ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ / POEMS IN GREEK

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ                                            ΠΟΙΗΜΑΤΑ της ΖΑΧΑΡΟΥΛΑΣ ΓΑΪΤΑΝΑΚΗ


ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Οι Ποιητές δεν πολεμούν
με σφαίρες και μαχαίρια,
γράφουνε στίχους, τραγουδούν
και δίνουνε τα χέρια.

Αφήνονται στην έμπνευση
της μοναξιάς τις ώρες,
μετρούν με στίχους και στροφές
καλοκαιριές και μπόρες.

Οι Ποιητές δεν αγαπούν
απλά για ν’ αγαπήσουν.
Γράφουνε στίχους για γυμνά
κορμιά πριν τα γνωρίσουν.

Βυθίζονται στου έρωτα
και κολυμπούν τα βάθη
κι ύστερα γράφουν ποιήματα
για τη στιγμή που εχάθη.


ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ    

Κι ήρθε μια μέρα,
που το κοιμισμένο σώμα ξύπνησε,
το σφραγισμένο στόμα άνοιξε
και φάνηκαν δυο σειρές κάτασπρα δόντια.
Βύθισα την ματιά μου
στα κατάμαυρα μάτια που με κοίταζαν.
Στο βάθος τους είδα φωτιές να καίνε.
Στ’ αυτιά μου έφτασαν τα λόγια του
καθαρά και δυνατά ειπωμένα:
«Καλημέρα ζωή».

[«Happy couple in bed talking each other with smiley face.»]


ΚΑΠΟΤΕ ΗΜΑΣΤΑΝ

Κάποτε ήμασταν σαν ένας ήλιος,
που τώρα έπαψε να είναι φίλος.
Κάποτε ήμασταν σαν καταιγίδα,
που τώρα πέρασε και δεν την είδα.
Κάποτε ήμασταν σαν το φεγγάρι,
τώρα μαλώνουμε ποιος θα το πάρει.
Κάποτε ήμασταν οι δυο μας ταίρι, 
αν θ’ ανταμώσουμε ξανά ποιος ξέρει;

[«Young Love», painting by Stan Moeller.]


Η ΝΙΚΗ

Ο δρόμος ήταν μακρινός
κι όλος γεμάτος λάκκους.
Μα εμείς τα καταφέραμε,
η νίκη είναι δική μας
και η χαρά αστείρευτη
βγαίνει απ’ την ψυχή μας.
Η νίκη μας περίλαμπρη,
οι κόποι μας χαλάλι,
η κούρασή μας δίκαιη
στο τέλος της δοκιμασίας.

[«Trail Run» by Jake Raymor.]

 


ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤ’ ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Ανοιξιάτικο απομεσήμερο στον Εθνικό Κήπο. Κάπου ανάμεσα στ’ όνειρο και στην πραγματικότητα, ένα παιδί και ένα αηδόνι, διασχίζουν τα δρομάκια του Κήπου. Κάποια στιγμή:
«Δες εδώ μέσα», λέει τ’ αηδόνι
«πόσο όμορφα γιορτάζει
η Φύση το ξανάνιωμά της
και τον πρώτο έρωτά της
με τα άνθη και τον ήλιο.
Δες και έξω τους ανθρώπους, 
που όλο τρέχουν για να πάνε
στις δουλειές τους με τα πόδια,
πόσο έχουνε σκοντάψει
σ΄ όλα αυτά που έχουν φτιάξει.
Φτιάξανε ουρανοξύστες,
σπίτια – γυάλινα κελιά,
δίχως γλάστρες στα μπαλκόνια
και αυλές για τα παιδιά.
Με μεγάλα διαστημόπλοια
έφτασαν και στη Σελήνη
μα δε βρήκανε ακόμα
την επίγεια γαλήνη.
Συνεχίζουν τα ταξίδια,
σε στεριές, πελάγη, αστέρια,
μα ξυπνάνε κουρασμένοι
και με παγωμένα χέρια.»
Το ποίημα γράφτηκε στην Ηλιούπολη, στις 15/5/1990.

[«In the garden» by Antonin Slovicek.]


ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ  
Ταξίδι είναι η ζωή μας 
σε θάλασσα πλατιά,
στο χρόνο και στον πόνο,
όπου σταθεί η ματιά.
Του κόσμου οδοιπόροι,
συλλέκτες των «στιγμών»,
η ζήση μας μια σύνθεση
χαράς, θλίψης, λυγμών.
Από παιδιά ο αγώνας μας
κι η πίκρα συντροφιά.
Πάνε αντάμα τ’ άσχημα
του κόσμου κι η ομορφιά….
Της ζωής μας το τραγούδι
έχει μουσική και στίχους,
έχει δάκρυ και αγάπη,
γέλιο και σιωπή και ήχους.
Κι όταν πέσει η αυλαία
και σφαλίσουνε τα μάτια,
θα ανοίξουνε οι Πύλες
στα ουράνια Παλάτια…
Το τραγούδι της ζωή μας
μια ανάσα κι ένα δάκρυ,
μια ηλιαχτίδα, ένα χάδι
και Αγάπη και Αγάπη…

[Still life musical instrument living room.]


Σ’ ΕΝΑ ΞΩΚΛΗΣΙ

Σ’ ένα ξωκλήσι ταπεινό,
εκεί θα πάω για να βρω
λίγες στιγμές γαλήνης.
Και θε να κάνω προσευχή
να επικρατήσει όπου Γης
το δώρο της ειρήνης.
Να ηρεμήσουν οι ψυχές,
που τις ταράζουνε κακές
σκέψεις και παρορμήσεις.
Σ’ ένα εκκλησάκι ερημικό,
σε κάθε πρόβλημα θα δω,
με βλέμμα καθαρό, τις λύσεις.
Το ποίημα γράφτηκε στη Ζώνη, στις 12/8/2017.

[Πίνακας του Παντελή Ζωγράφου.]


Ο ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΙ Ο ΙΣΜΑΗΛ

Ζούσανε κάποτε στη Σμύρνη, 
που τώρα λέγεται Ιζμίρ,
δυο φίλοι αγαπημένοι,
ο Μανώλης κι ο Ισμαήλ.
Με τις ώρες αγναντεύαν
τα καράβια στο λιμάνι,
δεν υπήρχε σκανταλιά,
που να μην την είχαν κάνει.
Έφηβοι, παλικαράκια 
ήτανε το Εικοσιδύο,
που ήρθε συμφορά μεγάλη
και τους χώρισε στα δύο.
Πήγε ο Μανώλης στην Ελλάδα
πρόσφυγας για να σωθεί,
έμεινε ο Ισμαήλ στη Σμύρνη
που ‘χε πια καταστραφεί.
Τα χρόνια πέρασαν κι οι δυο τους
δεν λησμονήσαν πως παιδιά,
ένιωθαν ο ένας για τον άλλον
μεγάλη αγάπη στην καρδιά.
Κι όταν θυμούνται – γέροι τώρα –
κείνα τα χρόνια τα παλιά,
που ήταν ο ένας για τον άλλον
μια ανοιγμένη αγκαλιά…
μια θλίψη και μια νοσταλγία
νιώθουνε μέσα τους πικρή.
Να ξαναγύριζαν στη Σμύρνη,
τότε, που ήτανε μικροί.

[«SYMPATHY» by John George Brown.]


Μ’ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ

Μ’ ένα βιβλίο αναζητώ

γόνιμο ερέθισμα να βρω

ταξίδια για να κάνω.

Με του μυαλού μου τα φτερά

θα πάω σε μέρη νοερά   

και θα χαρώ εκεί πάνω…

[«BOOK SHOP» by Sung Kim.]


ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΑΣ
Να κτίσουμε το μέλλον μας
κάτω απ’ τα πλατάνια,
στα κρουσταλλένια τα νερά
και σε γκρεμούς μεγάλους.
Να φτιάξουμε τα όνειρα
ν’ αντέχουν στις ανηφοριές
και στις κορφές σαν ανεβούν
να βγαίνουν πάντα πρώτα.
Να κάνουμε το μέλλον μας
μια ευλογημένη ώρα,
να λάμπουνε τα μάτια μας,
ν’ αγάλλεται η καρδιά μας.


ΣΟΥΝΙΟ

Θυμάμαι ακόμα τ’ απόγευμα εκείνο
του Αυγούστου στο Σούνιο,
με τα κύματα να γλύφουν το βράχο,
τους τουρίστες να φωτογραφίζουν
τα αιώνια μάρμαρα του ναού,
τ’ αεράκι να μας ανακατεύει τα μαλλιά.
Η αγάπη να παίζει κρυφτούλι
ανάμεσα στις κολώνες
και τα βλέμματά μας να βυθίζονται
στην απεραντοσύνη.
Μια ανάμνηση καλοκαιρινή,
μια εφήμερης αγάπης,
ένα Αυγουστιάτικο απόγευμα στο Σούνιο.


ΘΑ ΠΛΑΝΙΕΜΑΙ, ΑΓΑΠΗ

Θα πλανιέμαι, αγάπη,
μαζί σου στη θάλασσα,
στο γαλανό ουρανό
και στα μελτέμια.
Θα χάνομαι, αγάπη,
για σένα στα κύμματα,
σαν το πουλί που πετά
τα δικά μας αισθήματα.
Θα πλανιέμαι, αγάπη,
σαν αέρας παράφορος
και θα χάνομαι στα βάθη
από σένα ανήμπορος.

[“Salty kisses” by Vickie Wade.]


