ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ/STORIES

writer's office  Πίνακας του Φερν.  Μποτερό  * Fernando Botero – Colombian Figurative Painter


                                 Ζαχαρούλα Γαϊτανάκη:  ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ                                                                     Σ’ ένα μικρό χωριουδάκι της πατρίδας μας, ζούσε ο Περικλής με την σύζυγό του. Είχαν ένα πολύ όμορφο σπίτι, με αυλή, πολύ μεγάλο κήπο με δέντρα, μποστάνι και τις κοτούλες τους για να εξασφαλίζουν τα αυγά και το κρέας τους. Όταν πριν δυο μήνες πέθανε η κατάκοιτη σύζυγός του, τα τρία τους παιδιά ήρθαν στο πατρικό σπίτι για να τακτοποιήσουν τα πράγματα της μητέρας τους και να δουν τον πατέρα τους. Στο δωμάτιο των γονέων τους, πάνω στο κρεβάτι, οι δυο κόρες είχαν στοιβάξει όλα τα ρούχα, παπούτσια, κοσμήματα και άλλα είδη της μάνας τους και άρχισαν να τα ξεδιαλέγουν. Τα περισσότερα τα έβαζαν σε σακούλες για να τα πετάξουν στα σκουπίδια. «Τι παλιατσαρίες μάζευε η μάνα μας» είπε ο αδελφός τους βλέποντας τους μπόγους πάνω στο κρεβάτι. «Μόνο τα κοσμήματά της αξίζουν» αποφάνθηκε η μικρή κόρη. «Θα τα μοιραστούμε εμείς οι γυναίκες» είπε στον αδελφό της. «Η γυναίκα σου δεν έχει ανάγκη. Κι έπειτα αυτά ήταν της μητέρας μας, δεν θα τα πάρει μια ξένη». Κάτι πήγε να πει ο αδελφός αλλά μάλλον το σκέφτηκε και δεν της απάντησε τίποτα. Η δουλειά της διαλογής συνεχίστηκε για ώρα μέχρι που καθάρισαν τα πάντα, κράτησαν ό,τι ήθελαν και τα άλλα τα πήγαν στους κάδους των σκουπιδιών που βρίσκονταν πιο πέρα από το σπίτι τους. Μετά, κατάκοπες κάθισαν στη μεγάλη βεράντα του πατρικού τους, να πιουν τον καφέ τους με τον πατέρα τους και τον αδελφό τους. «Μπαμπά» είπε η μεγάλη κόρη, «το χειμώνα να κλείσεις το σπίτι και να έρθεις στην Αθήνα, πότε στον ένα μας και πότε στον άλλο». Ξίνισε μούτρα ο γιος, δεν τα πήγαινε καλά με το γέρο του και η γυναίκα του δεν τον ήθελε μέσα στα πόδια τους. «Καλά είναι κι εδώ» είπε. «Που να ξεβολεύεται στην ηλικία του…». «Εδώ θα μείνω, μην επιμένετε να έρθω», είπε ο πατέρας τους. Στα 73 του βαστιόταν καλά και δεν ήθελε να πάει στην πρωτεύουσα να κλειστεί στους τέσσερις τοίχους ενός διαμερίσματος. «Εσείς έχετε τις οικογένειές σας, εγώ είμαι πολύ καλά στο σπίτι μου.» Είπαν κι άλλα αλλά η απόφαση του πατέρα τους ήταν ακλόνητη: θα έμενε στο χωριό. Η μεγάλη κόρη που είχε νευριάσει με αυτή του την απόφαση, γυρίζει και του λέει: «Ξέρεις, πατέρα, εμείς δεν πρόκειται να έρθουμε να μείνουμε ποτέ εδώ για πάντα. Δεν μας αρέσει, έχουμε και το εξοχικό μας κοντά στη θάλασσα, ίσως αν πουλούσαμε το σπίτι…» «Ποτέ όσο ζω εγώ» της απάντησε ο πατέρας της οργισμένος. «Εδώ γεννήθηκα, μεγάλωσα, έζησα όλη μου τη ζωή. Όταν πεθάνω, κάντε ο,τι νομίζετε…». Αυτά είπε και σηκώθηκε κατακόκκινος από την καρέκλα του. Τ’ άλλα δυο παιδιά φοβήθηκαν βλέποντας τον πατέρα τους τόσο ταραγμένο. «Τι σ’ έπιασε και σένα τώρα;» της είπε ο αδελφός της. «Ώρα που βρήκες να πεις τις σαχλαμάρες σου…» «Γιατί; Ψέματα λέω; Θα έρθεις εσύ με τη γυναικούλα σου την ψηλομύτα να μείνετε εδώ;» «Όχι βέβαια» της απάντησε αυτός «αλλά δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή να θίξεις το θέμα.» 
«Στη βράση κολλάει το σίδερο. Άμα βρεθεί αγοραστής και τώρα να το πουλήσει ο πατέρας.» Η άλλη κόρη, όχι ότι διαφωνούσε σ’ αυτό, κούνησε το κεφάλι της και σηκώθηκε κι αυτή να φύγει δίνοντας τέλος στην αδελφική σύναξη.                                   Τα παιδιά έφυγαν την άλλη μέρα για τις οικογένειές τους. Ο πατέρας τους, τρεις μέρες μετά, πήγε στο δικηγόρο του που είχε το γραφείο του στην πρωτεύουσα του νομού και του είπε να συντάξει μία νέα διαθήκη. Μ’ αυτήν, άφηνε το σπίτι του με τον μεγάλο κήπο καθώς και όλα τα χωράφια που είχε στην κατοχή του, σ’ ένα ίδρυμα για ορφανά παιδιά που υπήρχε στην περιοχή και πήγαιναν παλαιότερα συχνά με τη γυναίκα του προσφέροντας τη βοήθειά τους….                                                            (Ζώνη, 8/8/2017). [Painting by Francesco Mangialardi.] 


Αστυνομικό ΔΙΗΓΗΜΑ της ΖΑΧΑΡΟΥΛΑΣ ΓΑΪΤΑΝΑΚΗ

«ΓΙΑ ΜΙΑ ΦΕΥΓΑΛΕΑ ΜΑΤΙΑ»

Το αυτοκίνητο σταμάτησε στην πλατεία του χωριού, ένα φθινοπωριάτικο πρωινό. Ο νεαρός που οδηγούσε το όχημα, κατέβηκε και τέντωσε τα χέρια του να ξεμουδιάσουν. «Ωραία είναι εδώ» είπε στον συνεπιβάτη του, έναν ασπρομάλλη γέροντα, ο οποίος βγήκε προσεχτικά κρατώντας στα χέρια του ένα μπαστούνι. Τριγύρω ήταν σκορπισμένα πεσμένα πλατανόφυλλα από τα δυο θεόρατα δέντρα που δέσποζαν στην πλατεία.

«Παππού, πρόσεξε μην γλιστρήσεις στα φύλλα και ξαναχτυπήσεις το πόδι σου. Πάμε προς τα εκεί που είναι το καφενείο να ρωτήσουμε αυτό που θέλεις» είπε ο νέος και βάδισε δίπλα του.
«Ναι, πάμε» απάντησε ο γέροντας και κατευθύνθηκαν στο μικρό καφενεδάκι.

«ΚΑΦΕΝΕΙΟ – ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ «ΤΑ ΔΥΟ ΠΛΑΤΑΝΙΑ» έγραφε απ’ έξω μια ξεθωριασμένη ταμπέλα. Άνοιξαν την πόρτα. Μέσα υπήρχαν πέντε – έξι τραπεζάκια με καρέκλες και στον μεγάλο αντικριστό τοίχο πολλά ράφια με λογής πράγματα πάνω τους: τσιγάρα, αναψυκτικά, σπίρτα, ζάχαρη, χαρτικά, σοκολάτες, απορρυπαντικά, ό,τι μπορείς να φανταστείς το έβλεπες σε πρώτο πλάνο σε τούτο το μικρό μαγαζάκι του χωριού.

«Καλημέρα, πατριώτη» χαιρέτισε ο γέροντας τον μεσήλικα καφετζή πίσω από τον πάγκο.
«Καλημέρα, καλώς τους» απάντησε κείνος. «Κοπιάστε. Καθίστε. Πώς βρεθήκατε στα μέρη μας τέτοια εποχή;» τους ρώτησε.
«Περαστικοί είμαστε» απάντησε ο νεαρός. «Να, ο παππούς μου, κατάγεται από το χωριό σας κι ήθελε να έρθουμε να δει το μέρος που γεννήθηκε η μάνα του και προγιαγιά μου.»
«Ποιανής παιδί είσαι, παππούλη;» ρώτησε ο καφετζής γεμάτος απορία.
«Είμαι ο γιός της Βασιλικής του Ρήγα, την είχες ακουστά;»
«Όχι, δεν έτυχε. Εγώ ήρθα σώγαμπρος εδώ πριν δεκαπέντε χρόνια, δεν ξέρω πολλά πράγματα. Όπως βλέπεις το χωριό μας έχει ρημάξει. Ζήτημα είναι αν μένουνε εκατό άτομα όλο το χρόνο. Οι περισσότεροι ζούνε στην Αθήνα και οι ηλικιωμένοι φεύγουνε το χειμώνα για την πρωτεύουσα κοντά

στα παιδιά τους. Κάνει πολύ κρύο και ρίχνει χιόνι, πώς να αντέξουνε οι άνθρωποι; Άμα δεν έχεις τις ανέσεις σου, δεν βγαίνει η ζωή στην ύπαιθρο.»
«Θα βρω, λες, κάποιον που να ήξερε την μητέρα μου;» ρώτησε ο γέροντας.
«Δύσκολο το βλέπω. Ξέρεις που ήταν το πατρικό της σπίτι;»
«Μου ’χε πει περίπου. Αλλά έχουν περάσει πολλά χρόνια, δεν ξέρω αν θα μπορέσω να κατατοπιστώ» κούνησε το κεφάλι του ο ηλικιωμένος. «Πες μου, κατά που πέφτει το ποτάμι;» ξαναρώτησε.

Ο άνθρωπος βγήκε μαζί τους από το κατάστημα και τους έδειξε.
«Σας ευχαριστούμε» τον χαιρέτισε ο νεαρός.
«Όταν τελειώσετε, ελάτε πάλι από ’δω να πιούμε έναν καφέ» τους κάλεσε ο φιλόξενος χωρικός.
«Καλά, θα δούμε» ψιθύρισε ο μεγάλος άντρας.

Έφτασαν στον προορισμό τους, παίρνοντας τον κεντρικό δρόμο και περπατώντας πάνω στα πέτρινα καλντερίμια. Λίγο έξω από τα σπίτια του χωριού απλώνονταν χωράφια, ακαλλιέργητα τώρα, εγκαταλελειμμένα από τα αφεντικά τους. Το ποτάμι φαινόταν στον ορίζοντα, τράβηξαν κατά κει.

Ο γέροντας κοίταζε γύρω κουνώντας το κεφάλι του. Ο εγγονός του πήρε δυο τρεις πέτρες στα χέρια του και τις πέταξε στο νερό. «Παππού, θα πάω πιο πέρα λιγάκι να περπατήσω» του είπε. «Εσύ μην κουράσεις το πόδι σου στα χαλίκια. Θα έρθω να σε πάρω, μην απομακρυνθείς από ’δω.»
«Καλά, παιδί μου, μη στενοχωριέσαι. Θα τα πούμε σε λίγο.»

Βαδίζοντας αργά πήγε και στάθηκε κάτω από ένα δέντρο που βρισκόταν εκεί κοντά. Το τραυματισμένο πόδι του είχε αρχίσει να τον ενοχλεί από το περπάτημα και την υγρασία. Έψαξε στις τσέπες του σακακιού του. Έβγαλε το γράμμα της μάνας του από την μέσα τσέπη κι άρχισε να διαβάζει τα κιτρινισμένα από το χρόνο φύλλα του.

«Παιδί μου, πολυαγαπημένε μου», έγραφε η μητέρα του, «Την ψυχή μου και την ζωή μου όλη έχω βάλει σ’ αυτό το γράμμα. Δεν ξέρω αν θα σου το δώσω κάποτε να το διαβάσεις, ίσως δεν το τολμήσω, γιατί φοβάμαι αυτά που θα μου πεις όταν ακούσεις την ιστορία μου. Είναι γραμμένη με πόνο και αίμα η ιστορία της ζωής μου, παλικάρι μου. Με τύψεις και ενοχές είναι οι μέρες μου σημαδεμένες. Κι ο χρόνος που κυλά τροφοδοτεί τις εμμονές μου και πυρπολεί τις μνήμες μου. Είναι πικρές οι θύμησες, παιδί μου. Μα, θέλω να μιλήσω σε κάποιον. Σε σένα, θέλω να τα πω, να ξομολογηθώ το μεγάλο μου κρίμα, το έγκλημα που έκανα και λέρωσα τα χέρια μου με αίμα. Θυμάμαι και πονάω. Μα τότε, ήμουν τρελή, είχα χάσει το μυαλό μου και αφαίρεσα μια ανθρώπινη ζωή χωρίς να το πολυσκεφτώ. Πλήρωσα για την πράξη μου με φυλακή και μοναξιά. Κι όταν βγήκα, παντρεύτηκα, έκανα οικογένεια, απέκτησα εσένα και την αδελφή σου, μα πάντα το παρελθόν με ακολουθούσε και με συντρόφευε με τις σκιές του. Όσα διαβάσεις, γιόκα μου, να τα σκεφτείς καλά. Ίσως με δικαιολογήσεις για την πράξη μου, ίσως όχι. Κι εγώ, δεν μπορώ, παρότι έχουν περάσει τόσα χρόνια, να ξεχάσω και να γαληνέψω. Συγχώρεσέ με και λυπήσουμε. Κι αν βρεθείς σε κάποια εκκλησία, όταν θα έχω πεθάνει, άναψε ένα κεράκι για μένα. Για να βρει η ψυχή μου τη συγχώρεση και ν’ αναπαυτεί. Έκανα τη γη μας κόλαση με το έγκλημά μου κι έχασα τον Παράδεισο… Συγχώρεσέ με, σε παρακαλώ, συγχώρεσέ με, αν μπορείς…»

Τα μάτια του γέροντα γέμισαν δάκρυα. Έβγαλε το μαντήλι του και τα σκούπισε. Πήρε πάλι το γράμμα στα χέρια του και συνέχισε να διαβάζει.

«Δεν ξέρω από πού να αρχίσω τη διήγησή μου. Θαρρώ πως αν πω τα πράγματα από την αρχή, έτσι θα είναι καλύτερα. Μα πότε έγινε το ξεκίνημα αυτής της πικρής ιστορίας; Προσπαθώ να θυμηθώ και στοιχειώνουν μέσα μου πρόσωπα, εικόνες, λόγια και περιστατικά. Όπως τα έζησα η ίδια κι όπως τ’ αφηγηθήκανε οι συχωριανοί μου κατόπιν στις ανακρίσεις που γίνανε και στη δίκη που ακολούθησε. Θεριά ανήμερα με συντροφεύουν του παιδεμού μου τα στιγμιότυπα, γιέ μου. Είναι τόσα πολλά…

Ήταν Απρίλης του 1930, στο ορεινό χωριό μας. Ο ταχυδρόμος έφτασε μπροστά στο καφενείο του χωριού και κατέβηκε απ’ το άλογό του. Καλημέρισε τον καφετζή και πέντε – έξι ηλικιωμένους που πίνανε τον καφέ τους κουβεντιάζοντας για τα παλιά και τα τρέχοντα γεγονότα στον τόπο.

Παρήγγειλε καφέ, νερό κι ένα λουκούμι και κάθισε σε μια καρέκλα κοντά στους άλλους. Έπιασε κουβέντα μαζί τους ρουφώντας αργά από το φλιτζάνι του τον βαρύ γλυκό καφέ.

Μετά από ένα μισάωρο, σηκώθηκε να μοιράσει τα γράμματα που ΄χε μαζί του. Γύρισε στον καφετζή και τον ρώτησε:
– Που θα ΄βρω την Ιωάννα Γιαννοπούλου του Παναγή;
Ο καφετζής του απάντησε πως ήτανε μαθήτρια και τέτοια ώρα κάνανε μάθημα στο σχολείο. Εκεί άμα πήγαινε θα την έβρισκε σίγουρα.
– Όπου να ΄ναι θα κτυπήσει ο δάσκαλος το κουδούνι για διάλειμμα, είπε
κάποιος από τους ηλικιωμένους.
– Τι το θέλεις το κορίτσι; τον ξαναρώτησε.
– Της φέρνω ένα δέμα, μπάρμπα» απάντησε ο διανομέας. Απ’ την Αμερική.

Η τάξη με τους μικρούς μαθητές ξεσηκώθηκε με το άκουσμα του κουδουνιού. Ο ταχυδρόμος κτύπησε την πόρτα, μπήκε στην μεγάλη αίθουσα που έκαναν μαθήματα τα παιδιά όλων των τάξεων του Δημοτικού και κατευθύνθηκε προς την έδρα.

– Ποιον γυρεύετε; τον ρώτησε ο δάσκαλος.
– Την Ιωάννα Γιαννοπούλου του Παναγή, του απάντησε αυτός.

Η Ιωάννα ήταν δεκατεσσάρων χρονών στα δεκαπέντε και πήγαινε στην τελευταία τάξη. Ο πατέρας της δεν την έστειλε κανονικά σχολείο για να βοηθάει την μάνα της στο σπίτι και τον ίδιο στα χωράφια και με τα ζωντανά. Μα η Ιωάννα αγαπούσε τα γράμματα κι επέμενε να πάει στο σχολείο όπως είχαν πάει και τ’ αδέλφια της. Στο τέλος κατάφερε να πείσει τον πατέρα της ότι και γράμματα μπορούσε να μάθει και στις δουλειές στο σπίτι και στα κτήματα να βοηθάει. Κράτησε τον λόγο της κι έτσι τώρα βρισκότανε στην τελευταία τάξη κι ήταν η καλύτερη μαθήτρια του σχολείου. Από τ’ αδέλφια της, ένας ήταν φαντάρος, ο άλλος στην Αθήνα κι η μεγάλη της αδελφή ήταν παντρεμένη στην Αμερική. Στο χωριό έμενε η Ιωάννα με τους γονείς της και δύο ακόμα αδέλφια – δίδυμα – μικρότερά της.

Μόλις άκουσε το όνομά της, η κοπέλα πήγε κοντά στον ταχυδρόμο.
– Εγώ είμαι, κύριε, η Ιωάννα, του είπε με την γλυκιά φωνή της. Τι με θέλετε;
– Έχω ένα δέμα για σένα. Από την Αμερική, της είπε ο διανομέας και της
έδωσε το τυλιγμένο πακέτο με τα μεγάλα γράμματα απέξω, τις σφραγίδες και τα ξένα γραμματόσημα.

Το κορίτσι πήρε το δέμα στα χέρια της. Γύρω της μαζεύονταν οι συμμαθήτριές της για να δουν τι έχει μέσα. Ο δάσκαλος με τον ταχυδρόμο παρατηρούσαν την σκηνή ενώ τα μικρότερα παιδιά είχαν βγει στο προαύλιο κι έπαιζαν κάνοντας μεγάλη φασαρία.

Εκείνη τη στιγμή, μπήκα στην αίθουσα κι εγώ, παιδί μου, φέρνοντας στον δάσκαλο έναν καφέ και λίγα κουλουράκια. Ήμουν ερωτευμένη μαζί του κι εκείνος θαμπωμένος όπως μου έλεγε από την ομορφιά μου, δεν απέρριπτε τον έρωτά μου. Είδα συγκεντρωμένα τα κορίτσια κοντά στην έδρα και στάθηκα.

– Είναι από την αδελφή μου την Σταυρούλα, άκουσα την Ιωάννα να τους
λέει, καθώς ξετύλιγε τους σπάγκους κι αφαιρούσε το χαρτί που ήταν διπλωμένο το μικρό κουτί. Οι φίλες της πλησίασαν ακόμα πιο κοντά για να βλέπουν καλύτερα αυτά που έβγαζε από το δέμα η Ιωάννα. Μέσα υπήρχε ένας φάκελος με ένα γράμμα από την αδελφή της και διάφορα μικροπράγματα, μαντηλάκια, κοκαλάκια για τα μαλλιά, μια πένα, μελανοδοχείο και μερικά κραγιόνια για ζωγραφική… Οι συμμαθήτριές της την κοίταζαν με ζήλια καθώς τοποθετούσε πάλι όλα αυτά τα καλούδια στο κουτί.

Η κοπέλα πήρε το γράμμα της αδελφής της και το ’χωσε στην τσέπη του φουστανιού της. Πήρε και την πένα κι ένα κοκαλάκι για τα μαλλιά στα χέρια της κι είπε στις φίλες της: – Κορίτσια, τα υπόλοιπα πράγματα είναι δικά σας. Και τα κραγιόνια, κύριε, είπε γυρίζοντας στον δάσκαλο, είναι για την τάξη μας, να ζωγραφίζουν όλα τα παιδιά.

Οι συμμαθήτριές της ξεφώνισαν χαρούμενες για τα απρόσμενα δώρα. Κι ο δάσκαλος κοίταζε για πολλή ώρα την Ιωάννα χωρίς να μιλάει. Συνέχισα να στέκομαι κοντά στην πόρτα με τον καφέ και τα κουλουράκια στα χέρια. Παρακολουθούσα όλη την ώρα την έδρα. Όταν η Ιωάννα στράφηκε στον δάσκαλό της και του είπε για τα κραγιόνια, γύρισα και τον κοίταξα.

Τον είδα που παρακολουθούσε σαν μαγεμένος την μαθήτριά του – διάβασα στα μάτια του όχι μόνον τον θαυμασμό για την καλοσύνη της Ιωάννας, αλλά είδα και τον πόθο του αρσενικού για το θηλυκό. Αυτό μου ήταν αρκετό. Παράτησα σ’ ένα θρανίο αυτά που κρατούσα και βγήκα από την αίθουσα σαν να με κυνηγούσαν.

Μετά το μεσημεριανό φαγητό είδα την Ιωάννα με το βιβλίο της Ιστορίας που της άρεσε να διαβάζει, να βάζει στην τσέπη της το γράμμα της αδελφής της και να παίρνει τις δυο κατσικούλες που είχαν να τις πάει να βοσκήσουν σ’ ένα δικό τους λιβάδι κοντά στο ποτάμι. Τα ζωντανά έτρεχαν ζωηρά από δω κι από κει μέχρι που κουραστήκανε και ξάπλωσαν στα χορτάρια. Η Ιωάννα με το βιβλίο στο χέρι πήγε κάτω από έναν πλάτανο δίπλα στο ποτάμι και κάθισε να διαβάσει…

Κυριευμένη από την ζήλια για όσα είχα δει στο σχολείο, πήγα τρέχοντας στο σπίτι μας κι άρπαξα ένα τσεκούρι. Το έκρυψα κάτω από ένα πανέρι με άπλυτα ρούχα στο δωμάτιό μου κι άρχισα να ασχολούμαι με τις καθημερινές δουλειές του σπιτιού, περιμένοντας την επιστροφή της Ιωάννας από το σχολείο.
«Όταν τη βρω μόνης της, θα λογαριαστούμε» είπα μέσα μου. «Αυτή φταίει που ο δάσκαλος την κοίταζε έτσι το πρωί κι εμένα τώρα τελευταία δεν μου
δίνει σημασία…»
Τα σπίτια μας ήταν απέναντι το ένα στο άλλο. Ένα μικρό δρομάκι τα χώριζε. Όταν είδα την Ιωάννα να βγαίνει, πήγα στο δωμάτιό μου, πήρα στα χέρια μου το πανέρι και κατευθύνθηκα στο ποτάμι να πλύνω τα ρούχα. Έτσι είπα στη μάνα μου όταν με ρώτησε που πάω.

Είδα την Ιωάννα που καθόταν κάτω από το δέντρο. Με τύφλωσε το μίσος και η οργή. Πήρα από το πανέρι το τσεκούρι στα χέρια μου και την πλησίασα την ώρα που είχε ανοίξει το γράμμα της αδελφής της και το ξαναδιάβαζε.

Τη χτύπησα με το φονικό όπλο στο κεφάλι. Τα ρούχα μου γέμισα από το αίμα της. Πέταξα το τσεκούρι στο ποτάμι, πήγα παράμερα, έβγαλα το ματωμένο μου φόρεμα κι έβαλα ένα άλλο που είχα μαζί μου.

Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Με το μυαλό μου θολωμένο ακόμα από το φονικό, πήρα το δρόμο της επιστροφής στο σπίτι μου, χώνοντας βιαστικά το λερωμένο με τα αίματα ρούχο μου στο πανέρι με τα άπλυτα. Ήταν ανοησία μου αυτό, το κατάλαβα μετά αλλά ήταν ήδη πολύ αργά για μένα…

Οι γονείς της Ιωάννας ανησύχησαν που άργησε να γυρίσει κι αρχίσανε να την ψάχνουν στο χωριό. Μερικοί απ’ τους άντρες ξεκίνησαν για τα χωράφια και το ποτάμι αναζητώντας την. Βρήκανε τις κατσικούλες να βόσκουν στο λιβάδι. Είδανε και την Ιωάννα γεμάτη αίματα κάτω από τον πλάτανο.
– Φονικό, είπε ένας από τους άντρες.
– Κρίμα τα νιάτα και την ομορφιά της, είπε κάποιος άλλος κι έκαμε το
σταυρό του.

Σκέπασαν πρόχειρα το κοριτσίστικο κορμί. Δυο άντρες έμειναν να το φυλάνε κι οι άλλοι επιστρέψανε στο χωριό να πούνε το θλιβερό μαντάτο στους δικούς της και στους συγχωριανούς τους.

Ο πρόεδρος του χωριού ειδοποίησε την χωροφυλακή και το γιατρό από την πλησιέστερη κωμόπολη. Ο γιατρός είπε ότι ο θάνατός της ήταν ακαριαίος. Κι ο νωματάρχης με τους χωροφύλακες, όταν ήρθαν, άρχισαν αμέσως τις ανακρίσεις για να βρουν ποιος έκανε το φονικό.

Μαζεύτηκε όλο το χωριό στο καφενείο. Δίπλα βρισκόταν το Κοινοτικό Γραφείο. Εκεί οι χωροφύλακες εξέταζαν όσους ήξεραν κάτι για το έγκλημα. Πρώτοι καταθέσανε εκείνοι που βρήκανε την κοπέλα σκοτωμένη, ύστερα ο Πρόεδρος του χωριού, ο παπάς κι ο δάσκαλος.

Κάποια φίλη της Ιωάννας μίλησε στους χωροφύλακες για τα πρωινά συμβάντα στο σχολείο.
– Εκτός από τον δάσκαλό σας και τους μαθητές, ήταν κάποιοι άλλοι στην
αίθουσα; την ρώτησε ο νωματάρχης.
– Ο ταχυδρόμος κι η Βασιλική του Ρήγα, είπε το κοριτσάκι. Την είδα να στέκεται στην πόρτα κι ύστερα να φεύγει βιαστική, μου φάνηκε περίεργο. Ερχόταν κάθε μέρα στο μεγάλο διάλειμμα, έφερνε στον δάσκαλό μας καφέ και συζητούσανε μέχρι να ξαναχτυπήσει το κουδούνι. Σήμερα όμως έφυγε χωρίς να του μιλήσει.
«Ίσως αυτή η Βασιλική να ξέρει κάτι» είπε αυτός. Ρώτησε πού έμενε ο Ρήγας και κατευθύνθηκε με δύο χωροφύλακες στο σπίτι μας.

Οι γονείς της Ιωάννας θρηνούσαν στο φτωχικό τους για τον άδικο χαμό της. Το σπίτι μας ήταν σιωπηλό και σκοτεινό. Ο πατέρας μου κι η μάνα μου είχαν πάει στους Γιαννοπουλαίους για να τους συλλυπηθούν.

Καθόμουν στο δωμάτιό μου χωρίς φως και παρακολουθούσα από το παράθυρο ποιος μπαινόβγαινε στο απέναντι σπίτι. Είδα τους χωροφύλακες να μπαίνουν στην αυλή και να χτυπούν την πόρτα του σπιτιού μας.
– Είναι κανείς εδώ; ρώτησε ένας χωροφύλακας.
Τους άνοιξα την πόρτα και τους πέρασα στη σάλα του σπιτιού μας.
– Είσαι η Βασιλική του Ρήγα; με ρώτησε ο νωματάρχης.
– Εγώ είμαι, του απάντησα.
– Έμαθες για την Ιωάννα του Γιαννόπουλου; με ξαναρώτησε. Την βρήκανε
χτυπημένη στο ποτάμι το απόγευμα. Την είδες καθόλου σήμερα;
– Την είδα το πρωί στο σχολείο, του απάντησα. Είχα πάει στον δάσκαλο καφέ…

Ο νωματάρχης με παρατηρούσε σκεφτικός. Δεν ξέρω αν κατάλαβε πόσο φοβισμένη ήμουν. Κάθε φορά που ανέφερε το όνομα της Ιωάννας του απαντούσα απότομα: «Εγώ δεν ξέρω τίποτα. Μη με ρωτάτε. Αφήστε με στην ησυχία μου. Δεν ξέρω τι συνέβη στην κοπέλα…»
– Ψάξτε το σπίτι, τον άκουσα να διατάζει τους υφιστάμενους του. Αρχίστε από το δωμάτιό της. Αν βρείτε κάτι ύποπτο να μου το φέρετε αμέσως εδώ.
– Φύγετε επιτέλους, τους φώναξα, μα κανείς δεν μου έδωσε σημασία.

Οι χωροφύλακες βρήκαν το ματωμένο φόρεμά μου κάτω από το κρεβάτι μου. Το έφεραν μπροστά μου και το έδειξαν στο νωματάρχη.
– Αυτό είναι δικό σου; με ρώτησε.
Κοίταξα το ρούχο, είδα τους χωροφύλακες να με κοιτάνε με περιφρόνηση, γύρισα και του είπα ατάραχη:
– Δικό μου είναι. Εγώ την σκότωσα.
– Γιατί το έκανες; με ρώτησε ο νωματάρχης.
Κοίταζα το ρούχο και δεν μιλούσα.
– Γιατί την σκότωσες; με ξαναρώτησε.
– Ήθελε να μου πάρει τον δάσκαλο, του αποκρίθηκα. Σήμερα το πρωί τον
είδα πώς την κοίταζε. Τον προκαλούσε συνέχεια… Αυτή έφταιγε για όλα. Γι’ αυτό την σκότωσα. Καλά να πάθει…
Από κει κι έπειτα, σφράγισα τα χείλη μου και δεν είπα πια ούτε λέξη.

Οι χωροφύλακες με έπιασαν και με οδήγησαν έξω από το σπίτι. Ο νωματάρχης βγαίνοντας τελευταίος, τράβηξε με το ένα του χέρι την ξώπορτα και την έκλεισε. Στο άλλο του χέρι κρατούσε διπλωμένο το ματωμένο φουστάνι μου. Με βαριά βήματα ακολούθησε την μικρή ομάδα μας που προπορευόταν. Με οδήγησαν στην πλατεία κι από κει με πήγαν
στην κοντινή κωμόπολη στα κρατητήρια. Ακολούθησε η δίκη και η καταδίκη μου…

Τιμωρήθηκα για την πράξη μου και κάποτε αποφυλακίστηκα. Πήγα σε μια μακρινή πολιτεία που δεν με ήξερε κανείς, παντρεύτηκα, έκανα εσένα και την αδελφή σου, πέρασα καλά από οικονομικής πλευράς, δεν λέω. Όμως μέσα μου, ποτέ δεν ξέχασα, δεν γαλήνεψε η ψυχή μου.

Πολλές φορές ερχόταν στο νου μου η μορφή του σκοτωμένου από τα χέρια μου κοριτσιού και δεν έβρισκα ησυχία. Ο άντρας μου και πατέρας σου δεν έμαθε ποτέ τι είχε συμβεί στην προηγούμενη, πριν με γνωρίσει, ζωή μου. Κράτησα το μυστικό μέσα μου αλλιώς ήξερα ότι δεν θα πέρναγα καλά. Αν του έλεγα ποια ήμουν, αν μάθαιναν οι δικοί του για το έγκλημά μου και την φυλάκισή μου δεν θα με δέχονταν στο σπίτι τους, δεν θα με ήθελαν για νύφη τους. Θα ήμουν γι’ αυτούς «η φόνισσα». Όσα χρόνια κι αν περάσουν ένας δολοφόνος δεν καθαρίζει το όνομά του, δεν πληρώνει για την πράξη του με τον εγκλεισμό του σε μια φυλακή. Μόνο ο θάνατος του χαρίζει τη λύτρωση και τη δικαιοσύνη. Οι άνθρωποι, όταν γνωρίζουν, τον τιμωρούν κάθε μέρα, κάθε λεπτό. Γι’ αυτό και ’γω σιώπησα…».

Λίγα λόγια είχαν απομείνει ακόμη να διαβαστούν. Αχνό το γράψιμο της τελευταίας παραγράφου, λες και είχε με δυσκολία χαραχτεί κάθε λέξη της στο χαρτί. Ο ηλικιωμένος άντρας, με βαριά καρδιά έσκυψε ξανά στο κείμενο: «Κουράστηκα, γιέ μου, να γράφω. Δεν μπορώ να συνεχίσω πλέον την αφήγησή μου. Δεν έχει και νόημα εξάλλου. Τι άλλο να πω; Σου ζητώ και πάλι να με συγχωρέσεις. Ξέρω ότι με αγαπάς και ελπίζω μέσα στην καρδιά σου να βρεις για την δυστυχισμένη μάνα σου έναν λόγο παρηγοριάς για το μεγάλο της αμάρτημα…» κατέληγε το γράμμα της μητέρας του.

Ο γέροντας δεν άντεχε άλλο. Δάκρυα μούσκευαν το πρόσωπό του. Έβγαλε το μαντήλι του και σκούπισε τα μάτια του. Ξαναπήρε το γράμμα στα χέρια του και το έσκισε σε πολλά μικρά κομμάτια. Τα έκανε μια μπάλα χαρτιού και τα πέταξε στο ποτάμι. Τα νερά τα παρέσυραν αμέσως.

Ο εγγονός του τον πλησίασε και τον έπιασε από το μπράτσο.
– Πώς πάει, παππούλη; Είσαι καλά; τον ρώτησε.
– Καλά είμαι, του απάντησε κείνος. Άντε να πηγαίνουμε. Πέρασε η ώρα κι
έχουμε ταξίδι μπροστά μας ως την Αθήνα.

Ο νέος τον οδήγησε στο αυτοκίνητο, τον τακτοποίησε αναπαυτικά στη θέση του συνοδηγού κι έβαλε μπρος.

Καθώς απομακρύνονταν από την πλατεία, είδαν τον καφετζή που τους είχε υποδεχτεί να τους κουνά το χέρι κι αχνά ακούστηκε μέσα στο όχημα ο αποχαιρετισμός του: «Στο καλό πατριώτες. Να μας ξανάρθετε…»

ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΕΓΚΛΗΜΑ                                 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ  της ΖΑΧΑΡΟΥΛΑΣ ΓΑΪΤΑΝΑΚΗ

΄΄ΠΟΙΟΣ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΕΛΠΙΝΙΚΗ ;΄΄

Στο μικρό χωριό ζούσαν λιγότεροι από 130 νοματαίοι. Οι περισσότεροι ήταν ηλικιωμένοι και ανήμποροι. Λιγοστοί οι νέοι, δούλευαν σε κάποιο κοντινό εργοστάσιο και τον υπόλοιπο ελεύθερο χρόνο τους ασχολούνταν με τα κτήματά τους και τα ζωντανά τους.

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια έμενε στο χωριό κι ένα ζευγάρι Βουλγάρων οικονομικών μεταναστών με τον μικρό τους γιο. Φιλήσυχοι άνθρωποι, ο άντρας έκανε μεροκάματα για να ζήσουν κι η γυναίκα του πρόσεχε κάποιες ώρες μια γερόντισσα. Μετά επέστρεφε στο σπίτι που είχαν νοικιάσει για να φροντίσει την οικογένειά της, τον κήπου που είχε βάλει και τις λιγοστές κοτούλες που διατηρούσαν «για να τρώει το παιδί κάνα φρέσκο αυγό» όπως έλεγε η γυναίκα.

Τίποτε δεν προμηνούσε αυτό που έγινε στο χωριό τούτο το καλοκαίρι. Βγήκαν στην επιφάνεια όλη η κακία που υπήρχε κρυμμένη μέσα στις ανθρώπινες καρδιές, στόματα άνοιξαν για να συκοφαντήσουν, να καταδικάσουν, να κάνουν το κακό.

Ήταν ένα ζεστό πρωινό. Στο χωριουδάκι υπήρχαν και αρκετοί παραθεριστές από την Αθήνα, που έκαναν τις διακοπές τους στη γενέθλια γη τους. Δυο από αυτούς ήταν και η Ελπινίκη με τον άντρα της τον Θανάση.

– Κυρία Ελπινίκη να με λέτε παρακαλώ, διόρθωνε όποιον συγχωριανό της την φώναζε απλώς Ελπινίκη. Της σηκωνόταν η τρίχα έτσι και κάποιος ή κάποια ντόπια της φώναζε «Βρε, Ελπινίκη μου…». «Ακούς εκεί να μου πει εμένα βρε. Ο παλιοχωριάτης…» έλεγε μέσα της όλο οργή και τον έγραφε στα μαύρα κατάστιχα.

Η Ελπινίκη δεν ήταν και πολύ συμπαθής στον τόπο της. Από κοπέλα ανακατευόταν σε όλα, έλεγε την γνώμη της κι ας μην της την ζητούσαν, γυρνούσε στα σπίτια και κουτσομπόλευε, τους έκανε όλους άνω – κάτω. Ό,τι έκανε στα νιάτα της, τα ίδια και χειρότερα και τώρα που διένυε την έβδομη δεκαετία της ζωής της.

«Αυτή η γυναίκα είναι σκέτη ανακατωσούρα», λέγανε πίσω από την πλάτη της. «Μα ποτέ δεν βγάζει από το στόμα της έναν καλό λόγο; Σκέτο φαρμάκι είναι η γλώσσα της…»

Κάποια μέρα η Ελπινίκη συνάντησε την Ελευθερία επιστρέφοντας από το Κοιμητήριο του χωριού όπου είχε πάει ν’ ανάψει το καντηλάκι στο Χωνευτήρι. Λίγα χρόνια μικρότερή της, γέννημα του τόπου, είχε από τα δεκαπέντε της ξενιτευτεί στον Καναδά και δυο χρόνια τώρα είχε επιστρέψει στο πατρικό της. Κανείς δεν ήξερε πολλά στο χωριό για τη ζωή της στα ξένα. Ήταν λιγομίλητη, σπάνια αντάλλασσε κουβέντες με τον κόσμο, τον απόφευγε αν μπορούσε. Δεν πολυκυκλοφορούσε και δεν είχε πάρε – δώσε με κανέναν. Μόνον με έναν – δυο έλεγε δυο λόγια παραπάνω, που, όταν ήταν μικρή οι οικογένειές τους της είχαν φερθεί καλά.

Η φτωχή Ελευθερία πέρασε δύσκολα χρόνια στην ξενιτιά. Δούλευε για να επιβιώσει κι όταν μάζεψε κάποια χρήματα είπε να παντρευτεί, ν’ ανοίξει το δικό της σπιτικό. Συναντήθηκε με κάτι συγχωριανούς της που έμεναν σε γειτονική πόλη κι ερωτεύτηκε έναν απ’ αυτούς. Μα αποδείχτηκε σκάρτος ο γαμπρός. Την κορόιδεψε με ψεύτικες υποσχέσεις και της έφαγε τις λίγες οικονομίες της. Από   τότε η κοπέλα έσταζε χολή για δαύτον. Κι όλο τον καταριόταν για την αδικία που της έκανε. Εκείνος όμως πήγε σ’ άλλη πολιτεία κι έφτιαξε εκεί οικογένεια χωρίς να νοιαστεί για το κακό που έκανε. Εκείνη, αδέκαρη και απογοητευμένη, έπιασε να φτιάξει τη ζωή της από την αρχή. Για γάμο δεν έκανε πια κουβέντα. Δούλευε κι έβαζε τα λεφτά της στην Τράπεζα. Κι όταν πλησίαζε τα 65 της χρόνια επέστρεψε στην Ελλάδα. Πήρε το βιβλιάριο των καταθέσεών της, σύνταξη δεν έβγαλε, κι ήρθε να ζήσει τα στερνά της στον τόπο που γεννήθηκε. Τ’ αδέλφια της είχαν πεθάνει, τα ανίψια της ζούσαν σκορπισμένα σε διάφορες πόλεις της χώρας. Ευτυχώς το πατρικό της σπίτι ήταν σε καλή κατάσταση. Δεν είχε βέβαια ούτε φως μήτε νερό αλλά τα βόλευε. Έφερνε από μια κοντινή βρύση όσο νερό χρειαζόταν για να πίνει, να μαγειρεύει και να καθαρίζει. Ηλεκτρικό δεν είχε, μόνο κάτι παλιές λάμπες πετρελαίου, κεριά και φακούς. Έτσι την έβγαζε. Φτωχικά, λιτά, από επιλογή της. Το μυαλό της φαίνεται είχε πειραχτεί μ’ όσα είχε περάσει και δεν ήθελε τίποτα. Σ’ αυτοκίνητα δεν έμπαινε, περπάταγε ως τη γειτονική πολιτεία για να ψωνίζει. Πήγαινε πεζή δυο ώρες δρόμο κι άλλες δυο ώρες στην επιστροφή. Όμως αυτή εκεί’ ζαλωμένη τα πράγματά της δεν έμπαινε στα οχήματα των συγχωριανών της για να την πάνε ή να την φέρουν πίσω να μην κουράζεται στο δρόμο. Χειμώνα – καλοκαίρι το ίδιο πηγαινέλα.

Η Ελευθερία ζούσε ζωή λεύτερη. Μακριά από τα σημερινά υλικά αγαθά: την τηλεόραση, το κινητό τηλέφωνο, το πλυντήριο και το ψυγείο, ούτε καν τις στοιχειώδεις ανέσεις δεν είχε. Ήταν όμως αξιοπρεπής μέσα στην φτώχεια της και δεν πείραζε κανέναν.

Η κ. Ελπινίκη μόλις είδε την Ελευθερία θέλησε να της κάνει επίσκεψη, να δει πως ζει και να μάθει για την ζωή της στον Καναδά. Πήγε στο σπίτι της, λοιπόν, γυρίζοντας από το Νεκροταφείο του χωριού και προσπάθησε να μπει μέσα. Η γυναίκα ήταν στην αυλή, τακτοποιούσε κάτι ξύλα σε μια γωνιά. Η γλώσσα της Ελπινίκης άρχισε να δουλεύει.

– Πώς είσαι έτσι, βρε Ελευθερία; έκανε. Εσύ, που έζησες κι έξω να μην έχεις νερό, φως, πώς ζεις μέσα στη βρώμα; Δεν ντρέπεσαι; Το σπίτι σου στο έμπα του χωριού μας να είναι σ’ αυτό το χάλι; Μας  κάνεις όλους ρεζίλι…

Η Ελευθερία συνέχιζε τις δουλειές της. Η Ελπινίκη έλεγε, έλεγε, σταματημό δεν είχε. Την κατηγορούσε για το ένα, την έψεγε για το άλλο, ώσπου η άλλη γυναίκα δεν άντεξε, την πιάνει από πίσω και την οδηγεί έξω στο δρόμο, λέγοντάς της με μια περίεργη ηρεμία στη φωνή:

Αν ξανάρθεις εδώ ή σε ακούσω να λες οτιδήποτε εναντίον μου, θα σε σκοτώσω χωρίς δεύτερη κουβέντα.

Η Ελπινίκη έγινε κατακόκκινη.  Φοβήθηκε και το έβαλε στα πόδια. Όμως η γλώσσα της δεν σταμάτησε. Σ’ όποιο σπίτι πήγαινε έλεγε για τις απειλές της Ελευθερίας. «Δεν την παίρνω στα σοβαρά», εξηγούσε. «Είναι άρρωστη στο μυαλό η κακομοίρα, βλέπετε…»

Έτσι διασκέδαζε τους φόβους της. Ο άντρας της την είχε προειδοποιήσει: «Σταμάτα ν΄ ανακατεύεσαι. Θα βρεις κανέναν μπελά».

«Άσε με κι εσύ, καημένε» του απαντούσε. «Όλη μέρα στο καφενείο βρίσκεσαι, εγώ τι να κάνω μόνη μου στο σπίτι; Να κλειστώ μέσα;»

Ο Θανάσης, η αλήθεια είναι, ότι δεν της πολυέδινε σημασία. Συναντούσε τους φίλους του στο μικρό καφενεδάκι του χωριού, συζητούσαν, έπιναν τον καφέ ή το τσίπουρό τους, έτρωγαν το παγωτό τους, έπαιζαν πρέφα ή τάβλι  και τους περνούσε η ώρα. Από τις εννιά το πρωί μέχρι τη μία μετά το μεσημέρι και από τις πεντέμισι το απόγευμα μέχρι τις δέκα το βράδυ, το καφενείο ήταν το στέκι τους. Καθημερινά…

Μια Κυριακή, γυρνώντας από την Εκκλησία, η Ελπινίκη συνάντησε στο δρόμο το παιδί των γειτόνων της των μεταναστών.

– Που ήσουνα εσύ; Γιατί δεν ήρθες στην Εκκλησία; το ρώτησε.

– Εσένα τι σε νοιάζει; της απάντησε κείνο. Άσε με ήσυχο, γιατί θα το πώς στους γονείς μου.

– Άλλοι καλοί κι αυτοί, έκανε η Ελπινίκη και κίνησε να φύγει.

– Παλιόγρια, της φώναξε ο μικρός και της έβγαλε τη γλώσσα του.

– Παλιόπαιδο, σήκωσε η Ελπινίκη το χέρι της να το χτυπήσει.

– Μπαμπά, μπαμπά, άρχισε να φωνάζει το παιδάκι.

Βγήκε ο πατέρας του από το σπίτι τους να δει τι συμβαίνει.

– Τι γίνεται εδώ; ρώτησε απορημένος.

– Μάζεψε τον γιο σου και να του μάθεις τρόπους, τον ορμήνεψε η Ελπινίκη εκτός εαυτού.

– Δεν φταίω εγώ, δεν φταίω εγώ επαναλάμβανε ο μικρός.

– Σιωπή, τον μάλωσε ο πατέρας του. Τι έπαθες κυρά μου; ρώτησε ο ανθρωπάκος. Σου έκανε τίποτα το παιδί και πήγες να το χτυπήσεις;

– Δεν φτάνει που ήρθατε στη χώρα μας και τρώτε ένα κομμάτι ψωμί, βγάζετε και γλώσσα από πάνω, του ’πε η Ελπινίκη. Αλλά δεν φταίτε σεις. Το κράτος μας φταίει. Και εμείς που σας δίνουμε δουλειά. Για να μας βρίζετε κι από πάνω…

Μαζεύτηκαν από τις φωνές της κάποιοι συγχωριανοί να δουν τι γίνεται. Ο Βούλγαρος πήρε το γιο του και μπήκαν στο σπίτι τους. Δεν θέλησε να δώσει συνέχεια στον καυγά.

– Ελπινίκη, της είπε η γρια – Σοφία, η γειτόνισσά της, τι πράγματα είναι αυτά; Τι σου έκανε το μικρό παιδί; Σε καλό σου, κόρη μου, πρόσεχε γιατί θα μπλέξεις.

Η Ελπινίκη όμως είχε θυμώσει τόσο πολύ που δεν άκουγε κανέναν. Μέσα της έβραζε από θυμό. «Έννοια σου και θα τους συγυρίσω αυτούς», είπε μέσα της. «Ας μου δοθεί η ευκαιρία και θα δούνε…»

Μια βδομάδα περίπου αργότερα, όταν ο Θανάσης επέστρεψε το μεσημέρι από το καφενείο, βρήκε την γυναίκα του πεσμένη στην αυλή. Ήταν ακίνητη. Πήγε κοντά της. Ήταν πεθαμένη. Κρατούσε στα χέρια της ένα σεντόνι και τα δίπλα της βρίσκονταν 2 – 3 από τα σιδερένιες βέργες που ήταν σαν κάγκελα στο χαγιάτι τους. Πρέπει να είχε πέσει από κει όταν πήγε προφανώς να τινάξει το ρούχο. Μια από τις βέργες τις είχε τρυπήσει το πόδι. Αίματα υπήρχαν παντού.

– Δυστυχία μου, έκανε ο άντρα. Τι κακό με βρήκε.

Έβαλε τις φωνές καλώντας τη γειτόνισσά τους:

– Κυρά – Σοφία, κυρά – Σοφία, τρέξτε. Η Ελπινίκη δεν είναι καλά. Κυρά – Σοφία, Παναγή…

Ο Παναγής, ο γιος της γριούλας πετάχτηκε από το σπίτι του.

– Τι συμβαίνει κυρ – Θανάση; Τι έπαθες και φωνάζεις μεσημεριάτικα; Τον ρώτησε βγαίνοντας στο δρόμο.

Η μάνα του ερχόταν από πίσω κατεβαίνοντας τις σκάλες.

– Θανάση, Θανάση, είπε η γερόντισσα. Τι πάθατε, καλέ;

– Η Ελπινίκη δεν είναι καλά, επανέλαβε ο άντρας.

