ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ / FAIRY STORIES

ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Παραμύθι της Ζαχαρούλας Γαϊτανάκη, αφιερωμένο στην ανιψιά της Ειρήνη-Μαρκέλλα

Η ΟΜΟΡΦΟΥΛΑ

Μια φορά κι έναν καιρό, σ΄ ένα μικρό ελληνικό χωριό ζούσε μια γυναίκα με μόνη συντροφιά τα ζωντανά της: ένα μικρό κοπάδι πρόβατα, λίγες κοτούλες και δυο γάτες για παρέα της. Ο άντρας της είχε πεθάνει κι οι κόρες της είχαν παντρευτεί κι έμεναν στην Αθήνα.

Η κυρα –Σταθιά, έτσι έλεγαν την τσοπάνισσα, είχε στο κοπάδι της το πιο παράξενο πρόβατο της περιοχής, ίσως και της χώρας ολόκληρης: την Ομορφούλα. Αυτή η προβατίνα ξεχώριζε από τις άλλες για το ωραίο και πολύχρωμο μαλλί της. Μπαλώματα μαύρου, άσπρου και καφέ χρώματος έκαναν το ζώο αξιοπρόσεχτο στα μάτια των ανθρώπων και το ξεχώρισμα αυτό δημιουργούσε με-σα στο κοπάδι αντιπάθειες για την νεαρή αρνάδα.
«Σιγά, καλέ, δεν είναι δα και καμιά καλλονή» έλεγε μια κάτασπρη προβατίνα, που όλη την ώρα καθάριζε το μαλλί της και πρόσεχε να μην το λερώσει στο χώμα και στα χορτάρια. «Είμαστε κι εμείς εδώ» συμπλήρωνε με στόμφο.
«Α, δεν έχεις δίκιο, Λευκή μου» της απαντούσε η Σοφή, μια γριά προβατίνα. «Η Ομορφούλα είναι ασυνήθιστη κι έχει μεγάλες κατακτήσεις, κατά πως φαίνεται, ανάμεσα στα πρόβατα. Δεν είδες τι έγινε όταν συναντήσαμε το κοπάδι του κυρ-Πανάγου; Είδε κι έπαθε ο δύστυχος να μαζέψει τα ζωντανά του και να συνεχίσουν τον δρόμο τους.

Αλλά κι ανάμεσα στους ανθρώπους δημιουργούσε ερωτηματικά η Ομορφούλα.
«Τι πράγμα είναι τούτο, Σταθιά μου;» ρωτούσε μια γειτόνισσα την τσοπάνισσα.
«Δεν έχω ξαναδεί ζωντανό με τέτοιο μαλλί.»
«Την Ομορφούλα μου την αγαπώ πολύ» της απαντούσε η Σταθιά. «Την θεωρώ καλότυχη κι απ΄ όταν γεννήθηκε την πήρα υπό την προστασία μου. Ο άντρας μου ήθελε να την πουλήσουμε μα δεν τον άφησα. Η Ομορφούλα του είπα θα γίνει το γούρι του κοπαδιού μας. Κι έτσι το ζωντανό μεγάλωσε κι έγινε μια πανέμορφη προβατίνα.»
«Σε καλό σου» ξανάπε η γειτόνισσα. «Αν την πουλούσες θα έπαιρνες του κόσμου τα λεφτά.»
«Τα λεφτά δεν είναι το παν» της απάντησε η Σταθιά. «Που θα έβρισκα άλλη σαν την Ομορφιά μου;»

Κάποτε, ένας ξενιτεμένος από το χωριό, επέστρεψε στον τόπο του, είδε την προβατίνα και ζήτησε από την κυρα – Σταθιά να του την πουλήσει. Εκείνη αρνήθηκε.
«Θα σου δώσω πολλά δολάρια» της είπε.
«Δεν την δίνω, Νικόλα μου» απάντησε η γυναίκα.
«Γιατί;» τη ρώτησε.
«Η Ομορφούλα είναι η φιλενάδα μου» του είπε χαμογελώντας. «Δεν την πουλάω ούτε για όλα τα χρυσάφια του κόσμου.»
Έτσι η προβατίνα παρέμενε στο κοπάδι της κυρα – Σταθιάς, αφού η αφεντικίνα της επέμενε στην απόφασή της να μην την δώσει σε κανέναν.