ΓΥΝΑΙΚΑ ΝΑ ‘ΣΑΙ

Να την υμνήσουν οι Ποιητές κάθε γυναίκα αξίζει,
χωρίς αυτήν ο κόσμος μας θα πάψει να ελπίζει.
Όλες οι ώρες της χαράς, οι ωδίνες και η οδύνη,
όσα εκείνες τράβηξαν κι ο,τι στο μέλλον γίνει,
κάθε γυναίκας η ζωή, χθες, σήμερα, αύριο, πάντα,
αξίζει να τραγουδηθεί απ’ τ’ Ουρανού τη μπάντα.
Το πρόσωπο της Παναγιάς στο Γολγοθά θλιμμένο,
είναι της μάνας που θρηνεί παιδί αγαπημένο.
Πόσα χεράκια, βλέμματα, στο κύλισμα του χρόνου,
αντίσταση προέβαλαν στους εραστές του πόνου;
Πόσες ψυχούλες έφυγαν μ’ ένα «γιατί» στο στόμα;
Το αίμα τους δικαίωση δεν έχει βρει ακόμα.
Είναι θείο το χάρισμα να ‘σαι γυναίκα, μάνα,
να ‘σαι το χάδι, το φιλί, γλυκόηχη καμπάνα.
Κοντά σου να γυρεύουνε απάγκιο και γαλήνη, 
από την πίκρα, τον καημό κι όταν μι’ αγάπη σβήνει.
Να γέρνει ο γιος, ο εραστής, σ’ αγκάλη να ησυχάσει,
να γλυκανθίζει η αυγή και να μερώνει η πλάση…

[«Mother and child», painting by Pino Daeni.]


ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ ΜΕ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟ

Τα βράδια με πανσέληνο, γράφω 
τα καλύτερα ποιήματα στο μυαλό μου.
Το χάραμα με παίρνει ο ύπνος
και χάνονται μαζί με το φεγγάρι
η έμπνευση και οι στίχοι
που έγραφα όλη νύχτα.
Σ’ αυτούς που με ρωτούν
«πόσα βιβλία με ποιήματα» έχω εκδώσει,
τους απαντώ χαρούμενη: «Κανένα».
Γιατί μόνο τα βράδια με πανσέληνο
σκαρώνω στίχους
και ιστορίες στο μυαλό μου.


ΞΕΚΟΥΡΑΣΤΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

Κάτω απ’  την κληματαριά,
στης αυλής μου τη δροσιά,
θα ξεκουραστώ για λίγο,
απ’ τις σκοτούρες θα ξεφύγω.
Φίλους μου καλούς θα δω,
θα τα πούμε, θα χαρώ,
ήρεμη η ψυχή θα νιώσει,
                                                                          νέους αγώνες για να δώσει…                                                               (Ζώνη, 6/8/2017)

[Painting by Johan Messel.]


ΑΘΗΝΑ
Σ’ αυτή την πόλη που είπανε
«της Γης το δακτυλίδι»,
είναι, αδελφέ μου, τα βάσανα
και οι καημοί μας ίδιοι…

[Painting by Jones Coins.]


ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ

Να βρίσκεις τη χαρά παντού, στο καθετί,
μ’ όλα τα πράγματα χαρά να νιώθεις.
Ακόμη κι ένα πράγμα ασήμαντο,
έχει κι αυτό κάτι να σου προσφέρει.
Αν είσαι πλημμυρισμένος από χαρά
κι αισθήματα ευτελή δεν σε κατέχουν,
τότε θα είσαι πάντα νικητής.
Γιατί στο παιχνίδι της χαράς,
παίκτες ηττημένοι δεν υπάρχουν.   [«Love and Happiness by Yuri Matsik.»]


ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΠΟΥ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ
Στα χωριά που πεθαίνουν, τα σχολεία είναι άδεια,
τα χωράφια τους χέρσα και τα σπίτια ρημάδια.
Δεν χτυπάνε καμπάνες, δεν ακούγονται ήχοι,
στα μαντριά έχουν μείνει μοναχά άδειοι τοίχοι.
Τα χωριά που πεθαίνουν, για βοήθεια φωνάζουν,
τα χρόνια που θα ‘ρθουν, πολύ τα τρομάζουν.
Αν μπορούσαν και πάλι ν’ ανοίξουν τα σπίτια,
στους φεγγίτες να χτίσουν τις φωλιές τους σπουργίτια…
Μα οι ελπίδες τους σβήνουν’ στη σιωπή βυθισμένα,
τα χωριά που πεθαίνουν είναι παραδομένα.
(Ζώνη, 20/9/2008). [Ο πίνακας είναι του Francesco Mangialardi.]


ΝΥΧΤΑ ΜΑΓΙΚΗ

Ήτανε μια νύχτα στ’ όνειρό μου
με ένα φεγγάρι λαμπερό.
Ήτανε μια νύχτα, φως μου.
Ήτανε μια νύχτα
γεμάτη ανεπανάληπτες στιγμές.
Δεν τελειώνει με μια «καληνύχτα»
μια αγάπη που άντεξε στο χθες.
Ήτανε μια νύχτα,
που ‘λαμπαν τ’ αστέρια.
Νύχτα μοναδική.
Οι εχθροί σου άπλωναν τα χέρια
κι έσκυβαν και φίλαγαν τη γη.
Ήτανε μια νύχτα μαγική.

[Ο πίνακας είναι της Vickie Wade.] 


ΓΟΡΤΥΝΙΑ

Νερά τρεχούμενα,

μύρια πετούμενα,

δάση απάτητα,

τόποι ιεροί.

Σπίτια πετρόχτιστα,

ντόπιοι φιλόξενοι,

χρώματα, αρώματα

σε κήπους κι αυλές.

Στη Γορτυνία,

παντού αρμονία,

άγρια ομορφιά

και αιώνιο φως.

Τόπος κι ανθρώποι,

ατέλειωτοι κόποι

και η προσευχή τους:

«Έχει ο Θεός!»Ο Λούσιος ποταμός στη Γορτυνία.


Η ΛΑΜΠΑ

Πόσα όνειρα είχε φωτίσει

η παλιά λάμπα της γιαγιάς

και πόσες ελπίδες

είχε γεννήσει για μας.


ΓΑΛΑΖΙΟ

Ένα κομμάτι ουρανό

κατέβασα και πήρα,

να σου χαρίσω, Αγάπη μου,

να παίζεις, να ξεχνιέσαι.

Απ’ το Αιγαίο μια πινελιά

γαλάζιο έχω πάρει,             

με το κομμάτι τ’ ουρανού,

να γίνουνε ζευγάρι.

Να τα κρατάς στα χέρια σου,

να παίζεις, να ξεχνιέσαι,

δεν ξέρεις τι ’ναι ν’ αγαπάς

μα να μην αγαπιέσαι.


ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟ

Οι φίλοι μου που μ’ αγαπούν,

δεν σ’ είχαν συμπαθήσει.

«Διώξ’ τον»,  μου λέγανε «προτού

εκείνος να σ’ αφήσει.»

Να σ’ αρνηθώ με πρότρεπαν,

αν θέλω το καλό μου,

απ’ τη ζωή μου σ’ έβγαλα

μα όχι απ’ το μυαλό μου.

Στη σκέψη μου σ’ αναζητώ

και στη σιωπή σε βρίσκω.

Τραγούδι μελαγχολικό

σε γραμμοφώνου δίσκο.


ΛΑΜΠΡΙΑΤΙΚΕΣ ΕΥΧΕΣ

Με λίγους στίχους μου ευχές, 

σε κάθε γνωστό και φίλο,                      

για μια χαρούμενη Λαμπρή,

θέλω κι εγώ να στείλω.

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ σας εύχεται,

από καρδιάς, μια φίλη,

«ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ», με χαρά,

να τραγουδούν τα χείλη.

Με πίστη και υπομονή,

τα δύσκολα περνάνε,

αγάπη, μέσα σας, γιορτή

κι Άνοιξη πάντα να ’ναι.                           [Ζώνη Αρκαδίας, 12/4/2017]


     ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ   ΙΟΥΔΕΣ

                                          Ποιοι θα σταυρώναν τον Χριστό στις μέρες μας αν ζούσε;                                                Και Κείνος μήπως τον Σταυρό θ’ απόφευγε αν μπορούσε;

                                           Καθώς προσμένουν οι πιστοί σ’ ολόκληρη τη χώρα,                                         να’ ρθει το Πάσχα, η Λαμπρή, της Άνοιξης τα δώρα,

                                           μια σκέψη έρχεται στο νου πως Γιούδες και Πιλάτοι                                             και σήμερα θενά βρεθούν στου Λυτρωτή την πλάτη,

                                           να μπήξουν λόγχη μυτερή, πάλι να Τον προδώσουν,                                                                    να Τον ποτίσουνε χολή, να Τον ξανασταυρώσουν.  (22/3/2017)


 ΜΙΑ ΑΝΟΙΞΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο Γολγοθά που η χώρα μας βιώνει,

μιαν Άνοιξη κι Ανάσταση προσμένει.

Μια ελπίδα για το μέλλον να φανεί,

κάθε Έλληνας με πίστη περιμένει.

Όσοι δεν φύγανε σε χώρες μακρινές,

γυρεύοντας καλύτερα να ζήσουν,

προσπαθούν εδώ, όσο μπορούν,

της ζωής τις δυσκολίες να νικήσουν.

Μαζί με το ξανάνιωμα της φύσης,

η Άνοιξη που έρχεται ας φέρει,

λίγη χαρά στου καθενός μας την ψυχή

και την πεποίθηση πως θα καταφέρει

πίσω ν’ αφήσει όσα του γίνανε βραχνάς

και της ζωής του το προχώρημα εμποδίζουν.

Μακάρι μια καινούργια αρχή τώρα να γίνει

κι όλοι οι Έλληνες αγαπημένοι να βαδίζουν. 

(Ζώνη Αρκαδίας, 3 Μαρτίου 2017)

%ce%b1%ce%bd%ce%bf%ce%b9%ce%be%ce%b7


 ΔΡΟΜΟΙ  ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ

 Οι δρόμοι της πατρίδας μου χαράζουν την πορεία

για το ταξίδι το μακρύ, μέσα στην ιστορία.

 Τα χρόνια τα παλαιϊκά, στο νου μου ξαναζούνε,

σε κάθε πέτρα ιερή, σ’ αυτά που ’χουν να πούνε.

 Θαυμάζω τα επιτεύγματα των ικανών προγόνων,

που μείνανε αλώβητα, στο διάβα των αιώνων.

 Τα σεβαστήκανε εχθροί, αντέξανε στο χρόνο,

τα μιμηθήκανε λαοί και προκαλέσαν φθόνο.

 Σαν να βαφτίζομαι ξανά, πατρίδα μου, εντός σου,

κάθε ταξίδι είναι χαρά, Ελλάδα μου, στο φως σου.