– Παναγιά μου, σταυροκοπήθηκε η κυρά – Σοφία. Και γυρνώντας στο γιο της τον πρόσταξε:

– Τρέξε, Παναγή, να δεις. Να καλέσουμε τον γιατρό.

Γυρνώντας στη νύφη της που ’χε κι αυτή πλησιάσει να δει τι συνέβη, της είπε:

– Ελένη, τηλεφώνησε στο Κέντρο Υγείας να έρθει το ασθενοφόρο για την Ελπινίκη.

– Καλά, μάνα, πάω αμέσως, απάντησε η κοπέλα.

Ο Θανάσης, ο Παναγής, η γρια – Σοφία και 2 – 3 άλλοι γείτονες, από κοντά και η Βουλγάρα που άκουσε τις φωνές, μαζεύτηκαν στην αυλή όπου βρισκόταν το σώμα της Ελπινίκης.

– Μην την αγγίζετε και της κάνετε κακό, ορμήνεψε η Σοφία.

– Να δούμε, μάνα, τι έχει, έκανε ο γιος της.

Η γυναίκα ήταν ακίνητη, γεμάτη αίματα, με στο σεντόνι στο χέρι, λερωμένο κι αυτό από το αίμα της. Δεν φαινόταν να υπάρχει ζωή στο σώμα της.

-Τι κακό είναι αυτό; Τι συμφορά μας βρήκε; χτυπιόταν η Σοφία.

– Μήπως πρέπει να καλέσουμε την Αστυνομία; ρώτησε ο Μήτσος που έμενε στο παραδίπλα σπίτι.

– Την Αστυνομία; έκανε ο Θανάσης. Τι να την κάνουμε την Αστυνομία, Μήτσο μου; Στο νοσοκομείο θα πάει η Ελπινίκη να την βοηθήσουνε… Μα ούτε κι ο ίδιος πίστευε ότι μπορούσε η γυναίκα του να βοηθηθεί από οποιονδήποτε. Είχε καταλάβει ο ήταν αργά πια γι’ αυτήν.

– Τι να συνέβη; ξαναρώτησε ο Μήτσος. Πώς έπεσε από την βεράντα; Λείπουν τα κάγκελα. Φαίνεται πήγε να τινάξει το σεντόνι κι ήρθε κάτω.

– Αχ και της το έλεγα να προσέχει. Αυτά τα κάγκελα ήταν εκεί πάνω από 100 χρόνια. Σιδερόβεργες η μια δίπλα στην άλλη κι από πάνω ξύλο που τις ένωνε. Γιατί δεν μ’ άκουσε; Τι θ’ απογίνω τώρα; ξανάπε ο Θανάσης.

Ο Βούλγαρος γείτονάς του κατέβηκε από ένα αυτοκίνητο με τα ρούχα της δουλειάς του και μόλις τους είδε όλους συγκεντρωμένους πήγε κοντά τους.

– Τι έγινε; ρώτησε.

Του είπαν με λίγα λόγια. Είδε και την Ελπινίκη να κείτεται κάτω από το χαγιάτι.

– Καλύτερα να καλέσετε την Αστυνομία, είπε και παίρνοντας τη γυναίκα του από το χέρι έφυγαν για το σπιτικό τους.

– Μπα σε καλό σου, άνθρωπέ μου, τι να την κάνουμε την Αστυνομία; είπε  ο Παναγής.

Το ασθενοφόρο έφθασε σχετικά γρήγορα. Ο συνοδός γιατρός  μόλις είδε την Ελπινίκη κατάλαβε ότι ήταν πεθαμένη.

– Έχει φύγει από ώρες, διαπίστωσε. Πώς έγινε; ρώτησε.

Κανείς δεν μίλησε. Δεν ήξεραν τι να του απαντήσουν.

– Καλέστε την Αστυνομία, πρόσταξε κι έδωσε εντολή στον οδηγό του ασθενοφόρου να ενημερώσει την υπηρεσία τους για το συμβάν.

– Μπορεί να ζαλίστηκε και να έπεσε, ψιθύρισε η κυρα – Σοφία φεύγοντας κι αυτή από την αυλή.

– Λες να είναι τίποτε άλλο; αναρωτήθηκε κι ο Μήτσος. Μπα, μωρέ, για ποιον λόγο να την σκοτώσουνε. Δεν λέω ότι είχε ιδιαίτερες συμπάθειες στο χωριό αλλά να κάνει ο άλλος έγκλημα, πάει πολύ, είπε κι έφυγε όλο σκέψεις για να ενημερώσει τους δικούς του.

Ένα περιπολικό με δύο αστυνομικούς ήρθε σε λίγα λεπτά. Ενημερώθηκε από τον γιατρό και ζητήθηκε να έρθει ο ιατροδικαστής και η Σήμανση από την πρωτεύουσα του νομού. Πήραν τον Θανάση παράμερα για να τον ανακρίνουν χωρίς όμως να μάθουν κάτι σημαντικό.

– Μοιάζει για ατύχημα, είπε ο ένας αστυνομικός, αλλά μπορεί να είναι και κάτι παραπάνω. Να δούμε τι θα πει κι ο ιατροδικαστής…

– Είναι δολοφονία, διαπίστωσε τελικά εκείνος όταν εξέτασε το πτώμα. Έχει μώλωπες αλλά κι ένα χτύπημα στο κεφάλι. Κάποιος την χτύπησε από πίσω και την έσπρωξε από το χαγιάτι. Τα κάγκελα υποχώρησαν κι έπεσε κάτω στην αυλή. Ένα απ’ αυτά καρφώθηκε στο πόδι της, ένα άλλο τρύπησε το αριστερό της νεφρό. Την σκότωσαν, αποφάνθηκε.

Οι αστυνομικοί έδωσαν νέες οδηγίες ζητώντας περαιτέρω βοήθεια. Η αυλή γέμισε σε λίγο από άντρες της Ασφάλειας.

Ο Θανάσης καθόταν σε μια καρέκλα, ανήμπορος να πιστέψει όσα είχαν συμβεί.

– Ο σύζυγος είναι ο πρώτος ύποπτος, αστειεύτηκε ένας αστυνομικός. Θα του την έδωσε η συχωρεμένη και την ξέκανε για να ησυχάσει.

– Πρόσεξε τι λες, τον ψευτομάλωσε ο συνάδελφός του.

– Ο γέρος δείχνει συντετριμμένος από τον θάνατό της, είπε κάποιος άλλος.

Μωρέ κάτι τέτοιους να φοβάσαι, ξανάπε ο πρώτος. Έχουν δει εμένα τα μάτια μου…

Οι ανακρίσεις  άρχισαν και όσοι ήξεραν κάτι για το θύμα εκλήθησαν να καταθέσουν. Εκτός από τον σύζυγο της Ελπινίκης και τους γείτονές της εξετάστηκε και το ζευγάρι των Βουλγάρων. Κάποιος ανέφερε για τον διαπληκτισμό του θύματος με τον γιο των μεταναστών, μα η αστυνομία δεν έδωσε περισσότερη σημασία στο επεισόδιο. Ή τουλάχιστον φάνηκε να μη δείχνει ενδιαφέρον. Μέχρι και η Ελευθερία ανακρίθηκε, παρότι έμενε μακριά από το σπίτι του εγκλήματος. Είχε όμως απειλήσει την Ελπινίκη να την σκοτώσει.

– Έτσι της το είπα, γιατί το στόμα της ήταν ασυμμάζευτο, δικαιολογήθηκε η Ελευθερία στους αστυνομικούς. Αν σκότωναν τα λόγια…

Την θεώρησαν βασική ύποπτη και την είχαν από κοντά.

– Μην απομακρυνθείς από το χωριό μέχρι να τελειώσουμε, της είπαν.

– Και που να πάω; απάντησε κείνη κουνώντας το κεφάλι. Άμα με θέλετε, ξέρετε που θα με βρείτε, συμπλήρωσε κι έφυγε.

Η έρευνα δεν προχωρούσε ικανοποιητικά. Για την ενοχή της Ελευθερίας δεν υπήρχαν αποδείξεις. Εκείνη την ημέρα είχε πάει κι έρθει πεζή στην πόλη για να ψωνίσει όπως το συνήθιζε. Την είχαν δει συγχωριανοί της και στο παζάρι και στο δρόμο που επέστρεφε. Κάποιοι προσφερθήκανε να την πάρουν μαζί τους με τα αυτοκίνητά τους αλλά αρνήθηκε. Γύρισε στο σπίτι της αργά το μεσημέρι, ο Θανάσης είχε ήδη βρει τη γυναίκα του νεκρή. Το άλλοθί της ήταν ακλόνητο.

– Απ’ ό,τι φαίνεται δεν το έκανε αυτή, είπε ο ανακριτής.

Οι υποψίες στράφηκαν και στον Βούλγαρο. Συνέδεσαν το φονικό με τα λόγια που ανταλλάχθηκαν μεταξύ της Ελπινίκης και αυτού όταν το θύμα τα έβαλε με τον γιο του. Μα και το δικό του άλλοθι ήταν ισχυρό αφού εργαζόταν από το πρωί μέχρι την ώρα που τον είδαν όλοι να επιστρέφει.

Τζίφος η υπόθεση, έκανε ο ανακριτής απογοητευμένος. Κανείς δεν φαίνεται να την σκότωσε, αποτυπώματα δεν βρέθηκαν  κι όμως η κυρία δολοφονήθηκε.

Ποιος μπορεί να το έκανε;

Ο αστυνομικός που είχε εκφράσει αρχικά τις υποψίες του για τον σύζυγό της ξανάπε τις σκέψεις του:

– Ο άντρας της είναι κι αυτός ύποπτος, μην το ξεχνάτε.

– Μα έπαιζε τάβλι στο καφενείο την ώρα που προσδιορίζει τον θάνατό της ο ιατροδικαστής, είπε ο ανακριτής.

– Δεν τον εξετάζετε ξανά; Τι έχετε να χάσετε; Πρότεινε ο αστυνομικός. Μπορεί κάτι να μας διέφυγε.

Έτσι ο Θανάσης κλήθηκε εκ νέου ν’ απαντήσει στις ερωτήσεις του ανακριτή. Ο ταλαίπωρος δεν είχε φύγει από το στέκι του στον καφενέ του χωριού μέχρι το μεσημέρι που επέστρεψε σπίτι του και βρήκε τη γυναίκα του νεκρή. Οι φίλοι του επιβεβαίωσαν την κατάθεσή του.

– Αθώος και ο σύζυγος, αποφάνθηκε ο ανακριτής. Άντε πάλι από την αρχή.

Οι βασικοί ύποπτοι είχαν όλοι ακλόνητα άλλοθι. Εξετάστηκαν και οι γείτονες κι άλλοι συγχωριανοί της, δεν προέκυψε τίποτα.

– Τότε, ποιος σκότωσε την κυρία Ελπινίκη; Γιατί, ότι την έχουν δολοφονήσει δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, κατέληξε ο ανακριτής.

– Θα πάει, λέτε, κι αυτή η υπόθεση στο αρχείο; τον ρώτησε ένας υφιστάμενός του.

– Θα δούμε, του απάντησε κοφτά. Είναι πολύ νωρίς ακόμη για το αρχείο…

Την ημέρα της κηδείας της Ελπινίκης, όλο το χωριό έδωσε το παρόν στην εκκλησία. Ο άντρας της καθόταν κοντά στο φέρετρο με τα παιδιά της που είχαν έρθει με τις οικογένειές τους από την Αθήνα. Η Ελευθερία ήταν εκεί. Το ζευγάρι των Βουλγάρων με τον γιο τους  έφτασε λίγο πριν τελειώσει η νεκρώσιμος ακολουθία. Δύο από τους αστυνομικούς που ασχολούνταν με το έγκλημα παρακολουθούσαν την τελετή.

Στο Κοιμητήριο του χωριού, την ώρα που το φέρετρο κατέβαινε στον τάφο, ο δολοφόνος της Ελπινίκης που ήταν ανάμεσα στους παρευρισκομένους, έκανε τον σταυρό του κι είπε μαζί με τους άλλους: «Ο Θεός να την συγχωρέσει».

__________________________________________________________________________________________________

Διήγημα της Ζαχαρούλας Γαϊτανάκη:   «Η ΑΓΟΡΑΣΜΕΝΗ ΦΙΛΗ»

ΟΙΚΟΙ ΑΝΟΧΗΣ

Σάββατο βράδυ. Προχώρησε με γρήγορα βήματα και κάθισε στο κοντινότερο παγκάκι του πάρκου. Έβγαλε από την τσέπη του πουκαμίσου του ένα τσαλακωμένο πακέτο τσιγάρα, έβαλε ένα στο στομα του και το άναψε. Ρούφηξε αργά, ηδονικά τον καπνό μέσα του.

Κοίταξε το ρολόι του. Έντεκα. Είχε δυό ώρες ακόμη μέχρι να συναντήσει την Χριστίνα. Μια φορά την εβδομάδα, κάθε Παρασκευή μεσάνυχτα, ξημέρωμα Σάββατο, αντάμωνε την γυναίκα μετά από την δουλειά της. Έτρωγαν κάτι πρόχειρο σε μια ταβέρνα εκεί κοντά κι ύστερα την οδηγούσε σ’ ένα ξενοδοχείο στην οδό Φωκίωνος Νέγρη. Νοίκιαζαν ένα δωμάτιο για λίγες ώρες. Εκεί μέσα ο Αλέξανδρος κι η Χριστίνα έκαναν έρωτα. Όταν τα κορμιά τους ανακουφίζονταν, τους έπαιρνε ο ύπνος. Ήταν πολλά από κείνα τα βράδια που έμεναν ξαπλωμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, καπνίζοντας και κουβεντιάζοντας. Το πρωί ντύνονταν κι έφευγαν από το ξενοδοχείο, πριν η καμαριέρα χτυπήσει την πόρτα για να τακτοποιήσει το δωμάτιο.

Η Χριστίνα ήταν πόρνη. Ο Αλέξανδρος την γνώρισε από έναν φίλο του που ήταν πελάτης της. Τριανταπεντάρης εκείνος, δεν έτυχε να γνωρίσει πολλές γυναίκες στη ζωή του. Στα τριάντα της εκείνη, κοντή, γαλανομάτα, θελκτική, τον τράβηξε αμέσως σαν γυναίκα. Ντροπαλός καθώς ήταν, δεν αποφάσιζε να της μιλήσει. Τον πλησίασε εκείνη. Τα λόγια της ξεκάθαρα:
«Μ’ αρέσεις. Θέλω να γνωριστούμε περισσότερο.»
«Μα ο Παύλος;» ρώτησε ο Αλέξανδρος για τον φίλο του.
«Ο Παύλος δεν έχει καμία δουλειά με τις αποφάσεις μου και τις επιλογές μου» του απάντησε. «Την ζωή μου την κανονίζω μόνη μου. Λοιπόν, θα τα πούμε αύ-ριο το απόγευμα στου «Φήμη». Στις πέντε.»
Δεν πρόλαβε να πει τίποτα εκείνος. Η γυναίκα είχε πάρει τον Παύλο κι έφυγαν.
«Όνειρο ήταν;» αναρωτήθηκε ο Αλέξανδρος. «Μα όχι. Ξύπνιος ήμουν.» Κι από-φάσισε την επομένη το απόγευμα να την συναντήσει στου «Φήμη».

Πήγε στο καφεζαχαροπλαστείο από τις τέσσερις και την περίμενε. Από το πρωί στην δουλειά του – ήταν υπάλληλος στο Υπουργείο Οικονομικών – βρισκόταν σε υπερένταση. Κοιτούσε συνέχεια το ρολόι του και ανυπομονούσε να περάσουν οι ώρες μέχρι να την ξαναδεί. Πήγε στο σπίτι του για φαγητό, άλλαξε τα ρούχα του γραφείου και βγήκε βιαστικός από το διαμέρισμα. Έμενε με τους γονείς του και την αδελφή του που ετοιμαζόταν σε δυο μήνες να παντρευτεί. Είδαν κι έπαθαν μέχρι η κοπέλα ν’ αποκατασταθεί. Ήταν δυο χρόνια μικρότερή του κι η μάνα του γκρίνιαζε που η κόρη της δεν παντρευόταν. Μα να που η Φιλιώ βρήκε το ταίρι της. Τώρα, ίσως θα μπορούσε κι αυτός να φτιάξει τη ζωή του. Οι συνάδελφοί του στο γραφείο τον πείραζαν που ήταν ακόμη ανύπαντρος και του έκαναν προξενιά. «Μόνο εσύ, Αλέξανδρε, είσαι ελεύθερος από δω μέσα. Άντε, πάρε το απόφαση και μην το πολυψάχνεις. Καιρός σου είναι να παντρευτείς» του λέγανε. Εκείνος κουνούσε το κεφάλι του κι άλλαζε κουβέντα. Που να τους εξηγεί. Δεν θα καταλαβαίνανε.

Η Χριστίνα ήρθε στην ώρα της και κάθισε δίπλα του. Συζητούσαν πίνοντας τον καφέ τους. Είπαν τόσα πολλά ο καθένας για τον εαυτό του, ούτε κατάλαβαν πόσο γρήγορα περνούσαν οι ώρες. Κάποια στιγμή η κοπέλα σηκώθηκε να φύγει. Έδωσαν ραντεβού για το επόμενο απόγευμα, στο ίδιο μέρος. Άρεσε ο ένας στον άλλο. Ένα βράδυ, περνώντας από ένα ξενοδοχείο, η Χριστίνα τον τράβηξε μέσα. Νοίκιασαν ένα δωμάτιο. Από εκεί κι ύστερα, όποτε συναντιόντουσαν, κατέληγαν στο ξενοδοχείο για να κάνουν έρωτα.

Ήταν η δουλειά του που δεν του επέτρεπε να ξενυχτά κάθε βράδυ. Έτσι είχαν αποφασίσει με την Χριστίνα να συναντιώνται κάθε Παρασκευή και να μένουν μαζί όλη τη νύχτα. Οι δικοί του δεν ρωτούσανε ποτέ που πήγαινε και δεν ερχόταν σπίτι παρά το μεσημέρι του Σαββάτου. Όταν αποχωριζόταν την γυναίκα το πρωί, του άρεσε να περπατάει μόνος του στην Αθήνα. Να κάθεται σε κάποιο παγκάκι και να θυμάται το προηγούμενο βράδυ που είχε την Χριστίνα στην αγκαλιά του κι ήταν οι δυο τους ευτυχισμένοι. Δυο άνθρωποι, που εκείνες τις στιγμές δεν είχαν παρελθόν, δεν σκέφτονταν το μέλλον. Υπήρχε μόνο το τώρα. Πριν φύγουν από το δωμάτιο του ξενοδοχείου, ο Αλέξανδρος έβγαζε από το πορτοφόλι του κάποια χρήματα και τα έβαζε στην τσάντα της Χριστίνας. Την πρώτη φορά που το έκανε αυτό, η γυναίκα δεν θέλησε να τα πάρει.
«Όχι, εσύ δεν είσαι πελάτης» του είπε. «Δεν θέλω λεφτά. Με σένα είναι διαφορετικά.»
«Θα τα πάρεις» την μάλωσε αυτός. «Για το παιδί…».
Η Χριστίνα είχε ένα κοριτσάκι πέντε χρονών. Το κρατούσε η μητέρα της. Μένανε οι τρεις τους σ’ ένα δυαράκι στον Βύρωνα. Η ηλικιωμένη γυναίκα νόμιζε ότι η κόρη της εργαζόταν νυχτερινή βάρδια σ’ ένα εργοστάσιο, για να τα βγάζουν πέρα. Δεν ήξερε την αλήθεια, γιατί δεν θα το άντεχε.
«Γι’ αυτό το παιδί ζω» του είπε κάποτε η Χριστίνα. «Είναι η ζωή μου ολάκερη. Στο προσωπάκι της βλέπω την ελπίδα. Και σιχαίνομαι λιγότερο τον εαυτό μου γι’ αυτό που κάνω. Μα στάθηκε αδύνατο να βρω δουλειά σε κάποιο γραφείο. Δεν είχα τις απαραίτητες γνώσεις για να με προσλάβουν. Ούτε καθαρίστρια δεν μπόρεσα να δουλέψω.»

Πέρασαν δυο χρόνια, που οι δυο νέοι ανταμώνανε κάθε Παρασκευή βράδυ…

Μια Παρασκευή, ο Αλέξανδρος δεν πήγε να συναντήσει την Χριστίνα. Της τηλεφώνησε την άλλη μέρα να της ζητήσει συγγνώμη. Η μάνα του τον πίεζε να γνωρίσει την κόρη μιας φίλης του. Την θεωρούσε κατάλληλη για νύφη της κι όλο του μιλούσε για την κοπέλα.
«Δεν μπόρεσα να την αποφύγω χθες το βράδυ. Είχαμε βγει και οι δύο οικογένειες, δεν κατάφερα να ξεφύγω» της δικαιολογήθηκε.
«Καταλαβαίνω» είπε μονάχα η Χριστίνα. «Είναι καιρός, Αλέξανδρε, να φτιάξεις την ζωή σου. Την δική σου οικογένεια. Μην δικαιολογείσαι.»

Της ζήτησε να βρεθούν κάποιο άλλο βράδυ. Η Χριστίνα αρνήθηκε.
«Δεν θέλω» του είπε. «Εύχομαι μόνο να γίνεις ευτυχισμένος. Και να με ξεχάσεις όσο πιο γρήγορα γίνεται. Πες πως ήμουνα μια περαστική γνωριμία, μια φιλία που δεν κράτησε. Αντίο.»
Του έκλεισε το τηλέφωνο. Κάλεσε ξανά το νούμερό της.
«Μόνο μια φορά ακόμα να ειδωθούμε» της ζήτησε όταν σήκωσε το ακουστικό.
«Για τελευταία φορά» του απάντησε κείνη και κανόνισαν να συναντηθούν το ίδιο βράδυ.

Απόψε ο Αλέξανδρος θα μιλούσε στην Χριστίνα για τον έρωτά του. Θα της ζητούσε να γίνει γυναίκα του. Και την κόρη της θα την είχε σαν δικό του παιδί μαζί με τ’ άλλα που θ’ αποκτούσανε. Θα της μιλούσε για τα σχέδια που έκανε. Σ’ όλα ήταν εκείνη δίπλα του, σύζυγος, φίλη, ερωμένη, σύντροφος, αγαπημένη. Δεν φοβόταν τώρα τίποτα. Φτάνει μονάχα να δεχόταν η Χριστίνα να τον παντρευτεί.

Κοίταξε ξανά το ρολόϊ του. Εντεκάμισι. Σε λίγο θα την συναντούσε. Σηκώθηκε από το παγκάκι, βγήκε από το πάρκο και σταμάτησε σ’ ένα περίπτερο ν’ αγοράσει τσιγάρα. Κατευθύνθηκε στη διάβαση για να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο. Την στιγμή που διέσχιζε τον δρόμο, ένα μηχανάκι μ’ ένα ζευγαράκι πάνω, τρέχοντας με υπερβολική ταχύτητα, έπεσε πάνω στον Αλέξανδρο και τον τραυμάτισε θανάσιμα.

_____________________________________________________________________________________________

Διήγημα της Ζαχαρούλας Γαϊτανάκη:     «ΥΣΤΑΤΗ ΑΙΣΘΗΣΙΣ ΑΙΔΟΥΣ»

Ξημέρωνε Κυριακή. Από τα χαράματα ψιχάλιζε, ένα σιγανό, μονότονο ψιλόβροχο. Στην κρεβατοκάμαρα του ζευγαριού άρχισαν γνώριμοι θόρυβοι. Η γυναίκα του ετοιμαζόταν να πάει με τις δυο κόρες τους στην εκκλησία. Ο Άγγελος, σκεπασμένος, ακίνητος πάνω στο κρεβάτι τους, άκουγε την Ελένη να πηγαινοέρχεται, να φωνάζει στα κορίτσια να κάνουν πιο γρήγορα γιατί θ΄ αργήσουν και δεν θα βρούνε θέση. Κάθε Κυριακή, οι ίδιες κινήσεις, ένας καθησυχαστικός ρυθμός πραγμάτων, λέξεων, εικόνων.

Κάποτε η γυναικεία παρέα ετοιμάστηκε. Η γυναίκα του μπήκε στο δωμάτιό τους, ήρθε πάνω από το κρεβάτι και του φώναξε δυνατά για να ΄ναι σίγουρη πως εκείνος άκουσε τα λόγια της: «Αγάπη μου, εμείς φεύγουμε. Αν τηλεφωνήσει ο Γιώργος, να του πεις να προσέχει με το αυτοκίνητο. Μ΄ αυτή την βροχή οι δρόμοι είναι επικίνδυνοι.» Ο γιος του, το πρώτο τους παιδί, είχε πάει με φίλους του στην Αράχωβα για το Σαββατοκύριακο.
– Μην ανησυχείς, της απάντησε ο άντρας της μέσα από τα σκεπάσματα, μα
εκείνη είχε ήδη βγει από το σπίτι.

