευταίοι. / Σ’ όλα έκλεισα την πόρτα μου κι έρημος έχω μείνει / τώρα που ακούω τον θάνατο στις φλέβες μου να ρέει.»(«ΣΤΟΝ ΤΕΦΡΟ ΠΕΡΑ ΟΡΙΖΟΝΤΑ»). Και «Μέσ’ από το βάθος των καλών καιρών / οι αγάπες μας πικρά μας χαιρετάνε», γράφει στη «ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ» του. Ν’ αγαπάς, να θυμάσαι, να δακρύζεις, να ξεχνάς, αν το μπορείς, καθώς «Ξάφνου θα ιδείς δυο μάτια γαλανά / – πόσος καιρός! – τα χάιδεψες μια νύχτα’ / και σα ν’ ακούς εντός σου να σαλεύει / μια συφορά παλιά και να ξυπνά».

Μηνύτωρ μιας άνοιξη μελαγχολικής, θλιβερές βραδιές έχουμε ζήσει  «όσοι έχουμε το μάτι μας ογρό / … όταν θα σκύψει απάνου μας η αυγή, / στο μαύρο μας το δάκρυ / θα καθρεφτίσει τ’ απαλό της φως. / Γιομάτοι δέος ορθοί θα σηκωθούμε, / τον πόνο του θα ειπεί κάθε αδελφός / κι όλοι σκυφτοί θ’ ακούμε» («GALA»). Αλλά γίνεται και αγγελιοφόρος μιας ελπίδας «η κόρη (η) αποσταμένη», που «χαμογελάει στον ήλιο αγνάντια» και τότε «Ξεφεύγουνε απ’ το σύννεφον αχτίδες / και κρύβονται στα μάτια της’ τη βρέχει / μια λεμονιά με δυο δροσοσταλίδες» («ΧΑΜΟΓΕΛΟ»). Στην ερημιά της ζήσης του, η πετρωμένη του καρδιά λυγίζει «από τρυφερότη». «Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι / δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος» («ΑΓΑΠΗ»). Άσμα ερωτικό, του πόνου γιατρειά η παρουσία της αγαπημένης, δίνει «ΧΑΡΑ» όταν «Τη βλέπω – στα μαλλιά σου πνέει – την αύρα. / Είναι βαθιά τα μάτια σου όπως να ’βρα / το δρόμο της ζωής μου, τον Απρίλη…» κι «ΟΤΑΝ ΗΡΘΕΣ»: «Εσβήναν τα χρυσάνθεμα σαν πόθοι / στον κήπο όταν ήρθες. Εγελούσες / γαλήνια, σα λευκό χαμολουλούδι. / Αμίλητος, τη μέσα μου μαυρίλα / την έκανα γλυκύτατο τραγούδι / κι απάνω σου το λέγανε τα φύλλα.» (Παραλειπόμενα, 1919-1927).

Γυρτός «γραφιάς» ο ποιητής, σαρκάζει το εχθρικό περιβάλλον του αλλά παρότι «Απόκαμα, θολώσανε τα μάτια μου κι ο νους, / όμως ακόμη γράφω» μας λέει. Τα προϊόντα της έμπνευσής τους είναι «Δικά μου ο Στίχοι, απ’ το αίμα μου παιδιά. / Μιλούνε, μα τα λόγια σαν κομμάτια / τα δίνω από την ίδια μου καρδιά, / σα δάκρια τους τα δίνω από τα μάτια» («ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΜΟΥ»). Όταν γίνεται βαριά η ατμόσφαιρα τούτο γυρεύει «να παίζουνε τ’ αστέρια εκεί σα μάτια / και να μου γελάνε» («ΜΟΝΟ») ή να ’ρθει «ΥΠΝΟΣ» λυτρωτικός: «Γλυκά θα κοιμηθούμε σαν παιδάκια», αφημένα στην ονειροπόληση: «Αγάπες θα ’ναι στα μαλλιά μας οι αύρες, / η ανάσα των φυκιών θα μας μυρώνει, / και κάτου απ’ τα μεγάλα βλέφαρά μας, / χωρίς ναν το γρικούμε, θα γελάμε…».

Τα μάτια στην ποίηση του Καρυωτάκη μιλάνε με την δική τους γλώσσα. Είναι «τα μάτια που κρεμούν – ήλιοι χλωμοί – το φως στο χιόνι της καρδιάς και λιώνει» («ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ»), τότε που «Κλαίνε μου οι θύμησες, / κλαίνε τα μάτια» («ΔΡΟΜΟΣ») ή εκλιπαρούν «ας ήτανε ανατέλλοντα τα μάτια σου να ιδώ, / πρώτη αγαπούλα» («ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΜΗΤΕ Ο ΕΡΩΤΑΣ»). Σαν «Φοβισμένα σπουργίτια τα μάτια τους, / θα πετούνε στην κάμαρα μέσα» «ΟΙ ΑΓΑΠΕΣ» κι όταν τελειώσει το ταξίδι τους «μήτε θα βλέπω / τα μεγάλα σαν έκπληκτα μάτια τους / που γεμίζανε φως τη ζωή μου». Στις «ΥΠΟΘΗΚΑΙ» του ο ποιητής συμβουλεύει: «Ξαπλώσου χάμου με τα μάτια κλειστά / και κράτησε την πνοή σου», γιατί «όταν οι άνθρωποι θέλουν το κακό, του δίνουν όψη ν’ αρέσει». Στο σατιρικό ποίημά του για τον Μαλακάση, τον κατά κρίνει για «το monocle που σας βοηθάει / να βλέπετε μόνο στο πλάι» («ΜΙΚΡΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΕΙΣ Α ΜΕΙΖΟΝ»). Φτάνοντας στο τέρμα, εκεί στην Πρέβεζα, λίγους μήνες πριν την αυτοκτονία του, ο ποιητής ψάχνει λίγο φως να διαλύσει την θλίψη και την μοναξιά που τον τυραννάει και στο κατέβασμά του ως αντίσταση προβάλλει «μες στα μάτια μας (να) διατηρούμε ακόμα / κάτι που δίνει στα πράγματα χρώμα» (Απρίλιος – Μάιος 1928).

Η γλώσσα των χεριών είναι και αυτή σημαντική. Στην «ΠΟΛΥΜΝΙΑ» του ο Καρυωτάκης μιλά για «χέρια κερένια», στην «ΜΟΝΑΞΙΑ» του για την «άρπα, που ενοστάλγησε τα δάχτυλα, / η αράχνη τον καημό μου τον υφαίνει. / Τα χέια μου όπως δένω κι όπως θλίβομαι, / με βλέπει αντίκρυ ο σκύλος και σωπαίνει». Γράφει στο «ΦΥΓΕ, Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΝΟΣΤΑΛΓΕΙ»: «Κι είμαι άνθος που φυλλορροεί στο χέρι σου και πάει», πιο τρυφερός στην «ΩΔΗ Σ’ ΕΝΑ ΠΑΙΔΑΚΙ», μια προσμονή περιγράφει: «τα έπιπλα, και τα δώρα / γυρεύουν τα χεράκια / που σάλευαν σαν κρίνοι». Καταδικασμένα στην ανυπαρξία τα «ΑΝΔΡΕΙΚΕΛΑ», τίποτε άλλο δεν τους μένει «στης Μοίρας τα δυο τυφλά χέρια, / χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό». Στο ποίημά του «ΕΠΙΚΛΗΣΕΙΣ» κάνει λόγο για «λυτρωμένα χέρια» ενώ στον «ΚΑΝΑΡΗ» δεν φείδεται επαίνων για τον σπουδαίο μπουρλοτιέρη του Εικοσιένα: «Είχε το θείο / χέρι που φλόγα / κράταε κι ευλόγα». Στο «Η ΠΕΔΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟΝ» μας υποβάλλει με μια επιβλητική εικόνα: «Πέτρινοι σταυροί σκίζουν τα χέρια». Το ίδιο φρικτοί φαντάζουν κι οι στίχοι του στην «ΠΡΕΒΕΖΑ»: «Θα κοιτάμε, / με κομμένα τα χέρια στους αγκώνες, / ασάλευτοι σαν πρόσωπα σε εικόνες».