 Κι οι δρόμοι οι ελληνικοί, ολούθε οδηγούνε,

όπου στα πέρατα της Γης, Έλληνες κατοικούνε.

%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b7%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%b9-%ce%b4%cf%81%ce%bf%ce%bc%ce%bf%ce%b9


ΑΠΟΚΡΙΕΣ – ΤΟ ΓΑΪΤΑΝΑΚΙ

Ένας λεβέντης τον χορό σέρνει και τραγουδάει,

μια λυγερή π’ ακολουθεί, στα μάτια τον κοιτάει.

Από τ’ αντικρινό χωριό, λεβέντες ροβολάνε,

να μπουν κι εκείνοι στο χορό και νιές καρδιοχτυπάνε.

Κλαρίνα παίζουν τον σκοπό, νταούλια συνοδεύουν,

έρωτες, πόθοι ανείπωτοι, πολλές καρδιές παιδεύουν.

Τις Αποκριές όλοι μαζί χορεύουν και γλεντάνε,

τις δυσκολίες της ζωής για λίγο τις ξεχνάνε.

[Ζώνη, 4 Φεβρουαρίου 2017]%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%bf-%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%b7%ce%bc%ce%b1-%ce%bc%ce%bf%cf%85


ΜΙΚΡΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Την ΑΓΑΠΗ υμνείστε, του Κόσμου ποιητές

και πείτε γι’ αυτήνε τραγούδια.  

Αφήστε τον έρωτα να χαρούν οι ψυχές,

να γεμίσει η πλάση λουλούδια…

Η χαρά ν’ αρχινήσει ταξίδι, 

συντροφιά με χιλιάδες αστέρια,  

ειρήνη να γίνει στη Γη μας,

οι εχθροί να ενώσουν τα χέρια…

(Ζώνη, 1 Φεβρουαρίου 2017).%ce%b5%cf%81%cf%89%cf%84%ce%b1%cf%83


ΖΩΝΗ, ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ

Ζώνη, κοντά σου ξαποσταίνω κι οξυγόνο ανασαίνω.

Όπου κι αν είμαι μακριά σου, νοσταλγώ κάθε γωνιά σου.

Έρχεσαι στα όνειρά μου, έχεις θέση στην καρδιά μου.

Όταν γυρίζω στ’ άγια σου μέρη, λέω σ’ όποιον δεν το ξέρει,

πως η γη σου η αγαπημένη τα παιδιά της περιμένει,

κοντά της να ξαναγυρίσουν, ολούθε της να σεργιανίσουν.

Τα γέλια τους να ακουστούνε, φίλοι παλιοί ν’ αγκαλιαστούνε,

σπίτια κλειστά πάλι ν’ ανοίξουν και συγγενείς να ξανασμίξουν.

Ζουνάτι μου αγαπημένο, σ’ έχω στην καρδιά κλεισμένο.

[Ύμνος στο χωριό, Ζώνη, 15 Ιανουαρίου 2017]


ΣΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ «ΤΑ ΠΛΑΤΑΝΙΑ»

Στην ταβέρνα του χωριού μας 

θ’ ανταμώσουμε η παρέα,

για να πιούμε τον καφέ μας,

να περάσουμε ωραία.

Αν πεινάσουμε, «της ώρας»,

κάτι νόστιμο θα ψήσει

στην κουζίνα ο Παναγιώτης

για να μας ευχαριστήσει.

Η Μαρία με τα γλυκά της 

απ’ τα ικανά της χέρια,

θα μας πάει απ’ τη Ζώνη 

ταξιδάκι ως τ’ αστέρια.

Στα «Πλατάνια» του χωριού μας,

την φιλόξενη ταβέρνα,

Ζωναταίε  κι επισκέπτη,

 θα χαρείς, γι’ αυτό και πέρνα.  %cf%84%ce%b1-%cf%80%ce%bb%ce%b1%cf%84%ce%ac%ce%bd%ce%b9%ce%b1


ΗΘΙΚΗ ΥΠΟΘΗΚΗ

Φτάσε ψηλά μα μείνε απλός, μην αγαπάς το ψέμα.

Δες τις ασχήμιες της ζωής μ’ ένα καθάριο βλέμμα.

Αν δεν μπορείς ν’ αξιωθείς για πράγματα σπουδαία,

ζήσε μ’ αξιοπρέπεια, για μια μεγάλη Ιδέα.

Μην μείνεις οραματιστής, δούλεψε, και να ξέρεις

ότι έτσι θα δικαιωθείς: μονάχα αν προσφέρεις.

Δώσε ελπίδα, φως, χαρά, κανείς να μην λυπάται.

Παιδί μην κλαίει μονάχο του, τις ώρες που φοβάται…

Δεν κατακτώνται οι κορφές, αν ζεις μέσα στο ψέμα.

Έχε το νου σε εγρήγορση, για ιδανικά πολέμα.

(Ζώνη Αρκαδίας, 21/11/2016).%ce%b7-%ce%ba%ce%bf%cf%81%cf%86%ce%ae-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b2%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%bf%cf%8d


ΦΥΛΛΑΡΑΚΙ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ

Αφήνομαι στου φθινοπώρου τη μαγεία,

που ‘χει τόσο η ψυχή μου πεθυμήσει, 

στο δρόμο με τα φύλλα τα πεσμένα

βαδίζω, η βροχή σαν σταματήσει.  

Γίνομαι κι εγώ ένα φυλλαράκι,

στου μονοπατιού την άκρη, ταπεινό,

που ψάλλει του Θεού το μεγαλείο

κι ελπίδας μήνυμα στέλνει εωθινό.  (10/9/2016)

1%cf%86%cf%85%ce%bb%cf%86%ce%b8%ce%b9%ce%bd


    ΤΗΣ ΖΩΝΗΣ ΤΑ ΠΕΤΡΙΝΑ ΣΠΙΤΙΑ

Παλιά σπίτια της Ζώνης από πέτρα φτιαγμένα

μαρτυρούν γεγονότα που ’ναι πια περασμένα.

Αναμνήσεις ξυπνάνε και δακρύζουν τα μάτια,

χελιδόνια έχουν φτιάξει φωλιές στα χαγιάτια. 

Λιγοστά παραθύρια βλέπω πια ανοιγμένα,

που σαν έρθει το βράδυ είν’ τα φώτα αναμμένα.

Σε μπαλκόνια οι γλάστρες μού τραβάνε το βλέμμα

καθώς σβήνει η μέρα προς του ήλιου το γέρμα.

Και ψηλά σαν κοιτάζω στον μικρό τον φεγγίτη,

σπουργιτάκια έχουν χτίσει το δικό τους το σπίτι…

Τα πετρόχτιστα σπίτια σαν θωρώ του χωριού μου,

έχουν βρει μια γωνίτσα στην καρδιά και στο νου μου.


ΤΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ Η ΠΛΗΓΗ

Της προδοσίας το κρασί

γεύση πικρή στο στόμα αφήνει,

είν’ στην καρδιά σου μια πληγή,

που ανοιχτή καιρό θα μείνει.

Καθώς οι μέρες θα περνούν,

θα λιγοστεύει ο πόνος,

μα από δω και στο εξής

θέλεις να είσαι μόνος. 

Απ’ τις στιγμές της μοναξιάς

μπροστά να προχωρήσεις,

μα τον προδότη της καρδιάς

ποτέ μην συγχωρήσεις.  (Ζώνη, 19/4/2016)

ΠΡΟΔΟΣΙΑ


ΠΕΝΤΕ ΧΑΪΚΟΥ

1.-  Πόσο φωτεινοί… /  Αγνώριστοι οι δρόμοι  / της ευτυχίας.

 2.- Τη θύμησή σου  /   στο νου μου φέρνω πάλι /  χωρίς αγάπη.

 3.-  Φωτεινή μέρα.  /  Να φανείς περιμένω. /   Ανυπομονώ.

 4.- Παντού σκοτάδι.  /  Μα ήρθες κι έφυγε,  /Αγαπημένε.

5.-  Ένα όνειρο  / θα κρατήσει ζωντανή /την ελπίδα μου.


ΑΝΟΙΞΗ 

Κοιτάζοντας τα δέντρα

τη νέα τους στολή

ενδεδυμένα,

μ’ ελπίδα αναρωτήθηκα:

Ω, Άνοιξη,

πότε θα ‘ρθεις για μένα;

Και γέμισε η ψυχή μου

με ανθούς.


Ο ΕΡΧΟΜΟΣ ΤΗΣ  ΑΝΟΙΞΗΣ

Ξύπνησε η φύση και ντύθηκε

στα γνώριμά της χρώματα,

μύρια φέρνει ο άνεμος

ευωδιές κι αρώματα’

ο ήλιος παιχνίδια κάνει.

 Παντού η σοφία του Θεού

και οι άνθρωποι σωπαίνουν.


ΕΛΛΑΔΑ

Πάντα για σε, Πατρίδα μου, περήφανη θα νιώθω.
Μέσα μου έχω έναν καημό κι ένα μεγάλο πόθο.
Λυπάμαι για το ένδοξο το παρελθόν που φθίνει.
Θλίβομαι για το σήμερα και το κακό που αφήνει.

Τ’ αθάνατα μνημεία σου σκόνη δεν τα σκεπάζει,
σεισμοί δεν τα κουνήσανε, τ’ αγιάζι δεν τα νοιάζει.
Το Σούνιο, η Ακρόπολη, τ’ αρχαία θέατρά σου,
το μεγαλείο σου υμνούν, τα κατορθώματά σου.

Τα καταπράσινα βουνά, τα γραφικά νησιά σου,
τα χωριουδάκια, οι ναοί, η πλέρια ομορφιά σου,
έχουν, Πατρίδα μου γλυκιά, τη θεία ευλογία,
το αιώνιο φως και τη χαρά, την πλήρη αρμονία.

Του ήλιου καθρεφτίσματα στα γαλανά νερά σου,
του φεγγαριού το αχνό φως στα μέρη τα ιερά σου,
κάτι το μυστηριακό, το θελκτικό εικονίζουν,
βαρκούλες και τα όνειρα στο Αιγαίο αρμενίζουν.