Ο Άγγελος σηκώθηκε λίγο αργότερα. Πήγε στο παράθυρο και κοίταξε έξω. Η βροχή συνέχιζε να πέφτει. «Ωραία, λυτρωτική βροχούλα», είπε. Του άρεσε πάντα η μυρωδιά του νοτισμένου χώματος, ο ήχος της βροχής καθώς πέφτει πάνω στα φύλλα των δένδρων…

Στο μπάνιο πλύθηκε σχολαστικά. Χάιδεψε τα σκληρά γένια που ΄χαν φυτρώσει στο πρόσωπό του. Αποφάσισε να μην ξυριστεί, ούτε επέστρεψε στην κρεβατοκάμαρα ν’ αλλάξει. Με τις πυτζάμες του και τις ζεστές παντόφλες του στα πόδια, μπήκε στην κουζίνα να φτιάξει έναν καφέ. Να καπνίσει το πρώτο τσιγάρο της ημέρας.

Πάνω στο τραπέζι της κουζίνας ήταν αφημένος από χθες το βράδυ ο φάκελος από την Τράπεζα. Τον ειδοποιούσαν για την ημερομηνία εξόφλησης της δόσης του δανείου που ΄χε πάρει από το υποκατάστημά τους. Την Δευτέρα το πρωί έπρεπε να έχει 200.000 δρχ. να τους δώσει. Δεν είχε ούτε είκοσι χιλιάδες. Η κατασκευή του σπιτιού, κάποια βλάβη στο αυτοκίνητο και τα καθημερινά έξοδα της οικογένειας, είχαν καλυφθεί από τα χρήματα της δόσης. Δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε αυτό τους τελευταίους μήνες. Είχε αναγκαστεί να ζητήσει δανεικά, πότε από τον αδελφό του, άλλοτε από φίλους του, δεν μπορούσε να το κάνει συνέχεια. Μεροκαματιάρηδες άνθρωποι ήταν όλοι τους. Και τα έξοδα δεν είχαν τελειωμό. Ο γιος του τον πίεζε να πάρουν καινούργιο αυτοκίνητο. «Δεν μπορούμε, καλέ μπαμπά, να κυκλοφορούμε με παλιοσίδερα», του έλεγε. Η γυναίκα του ζητούσε καινούργιο πλυντήριο ρούχων. Τα κορίτσια ήθελαν ρούχα και παπούτσια… Εκτός από τις δόσεις του δανείου έφτασε να χρωστάει σε συγγενείς και φίλους. Δεν μπορούσε να βρει πουθενά χρήματα για να τους εξοφλήσει. «Από το πρωί ως το βράδυ να δουλεύω, δεν πρόκειται να πάρουν τα λεφτά τους ούτε σε τρία χρόνια» σκέφτηκε.

Τέλειωσε τον καφέ του, έπλυνε το φλιτζάνι και το ΄βαλε να στεγνώσει. Ρούφηξε το τσιγάρο του ως το τέλος και το ’σβησε στο τασάκι. «Βαρέθηκα πια» φώναξε δυνατά. «Δεν είναι ζωή αυτή. Δεν αντέχω άλλο…». Πήρε τα τσιγάρα του και τα ΄βαλε στη τσέπη της πιτζάμας του.
Το πήρε απόφαση. Τούτη ήταν η κατάλληλη στιγμή και δεν χωρούσε αναβολή. Βγήκε από τον πρώτο όροφο κι ανέβηκε τις σκάλες. Ο τρίτος όροφος του σπιτιού ήταν μόνον ο τσιμεντένιος σκελετός. Ούτε κάγκελα, ούτε χτισίματα.

Πήγε στην βόρεια πλευρά της οικοδομής, για να μην είναι ορατός από τους γείτονές του κι άρχισε να βγάζει τα ρούχα του. Ξεκούμπωσε τις πιτζάμες του, τις αφαίρεσε από πάνω του. Ακολούθησε το φανελάκι, το ρολόι του, η βέρα του. Ντράπηκε να βγάλει το εσώρουχό του, το τελευταίο κομμάτι ρούχου που σκέπαζε το σώμα του. Πάντα ένιωθε αμήχανα όταν χρειαζόταν να μείνει τελείως γυμνός. Είχε διαβάσει σε κάποιο βιβλίο μια πρόταση που ταίριαζε στην περίπτωσή του. Πώς έλεγε ο συγγραφέας; Χαμογέλασε. «Υστάτη αίσθησις αιδούς.» Αυτή ήταν η φράση, την θυμήθηκε αν και δεν είχε πια καμιά σημασία.

Έφερε το ημίγυμνο σώμα του στην άκρη του μπαλκονιού κι αποφασισμένος να απαλλαγεί από όσα τον τυραννούσαν, γλίστρησε στο κενό.

Στον τάφο του, στο μικρό επαρχιακό κοιμητήριο, δίπλα στο καντηλάκι που καίει κάθε βράδυ, η γυναίκα του τοποθέτησε τον αναπτήρα του και το πακέτο με τα τσιγάρα του, που βρήκε στην τσέπη της πιτζάμας του.

______________________________________________________________________________________________

             Διήγημα της Ζαχαρούλας Γαϊτανάκη:  «ΤΟ ΣΥΝΟΙΚΕΣΙΟ»

Ο Λυκούργος είχε έρθει στην πρωτεύουσα από τα είκοσι δυο του χρόνια, λίγους μήνες αφότου τελείωσε το στρατιωτικό του. Πούλησε το πατρικό του σπίτι στο χωριό και δυο αγροτεμάχια που του είχαν αφήσει οι γονείς του και δεν είχε τίποτα πια δικό του εκεί πέρα. Στην Αθήνα αγόρασε μια μονοκατοικία που πουλιόταν σε τιμή ευκαιρίας και εγκαταστάθηκε μόνιμα. Βρήκε δουλειά σε μια κατασκευαστική εταιρεία κι έβγαζε αρκετά χρήματα για να ζει καλά.

Την Φωτεινή την γνώρισε στα σαράντα του. Εκείνη ήταν νεαρούλα, δεν είχε μπει στα είκοσι. Παράτησε το σχολείο στα δεκαπέντε της κι ασχολιόταν με τις δουλειές του σπιτιού και τα μικρότερα αδέλφια της. Επτά παιδιά όλο απαιτήσεις για φαγητό, πλύσιμο κι επιτήρηση στο διάβασμά τους.

Το προξενιό το έκανε μια γειτόνισσα του Λυκούργου, φιλενάδα της μητέρας της Φωτεινής.
«Ξέρω ένα καλό κοριτσάκι, κυρ – Λυκούργο» του είπε η γυναίκα και συνέχισε: «Είναι καιρός να παντρευτείς, μην πάει χαμένο τέτοιο σπίτι. Χρειάζεται μια γυναίκα να το φροντίζει και να ’χει και σένα το νου της.»
Έχοντας βαρεθεί κι ο ίδιος την μοναξιά, ενέδωσε και συμφώνησε να γνωρίσει την υποψήφια νύφη με την μεσολάβηση της γειτόνισσάς του, που βιάστηκε να κανονίσει μια συνάντηση των δυο τους. Γνωρίστηκαν κι άρχισαν να βγαίνουν τακτικά. Του άρεσε η κοπέλα και δεν το σκέφτηκε πολύ καιρό. Της ζήτησε να γίνει γυναίκα του κι εκείνη δέχθηκε για να ξεφύγει από των δικών της την γκρίνια.

Δεν περίμεναν πολύ καιρό για τον γάμο.
«Όσο πιο γρήγορα, τόσο το καλύτερο, γαμπρέ μου» του έλεγε η πεθερά του και συμπλήρωνε με νόημα: «Στη βράση κολλάει το σίδερο.»
Κάποιες αντιρρήσεις του πατέρα της Φωτεινής για τον μέλλοντα σύζυγό της, ότι «είναι πολύ μεγάλος για το κορίτσι μας», παραμερίστηκαν κι ο γάμος τους έγινε ένα Σεπτεμβριάτικο βραδάκι.

Ο Λυκούργος κι η Φωτεινή εγκαταστάθηκαν στο σπίτι του πρώτου. Γρήγορα αποδείχθηκε ότι ο άνδρας δεν ήταν ο καλός, τρυφερός κι ευγενικός σύντροφος που περίμενε το νιόπαντρο κορίτσι. Έφυγε από τη φτώχεια και την κούραση του πατρικού σπιτιού της μα δεν ξέφυγε από τον ζυγό. Ήρθε να κλειστεί σε μια καινούργια φυλακή, πολύ χειρότερη από την προηγούμενη. Δεν υπήρχε ελπίδα διαφυγής από το νέο κελί της. Περνούσε ο καιρός μέσα στη στενοχώρια και την μονοτονία.

Στην απέναντι πολυκατοικία είχε νοικιάσει ένα μικρό διαμέρισμα ένας φοιτητής της Γυμναστικής Ακαδημίας. Η Φωτεινή τον συναντούσε τακτικά στο δρόμο, όταν επέστρεφε από τα ψώνια της ή τις άλλες δουλειές της. Αντάλλασσαν τυπικά μια «καλημέρα» ή «καλησπέρα», τίποτε παραπάνω. Κάποιο πρωινό άκουσε από το παράθυρο της κουζίνας της δυο γειτόνισσες να συζητούν για το νεαρό. Έτσι έμαθε περισσότερα πράγματα γι’ αυτόν. Της άρεσε ο νέος μα δεν ξεχνούσε πως ήταν παντρεμένη κι ο άντρας της ζήλευε με το παραμικρό.
Ο Λυκούργος γκρίνιαζε συνέχεια που δεν είχαν αποκτήσει ακόμη παιδί.
«Πέρασε τόσος καιρός από τον γάμο μας» της έλεγε. «Μήπως παίρνεις τίποτα χάπια για να μην μείνεις έγκυος;»
«Το ξέρεις πως όχι» του απαντούσε κείνη μη θέλοντας να συνεχίσει την κουβέντα.
Κάποιες άλλες φορές ο άντρας της την κατηγορούσε:
«Εσύ φταις που δεν κάνουμε παιδιά. Κάτι έχεις. Να πας στο γιατρό να κοιταχτείς.»
Κάποτε τόλμησε να του αντιγυρίσει: «Ίσως το φταίξιμο να είναι δικό σου, το σκέφτηκες;»
«Πώς τολμάς;» είπε ο Λυκούργος και την χαστούκισε.
Από εκείνη την ημέρα η απόσταση ανάμεσά τους μεγάλωσε. Η διαφορά της ηλικίας τους δεν βοηθούσε την κοπέλα να πλησιάσει τον σύζυγό της κι εκείνος δεν την καταλάβαινε.
«Τα έχεις όλα για να είσαι ευτυχισμένη» της έλεγε. «Άλλες δεν έχουν ούτε τα μισά και πάλι λένε ευχαριστώ. Μην είσαι αχάριστη.»

Η Φωτεινή προσπαθούσε ν’ αποφεύγει τον Λυκούργο. Όταν ήταν στο σπίτι τα βράδια ασχολιόταν με τις δουλειές του νοικοκυριού της. Έβρισκε πάντα κάτι να κάνει για να μην καθίσει μαζί του. Στο δωμάτιό τους, όταν έπεφταν να κοιμηθούν κι ο άντρας της είχε διάθεση για έρωτα, άλλοτε προφασιζόταν την άρρωστη και τις περισσότερες φορές, όσο ο Λυκούργος έγερνε πάνω της, έκλεινε τα μάτια της και σκεφτόταν το νεαρό φοιτητή στην απέναντι πολυκατοικία. Δεν συμμετείχε καθόλου στην ερωτική πράξη. Ο άντρας της το κατάλαβε μα δεν της είπε τίποτα. Της έκανε έρωτα όποτε είχε διάθεση κι έπειτα ξάπλωνε στη δική του πλευρά του κρεβατιού που μοιράζονταν κι αποκοιμιόταν.

Δεν απάτησε τον άντρα της με άλλον σύντροφο. Ο γυμναστής έφυγε από το διπλανό σπίτι κι ήρθε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων να κατοικήσει. Η Φωτεινή τους κοιτούσε και σκεφτόταν πως έτσι θα καταντούσε κι η ίδια με το πέρασμα του χρόνου. Γριά αλλά και μόνη. Παιδιά δεν επρόκειτο ν’ αποκτήσουν, αφού οι εξετάσεις απέδειξαν ότι ο Λυκούργος ήταν στείρος. Έπαψε να την κατηγορεί γι’ αυτό αλλά τώρα την πλησίαζε ερωτικά όλο και συχνότερα, ποιος ξέρει τι θέλοντας να καταφέρει.

Όταν η Φωτεινή έμαθε ότι ο Λυκούργος έπαθε εγκεφαλικό, την ώρα που εργαζόταν, έτρεξε στο νοσοκομείο που τον είχαν πάει με το ασθενοφόρο. Οι γιατροί της είπαν πως ο άντρας της θα ζούσε αλλά θα έμενε παράλυτος και θα χρειαζόταν αναπηρική καρέκλα για να μετακινείται και την βοήθειά της για να συντηρηθεί. Εκείνη δεν είπε τίποτα. Κούνησε μονάχα το κεφάλι της και προχώρησε στο διάδρομο.

Βαδίζοντας προς το δωμάτιο που είχαν τον Λυκούργο, σκεφτόταν ότι δεν θα χρειαζόταν πια να κλείνει τα μάτια της και ν’ ανέχεται τις ερωτικές διαχύσεις του. Ξεφύσηξε ανακουφισμένη καθώς άνοιγε την πόρτα του θαλάμου για να δει τον παράλυτο σύζυγό της.

ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΣΥΝΟΙΚΕΣΙΟ

              Διήγημα της Ζαχαρούλας Γαϊτανάκη:     «Ο ΤΥΦΛΟΣ ΟΔΗΓΟΣ»

«Ο χρόνος την ζωή μας οδηγεί. / Εκείνος όπου θέλει την πηγαίνει.
Δεν νοιάζεται, αν πληγώνει ένα παιδί, / αν μια φωνή που λάτρεψες, σωπαίνει…»

Ο Χρόνος οδηγεί τις ζωές μας στα τυφλά. Μας κατευθύνει, χωρίς να νοιάζεται για τις δικές μας επιλογές κι επιθυμίες. Αυτό το ξέρω καλά.

Με λένε Μίχαελ Σάββας. Όταν ξέσπασε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος κι έγινε η Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα, ήμουν ένα δεκάχρονο, ανέμελο παιδί, που πήγαινε σχολείο, έπαιζε με τους φίλους του κι έκανε όνειρα για το μέλλον. Ζούσαμε στην Θεσσαλονίκη με την οικογένειά μου. Ο πατέρας μου Ισαάκ Σάββας είχε ένα μεγάλο εμπορικό κατάστημα σε κεντρικό δρόμο της πόλης. Η μητέρα μου Ρεβέκκα ασχολιόταν με το σπίτι μας και την ανατροφή των τριών παιδιών της: της πρωτότοκης, δεκατριάχρονης Σάρας, του δευτερότοκου δωδεκαετή Βενιαμίν κι εμένα. Μαζί μας έμεναν και οι γονείς του πατέρα μου, οι οποίοι είχαν περάσει τα ογδόντα τους χρόνια. Περνούσαν τον περισσότερο χρόνο της ημέρας τους καθισμένοι σε δύο πολυθρόνες στην σκεπαστή βεράντα του σπιτιού μας. Η παρουσία τους μ΄ έκανε να νιώθω σιγουριά και συχνά καθόμουν μαζί τους και συζητούσαμε. Τίποτε δεν μας είχε λείψει σε τροφή, παιχνίδια και στοργή. Μάθαμε ν΄ αγαπάμε όλους τους ανθρώπους΄ δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα ερχόταν καιρός που θα ένιωθα μίσος κι οργή για κάποια ανθρώπινα έργα και ιδέες. Συνέβει όμως κι αυτό.

Η πληροφορία για τις μαζικές διώξεις Εβραίων στις χώρες της Ευρώπης που κατελάμβαναν οι Ναζί, είχε φτάσει και σε μας. Ο Χίτλερ ήθελε ν΄ αλλάξει τον κόσμο, να τον καταστρέψει και να οικοδομήσει μια καινούργια κοινωνία, όπως το παρανοϊκό μυαλό του την φανταζόταν. Οι Εβραίοι, οι ομοφυλόφιλοι, οι αντιφρονούντες, στέκονταν εμπόδιο στην πραγματοποίηση αυτού του σκοπού. Έπρεπε με κάθε τρόπο να εξαφανιστούν. Στρατόπεδα συγκέντρωσης έγιναν χώροι υποδοχής του κακού υλικού. Οι θάλαμοι αερίων, οι κακουχίες, οι αρρώστιες, τα πειράματα, οι εκτελέσεις, ήταν τα μέσα εξόντωσής του. Στην αρχή δεν πιστέψαμε τούτο το νέο. «Διαδόσεις» σχολίασε ο πατέρας μου. «Μην φοβάστε τίποτα. Δεν κάναμε κακό σε κανέναν, γιατί να μας πειράξουν;» Η μάνα μας είχε τρομοκρατηθεί. Ο φόβος της μεγάλωσε, όταν άρχισαν οι συλλήψεις στην πόλη μας. Κλείστηκαν με τον πατέρα μου στην κουζίνα και συζητούσαν για αρκετή ώρα. Ο παππούς μου μπήκε στο δωμάτιο μαζί τους, άρχισαν να μιλάνε μεγαλόφωνα. Έβαλα τ΄ αυτί μου στην πόρτα να ακούω καλύτερα, με έτρωγε η περιέργεια. Μετά από λίγο βγήκε ο παππούς μου με δάκρυα στα μάτια. «Τι είναι παππούλη; Τι θα μας κάνουν;» τον ρώτησε η Σάρα μας. «Τίποτε, κουκλίτσα μου» την καθησύχασε κι απευθυνόμενος στην γιαγιά μου της είπε: «Βοήθα με, καλή μου, να πάω στο δωμάτιό μας, γιατί δεν με βαστούν τα πόδια μου.» Η γερόντισσα του έδωσε το χέρι της, χάιδεψε τα μαλλιά του και τον οδήγησε στην κάμαρή τους.

Βρήκαμε τον παππού μου και την γιαγιά μου, το επόμενο πρωινό, αγκαλιασμένους στο κρεβάτι τους. Είχαν πεθάνει στον ύπνο τους. «Καλύτερα γι΄ αυτούς» είπε η μητέρα μου. Απόρησα με τα λόγια της, έκανα να την ρωτήσω τι εννοούσε μα ο πατέρας μου πρόλαβε και μας έδιωξε από το νεκρικό δωμάτιο. Η κηδεία τους έγινε χωρίς θρήνους και ιδιαίτερες φροντίδες. Έκλαψα γι΄ αυτούς, μα ο φόβος είχε ζώσει και την δική μου καρδιά, δεν μ΄ άφηνε να ησυχάσω.

Λίγες ημέρες αργότερα, επιστρέφοντας από ένα θέλημα που με είχε στείλει η μητέρα μου να της κάνω, άκουσα περνώντας από μια γειτονιά, κάτι μεγάλα παιδιά να βρίζουν ένα μικρό αγόρι: «Βρωμο – Εβραίε, βρωμο – Εβραίε. Καλά σας κάνουν οι Γερμανοί.» Το παιδί κάτι πήγε να πει κι εκείνα άρχισαν να το κλωτσάνε συνεχίζοντας τις βρισιές. Γύριζα σπίτι αναστατωμένος με το περιστατικό. Πλησιάζοντας στο δρόμο του σπιτιού μας, βρέθηκα μπροστά στον γείτονά μας τον κυρ-Ανέστη. Μαζί του ήταν κι ένας άλλος άντρας που του έμοιαζε αρκετά. «Γειά σου, Μικ» με χαιρέτησε φωνάζοντάς με όπως με έλεγαν οι δυο γιοί του και καλύτεροί μου φίλοι. «Να σου συστήσω τον αδελφό μου, τον Κοσμά. Ήρθε στη Θεσσαλονίκη για κάτι δουλειές και μεθαύριο φεύγει πάλι. Έλα, πάμε μαζί μέχρι το σπίτι σου.» Προχώρησα με τους δύο άντρες. Τα σώματά τους με έκρυβαν, μπόρεσα να δω όμως από το άνοιγμα που άφηναν περπατώντας κι ενώ βρισκόμαστε στην αρχή του δικού μας δρόμου, ότι μπροστά στο σπίτι μας είχαν σταθμεύσει δύο γερμανικά οχήματα. Ένα φορτηγό κι ένα μικρότερο αυτοκίνητο. Στάθηκα ακίνητος, το ίδιο κι ο Κοσμάς με τον κυρ-Ανέστη. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Μια παρέα παιδιών που πιθανόν έπαιζαν στο δρόμο πριν έρθουν οι Γερμανοί, είχαν σταθεί στο πεζοδρόμιο και παρακολουθούσαν την κίνηση. Από το σπίτι μας, είδαμε να βγάζουν βιαστικά, σπρώχνοντας βίαια, τους γονείς μου και τ’ αδέλφια μου. Είχαν χτυπήσει τον πατέρα μου΄ από το πρόσωπό του έτρεχαν αίματα. Η μητέρα μου κινήθηκα προς το μέρος του για να σκουπίσει με το σάλι που φορούσε το μέτωπό του. Ένας στρατιώτης την έσπρωξε τόσο δυνατά που κυλίστηκε στο έδαφος. Ο επικεφαλής αξιωματικός φωνάζοντας διαταγές στους υφισταμένους του κατευθύνθηκε στο αυτοκίνητό του, το οποίο ξεκίνησε με μεγάλη ταχύτητα. Το φορτηγό ακολούθησε μόλις ανέβηκαν πάνω οι συλληφθέντες και οι στρατιώτες.

«Θεέ μου» έκανε ο Ανέστης. «Τύχη που την είχες παιδάκι μου» μου είπε. «Να δούμε τώρα τι θα σε κάνουμε. Δεν πρέπει να πας στο σπίτι σας. Ίσως έχουν αφήσει κάποιον να σε περιμένει. Ήξεραν σίγουρα ότι υπήρχε και τρίτο παιδί στην οικογένειά σας. Θα σε ψάχνουν. Ούτε στο σπίτι μας θα ’ρθείς. Θα είναι κι αυτό υπό παρακολούθηση.» Με έπιασε από το χέρι, έτρεμα ολόκληρος. «’ Σύχασε» ξανάπε. «Όλα θα πάνε καλά. Δεν θα σε δώσουμε στους παλιανθρώπους. Κοσμά, πήγαινε στο σπίτι να πεις στην γυναίκα μου τι συνέβη. Εγώ θα πάω το παιδί σ’ ένα ασφαλές μέρος. Μετά από-φασίζουμε τι είναι καλύτερο γι’ αυτόν.» Με τράβηξε κοντά του, είχε σταματήσει η τρε-μούλα μου. Τα μάτια μου έκαιγαν. Ήθελα να κλάψω μα συγκρατήθηκα. «Πρέπει να φανείς γενναίος, Μικ» με ορμήνεψε. «Κι από εδώ και πέρα, ξέχνα το όνομά σου. Θα σε λέμε Μιχάλη. Ακούς; Μιχάλη, πάει, τελείωσε.»

Ο κυρ-Ανέστης με πήγε προσωρινά στο σπίτι ενός φίλου του που είχε ένα κρυφό δωματιάκι στο υπόγειο. Εκεί κρύφτηκα. «Μείνε εδώ και περίμενε να έρθουμε να σε πάρουμε. Μην κάνεις θόρυβο ό,τι κι αν ακούσεις. Σιωπή, αν θες να γλιτώσεις την ζωή σου.» Ξάπλωσα στο κρεβάτι που υπήρχε στη γωνία κι από την κούραση και την ένταση με πήρε ο ύπνος. Ξύπνησα νιώθοντας στον χώρο την παρουσία ανθρώπων. Άκουσα τον κυρ-Ανέστη να μου λέει: «Ελπίζω να ξεκουράστηκες αρκετά, παιδί μου. Προσπάθησα να μάθω που πήγαν τους δικούς σου, κανείς δεν ήξερε κάτι σίγουρο. Τους έχουν μάλλον στο Διοικητήριο, σε προσωρινά κρατητήρια. Από εκεί άκουσα πως θα τους μεταφέρουν με τρένο στη Γερμανία, σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ό,τι νεότερο μάθω θα σε ενημερώσω. Εσύ, θα φύγεις αύριο το πρωί με τον αδελφό μου για το σπίτι του. Μένει με τη γυναίκα του και τα δυο του αγόρια σ΄ ένα μικρό χωριό στην Αρκαδία. Εκεί σπάνια πάνε οι Γερμανοί, δεν τους βολεύει το πήγαινε – έλα, είναι κι ο τόπος άγονος, όλο πέτρες. Τον χειμώνα, όταν πιάνουν τα χιόνια κλείνουν οι δρόμοι για μέρες. Εκεί θα βρεις καταφύγιο. Τι λες;» Δεν μπόρεσα να του απαντήσω τίποτα. Ο Κοσμά κρατούσε ένα κερί στο χέρι του, το μόνο φως που έπεφτε στο χώρο. Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά. Δεν είχα άλλη δυνατότητα επιλογής. Όφειλα να προσαρμοστώ στα νέα δεδομένα, στην καινούρια μου ζωή και να μην θέσω σε κίνδυνο τον Κοσμά, που πήρε ένα τέτοιο ρίσκο. «Σας ευχαριστώ» είπα κοιτώντας τους στα μάτια. «Σας ευχαριστώ» ξανάπα.