«Τον ερχομό του κινδύνου», γράφει ο ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ, στο δοκίμιό του «Ο Καρυωτάκης και οι «Σάτιρες», «τον ακούει, δεν τον βλέπει: «Όταν ακούσης ποδοβολητά – λύκων». Έτσι πάντα’ οι προσφιλέστερές του εποπτείες είναι οι ακουστικές – οι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες, οι αντένες που δονούνται απ’ τον άνεμο. Αλλ’ ιδού αμέσως, που κι από τον ίδιο τον ήχο, πιότερο εντρυφά στο φάσμα του ήχου – στην απήχηση, στον αντίλαλο, στη συγχυσμένη συνέχεια που ο ήχος στέλνει πίσωθέ του.»

«Στόματα ιστορήστε μου» παρακαλεί στους «ΘΑΝΑΤΟΥΣ», για «το αξήγητο / το μικροστόμα» γράφει στην «ΠΟΛΥΜΝΙΑ» και στην «ΧΑΡΑ» ποδοπατώντας την ανεμώνη «ορμάω για να σου πιω τα χείλη». Την ανάσταση της ελπίδας προσδοκά στο «ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΜΗΤΕ Ο ΕΡΩΤΑΣ», λέγοντας «Βάλετε πάλι στο πικρό χείλος μου την αχτίδα, ενώ «η αγορασμένη φίλη» στο ποίημά του «ΩΧΡΑ ΣΠΕΙΡΟΧΑΙΤΗ» σκορπά χαμόγελα αρρώστιας και θανάτου: «κοιτάζοντας εγέλα μυστικά, / ωραίο κι ό,τι  μας έδιναν τα φευγαλέα της χείλη». Για «το θάνατό μας (που) χρειάζεται η άμετρη γύρω φύση / και τον ζητούν τα πορφυρά στόματα των ανθέων» κάνει λόγο στην «ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ» και στο «ΦΥΓΕ, Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΝΟΣΤΑΛΓΕΙ…»: «Τώρα τα χείλη μου διψούν το φίλημα της μάνας, / της μάνας γης, και ανοίγοντας στο γέλιο των αιώνων». Στα «ΗΛΥΣΙΑ», οι ψυχές σβήνουν «σαν απλά χαμόγελα σε χείλη» και στην «ΩΔΗ Σ’ ΕΝΑ ΠΑΙΔΑΚΙ» την σιωπή σπάει με συνηθισμένες κινήσεις: «Ανοιγοκλειώ τις πόρτες, / μπαίνω παντού, μιλάω / λόγια πικρά στους τοίχους, / χωρίς αιτία γελάω, / θέλοντας να ξυπνήσω / τους κοιμισμένους ήχους». Καταλήγοντας στο «φθονερό καταφύγιο» της ποίηση, τότε που «εσώπασαν τα χείλη». «Τώρα (που ο) καθένας, με ωχρό στόμα, / σκύβοντας φιλεί τα δεσμά του», τίποτε άλλο δεν είμαστε (παρά) κάτι ξεχαρβαλωμένες / κιθάρες. Ο άνεμος, όταν περνάει, / στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει / στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες» («Η ΙΣΤΟΡΙΑ»). Διαχρονική η συμβουλή του στις «ΥΠΟΘΗΚΑΙ»: «Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής,  / όταν ακούσεις ανθρώπους/» Στην «ΚΥΡΙΑΚΗ» ακούει τις «καμπάνες που χτυπάνε» και στη «ΔΙΚΑΙΩΣΙΣ» παραδίδεται: «αδέσποτο θ’ αφήσω / να βουϊζει το τραγούδι απάνωθέ μου. / Τα χάχανα του κόσμου, και του ανέμου / το σφύριγμα, θα του κρατούν τον ίσο».

Στην «ΑΘΗΝΑ» του ο Καρυωτάκης περιγράφει το ψυχικό του αδιέξοδο: «είναι ηδονές τα μύρα στον αιθέρα / και τίποτε η ψυχή πια δεν προσμένει». Στην «ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ» του έχει συμβιβαστεί: «Ο κήπος είμαι που άλλοτε με τα’ άνθη του ευωδούσε». Τι κρίμα που δεν μπορεί πια να μυρίσει, ν’ απολαύσει «κάποια χρυσή, λεπτότατη / στους δρόμους ευωδιά». Ούτε του αρκεί να γεύεται «θανάσιμα χείλη (που) θα τρέμουν» («ΟΙ ΑΓΑΠΕΣ»).

Η χρησιμοποίηση των αισθήσεων στην ποίηση του Κώστα Καρυωτάκη, έναν σκοπό υπηρετεί: ν’ αναπαραστήσει την ψυχολογία του ποιητή, να εκφράσει το προσωπικό του δράμα. Φτάνοντας «στο έρμο νησί, στο χείλος του κόσμου», τίποτε άλλο δεν μένει παρά «Με μάτι (να) βλέπουμε αδειανό, με βήμα τσακισμένο» και σ’ αυτό το «ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΞΙΔΙ» μας «τον ίδιο δρόμο παίρνουμε, καθένας μοναχός’ / νιώθουμε τ’ άρρωστο κορμί, που εβάρυνε, σαν ξένο’ . υπόκωφος από μακριά η φωνή μας φτάνει αχός» (από την συλλογή του «Ελεγεία και Σάτιρες». 1928).

Διαβάζοντας τα ποιήματα του Κώστα Καρυωτάκη, γινόμαστε νοεροί συνοδοιπόροι του στο ανήσυχο, το απελπισμένο, το μελαγχολικό ταξίδι του «ιδανικού αυτόχειρα» της Πρέβεζας. Η περιγραφή της δικής του βασανισμένης, πικραμένης κι αποτυχημένης ζωής, όπως ο ποιητής την αποτύπωσε στο έργο του, μας συγκινεί και μας κάνει να τον αγαπήσουμε για την στάση του απέναντι στην αθλιότητα, στο ανούσιο, στην υποταγή. Ο Καρυωτάκης στα ποιήματά του «φυλάκισε» το άυλο και το «αγέρινο» των πραγμάτων και της ψυχής του ενώ με τον θάνατό του έκανε πράξη τους στίχους του: «και τη φωνή σου ακούγοντας, τη μυστικιά, τη δυνατή, / ω, φύση θα ’ρθω κάποτες φέρνοντας το σταυρό μου.»   (Ηλιούπολη, 3 Σεπτεμβρίου 1999). 