Απ’ άκρη σ’ άκρη, Ελλάδα μου, το φως σου δε χορταίνω
Και στων πηγών σου τα νερά για λίγο ξαποσταίνω.
Σαν ταξιδιάρικο πουλί θέλω να τριγυρίσω,
Πατρίδα μου, τα μέρη σου και να τα τραγουδήσω.

Μα είναι οι στίχοι μου φτωχοί για να σε περιγράψουν,
της ομορφιάς σου αδυνατούν τον πίνακα να φτιάξουν.
Συ μου θερμαίνεις την ψυχή, μου διώχνεις κάθε πόνο,
παίρνω το δρόμο της καρδιάς κι ολούθε σ’ ανταμώνω.
[ Γ’ Βραβείο Ποίησης το 2006 από την ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ]


ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΒΡΟΧΗ

Λουλούδια λυγίζουν στη βροχή,
τα βλέπω απ’ το παραθύρι,
σαν να κάνουν τη δική τους προσευχή
έτσι όπως έχουν γείρει.

Τον Πλάστη ευχαριστούν για το νερό,
που πέφτει και τις ρίζες τους δροσίζει,
κι είναι σαν τραγούδι  ιερό,
που το κάθε ανθάκι τους ψελλίζει.

Τ’ άρωμά τους δυναμώνει η βροχή,
το μεταφέρει ο αγέρας μες στο σπίτι
και στου πρεβαζιού την εσοχή
                                                             βρήκε καταφύγιο ένα σπουργίτι…               [Ζώνη, 9/10/2015 ]


ΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΟ ΚΥΛΙΣΜΑ

Στου χρόνου το κύλισμα
παραμερίστε λίγο
κι άλλοι όμοιοί σας να διαβούν’
ντροπή δεν είναι.
Δεχθείτε του βίου τη φθορά.
Στην πτώση σας
μ’ αξιοπρέπεια να φερθείτε.
Στη γελοιότητα μη δώσετε καιρό,
δημόσια να σας περιβάλλει.

Άνθρωποι του πνεύματος μεγάλοι,
λίγο πίσω σας κοιτάξτε’
ακολουθούνε κι άλλοι.

Μια ευκαιρία δώστε τους
να δείξουν τι αξίζουν.


ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΟΥ ΤΑ ΜΕΡΗ 

Του χωριού μου τα μέρη,
η καρδιά μου τα ξέρει,
τα ’χει όλα βαδίσει,
τρυφερά αγαπήσει.

Με το γέλιο, το δάκρυ,
στου χωριού μου την άκρη
θα σταθώ ν’ αγναντέψω
και κουράγιο να δρέψω.

Με της ΖΩΝΗΣ την αύρα,
θα δροσίσω τη λαύρα
στης ζωής το καμίνι
κι η δροσιά της θα μείνει.

Συντροφιά θα την έχω
σ’ όσα έρθουν ν’ αντέχω.
Της καρδιάς μου άγιο ταίρι
του χωριού μου τα μέρη.


ΑΚΡΙΒΕ ΜΟΥ

Ένα δάκρυ, καλέ μου,
τρυφερό, χάρισέ μου.
Μ’ ένα βλέμμα καθάριο
ν’ αντικρίσω το αύριο.

Να βαδίζω στο χρόνο
με το γέλιο σου μόνο.
Ένα χάδι, ακριβέ μου,
απαλό, πρόσφερέ μου,

μια αγκαλιά ανοιγμένη,
στην αγάπη δοσμένη
και χαράς ένα δάκρυ
στων ματιών μου την άκρη.


ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΕΛΠΙΔΑ

Μικρό πουλάκι στο κλαδί, την πίκρα μου την σβήνεις,
μέσα στο καταχείμωνο, πόση χαρά μου δίνεις.
Σαν το τραγούδι σου αρχινάς, η πλάση όλη φωτίζει,
ο φόβος και η παγωνιά του σκοταδιού σκορπίζει.
Μες στου χειμώνα την καρδιά, είσαι χρυσό Βαγγέλιο,
φέρνεις σε όλους μας χαρά, στα χείλη μας το γέλιο.
Μικρό πουλάκι που γυρνάς στις γειτονιές του κόσμου,
έλα και στην πατρίδα μου και την ελπίδα δώσ’ μου.
Δώσε στον κάθε Έλληνα, δύναμη για ν’ αντέξει
στις δυσκολίες που περνά, ώσπου ξανά να φέξει.
Μικρό πουλάκι στο κλαδί, καλές – πες μας – ειδήσεις
και μες στο καταχείμωνο για μας να τραγουδήσεις.
Δώσ’ μας κουράγιο, υπομονή, σοφία και ελπίδα
πως θα περάσει γρήγορα κι αυτή η καταιγίδα.
Θα ’ρθουνε μέρες φωτεινές, χωρίς καημούς και κόπους.
Θα ’ναι πιο όμορφη η ζωή για όλους τους ανθρώπους.           (Ζώνη, 20/10/2015)

MIKRO POULAKI


Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Σφράγισα τα χείλη μου.
Από δω κι εμπρός,
όταν θέλω να μιλήσω,
θα σωπαίνω.


ΧΙΟΝΟΓΙΟΡΤΗ

Στου χιονιού το αέναο γιορτάσι,
συμμετέχει σαν παιδούλα η πλάση,
στα λευκά είν’ τα πάντα ντυμένα,
μαγικά, σιωπηλά, παγωμένα.

Καθώς πέφτει το χιόνι τριγύρω,
στο λευκό του πέπλο να γείρω
κι εκεί πάνω μαζί του θα γίνω
της φύσης ένα ολόλευκο κρίνο.

Την ευώδια σκορπώντας περίσσια,
σε αγρούς, γειτονιές και ξωκλήσια.
Στου χιονιού το αέναο γιορτάσι,
συμμετέχω κι εγώ με την πλάση.

χιονι


ΣΤΙΓΜΕΣ ΧΑΡΑΣ

Τα έμαθα από νωρίς:
Την πίκρα μου να γεύομαι
σ’ ένα ποτήρι τρύπιο,
την μοναξιά μου να μετρώ
σε ζυγαριά που χάνει.
Έχει η ζωή μας και στιγμές
χαράς να μας γλυκάνει.


ΑΡΚΑΔΙΚΑ ΤΟΠΙΑ

Των βουνών της Αρκαδίας
– κει που σεργιανούσε ο Δίας –
κάθε πέτρα ιερή τους και βωμός.

Ένα τσούρμο φωνασκεία’
είν’ του Πάνα η συνοδεία.
Γλεντοκόπος, τραγοπόδαρος Θεός.

Και οι Νύμφες τριγυρννάνε,
στα ελατόδασα πριν πάνε,
να κρυφτούνε σαν φανεί ο Αυγερινός.

Η απλότης των ανθρώπων,
το ανεκποίητο των τόπων
και μια εύνοια για όλα θεϊκή.

Όπου στρέψεις τη ματιά σου,
θ’ αντικρίσεις τη θωριά σου
αναπόσπαστο κομμάτι με τη γη.

Αγριολούλουδα ανθισμένα,
μα και χέρια υψωμένα
για τον Πλάστη ευχαριστήρια προσευχή.

Το αντίκρισμα του Ήλιου,
το χαμόγελο του φίλου,
καταπράϋνση σε δύσκολη εποχή.

Στα νερά των ποταμών της
και στο δρόσο των πηγών της
ξεθυμαίνει του διαβάτη ο καημός…

Καλοκαίρια και χειμώνες,
γαληνοί ψυχής λειμώνες.
Των Αρκαδικών τοπίων νοσταλγός.

Είναι οι ομορφιές της φύσης
ένας ύμνος που θ’ αφήσεις
αιωνίως ν’ ακούγεται απλώς.


ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Φθινόπωρο και η αστραπή φωτίζει
του χωριατόσπιτου το μεγάλο δώμα,
στο παράθυρο κυλάνε βροχοστάλες
κι άλλες χάνονται πέφτοντας στο χώμα.

Στα κεραμίδια ακούω να πέφτει η βροχή,
κιτρινισμένα φύλλα βλέπω χάμου,
ήρθε η έμπνευση και στάθηκε σιμά μου,
να τραγουδήσουμε γι’ αυτή την εποχή.               

      [ Ζώνη, 9/10/2015 ]

βροχη στη στέγη


ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ

Πατρίδα μου, να τραγουδώ θέλω τις ομορφιές σου,
τα γραφικά σου τα νησιά και για τις θάλασσές σου.

Στα καταγάλανα νερά, ο ζωοδότης ήλιος,
είναι για τον καθένα μας, γέλιο, χαρά και φίλος.

Σε κάθε πέτρα σου ιερή και κάθε εικονοστάσι,
η Ιστορία έχει σταθεί λίγο να ξαποστάσει.

Σε καλντερίμια πέτρινα και λευκά ξωκλήσια,
σε λιμανάκια απάνεμα, σε μέρη παραδείσια…

Τριγύρω όπου κι αν κοιτώ, ολούθε σ’ αντικρίζω
κι από συγκίνηση βαθιά, Ελλάδα μου, δακρύζω.

Πατρίδα μου ξεχωριστή, την έμπνευσή σου δώσ’ μου,
ύμνους για σένανε να πω, στα πέρατα του κόσμου.


ΛΟΓΙΑ

Μου είπες: «Είσαι ένας αξιόλογος
πνευματικός άνθρωπος».
Κολακεύτηκα.
Όταν σε άκουσα
να επαναλαμβάνεις
παρόμοια λόγια και σ’ άλλους
«τεχνίτες του γραπτού λόγου»
στην ίδια συγκέντρωση…
Τότε, κατάλαβα.


Η ΣΟΦΙΑ ΤΩΝ ΜΥΡΜΗΓΚΙΩΝ

Του μυρμηγκιού ο μόχθος συνεχής,
στην κάψα του καλοκαιριού πως υποφέρει,
ψίχουλα και σπυριά να μεταφέρει,
για να ’χει, σαν θα ’ρθει ο χειμώνας ο βαρύς.

Όταν το χιόνι τα πάντα θα παγώσει,
ο μέρμηγκας δεν θα ’χει να νοιαστεί.
Ήσυχος στη φωλιά του θα ξεκουραστεί,
μερίμνησε, όταν έπρεπε, να συγκεντρώσει.