Την επομένη, απ΄ τα χαράματα, ξεκινήσαμε για το χωριό του Κοσμά. Ήταν μια διαδρομή πολλών χιλιομέτρων. Άλλα κάναμε με κάρο, μερικά με τα πόδια μας και τα Περισσότερα με οχήματα φίλων του συνοδού μου. Φτάσαμε στον προορισμό μας χωρίς να συναντήσουμε εμπόδια. Ο Κοσμάς και οι γνωστοί του ήξεραν τα κατατόπια κι είχαν λάβει τα μέτρα τους για κάθε απρόοπτο. Ένιωσα ασφαλής, όταν αντικρύσαμε τα πρώτα σπίτια του χωριού. «Τώρα, Μιχάλη, αυτό θα είναι τ’ όνομά σου εδώ, έτσι θα συστήνεσαι στους χωριανούς, ο Μιχάλης ο ανιψιός μου από την Θεσσαλονίκη, τα βάσανά σου τελειωσαν. Λίγο περπάτημα ακόμα και φτάσαμε στο σπίτι μας.» Μου χαμογέλασε και μου έπιασε το χέρι για να μου δώσει κουράγιο. Σε μερικά λεπτά μπαίναμε στο μικρό, πεντακάθαρο σπιτάκι του.

Προσκολλήθηκα στη νέα μου οικογένεια, που μου φερόταν σαν να ήμουν δικό τους παιδί. Δεν με ξεχώριζαν από τ’ άλλα κι αυτό ήταν που έκανε τον πόνο μου για τον χαμό των δικών μου λιγότερο πικρόν. Της ορφάνιας το χέρι, το ’νοιωθα πάντως βαρύ στον ώμο μου, παρ’ όλες τις προσπάθειες και την καλοσύνη που βρήκα στο σπιτικό του μπαρμπα-Κοσμά και της κυρα-Δήμητρας. Δούλευα στα χωράφια και τους βοηθούσα στις καθημερινές εργασίες, πιότερο για να κουράζω το σώμα μου και να μην σκέφτεται. Άδικος κόπος, το ήξερα, όμως κάποτε έφερε αποτέλεσμα. Δεν πονούσα πια τόσο, αν και παρέμενα αφάνταστα οργισμένος για αυτό που συνέβη στην οικογένειά μου. Δεν γύρισε πίσω κανένας τους. Πλήρωσαν με την ζωή τους μια παραφροσύνη.

Μετά τον πόλεμο, μπόρεσα με πιότερη μελέτη και ζήλο, να συνεχίσω το σχολείο. Σπούδασα Φιλολογία, έβαλα σκοπό της ζωής μου να γράψω για όσες αδικίες και διώξεις υπέστη η ράτσα μου από τον γερμανικό φασισμό. Κι έτσι κύλησαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια. Έφτιαξα την δική μου φαμελιά, παιδιά που μεγάλωσαν, παντρεύτηκαν και μου χάρισαν εγγόνια. Ένα κομμάτι του εαυτού μου πάντα θα νιώθει το κενό που άφησε η απώλεια, ο άδικος θάνατος της πρώτης μου οικογένειας. Δεν θα τους ξεχάσω όσο ζω. Πώς μπορώ να διαγράψω κείνα τα πρώτα δέκα χρόνια της ανέμελης παιδικής μου ηλικίας; Την αγάπη των γονιών μου, των παππούδων μου και των αδελφών μου, με κανένα υλικό αγαθό, καμία τιμή κι αξίωμα δεν θ΄ άλλαζα. Την στερήθηκα τότε, που την είχα περισσότερο ανάγκη. Και συνειδητοποίησα με τον πιο τραγικό τρόπο, ότι συχνά η ζωή μας καλεί να δώσουμε, να θυσιάσουμε ή μας αφαι-ρεί χωρίς πολλές κουβέντες, ό,τι χρειαζόμαστε πιο πολύ…

Πλησίαζα στα εβδομήντα μου χρόνια, όταν βρέθηκα στη Γερμανία, επισκεπτόμενος με την σύζυγό μου, τους χώρους ενός ναζιστικού στρατοπέδου, το οποίο είχε ανοίξει τις πύλες του στο κοινό. Είχε γίνει τόπος προσκυνήματος, θλιβερό απομεινάρι της θηριωδίας κάποιων τρελλών επιστημόνων και στρατιωτικών – οπαδών του Χίτλερ. Χιλιάδες Εβραίοι έχασαν την ζωή τους εκεί μέσα. Όσοι είχαν σωθεί, κουβαλούσαν στο μυαλό και στο σώμα τους τις πιο οδυνηρές αναμνήσεις. Τριγυρνώντας στα μέρη της δοκιμασίας και του θανάτου, συνάντησα κοντά στην είσοδο των κρεματορίων, έναν λιπόσαρκο, γερασμένο άνθρωπο να κλαίει. Με είδε και σκούπισε τα μάτια του. Άπλωσε το χέρι του και μου συστήθηκε: “Με λένε Jakob” είπε στ΄ αγγλικά. “Στον πόλεμο, με είχαν φέρει εδώ με την μητέρα μου. Εκείνη δεν άντεξε, την πρόδωσε η καρδιά της καθώς τους οδηγούσαν στους θαλάμους αερίων. Ακόμη και σήμερα δεν μπορώ να πιστέψω πως κατάφερα να επιζήσω από αυτή την κόλαση.” Τον κοιτούσα, άκουγα με προσοχή τα λόγια του κι αδυνατούσα να αρθρώσω λέξη. “Κι εσύ;” με ρώτησε. “Υπήρξες αιχμάλωτος εδώ;” “ Όχι” απάντησα. “Δεν μ΄ έπιασαν ποτέ οι Γερμανοί. Οι δικοί μου όμως δεν στάθηκαν το ίδιο τυχεροί.” Του διηγήθηκα την ιστορία μου. Με άκουγε κουνώντας το κεφάλι του με κατανόηση. Άπλωσε το αδύνατο χέρι του κι άγγιξε τον ώμο μου. “Πολλές φορές” είπε, “αναρωτήθηκα τι φταίξαμε για να υποστούμε τόσο πόνο και τέτοιον κατατρεγμό. Οι περισσότεροι απ΄ όσους βρέθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ήταν αθώες ψυχές, γυναίκες, παιδιά, γεροντάκια, δεν είχαν πειράξει κανέναν. Με τον θάνατό τους, όλοι κέρδισαν την αγιότητα, ό,τι κι αν ήταν στην προτινή ζωή τους.” Τον ξαναπήραν τα δάκρυα. Κλάψαμε κι οι δυο για τους αγαπημένους μας νεκρούς, για όλους τους πεθαμένους αδελφούς μας. “Η Ιστορία, φίλε μου” ξανάπε ο Jakob, “δεν έχει ηθικές αρχές. Η μνήμη όμως, ε, αυτή έχει ηθική, θαρρώ. Οι δυο τους, μοιράζονται τα γεγονότα στο χώρο και στο χρόνο, σε έναν αγώνα ανελέητο. Αναμνήσεις και γεγονότα που συμβαίνουν, ηθική και ανηθικότητα, μάχονται για την επικράτησή τους. Και εμείς είμαστε στρατιώτες σε αυτή τη μάχη…”

Σκέφτηκα τα λόγια του εφήμερου φίλου μου, καθισμένος στη θέση μου στο λεωφορείο που μας γύριζε πίσω στο ξενοδοχείο μας. “Ναι, είχε δίκιο ο Jakob, η Ιστορία έχει τους δικούς της κανόνες. Τίποτα δεν είναι ξαφνικό, ούτε τυχαίο. Και η θύμηση, ρίχνει βαριές σκιές, τυραννάει τον άνθρωπο. Οι όμορφες αναμνήσεις σταμάτησαν για μένα στην ηλικία των δέκα μου χρόνων. Πολλά ψιχία χαράς γεύτηκα και στα χρόνια που ακολούθησαν, δεν λέω, αλλά η πίκρα, ο πόνος, η οργή, δεν μπόρεσαν να γαληνέψουν την ψυχή μου. Σ΄ όλην αυτή την διαδρομή, κείνο που έμαθα κι ένοιωσα βαθιά, τελεσίδικα, αυτό έχω να πω για όσα συνέβησαν στη ζωή μου και σε χιλιάδες άλλες υπάρξεις: ο Χρόνος είναι τυφλός οδηγός. Μας καθοδηγεί, στερώντας μας την δυνατότητα επιλογής μιας αβασάνιστα γόνιμης πορείας.”

the love of books

«ΜΙΚΡΕΣ ΖΩΕΣ» –  Σύντομες ιστορίες γραμμένες από τη Ζαχαρούλα Γαϊτανάκη, βγαλμένες μέσα από τη ζωή, που συχνά ξεπερνά και την πιο δημιουργική φαντασία.          Ο ΧΩΡΙΣΜΟΣ

Η Ντόρα έκλεισε το τηλέφωνο θλιμμένη μα και ικανοποιημένη. Είχε εξηγήσει, όσο πιο απλά γινόταν, στον Μιχάλη, τους λόγους για τους οποίους έπρεπε να διαλύσουν τη σχέση τους Δεν του άρεσε κάτι τέτοιο, φυσικό ήταν.
«Με βαρέθηκες, δηλαδή;» την ρώτησε.
«Όχι» του απάντησε κατηγορηματικά.«Δεν είναι αυτό και μην κάνεις εικασίες. Απλά θέλω να σε διευκολύνω.»
«Να με διευκολύνεις; Τι εννοείς; Δεν σε καταλαβαίνω» της είπε.
Προσπάθησε να του πει δυο λόγια παραπάνω μας αυτός ήταν εκτός εαυτού και δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν. Κρίμα, γιατί ήθελε να χωρίσουν φιλικά χωρίς φωνές και κατηγόριες. Φαίνεται πώς ζητούσε πολλά. Του έκλεισε το τηλέφωνο κι ένιωσε για πρώτη φορά, μετά από καιρό, ανακούφιση. « Πάμε γι’ άλλα πράγματα τώρα» σκέφτηκε. «Περάσαμε καλά μαζί όσο κράτησε αλλά δεν ήθελα να σταθώ εμπόδιο στη σταδιοδρομία του. Γρήγορα θα με ξεχάσει. Ουδείς αναντικατάστατος, ειδικά στις μέρες μας.»
Τον επόμενο μήνα ο Μιχάλης πήρε προαγωγή και μετατέθηκε στο γραφείο της εταιρείας του στη Θεσσαλονίκη. Η Ντόρα συνέχισε τη ζωή της…

ΧΩΡΙΣΜΟΣ

ΓΑΜΟΣ ΜΕ ΣΧΕΔΙΟ
Η Ελένη ετοιμαζόταν να παντρευτεί σε ένα μήνα. Ο Χρήστος ήταν καλό παιδί, τον είχε γνωρίσει στο σπίτι της κουμπάρας της, βγήκαν μερικές φορές μαζί, τα πήγαιναν καλά κι όταν της έκανε πρόταση γάμου, του απάντησε αμέσως θετικά. Είχαν περάσει τα χρόνια και δεν είχε πολλά περιθώρια επιλογών. Οι προηγούμενοι δεσμοί της δεν είχαν το αποτέλεσμα που αυτή ήθελε, ο Λευτέρης απλώς περνούσε τον καιρό του μαζί της, ο Ντίνος ήθελε «τζάμπα σεξ», ο Γιάννης την ήθελε για να καλύπτει την ιδιαιτερότητά του. Είδε κι απόειδε και κατέληξε στο Χρήστο. Η μάνα του ήταν βέβαια λίγο ιδιότροπη, πολύ δεμένη με τον κανακάρη της αλλά του το ξέκοψε από την αρχή: «Η μαμά σου θα μένει στο σπίτι σας το πατρικό κι εμείς στο δικό μου σπίτι.» Έτσι βρέθηκε να ετοιμάζει το νέο της νοικοκυριό και τον γάμο της. Δυναμικός τύπος καθώς ήταν έκανε σχέδια και πλάνα για τα πάντα. Στην ατζέντα της κατέγραφε με κάθε λεπτομέρεια από τις συναντήσεις της ημέρας μέχρι και τα φαγητά που θα μαγείρευε τις πρώτες μέρες του έγγαμου βίου της. «Η ζωή» έλεγε στις φίλες της «μπορεί να γίνει για τον καθένα μας μια κόλαση. Και η δική μου έτσι θα μπορούσε να είναι αλλά δεν είναι. Γιατί εγώ δεν το θέλω αυτό…».

ΤΟ ΕΙΔΥΛΛΙΟ

Ο Ηλίας ζούσε στο χωριό του, μόνος, στο πατρικό του σπίτι. Δούλευε τη γη του, τον λαχανόκηπό του, είχε λίγες κότες, πρόβατα, δυο τσοπανόσκυλα, μερικές γάτες που τις είχε μαζέψει αδέσποτες και ένα παλιό αγροτικό αυτοκίνητο για να πηγαίνει στην κοντινή κωμόπολη για τα ψώνια του και να ξεδίνει πότε κάποτε σε κάποια από τις ταβέρνες που υπήρχαν εκεί.
Από γυναίκες βολευόταν με περιστασιακές σχέσεις, που δεν κρατούσαν ποτέ πάνω από ένα χρόνο. Τους ξεκαθάριζε ότι δεν σκόπευε να παντρευτεί και να δεσμευτεί, να βάλει πάνω από το κεφάλι του καμία κυρά να τον διατάζει. Η ζωή του ήταν τακτοποιημένη όπως την ήθελε και δεν επέτρεπε παρεμβάσεις ή υποδείξεις. Αν πήγαινε κάποιος συγχωριανός του, μεγαλύτερος σε ηλικία να του κάνει υποδείξεις, τον απόπαιρνε και δεν του ξαναμιλούσε. Πουλούσε λάδι, αυγά, κρέας, γεννήματα κι έβγαζε τα προς το ζην. Αλλά για γάμο ούτε κουβέντα. Ώσπου ήρθε στο χωριό η Μιρέλα. Πρόσφυγας από την Αλβανία, την έφερε ένα ηλικιωμένο αντρόγυνο να τους φροντίζει. Γείτονες του Ηλία τα γεροντάκια, αντάλλασσαν μια καλημέρα, τους βοηθούσε αν είχαν κάποια ανάγκη ή ήθελαν να τους ψωνίσει από την πόλη. Μόλις είδε τη Μιρέλα, ξετρελάθηκε. Δεν περίμενε να του συμβεί κάτι τέτοιο. Δεν έβλεπε με καλό μάτι τους ξένους και να που την έπαθε τώρα. Ερωτεύτηκε την κοπέλα κι όλο έβρισκε αφορμές να μπαινοβγαίνει στο γειτονικό σπίτι. Στο χωριό είχαν αρχίσει να συζητούν το νέο ειδύλλιο και περίμεναν τις εξελίξεις. Σε έξη μήνες, οι αντιστάσεις της γυναίκας υποχώρησαν και ο γάμος τους κανονίστηκε για το καλοκαίρι. «Ποιος το περίμενε τούτο ‘δω το περίεργο» λέγανε οι χωριανοί. Η Μιρέλα με τον γλυκό της χαρακτήρα, την ευγένειά της και την ομορφιά της – γιατί κακά τα ψέματα, η ομορφιά είναι που τραβάει τον άντρα στη γυναίκα και τι απόλαυση του προσφέρει – γκρέμισε το απόρθητο κάστρο της καρδιάς του Ηλία και «ο στρίγκλος έγινε αρνάκι» στα χέρια της…

ΣΕ ΑΛΛΗ ΧΩΡΑ

Ο Νίκος στα εβδομήντα του είχε επιστρέψει από τη Γερμανία όπου εργάστηκε για σαράντα χρόνια ως οδοντίατρος. Γεροντοπαλίκαρο τώρα, αγόρασε ένα ωραίο διαμέρισμα με μεγάλες βεράντες στο Βύρωνα, γέμισε τα μπαλκόνια με πολύχρωμα λουλούδια και μικρά δέντρα κι απολάμβανε τη ζωή του στην Ελλάδα. Στο χωριό του που το είχε αφήσει στα εφηβικά του χρόνια πήγαινε σπάνια. Οι φίλοι του είχαν κι αυτοί φύγει από κει, μόνο τις γιορτές και τα καλοκαίρια πήγαιναν για διακοπές και να δουν τους δικούς τους. Πλάκωνε η ψυχή του από την ερημιά που αντίκριζε στον τόπο του, που άλλοτε ήταν γεμάτος παιδιά κι όλα τα σπίτια ήταν περιποιημένα κι ανοιχτά. Τον δυσκόλευε λιγάκι η ζωή στην Αθήνα, με το καυσαέριο, τα σκουπίδια, τον θόρυβο, την ακρίβεια και φοβόταν από όσα άκουγε και διάβαζε για τις κλοπές που γίνονταν. Δεν μπορούσε να συνηθίσει την αγένεια κάποιων δημοσίων υπαλλήλων όταν πήγαινε να εξυπηρετηθεί σε μια υπηρεσία ούτε άντεχε να περιμένει με τις ώρες στην ουρά στην τράπεζα ή στις στάσεις των μέσων μαζικής μεταφοράς. Χρησιμοποιούσε τακτικά το Μετρό και του άρεσε αλλά στην περιοχή που έμενε δεν τον βόλευε η συγκοινωνία και συχνά έπαιρνε ταξί για να εξυπηρετηθεί. «Τι διαφορά που έχει η ζωή εδώ από τη Γερμανία» έκανε μέσα του τη σύγκριση και λυπόταν που η χώρα του είχε μείνει τόσο πίσω σε θέματα παιδείας και αγωγής. «Τι ανάγωγος κόσμος υπάρχει» σκεφτόταν κι απορούσε για τη συμπεριφορά ορισμένων. Προχθές μια ένοικος της πολυκατοικίας του πέταξε από το διαμέρισμά της μία μεγάλη σακούλα σκουπίδια με προορισμό τον κάδο στο πεζοδρόμιο μπροστά στο κτίριο. Από λάθος χειρισμό της, η σακούλα προσγειώθηκε στη βεράντα του, πάνω σε μια από τις καρέκλες που υπήρχαν εκεί, ανοίγοντας και γεμίζοντας τον τόπο με το περιεχόμενό της. Της φώναξε να διαμαρτυρηθεί κι εκείνη αντί να του ζητήσει συγγνώμη και να κατέβει να μαζέψει τις βρωμιές, τον έβρισε και τον αποκάλεσε «γεροπαράξενο». Όσος καιρός κι αν περνούσε, δεν θα ξεχνούσε ποτέ αυτό το περιστατικό. «Αυτή ήταν η Ελλάδα των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004;» αναρωτιόταν κι απαντούσε ο ίδιος αμέσως στην απορία του: «Αυτή είναι και μη χειρότερα»…

«ΣΤΕΡΝΗ ΜΟΥ ΓΝΩΣΗ…»

Η Μαντώ χώρισε τον άντρα της μετά από 24 χρόνια γάμου, γιατί τον έπιασε να την απατά. Ήταν ανένδοτη στις παρακλήσεις του να τον συγχωρέσει και να κάνουν μια καινούργια αρχή. «Αποκλείεται» του το ξέκοψε. «Ανέχτηκα πολλά όλα αυτά τα χρόνια, τις βρισιές σου, την οργή σου, την περιφρόνηση που μου έδειχνες και τις ταπεινώσεις σου όταν δεν σου έκανα κάποια χατίρι. Αρκετά ως εδώ. Τώρα ο καθένας μας θα τραβήξει το δρόμο του όμορφα κι ωραία. Τα παιδιά μας είναι μεγάλα, φοιτητές πια, δεν σε έχουν ανάγκη. Κι αν θέλουν, ξέρουν που μένεις μπορούν να έρχονται να σε βλέπουν. Δεν τους το απαγορεύω. Εγώ όμως δεν σε θέλω πια στη ζωή μου. Θα ξεκινήσω τις διαδικασίες για το διαζύγιο…» Όταν πήρε το χαρτί του χωρισμού στα χέρια της, πήγε έναν μήνα διακοπές σε κάποιο νησί. Επέστρεψε κεφάτη στο σπίτι, άρχισε να βγαίνει με τις φίλες της, έκανε νέες γνωριμίες και ξαναβρήκε όπως έλεγε «την παλιά Μαντώ», που την είχε ξεχάσει με τις υποχρεώσεις του νοικοκυριού και την ανατροφή των παιδιών. Όσο για τον πρώην άντρα της, αυτός ζούσε σε ένα μικρό διαμέρισμα σε κάποια γειτονική πόλη, μετανιωμένος που για μια εφήμερη σχέση θυσίασε την οικογένειά του και τον γάμο του. «Την πάτησα» έλεγε και ξανάλεγε. «Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα. Καλά λέει ο λαός…»

Η κυρϊα ΛΕΛΑ

Ο Ανδρέας είχε περάσει από καιρό τα 75 χρόνια. Όταν πέθανε η γυναίκα του, έφερε στο σπίτι του να του μαγειρεύει και να του κρατάει συντροφιά την κυρα – Λέλα. Την είχε γνωρίσει στο ΚΑΠΗ που πήγαινε να πίνει τον καφέ του και να περνά την ώρα του. Η Λέλα ήταν στα 68, καλοστεκούμενη και όλο νάζι. Την ξεχώρισε από την πρώτη στιγμή κι έκανε παρέα μαζί της από τον καιρό που η γυναίκα του ήταν άρρωστη. Οι κόρες του τον κατηγόρησαν για την κίνησή του να φέρει την ξένη γυναίκα στο σπίτι λίγο μετά τον θάνατο της μάνας τους. «Δεν ντρέπεσαι, βρε πατέρα, στην ηλικία σου» του είπε η μεγαλύτερη κόρη του «να «σπιτώσεις» την κυρα-Λέλα. Τι θα λένε οι γείτονες; Δεν σεβάστηκες τη μάνα μας που δεν έχουν ακόμη περάσει ούτε τρεις μήνες από τον θάνατό της;» Εκείνος δεν άλλαξε γνώμη. Η Λέλα πήρε τη θέση της στο σπίτι, τον περιποιόταν και με το παραπάνω, οι κόρες του δεν είχαν κανέναν λόγο να ανακατεύονται. «Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους» τους απαντούσε κι έδινε συγχωροχάρτι στον εαυτό του για την παρουσία της Λέλας στη ζωή του….

ΤΟ ΠΟΛΥΠΟΘΗΤΟ ΠΑΙΔΙ

Ο Λάκης και η Ντίνα ήταν παντρεμένοι 7 χρόνια και δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά. Είχαν κάνει πολλές προσπάθειες, έδωσαν του κόσμου τα λεφτά στους γιατρούς μα αποτέλεσμα μηδέν. Ο Λάκης ήταν δημόσιος υπάλληλος, με καλή δουλειά και μεγάλο μισθό, οικονομικό δεν αντιμετώπιζαν. Και η Ντίνα δούλευε σε μια ιδιωτική επιχείρηση από το πρωί ως το βράδυ. Ζούσαν κι οι δυο μέσα στο άγχος για την μη απόκτηση απογόνων. Κι η στενοχώρια τους γινόταν μεγαλύτερη από την γκρίνια των πεθερικών της κοπέλας που την κατηγορούσαν ως στείρα, κακιά νοικοκυρά και άλλα ακόμα. Η Ντίνα άκουσε την πεθερά της να λέει στον άντρα της: «Ο γιος μας είναι μια χαρά. Αυτή κάτι έχει.» Από τότε οι σχέσεις της με τους γονείς του άντρα της ψυχράνθηκαν. Τους απέφευγε όσο μπορούσε χωρίς να καταλάβει κάτι ο Λάκης. Όταν την απέλυσαν κάποια στιγμή από τη δουλειά της, η Ντίνα έμεινε στο σπίτι κι ασχολιόταν με τις καθημερινές δουλειές του νοικοκυριού. Είχαν πάψει πια να συζητούν για παιδιά, έκαναν έρωτα χωρίς ιδιαίτερες προφυλάξεις, πιστεύοντας ότι δεν επρόκειτο να συμβεί κάτι. Ώσπου η Ντίνα άρχισε να νιώθει τα πρωινά κουρασμένη, να έχει ναυτίες και φουσκώματα. Ο γιατρός που την εξέτασε, της ανακοίνωσε ότι είναι έγκυος. Όταν έπαψε να το περιμένει, να αγωνιά και να στρεσάρεται, το σώμα της ανταποκρίθηκε και η φύση αποκατέστησε την τάξη. Εννέα μήνες μετά, το ζευγάρι κρατούσε στα χέρια του τον γιό τους και η πεθερά της Ντίνας είχαν καταπιεί τη γλώσσα της.