Ένα καλοκαιριάτικο απόγευμα, η Σταθιά πήρε τα προβατάκια της να τα πάει να βοσκήσουν σ΄ ένα χωράφι λίγο πιο έξω από τα σπίτια του χωριού. Στο δρόμο συνάντησαν τον μπαρμπα – Λιά, τον συνταξιούχο αγροφύλακα του τόπου.
«Καλό απόγευμα, Σταθιά, για πού το ’βαλες;»
«Πάω τα ζωντανά στο Ζαμπάκι» του απάντησε η γυναίκα.
«Να προσέχεις» την ορμήνεψε ο γέροντας. «Έχει πολλά φίδια εκεί πέρα. Αν σου συμβεί κάτι δεν θα σε πάρει είδηση κανείς.»
«Θα έχω το νου μου» είπε η Σταθιά και συνέχισε το δρόμο της.
Έφτασαν στο χωράφι και τα πρόβατα σκόρπισαν να βοσκήσουν. Η Σταθιά κάθισε σε μια μεγάλη πέτρα κάτω από μια βελανιδιά και τα παρακολουθούσε. Από την ζέστη και την κούραση την πήρε ο ύπνος. Κάποια στιγμή πετάχτηκε πάνω νοιώθοντας έναν φοβερό πόνο στο πόδι της.
«Θεέ μου, τι ’ναι τούτο;» φώναξε η γυναίκα.
Άνοιξε τα μάτια της κι έντρομη είδε ένα φίδι να σέρνεται λίγο πιο κει. Την είχε τσιμπήσει, χύνοντας το δηλητήριό του στο σώμα της.
«Βοήθα με, θεέ μου» προσευχήθηκε η Σταθιά. «Μην μ΄ αφήσεις να πεθάνω αβοήθητη.»

Από τις φωνές της ήρθε κοντά της η Ομορφούλα. Το ζωντανό σπάνια απομακρυνόταν πολύ από το μέρος που συνήθιζε να κάθεται η τσοπάνισσα.
«Αχ, Μορφούλα μου» την χάιδεψε η Σταθιά, «πάει με χάνεις».
Η γυναίκα έβγαλε το τσεμπεράκι που φορούσε, σκούπισε τον ιδρώτα που μούσκευε το πρόσωπό της και προσπάθησε να σηκωθεί όρθια. Το πόδι της την πονούσε πολύ και την πήραν τα κλάματα. Η προβατίνα κοιτούσε την άρρωστη. Τα άλλα πρόβατα συνέχιζαν την βοσκή τους αδιάφορα για ό,τι συνέβαινε κάτω από το δέντρο. Η Σταθιά ένιωθε ανήμπορη να κάνει κάτι. Ξαφνικά, η Ομορφούλα σκύβει στο χώμα που ΄χε πέσει το τσεμπέρι, το παίρνει στο στόμα της και φεύγει από το χωράφι.
«Μορφούλα, εδώ, γύρνα πίσω, θα χαθείς» της φώναξε αδύναμα η γυναίκα.
Μα το ζωντανό είχε πάρει το δρόμο της επιστροφής του στο χωριό.

Με το κεφαλομάντηλο της Σταθιάς στο στόμα, η Ομορφούλα έφτασε στο μαντρί της. Δεν βρήκε κανέναν εκεί. Έκανε στροφή κι άρχισε να τριγυρίζει στους δρόμους του χωριού. Πέρασε από την πλατεία. Εκεί ήταν το καφενείο. Αρκετοί άντρες έπιναν τον καφέ τους καθισμένοι στα τραπεζάκια κάτω από τα δυο αιωνόβια πλατάνια.
«Ε, τι είναι τούτο;» έκανε ένας από αυτούς μόλις είδε το ζώο.
«Είναι η προβατίνα της Σταθιάς» είπε ένας άλλος. «Τι έχει στο στόμα της;»
Ένας νεαρός που βρισκόταν κοντύτερα στο ζωντανό, το πλησίασε και είδε τι κρατούσε. «Είναι ένα μαντήλι» είπε. «Ίσως της Σταθιάς.»
«Για να το δω» ζήτησε ένας από τους γέροντες. Ήταν ο μπαρμπα – Λιας που ΄χε συναντήσει τη γυναίκα όταν πήγαινε το κοπάδι της στη βοσκή.
«Είναι σίγουρα της Σταθιάς» είπε. «Την συνάντησα πριν από τρεις ώρες περίπου. Πήγαινε τα ζώα της στο Ζαμπάκι. Κάτι θα της έτυχε. Πάμε να δούμε.»