Αν του μοιάζανε οι άνθρωποι λιγάκι,
στην πρόνοια, στη σύνεση, στην ταπεινότητα,
θα ήτανε καλύτερη η ανθρωπότητα,
θα ’χανε όλα τα παιδιά της γης φαγάκι.

Μα κάποιοι από μας πετάμε στα σκουπίδια,
σωρούς φαί, ψωμί που έχει μπαγιατέψει.
Συλλογιστήκαμε πόσους μπορεί να θρέψει,
πόσα φτωχά παιδιά θα είχανε φαγάκι;

μυρμηγκια


ΘΗΣΑΥΡΟΙ

Ο Χρόνος, η ιστορία και η Μνήμη,
χειροκροτούν, ζητωκραυγάζουν, σιωπούν.
Θησαυρούς αποθηκεύουνε στα βάθη τους’
όσα δεν έχουνε γραφτεί και ειπωθεί….


ΣΠΙΤΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΟΥ

Είναι από την ξενιτιά
πολλά απ’ τα σπίτια σου,
χωριό μου, εγκαταλελειμμένα.
Χορταριασμένες οι αυλές,
τα τζάκια τους για χρόνια άκαπνα
και τα παραθύρια τους κλεισμένα.

Μα στέκουνε εκεί, προσμένοντας,
να γυρίσουνε ξανά
τα πρόσωπα τ’ αγαπημένα.

Τα λούλουδα να ξανανθίσουνε
στις γλάστρες της αυλής
και τα παράθυρά τους
διάπλατα ανοιγμένα…

Σπίτια του χωριού μου αγαπημένα.


ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Είναι της ζωής κάποια κομμάτια,
που μου φέρνουν δάκρυα στα μάτια.
Είναι ιστορίες κι αναμνήσεις,
που δεν μπορείς να τις λησμονήσεις.
Του μυαλού είναι σκέψεις και αντάρα,
αδικαίωτου νεκρού κατάρα.
Είναι της ζωής μας κάποιες ώρες,
γόνιμες σαν φθινοπώρου μπόρες…


ΕΡΩΤΙΚΟ ΙΙΙ
Στ’ αυτοκίνητο όταν μπαίνεις,
στη δουλειά σου για να πας,
μες στο βλέμμα σου αντικρίζω
πόσο, Θεέ μου, μ’ αγαπάς.

Να με φέρνεις στο μυαλό σου
σαν μορφή αγαπημένη
που τον κάθε ερχομό σου
με λαχτάρα περιμένει.

Όταν έρχεσαι στο σπίτι
κι ανταμώνω τη μορφή σου
δεν χορταίνω να σε βλέπω
και ν’ αγγίζω το κορμί σου.

Όπου είσαι, ότι κάνεις,
να με έχεις στο μυαλό σου
σαν μορφή αγαπημένη
και σαν άνθρωπο δικό σου.


Η ΑΞΙΑ

Η αξία ενός κιλού πορτοκαλιών είναι τόση,
όση κι ενός ξερού νερόλακκου,
όση ενός άντρα που ξεχνώ το όνομά του,
μιας περιπέτειας που δεν μ’ έμαθε τίποτα
και ενός ονείρου που δεν θυμόμουν
όταν ξύπνησα το πρωί
για να κάνω πάλι τα ίδια και τα ίδια.


ΤΟΠΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Τοπία της Πατρίδας μου, γεμάτα Φως και Χρώμα.
Κρατώ στη Mνήμη θύμησες, στη χούφτα λίγο χώμα.

Οδοιπορώ στους δρόμους σου, Ελλάδα μου κι απλώνω
το βλέμμα μου αχόρταγο. Μέσα μου σε κλειδώνω.

Απ΄ άκρη σ΄ άκρη να διαβώ, να φτάσω ως το τέρμα.
Να ιδώ του Ήλιου σου το φως και να χαρώ το γέρμα.

Σ΄ ερημονήσια απάτητα, τα βήματά μας ήχοι.
Να ενωθούν με των πουλιών της θάλασσας την τύχη.

Τοπία γαλάζια, ελληνικά, αγαπημένοι τόποι.
Καράβια καλοτάξιδα, «Σοφία», «Γιωργής», «Μερόπη».

Των ποταμών σου τα νερά, τραγούδια κελαρύζουν.
Ύμνους για σε, Πατρίδα μου, τ΄ αηδόνια ψιθυρίζουν.

Τα ταπεινά αγριολούλουδα, που φύονται στη γη σου,
σκορπίζουν άρωμα απαλό, διαβάτη, στην αφή σου.

Βασιλικός και κατιφές, μυρτούλες και κρινάκια.
Έκδηλη έκφραση γιορτής σε παιδικά χεράκια.

Διαβαίνω κι ονειρεύομαι, θυμάμαι και δακρύζω.
Στο νου μου Φως και Χρώματα απλόχερα αθροίζω.

Εκτάσεις γης της χώρας μου, της Ιστορίας μνημεία.
Της μοίρας της ανθρώπινης διακριτικά σημεία.

Ναοί, τάφοι, κτερίσματα, θέατρα, στύλοι, στάδια.
Χωράφια ακαλλιέργητα και χωριουδάκια άδεια…

Τοπία της Πατρίδας μου κατάφορτα από μνήμες.
Ισορροπώ στου μέτρου τους της πέννας μου τις ρίμες.


Σονέτο     ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ

Στου ηρωισμού το θείο φως λουσμένη,
πολιτεία ξακουστή και χιλιοδοξασμένη.
Φιλόξενα να υποδεχτεί τον επισκέπτη περιμένει
κάθε γωνιά σου, Δημητσάνα αγαπημένη.

Γενέθλια γη του Γερμανού, του Γρηγορίου,
γλυκιά η θύμησή σου τις στιγμές του μαρτυρίου.
Γενναίων γυναικών κι ανδρών πολίχνη,
στην Ιστορία άφησαν τα χρυσά τους ίχνη.

Στο κεφαλάρι τ’ Αγιαννιού ξαπόστασε ο Μύθος,
στ’ απόσκιο έγειρε σιμά να κοιμηθεί το ήθος
και να κινήσει έπειτα μάχες για να κερδίσει,

της Δημητσάνας τ’ όνομα να το χρυσοκεντήσει
σ’ αραχνοϋφαντο λινό, σε πέτρα να σμιλέψει
και με κλωνάρια λεβεντιάς τον κόσμο να φιλέψει.

6 Iανουαρίου 2003

Η ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ Αρκαδίας * DIMITSANA in Arcadia (photo by aroundrealgreece.gr).

Η ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ Αρκαδίας * DIMITSANA in Arcadia (photo by aroundrealgreece.gr).


ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Της Αγάπης το τραγούδι, οι καρδιές μας το γνωρίζουν,
είναι λίγα όμως τα χείλη που το σιγοψιθυρίζουν.

Σ’ ένα κόσμο που υποφέρει και δεν βρίσκει τη γαλήνη,
που λαοί λιμοκτονούνε και δεν έχουνε ειρήνη…

Που παιδάκια σε κοιτάνε με τα μάτια λυπημένα
κι άλλα σπίτι επιστρέφουν από πλήξη κουρασμένα…

Το τραγούδι της Αγάπης, αν και όλοι το γνωρίζουν
λίγα όμως είν’ τα χείλη που το σιγοψιθυρίζουν.

Γιατί ο πόνος και το δάκρυ, δεν αφήνει να χαρούμε,
της Αγάπης το τραγούδι μέσα απ’ την καρδιά να πούμε.

* Το ποίημα έλαβε Βραβείο Ποίησης από την «Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών» το 2007.

* Μελοποιήθηκε από μαθητές του Κολεγίου Δελασάλ Θεσσαλονίκης και απέσπασε Α’ Βραβείο Μελοποίησης Ποίησης και Α’ Βραβείο Ενορχήστρωσης, στις 20/2/2015 από την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών.


ΕΦΗΜΕΡΟ BEST SELLER

«Έκτακτο». «Εξαιρετικό».
«Χαριτωμένο». «Ενδιαφέρον».
«Καταπληκτικό». «Υπέροχο».

Ο νεόκοπος συγγραφέας
ενός ευπώλητου βιβλίου,
συγκέντρωνε τις λέξεις και τις κριτικές
σ’ ένα τετράδιο ειδικά για τον σκοπό αυτόν.
Όταν, μετά από χρόνια το άνοιξε τυχαία,
όλες οι σελίδες του ήταν άγραφες…


Η ΣΥΛΛΗΨΗ

Αυτόπτες μάρτυρες εμφανίστηκαν πρόθυμα
να καταθέσουν για την καταστροφή.
Η περίσταση απαιτούσε την βοήθειά τους.
Μερικές από τις αποκαλυπτικές διηγήσεις τους
οδήγησαν – δυο μέρες αργότερα –
την αστυνομία στη σύλληψη του ενόχου:
ένα σπουργιτάκι,
στην προσπάθειά του να διαφύγει,
έπεσε κάτω και αμέσως ακινητοποιήθηκε
από τους διώκτες του.ΣΠΟΥΡΓΙΤΑΚΙ


Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΙΩΠΗ

Ένα χαμόγελο, μια λέξη,
μια φωνή, ένας τόπος,
μια φωτογραφία,
μια μυρωδιά, μια αγάπη
και μια ιστορία,
που μου είπε ένας γέρος άντρας
φυλακισμένος στα φτερά του ανέμου.
Όταν κάποτε τον γύρεψα ξανά
σε κείνο το μέρος
που τον είχα πρωτοσυναντήσει,
υπήρχε παντού
μια μεγάλη σιωπή…


ΚΑΠΟΙΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

Έργα ανθρώπων στολίζουν
σκέψεις χαμαιλέοντες.
Ξεδιπλώνονται με την ασχήμια
και τη βρωμιά τους,
χωρίς να κοκκινίζουν από ντροπή,
ελίσσονται,
για να διαφημίσουν ανύπαρκτα προσόντα
και θέλγητρα που έχουν λήξει από καιρό.
Από αβλεψία, μπορεί κάποιος
να την πατήσει και ν’ αγοράσει
το χαλασμένο τους προϊόν.
Γι’ αυτό οι σκέψεις έχουν προνοήσει.
Στην ετικέτα
– με μαύρα έντονα γράμματα –
είναι τυπωμένη η φράση:
«Επιστροφές δεν γίνονται δεκτές».