Ζαχ. ΓαΪτανάκη: ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ Zacharoula Gaitanaki: TIMELESS MESSAGES IN POETRY OF KOSTIS PALAMASΚΩΣΤΗς ΠΑΛΑΜΑΣ«Κι ένα ίχνος Παλαμά να είχε μείνει μέσα μας, /  θα ήμασταν όλοι καλύτεροι.» Οδ. Ελύτης. Για την ξεχωριστή παρουσία του Κωστή Παλαμά στα Ελληνικά Γράμματα και στην Παγκόσμια Λογοτεχνία έχουν πολλά ειπωθεί και γραφτεί, ιδιαίτερα από τον θάνατο του ποιητή και μετά. Προφητικά ο ομότεχνός του Κώστας Βάρναλης είχε πει γι’ αυτόν: «Κι αν πέθανε, το έργο του δεν θα πεθάνει».
Ο Παλαμάς είδε το φως της ζωής στην Πάτρα, στις 13 Ιανουαρίου 1859. πέρασε πολλές δυσκολίες στην 84χρονη ζωή του. Ο θάνατός του, τα ξημερώματα της 27ης Φεβρουαρίου 1943, στην γερμανοκρατούμενη Αθήνα, βύθισε στο πένθος τους συμπολίτες του. Η κηδεία του, την επόμενη μέρα στο Α’ νεκροταφείο Αθηνών, έγινε αφορμή να μεταβληθεί η νεκρώσιμη τελετή σε λαϊκή αντίσταση, αφού ο συγκεντρωμένος κόσμος έψαλλε τον εθνικό μας ύμνο. Σαν να ξυπνούσε κείνη την ώρα ο λαός και άκουγε τον ποιηή να τον παρακινεί: «Γίνε οργοτόμος, φυτευτής, διαφεντευτής. Κι αν είναι / κι έρθουνε χρόνια δίσεχτα, πέσουν καιροί οργισμένοι… / μη φοβηθείς το χαλασμό. Φωτιά! Τσεκούρι! Τράβα.»
Ο χρόνος δικαίωσε τον Παλαμά και την ποίησή του, που μας έκανε να επιστρέψουμε στις ρίζες μας, στα θεμέλια του Ελληνισμού. «Μια φωνή προφητική, μεγάλη» τον είχε χαρακτηρίσει ο Ηλίας Βενέζης. Ακούραστος εργάτης του Λόγου, άφησε έργο πλούσιο και πλατύ. Ήταν μία πολυσύνθετη και πολύπλευρη προσωπικότητα, η οποία σημάδεψε την εποχή της. Σημαδεμένος κι ο ίδιος από τα χτυπήματα της μοίρας (θάνατος του 5χρονου γιου του Άλκη) και την κατάσταση που επικρατούσε στην Ελλάδα τα χρόνια εκείνα, ένιωθε τον κόσμο ασήκωτο, προβληματιζόταν: «μα κλειώ από τότε μέσα μου και ψάχνω μοναχός μου / το χάλασμα ενός άρρωστου καταραμένου κόσμου…». Πόσο επίκαιρα είναι τα λόγια του στις μέρες μας καθώς συνεχίζουν να «ξεσπερμεύονται οι λαοί» και να «ξεθεμελιώνονται οι πατρίδες / μέσα στων πολέμων την βοή…».
Ο ποιητής της «Ασάλευτης ζωής», του «Δωδεκάλογου του Γύφτου», των «Βωμών», της «Φλογέρας του Βασιλιά», του «Τάφου», των «Δεκατετράστιχων», των «Καημών της Λιμνοθάλασσας», των «Ιάμβων και Ανάπαιστων», των «Δειλών και Σκληρών στίχων», ο λυρικός και φιλόπατρης Παλαμάς των «Τραγουδιών της Πατρίδας» του και τόσων άλλων στίχων, γράφει ότι τον προστάζει η Μούσα της λυρικής Ποίησης, η ΠΟΛΥΜΝΙΑ, να υψώνει «τον ύμνο στα πάντα του κόσμου, / στον ήρωα, στο σκλάβο, στη σκέψη, στ’ αγρίμια, / στου κόσμου τα πάντα που δείχνουσ’ εμπρός μου, / στη λάσπη του δρόμου, στου ναού το λιβάνι, / με κάποιου ανυπόταχτου πόνου στεφάνι…».
Όπως σημειώνει ο Ανδρέας Καραντώνης: «… Ο Παλαμάς, μέσα από τους στίχους του, είδε απευθείας, κατάματα, την Ποίηση. Και μέσα από την ορασία του αυτή, κατόρθωσε με μύριους τρόπους εκφράσεως, με μύρια μέσα ανανεωμένης πάντα τεχνικής, να μας δώσει ένα σύνολο πολυσύνθετου ανθρώπου, κεντρικού νεοέλληνα, που τα πάντα γίνονταν σ’ αυτόν πάθος, τρεμούλα και όραμα, σύμβολο και ιδέα.» Στην εποχή που οι ιδέες ξεπερνιούνται από την πραγματικότητα, έρχεται ο Παλαμάς να φωνάξει: «Ανάξιος είναι όποιος διστάζει!» Και να συμβουλεύσει: «Δουλεύτε τον ξανά τον κόσμο στη φωτιά / και τα καλά του ξανανθίστε και τα κρίματα / χτυπώντας τον, με το σφυρί και με τ’ αμόνι!» (από το «ΓΥΦΤΕ ΛΑΕ»).
Η Ελλάδα, οι αλύτρωτες πατρίδες, το ηρωικό παρελθόν, δεν αφήνουν αδιάφορο τον Ποιητή. «Πόσες μας θρέψανε στιγμές και πως τις λησμονούμε…» διαπιστώνει με πίκρα (στο «ΒΡΑΧΩΡΙ»). Μα τούτη η χώρα, για όποιον γεννήθηκεεδώ κι όποιος κοντά της ευρέθη, είναι «η Ελλάδα ονειροπάλατο κι ένα χαμόγελο όλη!» (Λόγος και Αντίλογος).
Ο Παλαμάς είναι ποιητής του καιρού του κι έγινε και των καιρών μας ο αγαπημένος λυρικός Δημιουργός. Η γλώσσα του Δημοτική, απλή, οικεία. Οι στίχοι του με μοναδικότητα περιγράφουν συναισθήματα κατάθλιψης, συντριβές και από την άλλη εκστάσεις και θριάμβους. Λέει στον «ΒΑΝΙΑ» (από τους «Δειλούς και σκληρούς στίχους»): «Όμως τ’ ανθρώπου είν’ η ψυχή μυστική χάρη / και η ξαστερία της άλλη και άλλη και η μαυρίλα. / Η ψυχή πάει απάνου από τη φύση.»
Ο τεχνίτης Παλαμάς, ο δημιουργός του Γύφτου και του Γκρεμιστή, δεν φτιασιδώνει το λόγο του. Προτρέπει. Ξεσηκώνει. Ν’ αφυπνίσει θέλει. «Μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα» γράφει στην νεολαία μας, την 1η Νοεμβρίου 1940. Τίποτε δεν είναι εύκολο κι απλό: «… Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι.» Έτσι «γκρεμίζω την ασκήμια.»