ΕΝΑΣ ΗΣΥΧΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Η κυρά – Όλγα είχε περάσει από καιρό τα εκατό χρόνια ζωής. Τα παιδιά της, δυο αγόρια κι ένα κορίτσι, μεγάλα κι αυτά σε ηλικία, την έπαιρναν κάθε τέσσερις μήνες στα σπίτια τους για να την φροντίζουν. Έπασχε από άνοια και δεν είχε ιδιαίτερη επικοινωνία με το περιβάλλον της. Άλλοτε γνώριζε τους δικούς της, συχνά βρισκόταν στον κόσμο της. Δεν έπαιρνε χάπια ούτε είχε κάποια πάθηση, είχε απλώς γεράματα. Για να είναι καθαρή της είχαν βάλει καθετήρα ούρων και φορούσε πάνα για εσώρουχο. Αν της έδιναν να φάει έτρωγε, να πιει έπινε, δεν ζητούσε τίποτα από μόνη της. Καθόταν στην πολυθρόνα της, όταν δεν ήταν ξαπλωμένη στο κρεβατάκι της, και μετρούσε, από μέσα της, τα δάκτυλά της. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε και πάλι από την αρχή. Τα παιδιά της κάποια στιγμή δεν άντεχαν να την φροντίζουν. Είχαν κι αυτά τα δικά τους προβλήματα υγείας, οι νύφες και ο γαμπρός της είχαν αρχίσει να διαμαρτύρονται, κι αποφάσισαν να την βάλουν σε ένα ίδρυμα. Συγκεντρώθηκαν όλοι στο δωμάτιό της κι άρχισαν να συζητούν το θέμα του γηροκομείου. Η γριούλα τους κοιτούσε και δεν μιλούσε. Φωνές υψώνονταν, βαριές κουβέντες εκτοξεύονταν από τις νυφάδες της, κάποτε κατέληξαν στο που και το πότε η γιαγιά θα πήγαινε στο ίδρυμα. Την παραμονή της αναχώρησής της καθόταν σιωπηλή στην πολυθρόνα της με τα χέρια σταυρωμένα. Δεν μετρούσε, δεν κινιόταν. Μπήκε ο γιος της στο δωμάτιο, την είδε έτσι κι ανησύχησε. Κάλεσε τα αδέλφια του να έρθουν. «Δεν έχει τίποτα» αποφάνθηκε ο μικρός της γιος. «Έτσι δεν είναι πάντα;» Αφού καθησύχασε ο ένας τον άλλο, την έβαλαν να κοιμηθεί. Αύριο θα ερχόταν το ασθενοφόρο για να την μεταφέρει στο ίδρυμα. Μα δεν χρειάστηκε. Το επόμενο πρωί, όταν η νύφη της πήγε να την σηκώσει, η κυρα – Όλγα είχε φύγει από τη ζωή ήσυχα και στον ύπνο της…

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ

Ο Λευτεράκης έπρεπε να υποβληθεί επειγόντως σε μεταμόσχευση καρδιάς. Τα μηχανήματα τον κρατούσαν στη ζωή και κάθε μέρα που περνούσε τον έφερνε πιο κοντά στον θάνατο. Οι γονείς του και οι γιατροί έκαναν έκκληση καθημερινά στην τηλεόραση και στις εφημερίδες για να βρεθεί συμβατό μόσχευμα, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ήρθαν τα Χριστούγεννα, η Πρωτοχρονιά, ο νέος χρόνος υποσχόταν ένα θαύμα, άρχισαν και πάλι όλοι να ευαισθητοποιούνται, η ζωή του μικρού Λευτέρη κρατιόταν από μια κλωστή. Πλησίαζε το Πάσχα, οι ελπίδες είχαν εξανεμιστεί. Ο γιατρός του βγήκε κλαίγοντας στα κανάλια, «σας εκλιπαρώ» είπε «κάντε κάτι να σωθεί ο μικρός». Ο κόσμος έδειχνε μάλλον κουρασμένος με τις συνεχείς αναφορές στο θέμα κι ετοιμάζονταν οι περισσότεροι για τις διακοπές τους. Η μητέρα του Λευτέρη προσευχόταν συνέχεια στο δωμάτιό του και στο μικρό εκκλησάκι του νοσοκομείου που νοσηλευόταν ο γιος της. «Κάνε, Θεέ μου, το θαύμα σου» παρακαλούσε με θέρμη και πίστη βαθιά. Το πρωινό της Μεγάλης Πέμπτης, ενώ η αντίστροφη μέτρηση για τον Λευτέρη είχε αρχίσει, ο γιατρός μπήκε στον θάλαμο του παιδιού και ανακοίνωσε στους δικούς του ότι βρέθηκε το πολυπόθητο μόσχευμα. «Είναι από ένα παιδί που έχασε τη ζωή του σε τροχαίο. Ξεκινάμε και ο Θεός βοηθός….» Σήμερα ο Λευτέρης είναι φοιτητής της Ιατρικής. Ποτέ δεν ξέχασε την περιπέτειά του κι έχει αφιερώσει τη ζωή του στην προώθηση της δωρεάς οργάνων. Κάποιοι άλλοι ασθενείς δεν στάθηκαν τυχεροί όπως αυτός. Γι’ αυτό και σύνθημά του έγινε το: «Κάποτε όλοι θα μπορούν να έχουν μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή όπως είχα κι εγώ».

Η  ΜΙΚΡΟΥΛΑ ΕΛΠΙΔΑ
Η Καλλιόπη ήταν μια δεκαεξάχρονη κοπελίτσα, μαθήτρια στο Λύκειο. Ερωτεύτηκε τον Γιάννη με την πρώτη ματιά όταν μπήκε στην τάξη της, προερχόμενος από κάποιο άλλο σχολείο. Τον πλησίασε στο διάλειμμα, γνωρίστηκαν κι άρχισαν να συναντιούνται και εκτός σχολείου. Όταν έμεινε έγκυος, πήγε να τρελαθεί. Ο νέος της ζήτησε να απαλλαγεί από το παιδί. «Κι εμείς παιδιά είμαστε, τι να το κάνουμε» της είπε και την συμβούλεψε να κάνει το συντομότερο έκτρωση. «Όχι» του φώναξε η Καλλιόπη. «Δεν θα σου κάνω το χατίρι. Θα το κρατήσω. Είναι δικό μου.» «Δεν είσαι με τα καλά σου» την αποπήρε εκείνος και έφυγε από κοντά της. Μια βδομάδα μετά έφευγε και από το σχολείο. «Ο Γιάννης μετακόμισε σε άλλη πόλη. Πήρε μετάθεση ο πατέρας του» τους ανακοίνωσε η φιλόλογος. Η εγκυμοσύνη της άρχισε να φαίνεται, δεν μπορούσε πια να κρύβεται από τους καθηγητές και τους συμμαθητές της. Για τον πατέρα του παιδιού δεν έλεγε κουβέντα. Κανείς δεν έμαθε ποιος ήταν. Κι όταν γεννήθηκε η κόρη της, η Καλλιόπη έγινε η αγαπημένη μικρομάνα του Λυκείου. Όλοι την στήριξαν, πράγμα περίεργο στις μέρες μας, και ο Λυκειάρχης της πρότεινε να βαφτίσει τη μικρή. Της έδωσε μάλιστα και το όνομα ΕΛΠΙΔΑ …

ΜΙΑ… ΥΠΕΡΟΧΗ ΣΥΜΒΙΩΣΗ

Ο Ορέστης έγραφε ποιήματα. Εξέδιδε και μια μικρή λογοτεχνική εφημερίδα, που συντηρούνταν από τις συνδρομές των συνεργατών της. Είχε παντρευτεί προ δεκαετίας με την Κατερίνα, συνταξιούχο νοσοκόμα τώρα. Του είχε ψήσει το ψάρι στα χείλη από την πρώτη μέρα του γάμου τους. «Γιατί δεν την χωρίζεις, να βρεις την ησυχία σου;» τον παρότρυναν οι φίλοι του. Αυτός κουνούσε το κεφάλι, διαμαρτυρόταν για τη συμβίωσή τους αλλά για διαζύγιο δεν έκανε κουβέντα. Η Κατερίνα είχε περάσει μια περιπετειώδη ζωή, δεν υπολόγιζε ιδιαίτερα τους συνανθρώπους της, κοιτούσε μόνον τον εαυτούλη της. Να περνάει αυτή καλά κι από δω πάνε οι άλλοι. Τον Ορέστη τον παντρεύτηκε για να είναι παντρεμένη. Φοβόταν την μοναξιά κι αφού είχαν κάποια κοινά σημεία, είπε το ναι στην πρότασή του. Είχαν μια περίεργη συμβατική σχέση. Ο καθένας κοιμόταν στο δωμάτιό του, δεν αγγίζονταν, έλεγαν τα απολύτως απαραίτητα και συχνά καυγάδιζαν εκτοξεύοντας κατηγορίες ο ένας για τον άλλον. Τον τελευταίο καιρό η κατάσταση είχε επιδεινωθεί από τη ζήλια της Κατερίνας. Δεν τολμούσε να μιλήσει ο Ορέστης με κάποια γυναίκα στο τηλέφωνο ή στο δρόμο, τον κατηγορούσε ότι έχει σχέσεις μαζί της. «Σταμάτα, θα σε χωρίσω» την απειλούσε μα αυτή το δικό της τροπάρι. Όταν ένα καλοκαιριάτικο μεσημέρι του τηλεφώνησαν από την Αστυνομία ότι ένα μηχανάκι είχε κτυπήσει την Κατερίνα θανάσιμα λίγα μέτρα πριν από το σπίτι τους, ο Ορέστης μπόρεσε μόνο να πει κλείνοντας το τηλέφωνο: «Θα μου λείψει.»

ΤΟ ΡΙΑΛΙΤΙ

Η Βάσω είχε έρθει από το χωριό της για να συμμετάσχει σ’ ένα ριάλιτι παιχνίδι της τηλεόρασης. Την είχαν επιλέξει και την κάλεσαν να παρουσιαστεί στα γραφεία της παραγωγής για να της δώσουν οδηγίες για το που θα πήγαινε και τι θα έκανε όταν έμπαινε με τους συμπαίκτες της στο περιφραγμένο στούντιο – σπίτι. Μόλις έφτασε στο γραφείο του υπευθύνου κάθισε να περιμένει την εμφάνισή του. «Θ’ αργήσει ο κύριος Ισαάκ;» ρώτησε την γραμματέα του. «Όχι, όπου να ’ναι θα φανεί» της απάντησε εκείνη μ’ ένα βαριεστημένο ύφος. «Περιμένετε στο σαλόνι» της υπέδειξε. Η Βάσω πήρε στα χέρια της ένα περιοδικό από τραπεζάκι κι άρχισε να το ξεφυλλίζει. Κοιτούσε το ρολόι της κι εκνευριζόταν όσο περνούσε η ώρα κι ο υπεύθυνος δεν φαινόταν. Σηκώθηκε να ξαναρωτήσει τη γραμματέα μα εκείνη δεν βρισκόταν στο γραφείο της. «Μα που χαθήκανε όλοι σήμερα;» αναρωτήθηκε. Όταν άνοιξε η πόρτα, δεν πίστευε στα μάτια της. Μπροστά της στεκόταν, ο νικητής του προηγούμενου παιχνιδιού και το ίνδαλμά της. Για χάρη του αποφάσισε να λάβει κι αυτή μέρος την τρίτη χρονιά που θα παιζόταν το ριάλιτι. Στεκόταν άφωνη, σαν χαζή. «Σου συμβαίνει κάτι;» την ρώτησε απορημένος ο νέος. «Ναι. Όχι, δηλαδή..» ψέλλισε κείνη. «Τι γυρεύεις εδώ;» την ξαναρώτησε. «Για το παιχνίδι ήρθες; Θα λάβεις μέρος;» «Ναι» απάντησε τραυλίζοντας. «Αν θες μια συμβουλή, σήκω και φύγε από δω το γρηγορότερο» της είπε κείνος. «Δεν νομίζω ότι είσαι κατάλληλη για παίκτρια.» Εκείνη αρπάχτηκε: «Μπα, και συ που το ξέρεις; Και τι σε νοιάζει;» «Για το καλό σου, το λέω» της είπε. «Σήκω φύγε και μην ξεφτιλίζεσαι…» Την νευρίασε ο τρόπος του. Σήκωσε το χέρι της να τον χαστουκίσει. Της το άρπαξε στον αέρα. «Εντάξει, ομορφούλα» είπε. «Μείνε να πάρεις το μάθημά σου αφού δεν παίρνεις από λόγια.» Όταν εκείνος έφυγε, η Βάσω ξανακάθισε στον καναπέ. Είχε μεσημεριάσει κα ο κύριος Ισαάκ δεν είχε φανεί. Ήρθε η γραμματέας του και τη ρώτησε το όνομά της και τι ζητούσε. «Α, λυπάμαι δεσποινίς», της απάντησε. «Κάποιο λάθος έγινε. Δεν είστε εσείς η Βάσω που επιλέχτηκε για το παιχνίδι μας. Κρίμα και κάνατε τόσο ταξίδι για να έρθετε. Θέλετε να σας βρω ένα ταξί;» «Όχι, ευχαριστώ» είπε μόνο η Βάσω και βγήκε με κουρασμένα βήματα από το γραφείο παραγωγής. «Μήπως τελικά ήταν για καλό μου όλη αυτή η ταλαιπωρία;» σκέφτηκε. «Βρε, λες να ήταν για καλό μου;»…

ΜΙΚΡΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Είναι όλοι τους σύγχρονοι Έλληνες’ με τις μικρές τους ιστορίες. Πέρασαν, περνούν ή θα έρθουν και θ’ αφήσουν τα χνάρια τους στον τόπο και στις ζωές των δικών τους και των φίλων τους. Είναι οι άνθρωποι της διπλανής μας πόρτας, οι συνάδελφοι στο γραφείο, οι συμμαθητές μας στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο, οι συγχωριανοί μας, οι συγγενείς μας. Είναι αυτοί κι άλλοι πολλοί, ο καθένας με το δικό του μαράζι, το δικό του όνειρο ζωής, τις δικές του χαρμολύπες…
Κοιτώ γύρω μου, όλον αυτόν τον κόσμο, ψάχνω μέσα μου και τον συναντώ κι εκεί. Γιατί όλοι μας κουβαλάμε μέσα μας στοιχεία από πολλές ζωές και ιστορίες. Ο τόπος μας είναι πια ένα μεγάλο χωριό. Συναντιόμαστε στους δρόμους, στα λεωφορεία, στις παραλίες, στα πολυκαταστήματα, στις πλατείες, στις εκκλησίες. Αναπνέουμε τον ίδιο αέρα, έχουμε τα ίδια βάσανα…. Εμείς οι Έλληνες του σήμερα…

Ζαχαρούλα Γαϊτανάκη

[Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΜΟΡΙΑΣ», τεύχος 81, Ιανουάριος-Μάρτιος 2007.]

PLAGIA PENNA


* ΔΙΗΓΗΜΑ της Ζαχαρούλας Γαϊτανάκη          ΄΄Η ΧΕΛΙΔΟΝΟΦΩΛΙΑ΄΄

Το αυτοκίνητο σταμάτησε απέξω από ένα δίπατο σπίτι σε κάποιο μικρό χωριό της Αρκαδίας. Κατέβηκαν ένας κουστουμαρισμένος μεσήλικας με την σύζυγό του και κατευθύνθηκαν προς την βαριά ξύλινη ξώπορτα του ακατοίκητου σπιτιού.

Ο άντρας έσπρωξε την ξώπορτα και μπήκαν στην χορταριασμένη αυλή.

Είχε έρθει από την Αμερική να ξαναδεί το πατρικό του σπίτι που έμενε κλειστό από τότε που πέθανε η μάνα του πριν δέκα χρόνια. Ο ίδιος είχε να έρθει στην Ελλάδα 25 χρόνια. Όταν πρωτοπήγε στην Αμερική, δούλευε δυο βάρδιες για να τα βγάλει πέρα. Τα χρόνια περνούσαν, παντρεύτηκε με μια Ελληνίδα που είχε γεννηθεί στη Νέα Υόρκη, απέκτησαν παιδιά και χρήματα κι ακίνητα. Ζούσαν τώρα άνετα και δεν δούλευε πια. Είχε άλλους να δουλεύουν γι’ αυτόν. Έτσι αποφάσισε να έρθει μια επίσκεψη στην πατρίδα του. Η γυναίκα του δεν ήθελε να έρθουν αλλά κατάφερε να την πείσει.

Ήταν ένα ζεστό απόγευμα του Ιουλίου, όταν έφθασαν στην Αθήνα. Έμειναν πέντε ημέρες στην πρωτεύουσα τριγυρίζοντας στην Πλάκα, στο Μοναστηράκι, ανέβηκαν στην Ακρόπολη, πήγαν στο Σούνιο, διασκέδασαν στα νυχτερινά κέντρα… Το πρωί της έκτης μέρας ξεκίνησαν μ’ ένα νοικιασμένο αυτοκίνητο για το χωριό του. Πλησίαζε μεσημέρι όταν έφθασαν στο πατρικό του.

Το σπίτι έστεκε σιωπηλό λες και περίμενε ένα χέρι ν’ ανοίξει την πόρτα του, να μπει μέσα να τριγυρίσει  στα δωμάτιά του κάποιο πρόσωπο γνώριμο κι αγαπημένο. Χέρια ανυπόμονα ν’ ανοίξουν τα σφαλισμένα παραθυρόφυλλα να μπει ο ήλιος κι αέρας καθαρός μετά από τόσα χρόνια. Ν’ αναπνεύσει ξανά το σπίτι, να φωτιστούν οι σκοτεινές γωνιές του, τα εικονίσματα, τα σκονισμένα έπιπλα και οι παμπάλαιες φωτογραφίες στους τοίχους.

Μια καταπράσινη, γεμάτη καρπούς, αχλαδιά, ήταν το μοναδικό σημάδι ζωής στον κήπο. Θυμήθηκε που παιδάκι έπαιζε στον ίσκιο της με τ’ αδέλφια του. Η αδελφή του ζούσε κι αυτή στην Αμερική. Ο μεγάλος του αδελφός είχε πεθάνει.

Στράφηκε στη γυναίκα του που τον είχε ακολουθήσει βαριεστημένη στην αυλή.

  • Θέλω να μπω στο σπίτι, της είπε. Έχω 25 χρόνια να το δω. Γι’

αυτό ήρθαμε…

  • Alexis dear, του απάντησε εκείνη. Μην αργήσεις μέσα. Θα σε

περιμένω στο αυτοκίνητο. Και πρόσεξε να μην λερώσεις τα ρούχα σου.

Ο Αλέκος ανέβηκε στο χαγιάτι του σπιτιού. Ήταν γεμάτο άχυρα, άμμο, σπασμένα κεραμίδια. Είδε δυο μισογκρεμισμένες χελιδονοφωλιές και μια φρεσκοφτιαγμένη ψηλά στον τοίχο. Μια χελιδόνα πηγαινοερχόταν φέρνοντας τροφή στα μικρά της που φάνηκαν στο άνοιγμα της φωλιάς.

Έβαλε το κλειδί στην πόρτα, που άνοιξε τρίζοντας. Μπήκε μέσα συγκινημένος. Πλησίασε στο κοντινότερο παράθυρο και το άνοιξε. Σε λίγο πόρτες και παράθυρα ήταν όλα ανοικτά. Είδε από κάποιο την σύζυγό του να του κουνάει το χέρι και να του φωνάζει: «Μην αργήσεις».

Στάθηκε στην σάλα, το μεγαλύτερο δωμάτιο του σπιτιού. Κοίταξε τις ξεθωριασμένες φωτογραφίες των γονιών του στις παλιές κορνίζες. Το βλέμμα του πήγε στον καναπέ με τα σκονισμένα μαξιλάρια, στην εταζέρα  που ’κρυβε η μάνα του το γλυκό κυδώνι για να φιλεύει τους μουσαφιρέους. Σκεπασμένα από την σκόνη τα πάντα: τα τραπέζια, οι καρέκλες, τα κρεβάτια, τα κασόνια, το τζάκι. Πόσες φορές δεν είχε καθίσει με το σκαμνάκι του κοντά στη φωτιά, ακούγοντας παραμύθια από το στόμα της γιαγιάς του κι ιστορίες απ’ του παππού του το στόμα, τρώγοντας ζυμωτό ψωμί κι ελιές… Πάνω σ’ ένα τραπεζάκι, μια λάμπα  πετρελαίου με το ραγισμένο της γυαλί του έφερε στο νου τα όνειρα που ’χε φωτίσει, τα σκοτάδια που ’χε διαλύσει…

Πόσες αναμνήσεις ζωντάνευε τούτο το σπίτι! Κοίταξε πάλι γύρω του τα έρημα, σκονισμένα δωμάτια. «Πέρασαν τόσα χρόνια» σκέφθηκε. «Τίποτε δεν είναι όπως παλιά. Κι εγώ άλλαξα… γέρασα… ξέχασα… Και τώρα που θυμάμαι τι ωφελεί;» αναρωτήθηκε. Ένιωσε την συγκίνηση να τον πνίγει. Χρειαζόταν αέρα.

Σφάλισε ξανά όλα τα παραθύρια του σπιτιού, έκλεισε τη πόρτα και την κλείδωσε. Στάθηκε στο χαγιάτι κι αγνάντεψε γύρω. Είδε την χορταριασμένη αυλή, τον μισογκρεμισμένο στάβλο, τον φούρνο, την λόντζα… Ξανακοίταξε την αχλαδιά. «Πόσο καιρό ακόμα θ’ αντέξει;»  σκέφθηκε. «Ο χρόνος είναι για όλους καταλύτης».

Κατέβηκε τις σκάλες αργά.

Η γυναίκα του είχε βγει από το αυτοκίνητο και τον περίμενε στην εξώπορτα.

– Αλέξις, ντάρλινγκ, κάνε γρήγορα, του φώναξε. Πάμε να φύγουμε, βαρέθηκα να σε περιμένω τόση ώρα.

Εκείνος γύρισε και κοίταξε για τελευταία φορά το πατρικό του σπίτι. Τράβηξε την παλιά ξύλινη ξώπορτα να κλείσει. Μπήκαν στο αυτοκίνητο κι άναψε την μηχανή.

Το όχημα ξεκίνησε αφήνοντας πίσω του το σπίτι, την ώρα που η χελιδόνα επέστρεφε στο χαγιάτι μ’  ένα έντομο στο ράμφος της. Τα μικρά της, που είχαν βγάλει τα κεφαλάκια τους στο άνοιγμα της χελιδονοφωλιάς, τιτίβισαν χαρούμενα.

[Το Διήγημα έλαβε ΕΠΑΙΝΟ στον Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του «Μουσείου Μάνου Φαλτάιτς», τον Αύγουστο του 1994, στη Σκύρο.]

swallow_at_nest-wl400

* SHORT STORY by ZACHAROULA GAITANAKI *     ΄΄THE SWALLOW NEST΄΄

The car stopped outside a two-floored house in a small Greek village. A middle-aged man with his wife stepped out and they proceeded a heavy wooden street door of the empty house. The man pushed the street door and they got in yard which was covered with weeds.

He had came from America to see again his paternal house, which has been closed since his mother’s died, ten years ago. Himself hadn’t come to Hellas for 25 years. When he arrived in America, he worked two shifts to earn his living. The years passed. He married a Greek woman who has born in New York city. They had children, money and real property. They were living easily now and he has retired from his job. He had other people work for him. So, he decided to go on a trip to his native country. His wife didn’t to come but he convinced her in the end.

It was a warm July afternoon when they arrived in Athens. They stayed five days in the capital city of Hellas. They walked around Plaka, Monastiraki, they visited the Acropolis, Sounio and they hand a good time at the night clubs…

On the sixth day’s morning they rent a car and started for his village. It was midday when they arrived in his paternal house. The house was silent as if it was waiting a hand to open the door, some known and dear person to get in and walk around the rooms.

Impatient hands to open the shuttered windows and let the sun and fresh air get in after so many years. To breath again the house, to get light all the dark corners, the icons, the dusted furniture and the very old photos on the walls.

An evergreen pear – tree full of pears, was the unique sign of life in the garden. He remembered when he was a child and he played under the pear – tree with his brother and sister. His sister was also in America. His old brother has passed away. He turned to his wife who has followed him in the yard bored stiff.