Μια ομάδα χωρικών ξεκίνησε με δύο αυτοκίνητα για την τοποθεσία που βρισκόταν το χωράφι. Πάνω στο ένα φορτηγάκι φόρτωσαν και την Ομορφούλα. Βρήκαν την Σταθιά κάτω από την βελανιδιά, ωχρή, να βογκά από τους πόνους. Στην προσπάθειά της να σηκωθεί είχε στραμπουλήξει το άλλο της πόδι. «Δόξα τω Θεώ» ψέλλισε η γυναίκα μόλις τους είδε. «Ποιος σας έφερε;»
«Η Ομορφούλα σου» είπε κάποιος από τους άντρες.

Το ζώο είχε κατέβει από το αυτοκίνητο κι έτρεξε αμέσως κοντά στην πονεμένη αφεντικίνα της. Εκείνη την χάιδεψε και την αγκάλιασε πριν οι συγχωριανοί της την σηκώσουν για να την μεταφέρουν στο νοσοκομείο.
«Μου έσωσε τη ζωή» είπε η Σταθιά καθώς τα οχήματα ξεκινούσαν για την πόλη. «Η Μορφούλα μου με γλίτωσε από βέβαιο θάνατο» ξανάπε.

Από κείνο το απόγευμα, η Ομορφούλα έγινε η ηρωίδα του χωριού. Οι ντόπιοι διηγούνταν το κατόρθωμά της και η Σταθιά την περιποιόταν πιότερο από τα άλλα ζωντανά της για το καλό που της έκανε.

Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

[ Γ’ Βραβείο Παραμυθιού από την «Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών» το 2004. ]

o kosmos toy paramyuioy

Παραμύθι της Ζαχαρούλας Γαϊτανάκη

Η ΑΣΧΗΜΗ ΑΔΕΛΦΟΥΛΑ
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσανε σ΄ ένα ψαράδικο χωριουδάκι δυο κοριτσάκια με τους γονείς τους και τη γιαγιά τους.

Η Ελεωνόρα, η μεγαλύτερη αδελφή, ήταν μια πανέμορφη έφηβη. Αυτό το καλοκαίρι είχε τελειώσει το Δημοτικό και θα πήγαινε στο Γυμνάσιο. Είχε μεγάλα γαλάζια μάτια, μακριά ξανθά μαλλιά κι ήταν ψηλή για την ηλικία της. Οι συμμαθητές της και τα άλλα αγόρια του χωριού την θαύμαζαν και αποζητούσαν την παρέα της. Το ίδιο και τα κορίτσια αλλά αυτά ένιωθαν και μια μικρή ζήλια γιατί η Ελεωνόρα ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής.

Η άλλη αδελφή, η Πολυτίμη, πήγαινε στην Τετάρτη Δημοτικού και διέφερε όπως η νύχτα με τη μέρα από την Ελεωνόρα. Ήταν κοντούλα, με κάποια παραπανίσια κιλά, είχε καστανά μάτια και τα μαλλιά της ήταν κι αυτά σκουρόχρωμα και κομμένα κοντά. Είχε ελάχιστες παρέες και προτιμούσε να βοηθάει τη μητέρα της στο σπίτι, να κάνει μεγάλους περιπάτους σε διάφορα μέρη του νησιού τους, να διαβάζει ή να πηγαίνει με τον πατέρα της για ψάρεμα. Η όλη της εμφάνιση ήταν ενός ασχημόπαπου.

Κάποτε η Πολυτίμη άκουσε δυο συμμαθήτριές της να συζητούν γι’ αυτή και στενοχωρήθηκε πολύ.
«Αυτή η Πολυτίμη είναι πάρα πολύ άσχημη και άχαρη. Ενώ η Ελεωνόρα…» έκανε η μια. Και συμπλήρωσε η άλλη:
«Αν έμοιαζε έστω στο μικρό δακτυλάκι της αδελφής της, θα ήταν κούκλα. Μα θα είναι πάντα η άσχημη αδελφούλα. Η κακομοίρα, την λυπάμαι…»
Την πίκραναν τα λόγια τους και από τότε τα σκεφτόταν συχνά. «Η άσχημη αδελφούλα»… Ήθελε να τους φωνάξει ότι ήταν κι αυτή όμορφη, είχε κάθε δικαίωμα στη ζωή, την έπνιγε το άδικο αλλά δεν είπε τίποτα. Ό,τι κι αν έκανε, ωραία σαν την αδελφή της δεν θα γινόταν.
Και ο καιρός κυλούσε…