Στίχοι, όπως αυτοί του «ΤΑΦΟΥ» και του «ΝΕΚΡΟΥ» (στην «Ασάλευτη ζωή»), παραμένουν διαχρονικοί, αφού ο θάνατος αγαπημένων προσώπων (ιδίως όταν χάνονται νέοι) γεμίζει πόνο και θλίψη τους οικείους των: «και σιγοτρέμουν πικροστάζοντας τα χείλη, / την φαρμακίλα του ασπασμού του τελευταίου.»
Διαβάζοντας τον Παλαμά, στέκεσαι και στους λυρικούς στίχους του για τις ομορφιές της Αττικής γη και την Αθήνα. Κοιτώντας σήμερα γύρω μας στην ελληνική πρωτεύουσα, δυσκολευόμαστε να δούμε τις «περίσσιες πρασινάδες» της, τους «δροσερούς υάκινθους», τα «περήφανα κρίνα», τις «ανθισμένες τριανταφυλλιές», τον καθάριο ουρανό, τα ποτάμια της… Κι ίσως παρατηρώντας και διαπιστώνοντας αυτές τις αντιθέσεις, να θεωρήσουμε και τον Ποιητή ξεπερασμένο, εκτός εποχής. Ειπώθηκε ότι «δεν φαίνεται οι νέοι να ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τον Παλαμά, εκτός για λόγους πανεπιστημιακής εργασίας.» Είναι φυσικό η σημερινή νεολαία να έχει απομακρυνθεί από την Ποίηση, την Λογοτεχνία, την Τέχνη γενικότερα. Εγκλωβισμένοι οι νέοι άνθρωποι από προβλήματα και βιώνοντας αρνητικά συναισθήματα, στρέφονται σε πρόσκαιρες ανάσες από την σκληρή καθημερινότητα εκτός Δημιουργίας, προσωπικής ή των άλλων. Οι ευθύνες δεν είναι του παρόντος να αναζητηθούν.
Η ποίηση ίσως είναι η πιο καταφρονημένη στις μέρες μας. κι οι περασμένοι ποιητές βρίσκονται στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας της Ελληνικής Λογοτεχνίας. Τα χρόνια του θαυμασμού κάποιων ποιητών μας πέρασαν. Τώρα οι Ποιητές έχουν παραμεριστεί. Είναι ο καιρός της περιφρόνησής τους. Μα δεν είναι μακριά η εποχή που οι Ποιητές θα επιστρέψουν θριαμβευτές. Δικαιωμένοι. Θα τους ξαναδιαβάσουμε και θα θαυμάσουμε τα έργα τους. Κι ο Παλαμάς, όπως και οι άλλοι ποιητές μας, περιμένουν την ώρα της δικαίωσης. Κομμάτια αχάλαστα, Δημιουργοί και δημιουργήματα, θα ενωθούν με το αναγνωστικό τους κοινό, αναπόσπαστα στοιχεία ενός καλύτερου κόσμου όλοι να γίνουν.
Η σημερινή πραγματικότητα, που θλίβει και πικραίνει τον σύγχρονο άνθρωπο, αποδεικνύει ότι το πέρασμα του χρόνου, όσες αλλαγές κι αν φέρνει, δεν μεταβάλλει την αρχική σύσταση του ανθρώπου και των πάντων. Το είχε στις «ΠΑΤΡΙΔΕΣ» του (από την «Ασάλευτη ζωή»), ο Παλαμάς καταγράψει για να μείνει. Ας ανατρέξουμε στους στίχους του να αναβαπτιστούμε: «Πατρίδες! Αέρας, γη, νερό, φωτιά! στοιχεία / αχάλαστα, και αρχή και τέλος των πλασμάτων… / Το χωματόπλαστο κορμί χώμα και κείνο, / αέρας, γη, νερό, φωτιά θα ξαναγίνω…»
Θαρρώ πως τα λόγια του Κωνσταντίνου Τσάτσου (ο οποίος είχε διατελέσει και Πρόεδρος του «Ιδρύματος Κωστή Παλαμά»), συμπυκνώνουν τα όσα προαναφέρθηκαν για τον σπουδαίο μας ποιητή, γράφοντας τον ταιριαστό επίλογο της ταπεινής μας αναφοράς στην διαχρονικότητα της Παλαμικής ποιήσεως: «Τα χρόνια περάσανε. Ο Παλαμάς δεν πέρασε. Ο Παλαμάς είναι μία μόνιμη παρουσία μέσα στον ελληνικό κόσμο… Είναι πολύς. Και αυτό δυσκολεύει την συνολική του σύλληψη. Δύσκολα χωράει σε μια παλάμη ή σε μια αγκαλιά. Πρέπει να ζήσης χρόνια μαζί του. Να φύγης από κοντά του και να ξαναγυρίσης, για να βρης πάλι κάτι που δεν είχες δει. Έτσι παλεύεις για να κατακτήσης τους μεγάλους.»


Ζαχ. ΓαΪτανάκη: ΙΧΝΗ ΠΟΙΗΣΗΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΛΑΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ [Έπαινος δοκιμίου από την  «Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών» (στις 14/11/1998).  Z. Gaitanaki:  ALEXANDROS PAPADIAMANTIS AND HIS POETICAL WORKpapadiamantis photo«Αγάπες ταξιδιάρες στο κύμα το θολό. / Και βούλιαξε η βαρκούλα / κι επέσαν στο γιαλό.»
Ο Σκιαθίτης Λογοτέχνης Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851 – 1911), διακρίθηκε κυρίως για τα ηθογραφικά του διηγήματα, αν και ασχολήθηκε επίσης με το ιστορικό μυθιστόρημα και δημοσίευσε στον Τύπο επιφυλλίδες αλλά και μεταφράσεις μυθιστορημάτων ξένων συγγραφέων (Τουργκένιεφ, Φρανς, Ντοστογιέφσκι, Χώλλ Κέϋν, Χάρτ, Μπρετ κ.ά.). Το προσωπικό του έργο ξεχωρίζει για την προσήλωσή του στην Ορθοδοξία και την Παράδοση (είναι εμφανής η προσκόλλησή του στη Βυζαντινή παράδοση), τις δύο ακατάλυτες ελληνικές αξίες.
Ο Ιταλός μελετητής Mario Vitti, στο έργο του «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», σημειώνει: «Ένας κόσμος εξίσου σύνθετος, πίσω από τη φαινομενική του απλότητα, δημιουργήθηκε από τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη…». Η παρουσίαση αυτού του περίγυρου γίνεται αριστοτεχνικά από τον συγγραφέα, ο οποίος δεν είναι ξεκομμένος από τους ανθρώπους, ούτε αγνοεί εκείνα τα ιδιαίτερα στοιχεία που συνθέτουν την αποκλίνουσα συμπεριφορά κάποιων συνανθρώπων του. Αντιθέτως, τα αναδεικνύει, τα τονίζει με την χρήση των κατάλληλων λέξεων, περιγράφει κινήσεις, σκέψεις, γεγονότα, με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο, δίνοντάς μας την δυνατότητα να τα γνωρίσουμε σε βάθος, να βιώσουμε νοερά τις ανάγκες τους, την αδυναμία τους, την άγνοια ή τις μικροχαρές της καθημερινότητάς τους, ακόμη και του άρρωστου ψυχισμού τους να προσεγγίσουμε κάποιες πτυχές.