“I want get inside”, he said. “I haven’t seen it for 25 years. For this we came…

“Alexis, dear” she answered.. “Don’t be late inside. I’ll wait you in our car. And be careful, don’t get your clothes dirty.”

Alexis climbed on the porch of the house. It was full of straws, sand, broken tiles. He saw two half ruined swallow nests and a new nest high up to the wall. A swallow (mother) was flying again and again fetching food for her little ones which they were waiting for her in the orifice of the nest. He put the key in the lock, the door opened cracking. He got inside. He felt emotion.

He went to the nearest window and opened it. In a little while doors and windows were wide open. From a window, he saw his wife to nodding and calling him: “Don’t be late”.

He stood in the salon, the biggest room of the house. He looked the discolored photos of his parents in the old frames. He turned his look on the sofa with the pillows full of dust, he looked the small cupboard where his mother was hiding the quince pastry that she was offering the visitors. Dust had covered everything: the tables, the chairs, the beds, the trunks, the fireplace. How many times he has sat down on his little stool near the fire hearing tales from his grandmother’s mouth and stories from his grandfather, eating bread and olives…

On a little table, a lamp of oil with cracked glass called in his mind dreams that this lamp has lighted, darks that it has diluted.

How many memories received this home. He looked again around the empty, full of dust rooms.

“How many years have elapsed” he thought. “Nothing is the same aw the old times. I changed too. I’m an old man…. I forgot… And now that I remember what’s the use?” he wondered. He felt emotion. He needed fresh air.

He shut again all the windows of the house and locked the door. He stood on the porch and looked around. He saw the yard covered with weeds, the half ruined stable… He looked again the pear-tree. “How long more is it going to bear” he thought. “Time is a destroyed for all, people and things.”

He went down the stairs. His wife had come out of the car and she was smoking near street door.

“Alexis, darling, move on” she told. “Let’s go. I got bored waiting for you all this time.”

He turned and looked for the last time his paternal house. He closed the old wooden street door. They got in the car and he started the engine.

The car set off leaving behind the house the same time that the swallow (mother) came back in the porch with an insect in her beak. The little swallows had taken out their little heads in the orifice of the nest warbling with joy.

[ This short story received PRAISE at the Literary competition of “Manos Faltaits Museum” (in Skyros island, August, 1994). ]

_______________________________________________________________________________________________________

Διήγημα της Ζαχαρούλας Γαϊτανάκη:             ΟΙ ΚΑΡΑΜΕΛΕΣ

Το καμιόνι με τους Γερμανούς στρατιώτες σταμάτησε στην πλατεία του χωριού. Κατέβηκαν και σκόρπισαν να βγάλουν τον κόσμο από τα σπίτια και να τους μαζέψουν όλους, άντρες, γυναίκες, νέους και ηλικιωμένους σ’ ένα μεγάλο οικόπεδο απέναντι από την πλατεία.

Γεμίσανε οι δρόμοι με στρατιώτες και χωρικούς. Μονάχα τα μικρά παιδιά άφησαν ελεύθερα να συνεχίσουν τα παιχνίδια τους.

Ο επικεφαλής αξιωματικός είχε στο μεταξύ φτάσει με το αυτοκίνητό του στο χωριό. Μαζί του κατέβηκε κι ένας άντρας με μαύρο κοστούμι και σκονισμένα παπούτσια, που είχε το πρόσωπό του σκεπασμένο με μια μαύρη κουκούλα. Δύο τρύπες στο μαύρο ύφασμα, για να βλέπει, φανέρωναν δυο μάτια μαύρα σαν το σκοτάδι. Μάτια που σκορπούσαν τον θάνατο. Αυτά τα μάτια είχαν έρθει τούτο το απόγευμα στο χωριό για να κοιτάξουν, για να «διαλέξουν».

Οι στρατιώτες, σε λίγα λεπτά, μαζέψανε στο οικόπεδο όλο το χωριό. Ο αξιωματικός τους πλησίασε τους συγκεντρωμένους και τους κοίταξε με τα γκριζογάλανα μάτια του για πολλή ώρα. Ο άνθρωπος με την κουκούλα στεκότανε κοντά στο αυτοκίνητο και παρακολουθούσε από κει το πλήθος.

Τα παιδιά είχανε σταματήσει τα παιχνίδια τους και βρεθήκανε και κείνα στην πλατεία παρατηρώντας με τ’ αθώα μάτια τους τούς δικούς τους ανθρώπους που ήταν μαζεμένοι στο οικόπεδο. Ένα κοριτσάκι, που κρατούσε μια παλιά κουκλίτσα στην αγκαλιά του, άρχισε να κλαίει.
– Σώπασε, την μάλωσε ένα από τα μεγαλύτερα παιδιά.
– Θέλω την μαμά μου, ξανάπε το κοριτσάκι. Και πριν προλάβει να της πει το
αγόρι οτιδήποτε, έτρεξε στο οικόπεδο και χώθηκε στην αγκαλιά της μητέρας της. Δυο – τρεις στρατιώτες έστρεψαν τα όπλα τους πάνω στη μικρή, μα μ’ ένα νεύμα του αξιωματικού γυρίσανε στις θέσεις τους.

Ο άνθρωπος με το μαύρο κοστούμι και την κουκούλα πλησίασε τους συγκεντρωμένους. Στην πρώτη σειρά, το κοριτσάκι στην μητρική αγκαλιά κοιτούσε τον προδότη χωρίς φόβο. Δεν καταλάβαινε τι συνέβαινε γύρω του. Εκείνος «έδειχνε» στους στρατιώτες όσους έπρεπε να συλληφθούν. Αυτοί τους βγάζανε από το οικόπεδο και τους οδηγούσαν στο καμιόνι. Ένας, δύο, τρεις… δέκα.

Ο προδότης έστρεψε ξανά τα μαύρα μάτια του στην πρώτη γραμμή κι είδε την μικρούλα που τον κοίταζε. Πλησίασε την μητέρα της. Ο φόβος φώλιασε στην ψυχή της γυναίκας.
– Τώρα θα δείξει με το χέρι του και μένα, σκέφτηκε κι έσφιξε την κόρη της
στην αγκαλιά της.
Το κοριτσάκι κοίταξε την κουκούλα, είδε τα μάτια του προδότη απ΄ τις δύο τρύπες του υφάσματος και του… χαμογέλασε.
– Θέλω καραμέλες, του είπε η μικρή, εγκαταλείποντας ταυτόχρονα την αγκαλιά της μητέρας της.

Πίσω από την κουκούλα, τα μαύρα μάτια του άντρα κοίταζαν το κοριτσάκι. Οι χωρικοί παρακολουθούσαν φοβισμένοι.

Ο προδότης έβαλε το χέρι στην δεξιά τσέπη του σακακιού του, έβγαλε 3 – 4 καραμέλες και τις έδωσε στην μικρούλα.

Λίγο αργότερα, το καμιόνι με τους στρατιώτες και τους συλληφθέντες ξεκινούσε από την πλατεία του χωριού. Ο κόσμος στο μεγάλο οικόπεδο άρχισε να φεύγει.
Στο αυτοκίνητο του αξιωματικού που προηγούνταν της πομπής, ο προδότης έβγαλε την κουκούλα και το σακάκι του και τα πέταξε στο κάθισμα δίπλα του.

Απ΄ την δεξιά τσέπη του ρούχου, κύλησε κι έπεσε στο πάτωμα του οχήματος, μια καραμέλα…

Ζαχαρούλα Γαϊτανάκη

[ ΕΠΑΙΝΟΣ διηγήματος από την «Πανελλήνια ΄Ενωση Λογοτεχνών» στις 19 Νοεμβρίου 1993. Έχει μεταφραστεί στ’ Αγγλικά, Κινέζικα και Μπενγκάλι – Ινδικά.]

ΚΑΡΑΜΕΛΕΣ

Short story by Zacharoula Gaitanaki:   THE  CARAMELS

Greece, 2nd World War. In a Greek village.

A truck with German soldiers, stopped near the square. The soldiers came out and scattered to take people out from their houses and gather all of them, men, women, young and the old men, in a field across the village’s square.

All the streets filled with soldiers and villagers. Only little children were free to continue their games.

Meanwhile the commanding officer had arrived in the village. He stopped out of his car followed a man in black suit and shoes full of dust. That man’s face was covered with a black cowl. Only two little holes on the black cloth were allowing him to see and revealing two eyes black as the dark. Eyes spreading death. Those eyes had come that evening in the village to look and pick out.

The soldiers in a short time, put all the villagers together in the field. The officer went near the people and stared them with his blue-gray eyes, for a few minutes. The man in the cowl was standing by the car watching the crowd.

The children had stopped their games and went to the square. Their innocent eyes were watching their family people gathered in the field. A little girl holding an old doll started crying.
“Shut up!” shouted one of the older children.
“I want my mum” said the little girl and rushed to the field right in her mother’s arms. A couple of soldiers turned their guns to the little girl but the officer gave a negative nod.

The man in black suit and cowl went near the villagers. In the first line, the little girl in her mother’s arms was staring the informer without fear. As if she couldn’t understand what happening around her. He was showing the soldiers those to be arrested. The soldiers took them and got them on the truck. One, two, three… ten.

The informer looked again with her black eyes at the first line and saw the little girl staring him. He went near her mother. The women was scared.
“Now, his hand will pick and me”, the woman thought and take hold the daughter tighter.

The little girl was still staring the cowl. She saw the informer’s eyes from the cloth’s two holes and… she smiled to him.
“Give me caramels” the girl said and at the same time left from her mother’s arms.

Behind the cowl the black eyes were watching the little girl and the villagers were watching the scene with fear. The informer put his hand in the right pocket of his jacket, he got out 3 – 4 caramels and gave them to the little girl.

A little bit, the truck with the soldiers and arrested people drove off the village’s square. The people gathered in the field was dismissed.

Inside the officer’s car, the informer took off the cowl and his suit jacket and threw them on the seat beside him.

From the right pocket of the jacket, rolled and fell down, a caramel…

[ PRAISE from the “Pan – Hellenic Union of Literature” (November, 1993) ]


 

Διήγημα της Ζαχαρούλας Γαϊτανάκη:   ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ

Ο καφές φούσκωσε στο μπρίκι και τον κατέβασε από τη φωτιά. Πήρε το χοντρό φλιτζάνι κι έριξε τον καφέ από ψηλά για να κάνει φουσκαλίτσες. Έτσι του άρεσε να τον πίνει κάθε πρωί πριν ξεκινήσει για το γραφείο του. Μετρούσε τις φουσκάλες κι ύστερα έφερνε το φλιτζάνι στα χείλη του και ρουφούσε το ζεστό του περιεχόμενο. Άφηνε το φλιτζάνι στο τραπέζι της κουζίνας, κοίταζε τις φουσκάλες που είχαν απομείνει και ξανάπινε, ώσπου στο τέλος δεν έμενε στο φλιτζάνι ούτε φουσκαλίτσα, ούτε καφές. Μόνο ένα πηκτό κατακάθι…

Στις 7.30 ήταν έτοιμος να φύγει για την δουλειά του. Φόραγε το σακάκι του με τα πέτσινα μπαλώματα στους αγκώνες (είχε τρία ακόμα τέτοια σακάκια που τα φορούσε στο γραφείο), έπαιρνε τον μαύρο χαρτοφύλακά του από το έπιπλο του χολ, έστρωνε τη γραβάτα του, έριχνε μια βιαστική ματιά γύρω του κι έβγαινε από το διαμέρισμα του 4ου ορόφου κλειδώνοντας την πόρτα πίσω του.

Πήγαινε στη δουλειά του με τα πόδια. Όχι για να κάνει οικονομία αλλά για να περπατάει. Του άρεσε να βαδίζει στα πεζοδρόμια, να κοιτάει τα αυτοκίνητα στους δρόμους, να παρατηρεί τους άλλους ανθρώπους που περπατούσαν δίπλα του. Έκανε την ίδια διαδρομή 24 χρόνια τώρα. Ξεκίνησε στα 23 του και τώρα στα 47 του ήταν επικεφαλής στο Τμήμα Πρωτοκόλλου και Αρχείου, που βρισκόταν στο υπόγειο του πολυόροφου κτηρίου του Δημαρχείου της πόλης. Μια ζωή χωμένος στα χαρτιά. Δεκάδες ράφια με φακέλους έβλεπε καθημερινά γύρω του, φακέλους σκεπασμένους από τη σκόνη.

Μαζί του εργάζονταν και άλλοι δύο υπάλληλοι, πολλά χρόνια νεότεροί του. Είχαν προσληφθεί όταν ανέλαβε ο τωρινός Δήμαρχος, πριν τρία χρόνια. «Είναι ψηφοφόροι του Δημάρχου» άκουσε κάποιον να λέει από το Τμήμα Καθαριότητας. Η κοπέλα ήταν 22 χρονών, ντυμένη σύμφωνα με την μόδα της εποχής, έντονα βαμμένη και φορτωμένη αλυσίδες και δακτυλίδια. Όταν δεν έκανε κάποια δουλειά, καθόταν με τον νεαρό υπάλληλο και κουβέντιαζαν πίνοντας καφέ και καπνίζοντας συνέχεια. Αν και το κάπνισμα απαγορευόταν σε όλους τους χώρους του κτηρίου, οι δύο νέοι στο υπόγειο δεν έδιναν σημασία σε τέτοιες λεπτομέρειες. Τα πρωινά, όταν τον έβλεπαν να μπαίνει για να πάει στο γραφείο του, τον καλημερίζανε βαριεστημένα κι όταν έφευγαν τον αποχαιρετούσαν μ’ ένα βιαστικό «Αντίο σας, κύριε Διευθυντά».

Κι εκείνος, καθόταν στο πάντα γεμάτο χαρτιά γραφείο του και ξεκινούσε να τακτοποιεί τις εκκρεμότητες και τις υποχρεώσεις της ημέρας. Όταν δεν είχε άλλη δουλειά να κάνει, σκεφτόταν. Συλλογιζόταν τα χρόνια που κύλησαν σαν το νερό και χάθηκαν. Τα μαλλιά του είχαν τώρα γκριζάρει και αραιώσει, το σώμα του βάρυνε, η ψυχή του κουράστηκε. Έρχονταν συχνά στο μυαλό του τα τελευταία λόγια της μάνας του λίγο πριν ξεψυχήσει: «Να παντρευτείς, παιδάκι μου και να μην κλάψεις για μένα σαν φύγω. Να μην πενθήσεις. Να φτιάξεις και συ τη ζωή σου με μια καλή κοπέλα…»

Ήθελε να της απαντήσει: “Μην ανησυχείς, μάνα, θα το φροντίσω κι αυτό” μα δεν πρόλαβε τίποτε να της πει.

Τώρα σκεφτόταν πως δεν ήταν τυχερό του ούτε ν’ αγαπηθεί από κάποια γυναίκα, ούτε να κάνει οικογένεια. Έφυγαν τα χρόνια του μέσα στη ρουτίνα της δουλειάς του, στη μοναξιά και στη σιωπή που επικρατούσε παντού στο άδειο του σπίτι. Ακόμα και τα Σαββατοκύριακα, οι αργίες, οι διακοπές περνούσαν το ίδιο μονότονα, κουραστικά, βασανιστικά…

Ξύπνησε και σήμερα να ετοιμαστεί για τη δουλειά του. Έβαλε το μπρίκι στη φωτιά να φτιάξει καφέ. Με πολλές φουσκαλίτσες, όπως του άρεσε να τον πίνει κάθε πρωί. Ένιωθε ανάλαφρος σήμερα, αποφασισμένος.

Πήγε στο καθιστικό και άνοιξε το παράθυρο. Κοίταξε στην απέναντι πολυκατοικία μιαν ένοικο που πότιζε στο μπαλκόνι τα λουλούδια της. Η γυναίκα του χαμογέλασε. Κάτω στο δρόμο τα αυτοκίνητα περνούσαν βιαστικά. Το σώμα του χάθηκε από το παράθυρο και βρέθηκε στο κενό. Κόσμος μαζεύτηκε αμέσως στο πεζοδρόμιο που έπεσε το κορμί του. “Έναν γιατρό, φωνάξτε ένα γιατρό, για όνομα του Θεού” ακούστηκε κάποιος να φωνάζει.

Πάνω στο διαμέρισμα, μια μυρωδιά φρεσκοψημένου καφέ, έβγαινε από την μικρή κουζίνα κι απλωνόταν στα υπόλοιπα δωμάτια.

KAFES

Διήγημα της Ζαχαρούλας Γαϊτανάκη:     «ΔΕΝ ΑΦΗΝΕΙ Ο ΘΕΟΣ ΕΤΣΙ…»

Φλώρινα, Απρίλιος 1941.
Ξημέρωνε η Μεγάλη Δευτέρα, όταν με μεταφέρανε τραυματισμένο στο δεξί μου πόδι στο στρατιωτικό νοσοκομείο της πόλης. Γιατρός δεν υπήρχε εύκαιρος εκείνη την ώρα. Μια ηλικιωμένη νοσοκόμα μου περιποιήθηκε την πληγή και με τακτοποίησε σε κρεβάτι σ’ έναν μεγάλο θάλαμο γεμάτο με πληγωμένους φαντάρους όπως κι εγώ. Άλλοι σοβαρότερα κι άλλοι, λιγοστοί, ελαφρότερα χτυπημένοι.

Έμεινα πέντε μέρες στο νοσοκομείο μέχρι να γιατρευτεί το πόδι μου. Η πληγή είχε κλείσει αλλά κούτσαινα κι είχα μια μαγκούρα για να στηρίζομαι. Ένας Γερμανός λοχίας με οδήγησε στο κοντινότερο στρατόπεδο. Εκεί είχαν μαζέψει οι κατακτητές όλους τους στρατιώτες που έπιασαν μετά την εισβολή τους στην Ελλάδα. Ο χώρος ήταν συρματοπλεγμένος και φυλασσόταν καλά. Η ζωή μας κυλούσε μονότονη’ όλοι αγωνιούσαμε τι θ’ απογίνουμε και φοβόμασταν μήπως μας μεταφέρουν σε κάποιο από τα φοβερά γερμανικά στρατόπεδα ή μας εκτελέσουν χωρίς να μπορέσουν οι δικοί μας να μας βοηθήσουν.

Μαζί με δύο άλλους στρατιώτες, με τους οποίους βρεθήκαμε μαζί στ’ Αλβανικά βουνά με την επιστράτευση, είχαμε στήσει ένα κιόσκι κι εκεί μέσα καθόμασταν να ξεκουραστούμε, κουβεντιάζαμε και το βράδυ ξαπλώναμε στ’ αυτοσχέδια κρεβάτια μας να κοιμηθούμε, όπως ο καθένας μας βολευότανε, γιατί ήμασταν γεμάτοι ψείρες στα κορμιά μας, στα ρούχα μας και στα σκεπάσματα κι ο ύπνος μας ήταν ανήσυχος. Ο ένας φαντάρος καταγόταν από την Κύπρο. Σπούδαζε στην Αθήνα στη Νομική, όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος και κατατάχθηκε εθελοντής. Ο άλλος, συνομήλικός μου, στα τριάντα δυο, δούλευε στην Καλαμάτα πριν τον πόλεμο σε μια καπνοβιομηχανία. Μανιώδης καπνιστής εγώ, τον πείραζα που δεν έβαζε τσιγάρο στο στόμα του, αν κα βρισκόταν καθημερινά ανάμεσα σε χιλιάδες τσιγάρα…

Το βράδυ της Ανάστασης στο στρατόπεδο επικρατούσε ησυχία. Από μακριά ακούγαμε τις καμπάνες που χτυπούσαν χαρμόσυνα το «Χριστός Ανέστη» κι ανταλλάσσαμε ευχές ο ένας με τον άλλο για «καλή λευτεριά» και «Χρόνια πολλά» με τον φόβο του θανάτου και της σκλαβιάς κυρίαρχους μέσα μας.

Ξημέρωσε μια ανοιξιάτικη μέρα η Λαμπρή. Ο Διοικητής του στρατοπέδου επέτρεψε στους ντόπιους να μπουν και να φέρουν στους αιχμαλώτους ό,τι φαγώσιμα ήθελαν. Ήταν μια παραχώρηση λόγω της γιορτινής ημέρας που έγινε από όλους μας δεκτή με ενθουσιασμό, γιατί το φαγητό ήταν λιγοστό, τα τσιγάρα μετρημένα και τα ρούχα μας όσο κι αν τα πλέναμε δεν έφευγαν οι ψείρες από πάνω τους. Οι Φλωρινιώτες μας φέρνανε κρέας, ψωμί ζυμωτό, τυρί, κρασί, καπνό και ρούχα για να περάσουμε και εμείς καλύτερα τούτη τη μέρα.

Καθόμουν σε μια μεγάλη πέτρα που βρισκόταν απέξω από το κιόσκι μας. Σκεφτόμουν την γυναίκα μου και τον γιό μου, όταν είδα ένα παιδάκι να με πλησιάζει. Ήτανε δέκα χρονών, ίσως και μικρότερο. Κρατούσε στα χεράκια του ένα κοφινάκι. Μου φώναξε:
– Έλα εδώ, έλα εδώ.
Δεν κουνήθηκα από την θέση μου. Ο μικρός ήρθε δίπλα μου.
– Θείο, μου λέει.
– Τι είναι αυτά που κρατάς; το ρωτάω.
– Μου τα έδωκε η μαμά μου κι ο μπαμπάς μου, μου απάντησε.
– Για ποιον; Για μένα;
– Σε κείνον που θέλω εγώ να τα δώσω μου είπανε. Και τα δίνω σε σένα, είπε και μου έβαλε στα χέρια το κοφινάκι που κρατούσε. Το ευχαρίστησα και το ξαναρώτησα:
– Πώς σε λένε, παιδάκι μου; Τους γονείς σου;
– Πότη, με λένε, μου απαντάει ο μικρός.

Όταν είπε Πότη, δεν μπόρεσα να βαστήξω, θυμήθηκα τον γιό μου τον Πάνο που τον είχα αφήσει με την γυναίκα μου, μόνους μια τέτοια μέρα. Ο μικρός με κοίταγε που έκλαιγα και με ρώτησε τι μου συμβαίνει.
– Έχω κι εγώ ένα παιδάκι σαν και σένα, του αποκρίθηκα. Είναι στην ηλικία
σου κι έχετε το ίδιο όνομα.
– Μην στενοχωριέσαι, θείο, μου είπε. Δεν αφήνει ο Θεός έτσι τους
ανθρώπους. Φεύγω τώρα γιατί με περιμένουν οι δικοί μου. «Χριστός Ανέστη», μου ευχήθηκε κι έφυγε τρέχοντας από το στρατόπεδο.

Σηκώθηκα κρατώντας στα χέρια μου το δέμα του μικρού και μπήκα στο κιόσκι μας να μοιραστώ με τους άλλους δύο φαντάρους και φίλους μου το περιεχόμενό του. Μόλις με είδε ο Γλαύκος, ο Κύπριος φοιτητής, με ρώτησε:
– Τι είναι αυτό Γιάννη; Ποιος σου το ‘δωκεν; Σ’ ε’ιδα να μιλάς μ’ ένα παιδκί.

Κάθισα κοντά τους κι άνοιξα το κοφινάκι του Πότη. Απ’ όλα τα καλά είχε μέσα.
– Ανάστα ο Κύριος, είπε ο Καλαματιανός κι έκανε τον σταυρό του.
– Μεγάλη η χάρη Του, είπε κι ο Γλαύκος και σταυροκοπήθηκε. Να κάνουμε Ανάσταση και εμείς οι αιχμαλώτοι, αδέλφια.
– Εμπρός, τους είπα. Ας μοιραστούμε τούτα τα καλούδια.

Την ώρα που ο Κύπριος έβγαζε από το δέμα τα φαγώσιμα, ξανάρθανε στο νου μου τα λόγια του Πότη, του μικρού Φλωρινιώτη που τόση χαρά κι ελπίδα μας έδωσε.
– Μην στενοχωριέσαι, μου είχε πει. Δεν αφήνει ο Θεός έτσι τους ανθρώπους…

Διήγημα της Ζαχαρούλας Γαϊτανάκη:  «Ο ΕΡΧΟΜΟΣ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ»

Το ζευγάρι κατέβηκε από τα σκαλιά του μαιευτηρίου κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου. Η κοπέλα κάποια στιγμή παραπάτησε κι ο άντρας την έπιασε, τη στήριξε πάνω του και περπάτησαν μαζί μέχρι τον χώρο στάθμευσης. Πίσω τους ερχόταν ένας νοσοκόμος με μια βαλιτσούλα στο χέρι. Φτάνοντας στο αυτοκίνητό τους, η γυναίκα τακτοποιήθηκε στη θέση του συνοδηγού, η βαλίτσα με τα ρούχα της μπήκε στο πίσω κάθισμα, ο άντρας έβαλε μπρος το όχημα και απομακρύνθηκαν από το νοσοκομείο.