ΚΑΛΕΣΜΑ ΕΡΩΤΟΣ

Τι ζήτησα, καλέ μου;
Μονάχα μια αγκαλιά.
Απ’ το χέρι σου ένα χάδι,
στο στόμα δυο φιλιά.

Να γίνουν οι ψυχές μας
της θάλασσας πουλιά.
Του έρωτα βαρκούλα
που σήκωσε πανιά.

Κι ας φύγουμε ταξίδι
σε πέλαγο ανοιχτό,
σε μέρη αγαπημένα
μαζί σου ν’ ανοιχτώ.

Να μου κρατάς το χέρι,
στον βραδινό ουρανό
να ’σαι το μόνο αστέρι
που θ’ ακολουθώ.


ΤΟΠΙΑ ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗΣ

Σεισμοί σε Νικομήδεια και Αττική,
εικόνες βιβλικής καταστροφής.
Γινήκανε αφετηρία επαναπροσέγγισης
δύο λαών που δοκιμάστηκαν πολύ.

Τοπία Συμφιλίωσης τα ερείπια,
αδελφέ μου, στην κτιρίων τα χαλάσματα,
εμείς εργαστήκαμε ενωμένοι και ξορκίσαμε
αιώνων διχόνοιας τα φαντάσματα.

Στο χάραμα της νέας μέρας που αντικρίσαμε,
κατάκοποι απλώσαμε τα χέρια.
Και πάνω απ’ της καταστροφής τον ουρανό
πέταξαν, αδελφέ μου, περιστέρια.


ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ – ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ ΣΗΜΕΡΑ

Φερθείτε με επιείκεια στους σημερινούς Ποιητές.

Συγχωρέστε τους αν γράφουν για το νέφος,
τα γκρίζα κτίρια της μεγάλης πολιτείας,
για το AIDS, την μοναξιά, την ανεργία,
για τα γκρεμισμένα όνειρα των νέων ανθρώπων…

Δυσκολεύονται να γράψουν για το παρελθόν.

Σαν έρχονται στο νου τους οι στίχοι
του Σολωμού, του Βύρωνα, του Παλαμά
και των άλλων Ποιητών του τόπου
για τους Ελεύθερους Πολιορκημένους:
«Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος…
και εκπληρώσαντες τα χρέη τους
ως πιστοί στρατιώται της Πατρίδος…»

Βαραίνουν τα χέρια τους πάνω στα πλήκτρα
του ηλεκτρονικού υπολογιστή.
Με κόπο καταφέρνουν, μια λέξη μονάχα,
να γράψουν στην οθόνη: ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ.
Τούτη η λέξη όλα τα περιέχει.

Πιότερο την ελπίδα της Εξόδου και της Ανάστασης
για τους σημερινούς Ελεύθερους Πολιορκημένους.
[Το ποίημα έλαβε το 2ο ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ στον Η’ Λογοτεχνικό
Διαγωνισμό του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου της Ιεράς Πόλεως
του ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ (8 Απριλίου 1998].


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΕΛΠΙΔΑ

Στην Ελλάδα της κρίσης,
προσπαθείς ν’ αντικρίσεις
μια μικρούλα ελπίδας σταγόνα.

Χριστουγέννων καμπάνα την φέρνει,
ο καθένας με πίστη σαν γέρνει
μπρος στο θείο το Βρέφος το γόνα.

Ο μικρούλης Χριστός ένα φως ιλαρό,
που διαλύει κάθε φόβου σκοτάδι.
Στη ζωή μας οδηγός σταθερός,
στην πορεία μας άστρο – σημάδι.

Στην Ελλάδα της κρίσης,
μπορείς ν’ αντικρίσεις
την ελπίδα ν’ ανατείλει ξανά.

Απ΄ την Φάτνη την φέρνουν
οι ποιμένες που ψέλνουν
στον μικρούλη Χριστό Ωσαννά.

(ΖΩΝΗ Αρκαδίας, Δεκέμβριος 2014)

ΦΑΤΝΗ


ΤΟΠΙΑ ΟΔΥΝΗΣ

Στην ευγένεια των βιωμένων ανατροπών μας,
οι πεθυμιές υποτελείς στην αγωνία,
στην μοναξιά και στη σιωπή παραδομένες.

Υπόκωφος πόνος μα ανυπόφορος
Το ξεγύμνωμα της αυταπάτης.
Ανεόρτια κυλάνε οι ώρες μας,
καθώς το πάθος εκτονώνεται σ’ αλλότρια.
Μπρος στον καθρέφτη του Έρωτα
– με τα ιμάτιά μας πεταμένα στο πάτωμα –
αντικρίζουμε τα νεανικά σώματά μας
έτοιμα να συμμετάσχουν στον «Μέγα Πόνο».
Την ιερότητά των «στιγμών» καταλύοντας
σε Τοπία Οδύνης οδεύουμε.
Φαινομενικά πανευδαίμων φυγοδικώ
στου εφησυχασμού μου τις φωτερές ατραπούς.
Και συ, να μιλάς για τον Παράδεισο,
που απωλέσαμε ως νέοι Πρωτόπλαστοι…


ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΑ ΤΟΠΙΑ

Ένα ματσάκι γιασεμί, κρατώ στο ένα μου χέρι.
Στο άλλο, πλατανόφυλλο κι ένα κλαδάκι φτέρη.

Βροχούλα πέφτει σιωπηλή, ξεντύνοντας τα δέντρα
κι άλλοτε πάλι δυνατή, σαν αιχμηρή βουκέντρα.

Τοπία Μετοπωρινά, πώς να τα περιγράψω;
Φύλλα που πέφτουνε στη γη και σκύβω να τα πιάσω.
Μες σε βιβλία παλλαϊκά, κάποια να φυλακίσω,
με ρίμες την εφήμερη, ζωή τους να υμνήσω.

Στέλνω σε φίλους, σε γνωστούς, φύλλα
και λίγους στίχους.
Φθινόπωρο και η βροχή, κάθε σπιτιού τους τοίχους
διαπερνά, και στην ψυχή στρώνει βρεγμένα φύλλα.
Κι εσύ, κλαρί, που γύμνωσε, νοιώθεις ανατριχίλα.
Και προσδοκάς την Άνοιξη, πάλι για να σε ντύσει
με φύλλα, άνθη και καρπούς σε μια καινούργια ζήση.


ΑΓΑΠΗΣ ΤΟΠΙΑ

Τα μάτια σου τοπία της ψυχής σου
βυθίζομαι και χάνομαι στο βλέμμα σου,
κυλάει σαν νερό καθάριο η αγάπη
και σαν φωτιά μέσα στο αίμα σου.

Στην καρδιά μου ανοίγει δρόμο αιμάτινο
κάθε λέξη, μια ματιά, ένα σου χάδι,
Τοπία της Αγάπης μας πολύχρωμα,
στου έρωτα το αντάμωμα το βράδυ…

Τα μάτια μου δυο θάλασσες που γίνονται
πέλαγα ατέλειωτα κι ωκεανοί,
«στιγμές» που σαν βαρκούλες αρμενίζουνε
και μ’ άστρα γεμίζουν οι ουρανοί.

Τοπία της Αγάπης μας ολόφωτα,
κάθε ανάσα, γέλιο, καρδιοχτύπι,
κάθε λεπτό μετράνε όσα νιώθουμε,
ακούραστα του ρολογιού οι χτύποι.


ΑΝΟΧΥΡΩΤΗ ΨΥΧΗ

Σου παραδίδω, αναγνώστη,
την ψυχή μου, αποτυπωμένη
στη χάρτινη λευκότητα,
α ν ο χ ύ ρ ω τ η.

Κάθε σελίδα
και μια Κερκόπορτα.

Οι λέξεις, οι στίχοι, οι στροφές
τα πολεμοφόδιά μου.

Υποκλίνομαι και μ’ ανακούφιση
αφοπλίζομαι εμπρός σου,
αναγνώστη.

Επιείκεια δεν ζητώ
κι όμηρος πια
στην κρίση σου αφήνομαι.


ΤΟΠΙΑ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Να λογοδοτήσω, γιατί επέλεξα
δρόμο μοναχικό ν’ ακολουθήσω;
Υπόλογη είμαι αν δεν πέτυχα
με τους στίχους μου να σας συγκινήσω.

Ακύμαντη η ψυχή μου περιφέρεται,
τα τραγικά και μίζερα ορώντας.
Αλύτρωτες ψυχούλες που μαράζωσαν,
σε λάθος μονοπάτια τριγυρνώντας.
Αγάπες που δεν βρήκαν ανταπόκριση,
βήματα, που χαθήκανε στο δρόμο.
Να κλάψεις, ν’ ακουμπήσεις και για στήριγμα
πρόθυμο να μην βρίσκεις φίλου ώμο.
Στου πλήθους τη συνάθροιση να σκέφτεσαι:
«Καλύτερα μονάχος μου να ήμουν.»
Θλίψη σου προκαλούν τα τόσα ψέματα
και οι μεγάλοι έρωτες που λήγουν.
Τοπία Δημιουργίας όμως γίνονται
της Μοναξιάς μου οι μικρές οι ώρες.
Παλεύω με τους στίχους και την Έμπνευση
ν’ αντισταθώ στης Πλήξης μου τις μπόρες.
Το ουράνιο τόξο μύρια σκόρπισε
χρώματα στο νοτισμένο ουρανό μου
κι ο ήλιος βγήκε και σεργιάνισε
στις Σκέψεις που ’χω στο μυαλό μου.
Η πένα μου σωτήρια αποδείχθηκε,
όπως μια στέρεα σε ναυαγό σχεδία.
Γινήκανε οι τόποι της μονάξιας μου
ολόχρυσα κι ολόφωτα πεδία.

ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


ΤΟΠΙΑ ΣΙΩΠΗΣ

Ανασκαλεύω τις μνήμες μου. Μπάζα παντού.
Ούτε ένα λουλούδι δεν φυτρώνει στα ερείπια.
Μήτε ένα ζούδι δεν βγαίνει από τα χαλάσματα.
Σιδεροδέσμιες οι αναμνήσεις μου
οδηγούνται στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Τοποθεσίες φυγής οι στοχασμοί μου
κι εγώ σκηνίτης περιφέρομαι.
Αντικατοπτρισμός η όαση
που φάνηκε μπρος μου.
Άνυδρη γη η ψυχή μου,
ανίκανη και αναρμόδια.
Έτσι διαπρέπει στα εγκόσμια.
Ξεχάστηκαν του πρώτου έρωτα
η χαρά και τα ωραία λόγια.
Που πήγανε οι φίλοι μου οι αδελφικοί;
Στη γειτονιά μου πια δεν μυρίζει γιασεμί
και τα παιδιά δεν παίζουνε στους δρόμους.
Δεν έχω μνήμη.
Εξαντλήθηκε και ξεψύχησε στην εξάτμιση
ενός αυτοκινήτου παλιάς τεχνολογίας.
Ένας ηλικιωμένος οδοκαθαριστής
μάζεψε, την επομένη μέρα,
το πτώμα της από τον δρόμο.
Για να μην εμποδίζει την κυκλοφορία.
Τοπία διασυρμού οι στίχοι μου.
Προϊόντα ανάξιου Ποιητή,
διπλωματούχου υποκριτή και εκτομία γραφιά.
Σκορπίζω τις ενοχές μου
σ’ ευτελή γραπτά μνημόνια.
Μεγαλύνει η ψυχή μου τους ματαιόδοξους.
Θυσιαστήριο ο νους μου.
Συντρίβω πάνω του θριάμβους και ήττες.
Ποιος σε κακοκάρδισε, ζωή μου;
Λόγια φαρμακερά ποιο στόμα είπε για σένα;
«Ουδείς ασφαλέστερος εχθρός του ευεργετηθέντος.»
Δεν το έμαθες ακόμα;
Καθησυχάζω τη συνείδησή μου:
«Το καθήκον σου έκανες, ως όφειλες.
Και με το παραπάνω.»
Ωρύεται το alter ego μου:
«Αν λύγιζες την μέση σου καλύτερα,
δεν θα ’χες καταντήσει «ακατάλληλος.»
Κάποιοι ατάλαντοι Λογοτέχνες,
συναθροίζονται σ’ εκδηλώσεις «διανοητικά σκουπίδια»
αναγιγνώσκοντες μ’ αναίδεια.
Αναθαρρώ και ξαναζώ μακριά από συγχύσεις.
Εδάφια Σιωπής οι Σκέψεις μου
κι έγινα οδοιπόρος στη Σιγή.
Το ταξίδι δεν τελειώνει ποτέ.


ΣΩΜΑΤΟΣ ΤΟΠΙΑ

«Ενδεικτική Βιβλιογραφία» για το σώμα σου;
Πολλές εκδόσεις σε χαρτί illustration.
Και εγώ, φωτογράφος, ζωγράφος ανήμπορος,
το αποτυπώνω σ’ έργο – δυστυχώς – imitation.
Κινείσαι γύρω μου, εντός μου, ο εαυτός μου.
Κομμάτι του “είναι” μου, φωτιά και φως.
Αφήνομαι, ασμένως, στην παρατήρηση
της ανατομικής σου απεικόνισης.
Με ματιά ευλαβική, με προσοχή περίσσια…
Το σώμα σου ηρωικό, προκλητικό,
– σε κίνηση ή αδράνεια –
αποτυχημένο και ανώφελο εγχείρημα
η δική μου απαγκίστρωση απ’ αυτό.
Ευλύγιστος, εύμορφος, εύκοσμος. Εσύ.
ΣΩΜΑ ευθυτενές, μύες ευκρινείς,
γυμνό, ημίγυμνο, ενδεδυμένο σώμα.
Με ρούχα κοσμικά ή της εργασίας φόρμες.
Με καταδιώκει η εικόνα σου, Ακριβέ μου.
Μαζί μου σε κουβαλώ, στης Σκέψης μου
τα “στεγανά” κι άβατα διαμερίσματα.
Καταδικασμένη στον πιο ωραίο εναγκαλισμό.
Αδιάντροπο το στήσιμό σου στον καθρέφτη.
Αδαμιαίος, διεγερτικός, πανώριος.
Αδασκάλευτη, άμαθη, αθώα πες,
στης Φύσης υπακούω τα κελεύσματα.
Ανταποκρίνομαι ασυζητητί στα ερεθίσματα,
που η κορμοστασιά σου προκαλεί.
Για σένα, Σώμα αγαπημένο, λατρευτό,
απέτυχα να γράψω ένα ποίημα.
Πώς να συνθέσεις ενός κορμιού το μεγαλείο
με λέξεις και ρίμες φτωχικές;

ΖΕΥΓΑΡΙ ΓΥΜΝΟ


ΑΝΟΜΟΙΑ ΤΟΠΙΑ

Η πένα μου όπλο ισχυρό,
το βλέμμα διεισδυτικό
και η Σιωπή τραγούδι.

Οδοιπορώ σ’ ατραπούς νοερές,
αναζητώντας την Αλήθεια,
την Γνώση και την γαλήνη.

Εντρυφώ στου κορμιού σου
τα θέλγητρα και συμμετέχω
στης Ηδονής το γιορτάσι.

Σε Τοπία Φωτός περπατώ.
Με οδηγεί μία λάμψη μπροστά,
με ζεσταίνουν χιλιάδες ακτίνες.

Σ’ ελληνικά τοπία ταξιδεύω
μαζεύοντας Χρώμα και Φως.
Αναγεννητικές μυρωδιές ανασαίνω.

Σ’ Ανόμοια Τοπία έμπνευσης
η σκέψη μου περιφέρεται
την Πλήξη ξορκίζοντας…


ΤΟΠΙΑ ΥΠΟΜΟΝΗΣ

Στης καρδιάς την όαση, δροσερό νεράκι
την παλάμη γέμισα για να πιω λιγάκι.

Στου μυαλού αφέθηκα για να τριγυρίσω
τις δικές σου θύμησες μη σε λησμονήσω.

Την ψυχή μου οχύρωσα με μεγάλα τείχη.
Ήρθες και τα γκρέμισες για κακή μου τύχη.

Πώς ο χρόνος έτρεξε δίχως να προλάβω,
τα δικά σου αισθήματα να τα καταλάβω;

Κι έφυγες απρόσμενα’ της ορφάνιας τώρα
μ’ άφησες για να μετρώ κάθε φευγάτη ώρα.

Ούτε ένα τριαντάφυλλο, μήτε ένα γεράνι,
μοναχά η πίκρα μου, μόνο αυτή μου φτάνει.
Σε Τοπία Υπομονής η Σκέψη μου εξασκείται
κι έρχεται η Θύμηση και την εκδικείται.

Το στερνό χαμόγελο μια ευχή σου στέλνει.
Προσευχούλα εωθινή, που η καρδιά μου ψέλνει.


ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΤΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Είναι οι στίχοι τα δικά μου τα παιδιά’
παίζουν, γελάνε, τραγουδάνε, ψιθυρίζουν.
Βγαλμένοι απ’ όσα έχει νιώσει η καρδιά
κι απ’ όλα εκείνα που με περιτριγυρίζουν.

Ψυχές αθώες που δεν κύλησαν στο δρόμο,
δεν λερωθήκανε τα χέρια τους στο αίμα,
πληγωθήκαν μα δεν γείρανε σε ώμο
για να βρούνε ανακούφιση απ’ το ψέμα.

Είναι οι στίχοι μου ανείπωτα τραγούδια,
με μουσική σε κάθε λέξη φωλιασμένη.
Ύμνοι, που δεν ψάλλουν αγγελούδια
και μια Μνήμη που επιμένει δακρυσμένη.


ΕΥΟΙΩΝΟ ΤΟΠΙΟ

Δεν σβήνει της Αγάπης το καντήλι
κι ας σώνεται το λάδι με το χρόνο.
Τα μάτια σου όσα απέκρυψαν τα χείλη,
μου είπαν και μου διώξανε τον πόνο.

Οι χτύποι της καρδιάς σου, ηλιαχτίδα.
Ευοίωνο Τοπίο να διαβώ.
Γεμίζω την ψυχούλα μου μ’ ελπίδα.
Μετά από καιρό αναθαρρώ.

Τα λόγια σου Ευτυχίας Ευαγγέλιο,
χειμωνανθοί στον κήπο της καρδιάς.
Προμήνυμα της άνοιξης το γέλιο
και τ’ άνθη της μικρούλας μυγδαλιάς.


ΖΩΗΣ ΤΟΠΙΑ

Διαβαίνει η ψυχή μας
σε δρόμους δύσβατους.
Ζητάει το κορμί μας
της Ηδονής το «φως».

Τ’ αγέρι δεν μας παίρνει
ταξίδι μακρινό.
Η κάθε ώρα φέρνει
ό,τι δεν θέλουμε.

Γωνιές γεμάτες ίσκιους
στου κόσμου τα στενά.
Καρδούλες πονεμένες
κι ελπίδα πουθενά.

Μια βάρκα η ζωή μας,
που δεν σαλπάρισε.
Με τα πανιά ανοιγμένα
δεν καβατζάρισε.

Και τριγυρνάει η ψυχή μας
σ’ ονείρου ατραπούς,
σε μέρη ανεξερεύνητα
και σ’ άλλους ουρανούς.


ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΠΙΑ

Ήσσονος σημασίας στίχοι
αραδιασμένοι στο χαρτί.
Πολιορκούν στρατεύματα τα τείχη
της καρδιάς μου που έχει ερωτευτεί.

Γυρεύω απαντήσεις στη Σιωπή
και στις Σκιές, που γίναν συντροφιά μου.
Παραμορφωτικός καθρέφτης η Φυγή,
μαζί ασχήμια κι ομορφιά μου.

Τοπία Μυστικά πρωτοφανέρωτα
(εμπρός μου) με θαμπώνουν.
Μιλήματα, υπονοούμενα του έρωτα
(εντός μου) με αναστατώνουν.