Ο Ι. Μ. Χατζηφώτης, θεωρεί τον Παπαδιαμάντη «από τους πιο σημαντικούς πεζογράφους μας» επισημαίνοντας πως «Μπορεί να παρατηρείται στο έργο του αφροντισιά ύφους, έλλειψη τεχνική, προχειρότητα ακόμη. Όμως πέρα από αυτά υπάρχει ο ανθρώπινος Παπαδιαμάντης, η ποιητική εκείνη ψυχή που τις αντιξοότητες και τις χαρές της ζωής αντιμετώπιζε με συνείδηση γνήσια καλλιτεχνική.» (από δοκίμιό του για την «Ελληνική Φιλολογία»).
Ο Ηλίας Π. Βουτιερίδης σε μελέτη του, που εκδόθηκε το 1931, γράφει: «Μα δεν χρειαζότανε να έχουμε τους στίχους του Παπαδιαμάντη και του Μωραϊτίδη για να νιώσουμε ότι ο καθένας τους ήταν κι αληθινός ποιητής. Την ποίηση τηνε βρίσκουμε πλούσια σκορπισμένη μέσα σ’ όλα τα πεζογραφήματά τους. Είναι και οι δυο τους ποιητές σε πεζό λόγο. Και τούτο είναι που δίνει την ξεχωριστή ομορφιά και χάρη, την ασύγκριτη δροσιά στα περισσότερα διηγήματά τους. Η ποίησή τους, που αναβρύζει ολόισα από την ψυχή τους, σαν δροσερή και κελαϊδίστρα πηγή, βρίσκεται στις περιγραφές τους, περιγραφές φύσης, τοποθεσιών, προσώπων, πραγμάτων, στη διατύπωση χαρακτήρων, που μας γίνονται αμέσως κι αλησμόνητα συμπαθητικοί, στη θέλησή τους να ομορφαίνουμε τη ζωή και ν’ αποδιώχνουν τις ασκήμιες της με την καλοσύνη, που την κάνουμε κάποιο μέσο για την αναπαράστασή της.» («Αλ. Παπαδιαμάντης – Αλ. Μωραϊτίδης: Η ζωή και το έργο τους»). Κάποιες από αυτές τις πινελιές ποίησης, που υπάρχουν στο έργο του Παπαδιαμάντη, ανιχνεύουμε και παρουσιάζουμε στη συνέχεια, στο σύντομο εξέτασμά μας.
Τα λιγοστά ποιήματα που έγραψε ο Παπαδιαμάντης, άλλα είναι σε καθαρεύουσα κι άλλα σε λαϊκή γλώσσα γραμμένα. Ο ξάδερφός του Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, μας μεταφέρει μια ενδιαφέρουσα πληροφορία: Κάποτε που ο Παπαδιαμάντης είχε πονόδοντο και υπέφερε, έγραψε μια Ακολουθία στον Άγιο Αντύπα, παρακαλώντας για την ίασή του. Ο Μωραϊτίδης κατείχε τα χειρόγραφα της Ακολουθίας «γραμμένα με μολύβι. Είναι πολύ ωραία, πολύ ποιητική». Και συμπληρώνει πως ο ξάδερφός του «πριν πεθάνει είχε συνθέσει μερικά Τροπάρια.».
Τα πρόσωπα των ηρώων του Παπαδιαμάντη είναι απρόβλεπτα, γοητευτικά και ταυτόχρονα καθημερινά. Κορυφαία ηρωίδα του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η Χαδούλα η Φραγκογιαννού, πρωταγωνίστρια στο μυθιστόρημά του «Η ΦΟΝΙΣΣΑ», που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1903 στο περιοδικό «Παναθήναια». Σκιαγραφείται με τόση τέχνη η ψυχοσύνθεσή της που μας εντυπωσιάζει, δεδομένου ότι το έργο γράφτηκε πάνω από έναν αιώνα πριν. Ο Παπαδιαμάντης αναδεικνύεται σε ταλαντούχο ψυχογράφο, δεν αφήνει πάντως την ηρωίδα του έρμαιο της κριτικής μας. Νιώθει γι’ αυτήν συμπάθεια, θεωρεί ότι της αξίζει η συγχώρεση στο τέλος του βίου της «Η Φραγκογιαννού απείχεν ακόμη ως δέκα βήματα από τον Άϊ – Σώστην. Δεν είχεν πλέον έδαφος να πατήση, εγονάτισεν. Εις το στόμα της εισήρχετο το αλμυρόν και πικρόν ύδωρ. Τα κύματα εφούσκωναν αγρίως, ως να είχον πάθος. Εκάλυψαν τους μυκτήρας και τα ώτα της. Την στιγμήν εκείνην, το βλάμμα της Φραγκογιαννούς αντίκρυσε το Μποστάνι, την έρημον βορειοδυτικήν ακτήν, όπου τα είχον δώσει ως προίκα έναν αγρόν, όταν νεάνιδα την υπάνδρευσαν και την εκουκούλωσαν και την έκαμαν νύμφην οι γονείς της….Ω! να το προικιό μου! Είπε. Αυταί υπήρξαν αι τελευταίαι λέξεις της. Η γραία Χαλδούλα εύρε τον θάνατον εις το πέρασμα του Αγίου Σώστη, εις τον λαιμόν τον ενώνοντα τον βράχον του ορμητηρίου με την ξηράν, εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης.»
Στο πρώτο μυθιστόρημα του Παπαδιαμάντη «Οι έμποροι των Εθνών» (1882), κυριαρχεί «ένας ασυγκράτητος έρωτας και ξετραχηλιασμένος ρομαντισμός», οι οποίοι γίνονται αιτίες άγριων γεγονότων (φόνοι, αρπαγές κουρσέματα, ατιμίες κ. ά.), με φόντο τον μεσαιωνικό περίγυρο που κινούνται τα πρόσωπα του έργου. Ένα από αυτά, η αρχόντισσα Αυγούστα, εξομολογείται σ’ έναν ηλικιωμένο καλόγερο αυτά που νιώθει. Μια ποιητική κατάθεση ψυχής είναι τα λόγια της: «…Αγαπώ εκείνον, όστις κατέστρεψε την οικιακήν μου ευδαιμονίαν και κατεσπάραξε την καρδίαν του συζύγου μου, τον αγαπώ τοσούτον διαπύρως και τοσούτον εμμανώς, ώστε ο έρως ούτος είναι λεγεών όλη δαιμόνων εξηπλωμένη ως πολύπλους με τους πλοκάμους του εις τας φλέβας μου εκμυζώσα το αίμα μου και απορροφώσα την πνοήν μου. Ουδέποτε μετενόησα δια το έγκλημά μου τούτο, πάτερ, ουδέ πιστεύω ότι είναι δυνατόν να μετανοήσω.»