Ένα καλοκαιριάτικο πρωινό, η Πολυτίμη πήρε στο καλαθάκι της ένα μήλο, λίγο ψωμοτύρι κι αποφάσισε να πάει έναν μακρινό περίπατο, σε μια πηγή που την έλεγαν το «Καλό νερό». Ήταν ένα πανέμορφο μέρος κοντά σε ένα ξωκλήσι. Είπε στη γιαγιά της για την εκδρομή της και κίνησε να φύγει.
– Να προσέχεις εκεί που πας, την ορμήνεψε η γριούλα.
– Γιατί γιαγιά μου; απόρησε η μικρή. Συμβαίνει κάτι εκεί πέρα;
– Όταν ήμουν στην ηλικία σου, η δική μου γιαγιά και οι άλλες γερόντισσες, μας έλεγαν ότι κοντά στην πηγή ζει ένα ξωτικό που παίρνει τους ανθρώπους και τους εξαφανίζει. Ένα υπερφυσικό πνεύμα, που…
– Είναι δηλαδή ένα κακό φάντασμα; την διέκοψε η εγγονή της. Με κάνεις και φοβάμαι μ’ αυτά που μου λες, είπε στη γιαγιά της.
– Δεν στα λέω για να τρομάξεις αλλά για να προσέχεις. Άντε πήγαινε τώρα και το νου σου. Μην αργήσεις να γυρίσεις το μεσημέρι, έκανε η γιαγιά της και την συνόδευσε ως την εξώπορτα.

Η Πολυτίμη έφτασε στην πηγή, ήπιε από το δροσερό νεράκι που κυλούσε από τον βράχο κι έφαγε με όρεξη το ψωμοτύρι της. Κατόπιν κάνοντας τα χέρια της προσκέφαλο, ξάπλωσε στο χορτάρι να ξεκουραστεί. Την πήρε ο ύπνος. Ξάφνου, νιώθει κάποιο χέρι να την σκουντάει.
– Ε, ξύπνα, κοριτσάκι, ακούει μια ψιλή φωνούλα να της λέει.
Εκείνη δεν απάντησε.
– Ξύπνα, μικρούλα, ξανάπε πιο δυνατά τώρα η φωνή.
– Ποιος μίλησε; Ποιος είναι; ρώτησε κοιτάζοντας γύρω με περιέργεια.
Πίσω της στεκόταν ένα περίεργο μικροκαμωμένο πλάσμα με ανθρώπινη μορφή.
«Το πνεύμα που μου είπε η γιαγιά μου», σκέφτηκε τρομοκρατημένη. Έκανε να σηκωθεί, ήθελε να το βάλει στα πόδια μα το ένιωθε το σώμα της βαρύ. Το ξωτικό ήρθε και στάθηκε δίπλα της. Το έβλεπε καλύτερα απ’ αυτή τη θέση.
– Μην φοβάσαι, της είπε. Δεν θα σου κάνω κακό. Θέλω μόνο να μιλήσω μαζί σου.
Κάθισε και κείνος, σταυρώνοντας τα μικρά του ποδαράκια. Της χαμογέλασε.
– Πώς σε λένε; την ρώτησε.
– Πολυτίμη, του απάντησε. Και σένα;
– Κλίκ, της αποκρίθηκε. Αλλά οι άνθρωποι με λένε Φεγγαρένιο γιατί κυκλοφορώ κυρίως τα βράδια. Όπως και το φεγγάρι.
– Κλικ; έκανε το κορίτσι. Τι όνομα είναι αυτό;
– Έτσι με φωνάζουν στον κόσμο των ξωτικών. Είναι ένα πολύ όμορφο όνομα, της είπε καμαρώνοντας.
– Εγώ θα σε λέω Φεγγαρένιο. Μου αρέσει καλύτερα, του είπε πεισμωμένα η μικρή. Είχε ξεθαρρέψει και δεν τον φοβόταν όπως στην αρχή.
– Καλά, δεν πειράζει. Όπως και να με πεις το ίδιο κάνει, της ξανάπε.
Κοίταξε το καλάθι της κι είδε κάτι να υπάρχει μέσα.