Η νεαρή κοπέλα, είχε χάσει το παιδί που κυοφορούσε. Στον έκτο μήνα της εγκυμοσύνης της απέβαλε. Δεν είχαν ούτε τέσσερις μήνες παντρεμένοι όταν διαπίστωσε ότι ήταν έγκυος. Πόσο χάρηκε. Δεν περίμενε να της συμβεί τόσο νωρίς, αλλά και οι δυο τους αγαπούσαν τα παιδιά κι ήθελαν ν’ αποκτήσουν μια μεγάλη οικογένεια. Ο άντρας της μόλις του είπε το νέο την πήρε στην αγκαλιά του. «Θεέ μου, τι ευτυχία» είπε η Ειρήνη.

Το αυτοκίνητο διέσχιζε τώρα τους βρεγμένους δρόμους της Αθήνας. Ο Νοέμβριος πλησίαζε στο τέλος του και οι ζεστές μέρες είχαν δώσει τη θέση τους στο κρύο και στην υγρασία. Στα πεζοδρόμια οι διαβάτες πηγαινόρχονταν βιαστικοί προσπαθώντας να προστατευθούν από τη βροχή που έπεφτε συνεχώς. Φύλλα πεσμένα και δένδρα γυμνωμένα συνέθεταν την εικόνα της πόλης εκείνη την ημέρα. Καθώς σε λίγο έρχονταν τα Χριστούγεννα, τα καταστήματα είχαν στολίσει τις βιτρίνες τους, ενώ συνεργεία του Δήμου τοποθετούσαν φωτάκια κι άλλα διακοσμητικά στις κολώνες και σε διάφορα σημεία της πρωτεύουσας.

Η Ειρήνη δεν είχε παρατηρήσει τίποτε από όσα γύρω της πέρασαν. Λες και δεν βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο. Επέστρεψαν στο σπίτι τους μέσα στη σιωπή. «Αγάπη μου, έλα να ξαπλώσεις» την παρότρυνε ο άντρας της. Έσυρε τα βήματά της ως την κρεβατοκάμαρά τους και χωρίς να ξεντυθεί έπεσε βαριά πάνω στο στρωμένο κρεβάτι. Πήρε το μαξιλάρι της αγκαλιά και άρχισε να κλαίει. «Μην το κάνεις αυτό, μωρό μου» της είπε ο σύζυγός της.
«Μωρό μου…» Το δικό της μωρό το έχασε.
«Δεν θέλω να με ξαναπείς έτσι» τον αποπήρε. «Μ’ ακούς; Δεν θέλω να σε ξανακούσω να λες αυτή τη λέξη εδώ μέσα.»
Εκείνος βγήκε από το δωμάτιο χωρίς να πει τίποτε. Η Ειρήνη ξάπλωσε και την πήρε αμέσως ο ύπνος.

Πολλές μέρες κύλησαν έτσι. Κοιμόταν πολύ ή περνούσε τον καιρό της στο κρεβάτι, άβουλη, απαθής, αδιάφορη για τα πάντα. Δεν φρόντιζε το σπίτι, δεν μαγείρευε, δεν νοιαζόταν για τίποτα. Αν της μιλούσε ο άντρας της ο Γιώργος, του απαντούσε. Έτρωγε ότι της έβαζε μπροστά της χωρίς να καταλαβαίνει τι τρώει. Είχε καταντήσει ένα «φυτό».

Η μητέρα της, οι αδελφές της που την επισκέπτονταν δεν ήξεραν πώς να την βοηθήσουν. «Να ρωτήσουμε έναν γιατρό», είπε στον Γιώργο η πεθερά του.
«Ρώτησα τον γιατρό της» της απάντησε ο γαμπρός της. «Μου είπε ότι θα χρειαστεί χρόνο να το ξεπεράσει. Να κάνουμε υπομονή και να την στηρίξουμε.»
«Πώς, παιδάκι μου; Θεέ μου τι κακό ήταν αυτό που μας βρήκε…» είπε η απλοϊκή γυναικούλα.

Η Ειρήνη, μία εβδομάδα πριν τα Χριστούγεννα, όταν ο άντρας της αγόρασε ένα δέντρο για να στολίσουνε στο σπίτι τους, η πρώτη φορά που θα έκαναν Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά στο δικό τους σπιτικό, αντέδρασε έντονα.
«Δεν θέλω να στολίσουμε τίποτα. Χάσαμε το παιδί μας και συ τολμάς να φέρνεις στο σπίτι δέντρο, στολίδια και λαμπιόνια;»

Ο Γιώργος δεν της έδωσε σημασία και συνέχισε τον στολισμό του δέντρου. Όταν τελείωσε άναψε τα φωτάκια και κάθισε στον καναπέ να θαυμάσει το έργο του. Η γυναίκα του πήγε να βγάλει τα φώτα από την μπρίζα. Εκείνος την πρόλαβε και την έβαλε να καθίσει δίπλα του.

«Γιατί, Ειρήνη μου;» Της χάιδεψε τα μαλλιά, την φίλησε, της κρατούσε τα χέρια. «Νομίζεις ότι εγώ δεν λυπήθηκα, δεν πόνεσα; Ό,τι έγινε – έγινε. Ήταν γραφτό να συμβεί. Θα ξαναπροσπαθήσουμε…»
«Όχι. Ποτέ ξανά. Δεν μπορώ να ξαναζήσω μια τέτοια απώλεια» ούρλιαξε η κοπέλα. «Θα πεθάνω, μ’ ακούς; Καλύτερα να πέθαινα κι εγώ μαζί με το παιδί μας…»
«Όλα θα πάνε καλά, θα δεις» την παρηγόρησε ο άντρας της. «Έρχονται γιορτές, δεν θέλω να σε βλέπω πικραμένη, σαν πεθαμένη. Σε ικετεύω, αγάπη μου, σκέψου και μένα. Υποσχέσου μου ότι θα κάνεις μια προσπάθεια…».
«Δεν μπορώ, μην μου ζητάς κάτι τέτοιο» παρακάλεσε η Ειρήνη.
«Θέλω να μου υποσχεθείς ότι θα προσπαθήσεις να γίνεις η Ειρήνη που αγάπησα και αγαπώ. Έχε μου εμπιστοσύνη. Όλα θα φτιάξουν…» ξανάπε ο Γιώργος.

Από κείνο το απόγευμα που της απέσπασε την υπόσχεση, η Ειρήνη άρχισε σιγά – σιγά να καθαρίζει το σπίτι, να τακτοποιεί, να μαγειρεύει. Νωρίς το βράδυ έκαναν έναν μικρό περίπατο οι δυο τους σε διαφορετικούς δρόμους της πόλης τους κάθε φορά. Οι στολισμένες βιτρίνες τραβούσαν τα βλέμματά τους, ο κόσμος που μπαινόβγαινε στα μαγαζιά κάνοντας τα ψώνια του τους έκανε να μπουν κι αυτοί στη δίνη του αγοραστικού πυρετού. Πήραν δώρα για τους δικούς τους, η Ειρήνη βγήκε κάποιο πρωί κι αγόρασε δώρα για τον άντρα της, η ζωή τους έμπαινε ξανά στο γνώριμο ρυθμό της πριν χαθεί το παιδί τους…

Παραμονή των Χριστουγέννων τους ξύπνησε πρωί πρωί το κουδούνι που χτυπούσε δυνατά. «Ποιος να ’ναι τέτοια ώρα;» είπε ο Γιώργος αγουροξυπνημένος. Σηκώθηκε ν’ ανοίξει. Η Ειρήνη σηκώθηκε κι αυτή φορώντας τη ρόμπα της. «Να τα πούμε;» άκουσαν δυό παιδικές φωνούλες να ρωτούν.

Η Ειρήνη κοίταξε τα παιδιά με τα τριγωνάκια τους στα χέρια, κούνησε το κεφάλι της καταφατικά, ο Γιώργος άπλωσε προστατευτικά το χέρι του στους ώμους της κι όλοι μαζί, τα παιδιά και το αντρόγυνο άρχισαν να λένε τα κάλαντα…

ΚΑΛΑΝΤΑ ΣΤΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ


ΔΙΗΓΗΜΑ της ΖΑΧΑΡΟΥΛΑΣ ΓΑΪΤΑΝΑΚΗ                 «ΤΟ ΜΠΑΣΤΟΥΝΙ»

Ο Αλέξανδρος κοίταξε το ρολόι του. Ήτανε περασμένες οκτώ. Η γραμματέας του είχε φύγει από τις πέντε για το σπίτι της όπως και οι άλλοι υπάλληλοι της επιχείρησής του. Μόνον δύο φύλακες, ένας που τριγυρνούσε στα γραφεία και στις αποθήκες κι ο άλλος που στεκόταν στην είσοδο, βρίσκονταν αυτή την ώρα στο κτίριο μαζί του.

Σηκώθηκε από το γραφείο του. Πλησίασε με κουρασμένα βήματα το μεγάλο παράθυρο. Έξω ψιλόβρεχε κι είχαν ανάψει τα φώτα στις κολώνες. Η κίνηση στο δρόμο ήταν πυκνή. Αυτοκίνητα κυκλοφορούσαν και στις δύο λωρίδες ενώ στα πεζοδρόμια οι λιγοστοί διαβάτες προχωρούσαν βιαστικοί για να μην τους πιάσει η μπόρα. Τράβηξε την βαριά κουρτίνα και κάθισε στο γραφείο του.

Πήρε ξανά στα χέρια του το γράμμα που του έστειλαν με το σημερινό ταχυδρομείο. Κάποια οργάνωση που δεν την είχε ακούσει ποτέ του, απειλούσε ότι θα τον σκοτώσει. Οι συντάκτες της επιστολής τον αποκαλούσαν «εκπρόσωπο του μεγάλου κεφαλαίου» και «εκμεταλλευτή του ιδρώτα των εργαζομένων», που «πλούτιζε εις βάρος τους, ζώντας μια ζωή μέσα στη χλιδή». Το βλέμμα του έπεσε στο τέλος του δακτυλογραφημένου χαρτιού. Η απειλή τους ήταν ξεκάθαρη. «Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν πρέπει να ζει. Εμείς θα φροντίσουμε γι’ αυτό. Όσο και να φυλαχθείς δεν θα την γλιτώσεις.» Υπέγραφαν τις φοβέρες τους με κεφαλαία γράμματα: «ΟΙ ΤΙΜΩΡΟΙ».

«ΟΙ ΤΙΜΩΡΟΙ». Δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτούς. Δεν είχε λάβει ποτέ ως τώρα τέτοιο γράμμα. Ήταν εβδομήντα χρονών κι από τα τριάντα του εργαζόταν σκληρά να στήσει την επιχείρησή του. Απασχολούσε πάνω από ενενήντα υπαλλήλους, πολλοί είχαν γεράσει μαζί του παρακολουθώντας τον να παλεύει για να πετύχει και να κάνει την εταιρεία του βιώσιμη και μια από τις καλύτερες στον τομέα της. Δούλεψε με μεράκι και επιμονή. Τον βοήθησε κι η τύχη και τα κατάφερε. «Άκου να με ονομάζουν εκπρόσωπο του μεγάλου κεφαλαίου» μονολόγησε. «Αν ήξεραν…»

Ξεκίνησε από το τίποτα. Νέος ήταν, όνειρα είχε, μα οι ανάγκες της ζωής δεν τον άφηναν να ονειροπολεί. Έκανε πολλές δουλειές μέχρι που κάποιος φίλος του πρότεινε να συνεργαστούν, να συνεταιριστούν σε μια εισαγωγική εταιρεία. «Μα δεν ξέρω τίποτε από εισαγωγές» είπε στον φίλο του ο Αλέξανδρος, όταν του έκανε λόγο. «Θα μάθουμε» του απάντησε κείνος. Κι έτσι ξεκίνησαν. Κάποτε ο φίλος του αποσύρθηκε κι ο Αλέξανδρος έμεινε το μοναδικό αφεντικό. Η επιχείρηση πήγαινε καλά, επεκτάθηκε, μεταφέρθηκε σε καινούργιο ιδιόκτητο κτίριο, προσέλαβε περισσότερους υπαλλήλους. Ο Αλέξανδρος παρότι είχε κουραστεί τόσα χρόνια, δεν έλεγε ν’ αποσυρθεί. Δούλευε στο γραφείο του ό-πως στο ξεκίνημα και βοηθούσε τον γιό του και τον γαμπρό του που είχαν αναλάβει διευθυντικές θέσεις στην εταιρεία. Όλα αυτά τα χρόνια της προσπάθειάς του δεν είχε αδικήσει κανέναν από τους εργαζομένους κοντά του. Κανείς τους δεν είχε παραπονεθεί για το παραμικρό. «…Εκμεταλλευτή του ιδρώτα των εργαζομένων» έγραφαν στο γράμμα. Τον έπνιξε η οργή. Σηκώθηκε από την καρέκλα του. Έκανε το γύρο του γραφείου του. Πήρε πάλι στα χέρια του την απειλητική επιστολή, την τσαλάκωσε και την πέταξε στο καλάθι των αχρήστων.

«Δεν έχω κανέναν και τίποτα να φοβηθώ» είπε δυνατά. «Ας έρθουν να με σκοτώσουν» συμπλήρωσε. «Ούτε στο παρελθόν, ούτε μέχρι σήμερα αδίκησα κάποιον εν γνώσει μου. Ας τολμήσουν λοιπόν» κατέληξε. Έσβησε τα φώτα και
βγήκε από το δωμάτιο κλείνοντας με δύναμη την πόρτα. Στον διάδρομο φάνηκε ο φύλακας που είχε ακούσει τον θόρυβο.
– Εσείς είστε, κύριε Αλέξανδρε; είπε μόλις τον είδε.
– Καλησπέρα, Γιάννη. Εγώ είμαι, μην ανησυχείς. Όλα καλά;
– Δόξα σοι ο Θεός, αφεντικό, απάντησε ο φύλακας και απομακρύνθηκε.

Ο Αλέξανδρος βγήκε από το κτίριο αποχαιρετώντας στην είσοδο τον άλλο φρουρό. Το ψιλόβροχο είχε δυναμώσει. Κατευθύνθηκε στο αυτοκίνητό του που ήταν σταθευμένο σε χώρο δίπλα – δίπλα από την εταιρεία. Μπήκε και κάθισε στη θέση του οδηγού. Ξανακοίταξε το ρολόι του. Εννέα και δέκα. Ετοιμάστηκε να ξεκινήσει για το σπίτι του. Η γυναίκα του θα του έβαζε τις φωνές που είχε αργήσει τόσο. «Στην ηλικία σου» του έλεγε, «τι θέλεις χριστιανέ μου και δουλεύεις; Τώρα έχουν αναλάβει τα παιδιά μας την επιχείρηση. Καιρός σου είναι να ξεκουραστείς. Φτάνει πια.» Χαμογέλασε καθώς ήρθαν στο νου του τα λόγια της. «Ίσως ήρθε η ώρα να αποσυρθώ» σκέφτηκε. «Να κάνω και το χατίρι της γυναίκας μου της Φανής…»

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τις σκέψεις του. Τη στιγμή που το χέρι του ακουμπούσε στο κλειδί για ν’ ανάψει την μηχανή, το μπροστινό τζάμι του αυτοκινήτου του ράγισε και μια σφαίρα καρφώθηκε στον αριστερό του ώμο. Άνοιξε την πόρτα να βγει έξω. Μια δεύτερη σφαίρα σφηνώθηκε στο πόδι του, στον μηρό. Δεν πρόλαβε να δει κανέναν. Άκουσε κάποιους να φωνάζουν και ο Γιάννης, ο φύλακας, ήρθε κοντά του.
– Κάλεσε ένα ασθενοφόρο αμέσως, φώναξε εκείνος στον άλλο φρουρό.
Χτύπησαν το αφεντικό. Άντε, κάνε γρήγορα.
Δυο – τρεις περαστικοί στάθηκαν παρακολουθώντας το θέαμα. Η βροχή που έπεφτε δεν τους ενοχλούσε. Σε λίγο ο δρόμος γέμισε από περιπολικά. Το ασθενοφόρο μετέφερε τον Αλέξανδρο στο πλησιέστερο νοσοκομείο όπου μπήκε αμέσως στο χειρουργείο για να του αφαιρεθούν οι σφαίρες. Το τραύμα στο χέρι του ήταν επιπόλαιο, στο πόδι του όμως είχε πάθει μεγαλύτερη ζημιά. Θα έμενε αρκετές μέρες στο κρεβάτι μέχρι ν’ αναρρώσει.

Ο γιατρός που τον χειρούργησε, είπε στη γυναίκα του ότι ο άντρας της θα είχε κάποιο μικρό πρόβλημα με το πόδι του και για να διευκολύνεται στην μετακίνησή του θα έπρεπε να χρησιμοποιεί ένα στήριγμα.
– Μια μαγκούρα εννοείτε, γιατρέ μου; ρώτησε η γυναίκα.
– Είναι απαραίτητη για να κινείται άνετα, ξανάπε ο γιατρός. Σημασία έχει ότι
ο άντρας σας είναι ζωντανός. Είμαι βέβαιος πως θα συμφωνήσει μαζί μου και θα χρησιμοποιήσει το μπαστούνι όταν περπατά.

Ο Αλέξανδρος άκουσε με προσοχή τον γιατρό να του μιλάει για την κατάστασή του. Καταβεβλημένος από την επέμβαση και σοκαρισμένος από την περιπέτειά του, περιορίστηκε να ρωτήσει:
– Θα μείνω ανάπηρος;
– Όχι, του απάντησε κατηγορηματικά ο γιατρός του. Θα χρειαστείς όμως
βοήθεια. Και το μπαστούνι θα σου την προσφέρει. Δες το σαν έναν καινούργιο φίλο σου.
– Καινούργιος φίλος, επανέλαβε ο Αλέξανδρος.
– Ναι, είπε ο γιατρός. Και μπορείς να διαλέξεις αυτό που σου αρέσει. Θα το
συνηθίσεις γρήγορα, θα δεις. Σημασία έχει πως είσαι ζωντανός. Πες πως ήταν όλα ένα κακό όνειρο και συνέχισε την ζωή σου. Υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορείς να κάνεις. Σήμερα είναι μια καινούργια μέρα. Και το αύριο σίγουρα θα είναι καλύτερο για σένα, κατέληξε ο γιατρός και βγήκε από το δωμάτιο του ασθενούς.

Δύο εβδομάδες αργότερα, ο Αλέξανδρος εγκατέλειπε το νοσοκομείο. Είχε έρθει ο γιος του και η γυναίκα του να τον πάρουν στο σπίτι. Ο νέος τον βοήθησε να μπει στο αυτοκίνητο και να καθίσει αναπαυτικά. Στο διπλανό κάθισμα υπήρχε ένα μπαστούνι.
– Είναι αυτό που διάλεξες, πατέρα, του είπε ο γιός του. Κι έχει πάνω του χαραγμένες τις λέξεις που ζήτησες να γράψουνε.

Ο Αλέξανδρος πήρε την μαγκούρα και την περιεργάστηκε. Στο χερούλι της ο τεχνίτης είχε σκαλίσει με όμορφα γράμματα: «ΒΑΣΤΑ ΜΕ ΣΤΑ ΓΕΡΑΜΑΤΑ ΜΟΥ».
– Ξεκίνα, πρόσταξε τον γιό του.
Συνέχισε να κρατά στα χέρια του το μπαστούνι, καθώς το όχημα άφηνε πίσω του το νοσοκομείο.

 

Διήγημα της Ζαχαρούλας Γαϊτανάκη:  «ΑΚΙΝΗΤΕΣ ΣΚΑΛΕΣ»
Τα γραφεία της Εταιρείας κατελάμβαναν τους τρεις τελευταίους ορόφους μιας παλιάς κατασκευής πολυκατοικίας στο κέντρο της Αθήνας. Οι τοίχοι της εξωτερικά είχαν το γνώριμο γκρίζο βρώμικο χρώμα των περισσοτέρων κτιρίων της πολιτείας. Η παλαιότητα του κτίσματος, πιότερο απ’ όλα φαινόταν στους δυο ανελκυστήρες που υπήρχαν στην είσοδό του. Σχεδόν μόνιμα στις πόρτες τους, ο θυρωρός κρεμούσε τις αυτοσχέδιες ταμπέλες του: «ΧΑΛΑΣΜΕΝΟ. ΑΝΕΒΕΙΤΕ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΚΑΛΕΣ.»
Και θέλοντας να διασκεδάσει με την οργή των διερχομένων, συμπλήρωνε με μικρότερα γράμματα: «Το περπάτημα κάνει καλό στην υγεία.»

Οι μαρμάρινες σκάλες, προκλητικά ακίνητες, κουραστικά ατέλειωτες, ήταν δοκιμασία για τους υπαλλήλους, ιδίως αυτούς όπως ο Μιχάλης, που εργάζονταν στον τελευταίο όροφο που βρισκόταν το Λογιστήριο. Είκοσι χρόνια από την ζωή του είχε ξοδέψει σ’ αυτό το κτίριο, σε τούτη την Εταιρεία. Τμηματάρχης σήμερα, με δικό του γραφείο και γραμματέα, έρχονταν στιγμές που αισθανόταν πως έφυγαν τα καλύτερα χρόνια της ζωής του χωρίς να τα ζήσει. Στέρεψε μέσα του όλη η δροσιά της νιότης του, χάθηκε η ελπίδα για κάτι καλύτερο, στοίχειωσαν τα πάντα στους γκρίζους τοίχους, στα βρώμικα παράθυρα, στους στενούς διαδρόμους του παλαιού κτιρίου. Γκρεμίστηκαν στις μαρμάρινες σκάλες τα όνειρά του για απόκτηση οικογένειας κι ενός ευτυχισμένου σπιτικού.

Κάθε μέρα στη δουλειά του, η ίδια μονότονη διαδικασία υποδοχής του από τη γραμματέα του: – Καλημέρα, κύριε Διευθυντά. Σας πήγα τον καφέ σας στο γραφείο. Και μια φρυγανιά σικάλεως που σας αρέσει.
Ποτέ δεν τον προσφωνούσε με το όνομά του. Πάντα τυπική, ψυχρή, απόμακρη. Εκείνο το «κύριε Διευθυντά» της το ένιωθε σαν θηλιά στον λαιμό του κάθε πρωί. Κι αυτός, σε μια προσπάθεια να γκρεμίσει τα τείχη που ύψωνε η γυναίκα, της απαντούσε χαμογελώντας της: – Καλημέρα, Ελένη. Στις ομορφιές σου σήμερα.

Τα ίδια λόγια καθημερινά. Οι ίδιες κινήσεις. Έμπαινε στο γραφείο του, καθόταν στην αναπαυτική καρέκλα του κι άρχιζε δουλειά ρουφώντας τον καφέ του και μασουλώντας την φρυγανιά σικάλεως που υπήρχε στο δίσκο.

Λίγο πριν τις τέσσερις το απόγευμα, σηκωνόταν από την καρέκλα του, τακτοποιούσε τα χαρτιά του κι έβγαινε από το γραφείο του. Αποχαιρετούσε την Ελένη κα κατευθυνόταν στον κοντινότερο ανελκυστήρα για να κατέβει κάτω. Όταν βέβαια το μηχάνημα λειτουργούσε…

Ήταν ένα βροχερό χειμωνιάτικο απόγευμα το σημερινό. Ο Μιχάλης είχε αργοπορήσεις ελέγχοντας κάτι βιβλία Εσόδων – Εξόδων της Εταιρείας, ούτε κατάλαβε πότε πέρασε η ώρα. Η γραμματέας του είχε σχολάσει. Σηκώθηκε, κλείδωσε το γραφείο του και βγήκε στον διάδρομο. Πάτησε το κουμπί του ανελκυστήρα. Καμία ένδειξη. Το πρωί λειτουργούσε. «Πάλι από τις σκάλες» ψιθύρισε ο Μιχάλης κι άρχισε το κατέβασμα.

Βρισκόταν λίγα σκαλιά πριν την είσοδο, όταν ένιωσε τα πόδια του βαριά. Προσπάθησε να κρατηθεί, ν’ ακουμπήσει στον τοίχο, μα δεν τα κατάφερε. Ο θυρωρός τον είδε και του φώναξε:
– Πρόσεξε, κυρ – Μιχάλη. Τι έχεις; Δεν αισθάνεσαι καλά;

Πριν προλάβει ο ανθρωπάκος να τρέξει κοντά του, ο Μιχάλης κατρακύλησε από τις σκάλες κι έμεινε ακίνητος.

Τα μάτια του, ανοιχτά μα άψυχα, ήταν στραμμένα στους δυο ανελκυστήρες της εισόδου. Στις πόρτες τους ο θυρωρός είχε κρεμάσει τις αυτοσχέδιες ταμπέλες του: «ΧΑΛΑΣΜΕΝΟ. ΑΝΕΒΕΙΤΕ από τις ΣΚΑΛΕΣ.Το περπάτημα κάνει καλό στην υγεία.