Στο μυθιστόρημα «Η ΓΥΦΤΟΠΟΥΛΑ» (1884), συναντούμε μεταφρασμένους στίχους του Μπάυρον: «του ίυγγος ο γογγισμός ο πένθιμος ηκούσθη, / ο κώδων ο ερημικός της προσευχής εκρούσθη. / Χαίρε Μαρία! Έρωτος και προσευχής η ώρα. / Χαίρε Μαρία! Δέχθητι τα δάκρυα ως δώρα.» Αλλά και του ίδιου του Παπαδιαμάντη το «ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΓΥΦΤΟΥ»: «Με το βαρειό, με το βαρειό, ξυπνά ο γύφτος το χωριό. / Το χωριό, το χωριό. / Τρα λα λα λα λα ρο λα ρο…/ Για το σφυρί, για το σφυρί, / τρελαίνεται κι η λυγερή. / Λυγερή, λυγερή. / Τρα λα λα λα, ρη, λα, ρη…/ Μες την φωτιά, μες την φωτιά, / παίζει ο γύφτος τη ματιά. / τη ματιά, τη ματιά. / τρα λα λα λα, τρα λα…».
Στο διήγημα «ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ» (1900), το απλοϊκό βοσκόπουλο γίνεται Ποιητής για να μας ιστορήσει την συνάντησή του με την Μοσχούλα: «Την ανεγνώρισα πάραυτα εις το φως της σελήνης, το μελιχρόν, το περιαργυρούν όλην την άπειρον οθόνη του γαληνώτος πελάγους και κάμνον να χορεύουν φωσφορίζοντα τα κύμματα.» Σε κάποιους άλλους στίχους του τραγουδά στην αγαπημένη του: «Εικόν’ αχειροποίητη που στην καρδιά μου σ’ είχα. / Κι είχα για μόνο φυλαχτό μια της κορφής σου τρίχα. / Ονείρατα στον ύπνο μου μαυροφτερουγισμένα, / σαν περιστέρι στη σπηλιά με τάραξαν για σένα. / Κίνδυνο, μαύρο σύγνεφο, οι μάγισσες μου λένε. / Τ’ αηδόνια αυτά που κελαηδούν μου φαίνονται να κλαίνε. / Να σε χαρή κι η άνοιξη μαζί με τα λουλούδια. / [……..] Αγάπη μου περήφανη, αγάπη διαλεχτή μου. / Κι αυτό το μορφοδούλικο το τιμημένο χέρι. / Αν έσφιξε ή το ’σφιξαν ένας Θεός το ξέρει. / Τη χάρη σου την σπλαχνική μη μ’ αρνηθής, πουλί μου…/ Αγάπη μου αιώνια, αγάπη υστερνή μου.»
Άγνωστοι, άτιτλοι στίχοι, υπάρχουν και στο διήγημα του Παπαδιαμάντη «ΑΓΑΠΗ ΣΤΟ ΓΚΡΕΜΝΟ»: «Ξύπνα, τα ρυάκια σέρνουν / το νερό μουρμουριστά. // Και τα δέντρα σειούνται, γέρνουν / κι η ψυχή μου πώς βαστά;»
Το διήγημα «ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙ ΤΗΣ ΦΩΚΗΣ» καταλήγει: «Το μοιρολόγι της φώκης, το οποίον μετέφρασεν εις ανθρώπινα λόγια εις γέρων ψαράς, εντριβής εις την άφωνον γλώσσαν των φωκών, έλεγε περίπου τα εξής: Αυτή ήταν η Ακριβούλα / κ’ εγγόνα της γρηα Λούκαινας. / Φύκια είναι τα στεφάνια της, / κοχύλια τα προικιά της… / κ’ η γριά ακόμη μοιρολογά / τα γεονοβόλια της τα παληά, / σαν νάχαν ποτέ τελειωμό / τα πάθια κ’ οι καϋμοί του κόσμου. »
Κάποια αυτοσχεδιάσματα συναντούμε στα διηγήματα «ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΑ»: 1) «Από το Κάστρο ως τη Βλαχιά / στης Αναγκιάς το τόπι, / δεν είναι χώρες και χωριά, / όρη, βουνά και τόποι. / Για σε πονεί η καρδούλα μου / και στο Μισήρι μη διαβής, / κ’ ο νους σ’ εδώ να μένη / ψυχή λησμονημένη. »
2) «Στην Αφρική είν’ ένα νερό, / καινούργιο συντριβάνι, / ποιος έχει αγάπη στην καρδιά / ας πα να πιή να γιάννη.»
και «ΤΟ ΣΠΙΤΑΚΙ ΣΤΟ ΛΙΒΑΔΙ»: «έρχουμαι, κυρά μ’, δεν έρχουμαι / έξω στην πόρτα στέκουμαι, / βρέχει ουρανός και βρέχουμαι. / Έλα βαρειά, σιγά και ταπεινά, / μην πάρουν τ’ άρματα φωτιά / και κάψουνε τη γειτονιά. / Έρχουμαι, καλέ μ’ δεν έρχουμαι / έξω στην πόρτα στέκουμαι, / ξενάκ’ είμαι και βρέχουμαι.»
Οι στίχοι του Σκιαθίτη λογοτέχνη ξεχειλίζουν επίσης από θρησκευτικότητα, η πίστη του φανερώνεται σ’ όλο του το έργο, το ίδιο και η φυσιολατρία του. Ζωγραφίζει την φύση της εποχής του με τρόπο θαυμάσιο. Ο Ηλίας Βουτιερίδης γράφει ότι «δεν λείπει από το έργο του η ποίηση και η σεμνότητα της φράσης» και η πυκνότητα της φράσης θα συμπληρώναμε. Ένα μικρό απόσπασμα – ύμνος στον Δημιουργό, από το ποίημα «ΔΕΗΣΙΣ» (Εκ των Ψαλμών του Δαυϊδ): «Προς Σε τας χείρας μου, προς Σε τους οφθαλμούς μου αίρω. / Τα φλέγοντά μου δάκρυα θυσίαν σου προσφέρω. / Ετάκη η καρδία μου ωσεί κηρός εντός μου. / Ελέησόν με ο Θεός, σπλαχνίσου, ο Θεός μου. / Είναι πολύ το πέλαγος, πολύ των οικτιρμών σου. / Η προσευχή μου εις ναόν φοιτά τον Άγιόν σου. / Εις κρίσιν με τον δούλον σου μη θέλεις να εισέλθης. / […..] Ανωφελής ο βίος μου ενώπιόν σου ρέει. / Πάσα πνοή και ύπαρξις το πρόσκαιρόν της κλαίει. / Εις λίθς προς οικοδομήν ας ήμην του ναού σου. / Και ας ήμην καίουσα λαμπάς προς του σεπτού βωμού σου. / Ω Κύριε, τις εν Θεοίς υπάρχει όμοιός σου: / και τις το πλάσμα δύναται των σων χειρών να σώση; / Ετάκη η καρδία μου ωσεί κηρός εντός μου. / Ελεησόν με.Ύψιστε, ο Πλάστη και Θεός μου. »
Το ποίημα «ΜΙΑ ΨΥΧΗ», το οποίο βρίσκεται στο ομώνυμο διήγημα, έχει «έναν ιερόπρεπο και κάπως μυστικόπαθο τόνο», νομίζεις πώς διαβάζεις κάποιον Ψαλμό: «- Ο Άγγελος ως λέγουν της υστάτης / πορείας ξεναγός, επαναφέρει, / την φεύγουσαν ψυχήν εις τα γνωστά της / και εις τα προσφιλή της μνήμης μέρη… / Απηύδησα να κυλινδώ μοιραίως / του βίου μου το άχθος προς το βήμα, / κατάδικος, ως η ψυχή φονέως / η σύρουσ’ από του λαιμού το θύμα. / Ποια σκληρά τη θύρα μου χείρ κρούει; / οστών ως θραυσμένων είν’ κρότος / τοιούτον κρότον, πώς το ους ακούει; / τοιούτον πώς το όμμα πλήττει σκότος; / Ως ξένος εν τω μέσω της ερήμου / ζητεί τον προ πολλού ταφέντα τάφον / της προσφιλούς ζητεί και η ψυχή μου / αλύσεώς της τον κοπέντα κρίκον.» (απόσπαμα).