– Μου δίνεις το μήλο σου; την παρακάλεσε.
– Τι θα το κάνεις; τον ρώτησε.
– Θα το φάω. Μου αρέσουν πολύ τα μήλα.
– Καλά, τρώνε μήλα τα ξωτικά;
– Μου αρέσουν πολύ, της είπε ο Κλικ.
Η Πολυτίμη πήρε το φρούτο από το καλάθι της και του το πρόσφερε. Ο Κλικ το έφερε στο στόμα του και το εξαφάνισε με μια χαψιά.
– Νόστιμο ήταν, έκανε. Έχεις άλλο;
– Όχι, μόνο αυτό είχα φέρει μαζί μου, του είπε λυπημένα.
– Είσαι πολύ καλή, είπε το ξωτικό. Μου αρέσεις. Είσαι όμορφη.
– Όμορφη; έκανε όλο πίκρα η Πολυτίμη. Αν σε άκουγαν στο χωριό μου να το λες αυτό θα σε λέγανε τρελό.
– Μην πιστεύεις ότι λένε οι άλλοι, την μάλωσε ο Κλικ. Είσαι όμορφη γιατί είσαι ξεχωριστή, μοναδική. Αυτό να το θυμάσαι πάντα. Κάθε άνθρωπος έχει τη δική του χάρη, τα δικά του ιδιαίτερα χαρίσματα. Εσύ, όταν χαμογελάς είσαι πανέμορφη. Μην κατσουφιάζεις λοιπόν και μην λυπάσαι. Να, πάρε…
Το ανθρωπάκι έβγαλε από την μικροσκοπική τσέπη του ένα βότσαλο και της το έδωσε.
– Να το έχεις μαζί σου και κάθε φορά που κάποιος θα σε στενοχωρήσει με τα λόγια του, να το κρατάς και να θυμάσαι τα λόγια μου: «Είμαι όμορφη γιατί είμαι μοναδική». Πες το να σε ακούσω.
– Είμαι όμορφη γιατί είμαι μοναδική, επανέλαβε η μικρούλα.
– Είσαι πολύτιμη, όπως λέει και το όνομά σου, της είπε ο Κλικ. Και μην ξεχνάς ότι η ζωή είναι ένα μεγάλο δώρο. Να την ζεις και να την απολαμβάνεις. Δεν υπάρχουν άσχημοι άνθρωποι. Η κακία ασχημαίνει τους ανθρώπους, η καλοσύνη, το χαμόγελο, η χαρά είναι το φως τους, η ομορφιά τους. Να θυμάσαι τα λόγια μου, είπε το ξωτικό και με μια ξαφνική κίνηση χάθηκε από μπροστά της.

Το κορίτσι έτριψε τα μάτια του ξανά, κοίταξε γύρω του, δεν ήταν κανείς.
«Τα φαντάστηκα όλα αυτά;» αναρωτήθηκε. «Με πήρε ο ύπνος και τα ονειρεύτηκα» σκέφθηκε και σηκώθηκε από το έδαφος. Μάζεψε το καλαθάκι της και κίνησε για το χωριό. Είχε μεσημεριάσει και θα την περίμεναν οι δικοί της για να φάνε.
«Τι περίεργο όνειρο. Μ’ έκανε όμως να νιώσω καλύτερα. Πώς το είπε το ξωτικό; ΕΙΜΑΙ ΟΜΟΡΦΗ, ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗ. Τι ωραία σκέψη. Δεν θα πω σε κανέναν τίποτα. Αυτό θα είναι το μυστικό μου» είπε μέσα της.

Πλησιάζοντας στο σπίτι της, έψαξε στην τσέπη της για τα κλειδιά. Το χέρι της συνάντησε ένα μικρό αντικείμενο. Το έβγαλε και το κοίταξε με περιέργεια. Ήταν ένα βότσαλο.
-Το βότσαλο του Κλικ, είπε. Άρα δεν ήταν όνειρο αυτό που μου συνέβη.
Μέσα της ένιωσε μια ξεχωριστή χαρά.

Ανοίγοντας την ξώπορτα του σπιτιού της, η Πολυτίμη είπε για μια ακόμη φορά, κρατώντας το βότσαλο του ξωτικού στην παλάμη της: ΕΙΜΑΙ ΟΜΟΡΦΗ, ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗ.

"Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη, δώσ ' της κλώτσο να γυρίσει, παραμύθι ν' αρχινήσει..."

«Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη, δώσ ‘ της κλώτσο να γυρίσει, παραμύθι ν’ αρχινήσει…»

 

Advertisements