Ένα από τα καλύτερα ποιήματα του Παπαδιαμάντη, «αληθινά αριστουργηματικό» το είχαν χαρακτηρίσει μελετητές του, είναι αυτό που έγραψε για να θρηνήσει τον χαμό της βασιλοπούλας Αλεξάνδρας (κόρης του τότε Βασιλιά Γεωργίου Α’) στις 12 Σεπτεμβρίου 1891. τίτλος του «Η ΚΟΙΜΑΜΕΝΗ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΑ»: «Λόγγος κι ορμάνι γύρω στο παλάτι / και το φυλάν αόρατα σπαθιά / κ’ εκείνη αποκοιμήθηκε βαθειά / και δεν την βλέπει ανθρώπου μάτι. / Μάγια κακά της είχαν καμωμένα / να μη ξυπνήση χρόνους εκατό, / πριν ένα βασιλόπουλο ξακουστό / έρθη να την ευρή απ’ τα ξένα. / Σ’ είσ’ η Κοιμάμενη Βασιλοπούλα / που όλ’ η Ελλάς νανούρισμα γλυκό / σου στέλνει ένα τραγούδι μυστικό / και μια χρυσόχλωρη μυρτούλα…» (απόσπασμα).
Εξίσου καλό θεωρείται και το «ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ» λυρικό ποίημά του, όπου παρομοιάζεται ο μικρός Αλέξανδρος ως «άμοιρο και σκοτεινό τριγόνι, / όπου το δέρνει ο άνεμος / βροχή που το πληγώνει…» αλλά στην μητρική αγκαλιά βρίσκει γαληνό λιμάνι και καταφεύγει.
«Η ΝΟΣΤΑΛΓΟΣ» είναι ένα διήγημα γεμάτο ποίηση, ζωντανή διήγηση, δείχνει πόσο καλά κατέχει ο συγγραφέας το την ανθρώπινη και ιδιαίτερα τη γυναικεία ψυχή. Η νεαρή Λιαλιώ, παντρεμένη με άντρα μεγαλύτερό της, λαχταρά την φυγή της. Μια γλαφυρή περιγραφή της κοπέλας μας δίνει ο Παπαδιαμάντης: «Η Λιαλιώ έμεινε με το μεσοφούστανον,κοντόν έως τας κνήμας, λευκόν όσο και το λόβιον, και με τας λευκάς περικνημίδας, υφ’ ας εμάντευέ τις τας τορνευτάς και κομψάς κνήμας, λευκοτέρας ακόμη. Έμεινε με τα κρίνα του λαιμού της ατελώς καλυπτόμενα από την πορφυράν μεταξωτήν τραχηλιάν της, κι εκάθισε συνεσταλμένη παρά την πρύμναν, βραχυσωμοτέρα ή όσον ήτο, με το μέτριον και χαρίεν ανάστημά της.»
Στο διήγημα «Η ΓΛΥΚΟΦΙΛΟΥΣΑ», ο ίδιος ο Δημιουργός του σημειώνει: «Όλοι οι στίχοι (εννοεί που ακολουθούν) είναι παράφρασις εκ του ΠΓ’ Ψαλμού του ΔΑΥΪΔ ού η αρχή: «Ως αγαπητά τα σκηνώματά Σου, Κύριε των δυνάμεων, επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου»:
«Και πάλι κίνησα να ’ρθω, χριστέ μου, στην αυλή σου,
να σκύψω στα κατώφλια σου τα τρισαγαπημένα,
όπου με πόθο αχόρταγο το λαχταρεί η ψυχή μου.
Η σάρκα μου αναγάλλιασε σιμά σου κι η καρδιά μου.
Το χελιδόνι ηύρε φωλιά και το τρυγόνι σκέπη,
να βάλουν τα πουλάκια τους τα δόλια να πλαγιάσουν
στον ιερό Σου τον βωμό, αθάνατε Χριστέ μου!
Κάλλιο μια μέρα στη δική Σου αυλή, παρά χιλιάδες,
στον ίσκιο ας είμαι του ναού σαν παραπεταμένος
καλύτερα παρά να ζω σ’ αμαρτωλών λημέρια.»
Στο διήγημα «ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΗ ΝΥΧΤΑ» (1892), συναντούμε ένα ακόμη ποίημα. Εδώ ο συγγραφέας σαρκάζει τον στιχουργό, αυτοσαρκάζεται άραγε; Γράφει: «Επήρε τη Φρόσω για Κατίγκω, ως έλεγαν αργότερα ο ίδιος. Και τους στίχους τους οποίους έγραψε δι’ αυτήν (διότι έγραφε, φευ! Και στίχους, τους οποίους ευτυχώς δεν εδημοσίευε), την ωνόμαζε, καλή τη πίστει, Κατίναν. «Ειπέ μου τι τους έκαμες, Κατίνα ρημασμένη! / Πώς κάθε όμμα βάσκανον εσένα μόνον βλέπει, / και κάθε γλώσσα δια σε λαλεί φαρμακωμένη; / Α, όχι τούτο δια σε, Κατίνα μου, δεν πρέπει…/ Αν υπανδρεύθης, έκαμες κακόν; Θεός φυλάξοι! / Ομοίως υπανδρεύονται όλοι οι φτωχοί, Κατίνα, / κ’ οι μαύρες σου γειτόνισσες, η τύχη σαν αλλάξη / που λέγουν τόσα δια σε, κι εβόϊξ’ η Αθήνα. […..]».
Κι είναι στα «ΡΟΔΙΝΑ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΑ», που ο Παπαδιαμάντης γίνεται ερωτικός, φυλακίζει στις γραμμές του διηγήματός του συναισθήματα ανείπωτα, όλα για έναν έρωτα που δεν εκφράστηκε δια ζώσης στην αγαπημένη μορφή, εκείνη που έκανε τον ήρωα του έργου του να σκέφτεται: «…Τι άλλο θα ονειροπολούσα τάχα εις τον κόσμον; Τι άλλο παρά μίαν στιγμή να την ίδω. Και τώρα την έβλεπα επί πολλά λεπτά, τα οποία εφαίνοντο να ήταν σταγόνες πεσούσαι από το κέρασμα θείας αμβροσίας… Είχεν έλθει και εκάθισε σιμά εις το παράθυρον. Έφερε το εργόχειρον, κρεμαστόν περί τον θείο λαιμόν της. Και έκυπτεν επί της θείας τραχηλιάς της, της κολπομένης με πτυχάς και σχήμα ανέφικτον εις την πλεόν ιδεώδη πλαστικήν… Έπαλε γοργά τας μικράς βελόνας της. Ω, με αυτάς είχε περονίσει την καρδίαν. Αλλ’ είναι λίαν προσφιλής η καίουσα πληγή. Ιδού, μειδιά! Ω κάλλος, ω μορφή, ω οπτασία!» Ένας ύμνος στη γυναικεία καλλονή είναι τούτο το απόσπασμα, γραμμένο από έναν «κοσμοκαλόγερο» συγγραφέα, ο οποίος δεν μισούσε τη γυναίκα αλλά την σεβόταν και την τραγουδούσε με τον δικό του μοναδικό κι αντρίκιο τρόπο.
Τόσο στα ποιήματα όσο και στα πεζά κείμενά του ο Παπαδιαμάντης φιλοξενεί πολλά λαογραφικά στοιχεία. Παρατηρούμε ότι κάποιοι στίχοι του έχουν την μορφή δημοτικού τραγουδιού και τούτο δεν είναι μια κουραστική μίμηση αλλά ένας δημιουργικός αυτοσχεδιασμός. Όσα καινούργια κι αν προσθέσουν οι μελετητές και οι κριτικοί για τον Σκιαθίτη συγγραφέα, είναι το έργο του το οποίο μιλάει από μόνο του και πιστοποιεί την αξία του Δημιουργού του. Ο Θεμ. Αθανασιάδης –Νόβας έγραψε γι’ αυτόν στους «ΗΡΩΕΣ» (το 1969): «Ποιες είναι λοιπόν οι μαγικές αρετές του; Είναι αρετές Τέχνης και αρετές ζωής; Έχουν πιστέψει ότι ο Παπαδιαμάντης μόνο κατά το μισό γοητεύει με την Τέχνη του, κατά το άλλο μισό γοητεύει με την ζωή του. Κι αν ήταν έτσι; Μήπως την έκλεψε τη ζωή του από κανέναν; Τη δημιούργησε μόνος του… Ο Παπαδιαμάντης έφτιας ένα διπλό (ενν. αριστούργημα): τη ζωή του και την Τέχνη του. Ξέρω πως άλλο είναι να γράφεις κι άλλο να ζεις. Αλλά ο αληθινός Ποιητής δεν γράφει, αν δεν έχει ζήσει. Ο Παπαδιαμάντης έγραφε ό,τι ζούσε και ζούσε ό,τι έγραφε. Γι’ αυτό η Τέχνη του, όπως η ζωή του, είναι μοναδική και ανεπανάληπτη. Κανείς δεν τόλμησε να τη μιμηθεί και κανείς δεν μπόρεσε να τη συνεχίσει.» (σελίδες 49-50).
Τη διετία 1909-1911, λίγο πριν τον θάνατό του το 1911, ο Παπαδιαμάντης βρίσκεται στη Σκιάθο. Είναι γέρος κι άρρωστος. Μέσα του φουντώνει η νοσταλγία για τα παιδικά του χρόνια, κείνη την εποχή της ανεμελιάς και της ελπίδας. Τώρα, στο τέλος του βίου του, γράφει στίχους παρακλητικούς στις Παναγίες του νησιού του. Στην Παναγία την Κουνίστρα: «Ω Παναγία μου, κόρη Πάναγνη, καλή, / ίσως να φτάση κι ως εμένα και ν’ απλώση / γαλήνη στην ψυχή μου την αμαρτωλή.» Στην Παναγία του Ντομάν εύχεται: «Είθε και στην καρδιά μου που έχει στραγγιχτή / να δώση ζωήν και δύναμι η χάρις Σου.» Και στην Παναγία στο Πυργί εκφράζει την επιθυμία να ξαναγεννηθεί: «και η πλάση όλη αναγαλλιάζει /και το φθινόπωρο ξανανεώνει η γης / σαν σεμνή κόρη, που περίμενε χρόνια τον αρραβωνιαστικό της απ’ τα ξένα / και στο τέλος τον απόλαψε πριν είναι πολύ αργά, / και σαν τη στείρα γραία, / που γέννησε θεόπαιδο / κι ευφράνθη στα γεράματά της. / – Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγία μου, / πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω. ».
Στερημένοι από την φρεσκάδα, την έμπνευση, πιότερο προσωπικοί γίνονται οι στίχοι του Παπαδιαμάντη στα υστερνά του. Δεήσεις εναγώνιες και ύμνοι εσπερινοί θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν τούτα τα σχεδιάσματα. Δεν παύουν πάντως να έχουν την δική τους αξία στο σύνολο του έργου του.
Αξιολογώντας τις έμμετρες προσπάθειες του Παπαδιαμάντη, παρατηρούμε ότι ο Σκιαθίτης Δημιουργός, ούτε νέα διάσταση στην Ποίηση έδωσε, μήτε καμιά ποιητική προοπτική προσέφερε. Κανέναν ενθουσιασμό δεν διακρίνουμε στους στίχους των λιγοστών ποιημάτων που συνέθεσε. Απετέλεσαν, μπορούμε να πούμε, οι στίχοι του – όπου χρησιμοποιήθηκαν μέσα στα διηγήματα και στα μυθιστορήματά του – έναν συνδετικό κρίκο με το πεζό κείμενο. Αυτό δεν μειώνει την αξία αυτών των ιχνών ποίησης που συναντούμε στο έργο του Παπαδιαμάντη. Απομένει να πλησιάσουμε την Τέχνη του, με πνεύμα ελεύθερο, καρδιά ανοιχτή να δεχτεί και να κατακτήσει όλον αυτόν τον γλωσσικό πλούτο που κρύβεται σε κάθε διήγημα, μυθιστόρημα ή ποίημά του. Ο ίδιος όπως αναφέρει στο διήγημά του «ΛΑΜΠΡΙΑΤΙΚΟΣ ΨΑΛΤΗΣ¨(1893), είχε την φιλοδοξία του ταπεινού εργάτη του πνεύματος, αυτό που επιθυμούσε ήταν: «Το επ εμοί, ενόσω ζω και αναπνέω και σωφρονώ, δεν θα παύσω πάντοτε, ιδίως δε κατά τας πανεκλάμπρους ταύτας ημέρας, να υμνώ μετα΄αλτρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ’ έρωτος την φύσιν, και να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη.» Τούτα τα λόγια θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι η υποθήκη του Παπαδιαμάντη προς κάθε σύγχρονο Έλληνα Δημιουργό. Η υπενθύμιση του ιερού του χρέους προς την Πατρίδα (χωρίς εθνικιστικές εξάρσεις), την Ορθοδοξάι (μακριά από φανατισμούς) και την Τέχνη (στην ανανέωση της οποίας ο καθένας μας οφείλει να βάλει ένα μικρό λιθαράκι).
Είναι βέβαιο πως και στον 21ο αιώνα, ο Παπαδιαμάντης θα κερδίζει το θαυμασμό και την αγάπη μας. θα τον προσεγγίζουμε με ενδιαφέρον για την εποχή του και συμπάθεια για τους ήρωές του. Θα σκύβουμε με σεβασμό πάνω στις σελίδες των έργων του για ν’ απολαύσουμε τον Λόγο και την Τέχνη ενός αυθεντικού και διαχρονικού Δημιουργού.

* Αναδημοσιεύτηκε στις 5/10/2015 στο:  http://www.dimitriosgogas.blogspot.gr