Η δύναμη του Νου μου αδυνατεί,
το βάρος να μου πάρει από τα στήθη.
Μάταια η ψυχή μου αναζητεί
της Αγάπης γιατρικό στη Λήθη.

Φυγομαχώ σε μέρη ονειρικά,
αφού δεν μπορώ να είμαι κοντά σου.
Όμως κι εκεί δεν βρίσκω τη γαλήνη’
μόνη γιατρειά, καλέ μου, η αγκαλιά σου.


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΟΠΙΟ

Τη νύχτα ταξιδιώτες στην Αγάπη,
γυρεύουμε ένα μέρος να σταθούμε’
ο κόσμος μια αγκάλη ανοιγμένη
που μέσα της ποθούμε να κλειστούμε.

Νυχτερινό τοπίο ο έρωτάς μας,
τ’ αστέρια ευτυχίας φανοστάτες.
Η νύχτα φεγγαρόλουστη, όλο μάγια
και η σιωπή παρέα στους διαβάτες.

Ίσκιοι ξεκολλάνε από τους τοίχους,
τριγύρω πηγαινόρχονται όλο βιάση.
Σαν μ’ αγαπάς δεν θέλω τίποτ’ άλλο,
για μένα είναι παράδεισος η πλάση.

Λουσμένα όσα αντικρίζω σ’ αχνό φως,
με ήχους γνώριμους κι αγαπημένους.
Η νύχτα ξαγρυπνάει, και ο Θεός
πάντα προστατεύει τους ερωτευμένους.

                                                           «Lovers walking», painting by Vickie Wade.


ΤΟΠΙΑ ΦΩΤΟΣ

Καθημερινός επισκέπτης
ο Ήλιος, σηματοδοτεί
κάθε καινούργιο ξεκίνημα:
την σύνθεση ενός ποιήματος
ή μουσικού κομματιού,
την κοινή ζωή δύο ερωτευμένων,
τη γέννηση ενός παιδιού…

Σκηνοθετώ έργο μονόπρακτο
φωτίζοντας τη σκηνή
κατά την κρίση μου.
Παίζω παιχνίδι φωτοσκιάσεων,
φωτοχυσίας και σκοτίας.
Οι πρωταγωνιστές περιφέρονται
αμίλητοι, εκπίπτοντας.
Εκποδών ποιούμαι άπαντες,
άμα η ψυχή μου κουραστεί
να συμμετάσχει στα δρώμενα.

Τοπία Φωτός η πένα μου
σκιτσάρει στις σελίδες.
Υποτάσσεται στης Έμπνευσης
τις φωτεινές γραμμές.

Ένα τραγούδι όμορφο
στον Ήλιο αφιερώνω.

Διάγω βίον ηλιόλουστον
σε καιρούς χαλεπούς.


ΜΙΑ ΧΑΡΑΜΑΔΑ

Δεν σου ταιριάζουν οι σκιές,
που σημαδεύουν τις γωνιές
κι ό,τι έχει παρακμάσει.

Σήκω τα μάτια σου ψηλά,
δώσε στο βλέμμα σου φτερά
στ’ ανώτερα να φτάσει.

Όπου σε βγάλει η καρδιά,
σ’ όποιο λιμάνι κι αγκαλιά,
άραξε κι αναπαύσου.

Μια χαραμάδα σαν θα δεις,
τράβα εκεί για να βρεθείς
σιμά στα όνειρά σου.


ΟΙ ΝΟΤΕΣ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ

Βάλε δυο νότες μουσικές
στου πενταγράμμου τις σειρές
κι ένα τραγούδι φτιάξε.

Παντού ας γυρίσει η ματιά,
μα όπου χτυπήσει η καρδιά,
για την αγάπη ψάξε.

Δώσε στα αισθήματα φτερά,
πλεύσε σε ήρεμα νερά,
είναι η ζωή βαρκούλα,

που ταξιδεύει ολημερίς
κι άμα θα ψάξεις θα την βρει
στου καθενός μας την καρδούλα…


ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ

Κείνες τις ώρες τις μικρές,
που φυλακίζονται οι «στιγμές»
στης Μνήμης τα συρτάρια,

κράτα μια ανάμνηση θολή,
κάν’ τη του πόνου σου βολή
και ρίξε τη στα ζάρια.

Κι αν ’ρθουν εξάρες στη σειρά,
δώσε στη λύπη τη χαρά
ξανά να σεργιανίσει.

Ό,τι σε πίκρανε πολύ,
ας γίνει δάκρυ και φιλί
να σε ανακουφίσει.

ΕΞΑΡΕΣ


ΟΤΑΝ ΕΣΒΗΣΕ Η ΑΓΑΠΗ

Μάθετε πως του έρωτα
τα βέλη σαν πληγώσουν,
αίμα θα στάξει στην καρδιά
και θα την μαχαιρώσουν.

Να λησμονήσω απέτυχα
όσα έχω υποφέρει,
έγινε πόνος η χαρά
κι ο έρωτας μαχαίρι.

Το δάκρυ μου κυλάει θολό
σαν τη βροχή στο τζάμι,
η θύμησή σου μια πληγή
που μ’ έχει αποκάμει.

Αχ, να μπορούσα στη στιγμή
που περνάει και σβήνει
μια βροχοστάλα να γινώ
που ίχνη δεν αφήνει.

Και να ξεχάσω του έρωτα
την πίκρα και το δάκρυ,
όταν ο ήλιος έσβησε
και χάθηκε η Αγάπη.


ΠΑΣΧΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ

Άνθισε η πασχαλιά στον κήπο.
Τα μοβ ανθάκια της σκορπίζουν ευωδιά
κι οι μέλισσες γλυκά τα τριγυρίζουν.

Στον δρόμο παίζουν μπάλα τα παιδιά,
κάνουν ποδήλατο, πατίνια, συζητάνε’
για μυστικές αγάπες ψιθυρίζουν.

Τα σπάρτα γέμισαν λουλούδια
και η χιονιά στ’ άσπρα ντυμένη
την Άνοιξη υμνεί και περιμένει

καμπάνας χτύπημα χαρούμενο, γλυκό,
το βράδυ της Ανάστασης ν’ ακούσει
και ελπίδας φως ν’ ανάψει θεϊκό.

Κάθε λαμπάδα το χαρμόσυνο το νέο
να μεταφέρει απ’ την εκκλησιά στα σπίτια.
Λαμπρής γιορτή και Πάσχα ελληνικό.


ΜΙΑ ΛΥΠΗ

Δεν έχει η πίκρα τελειωμό,
έχει η καρδιά μου έναν καημό.
Ψάχνω να βρω μια κρύα πηγή
για να ξεπλύνω την πληγή.

Οι άνθρωποι δεν μ’ άφησαν
να σηκωθώ’ με κράτησαν.
Μου στέρησαν τα υψώματα,
με σκέπασαν με χώματα.

Και στου Απρίλη την αυγή,
καθώς ξαναγεννιέται η γη,
είπα: «ψυχή, μονάχη, ορθώσου,
γίνηκε εχθρός ο αδελφός σου.

Μην σου κοπούνε τα φτερά σου,
μην αρνηθείς τα όνειρά σου.
Κάνε τη λύπη εικονοστάσι,
εκεί η ψυχή να ξαποστάσει.»

(Μεγάλη Πέμπτη, 8 Απριλίου 2004)


ΤΡΙΣΤΙΧΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
(*) Ξεδιψώ, ρουφώντας
λαίμαργα τη δροσιά
της αγάπης σου.

(*) Το άδικο και το άτιμο
έχουν τον προστάτη τους:
την Δικαιοσύνη του Χρήματος.

(*) Ασπρόμαυρος ο έρωτας.
Αμοντάριστα πλάνα ηδονής.
Οι θεατές αποκοιμήθηκαν.


ΝΕΑ ΦΥΣΗ

Στη θέση των δέντρων
χύνουν τσιμέντο και σίδερα.
Οι Δημιουργοί μιας νέας φύσης.

[«Cement plant from Feeder canal»by Matt Chinian.]


ΤΕΙΧΗ

Για να μην ενοχλούνται
οι άνθρωποι, υψώθηκαν
τείχη και τοίχοι παντού.

[Photo by Kamil Varcoller.]


ΟΙ ΠΡΟΔΟΤΕΣ

 Σήμερα οι προδότες
δεν φοράνε κουκούλες.
Σε κοιτάνε κατάματα.


(*) Στα φανάρια ένα παιδί
πουλούσε χαρτομάντηλα.
Με τον φόβο στα μάτια…

(*) Σε λαμπρές δεξιώσεις
φτιάχνουν την εικόνα τους
κάποιοι σύγχρονοι Ποιητές.

(*) Δεν χορταίνω από τα ψίχουλα
που μου προσφέρεις
της αγάπης σου.


Ο ΓΥΡΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Στον ύπνο μου σ’ ονειρικό
ταξίδι συμμετέχω.
Σε κάθε χώρα κι ήπειρο
χιλιάδες φίλους έχω.

Απ’ τη Ρωσία ο Ιβάν
το χέρι μου κουνάει
και τ’ όνειρό μου ύστερα
στη Φιλανδία με πάει.

Η Σάορι απ’ το Τόκυο
μου λέει «Σαγιονάρα»
κι ακούω με την Ζοζεφίν
τους ήχους του Νιαγάρα.

Οι φίλοι μου στην Αίγυπτο
δροσίζονται στο Νείλο.
Ήταν σκοτάδι στο Περού
δεν είδα ούτ’ έναν φίλο.

Στη Βοσνία απ’ τον πόλεμο
ερείπια αντικρίζω.
Στη Σομαλία απ’ τον λιμό
πτώματα και δακρύζω.

Στην Άγκυρα ο Σαμπαχατίν
«στάσου αδελφέ» φωνάζει
και στην Αθήνα άρχισε
απ’ ώρα να χαράζει.

Τ’ ονειρικό ταξίδι μου
στο τέλος του ζυγώνει.
Άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή
του κόσμου ξημερώνει. O GYROSTOY KOSMOY

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ    Στην ανιψιά μου Ειρήνη – Μαρκέλλα

Κοιμήσου, κοριτσάκι μου,
σε πουπουλένιο στρώμα.
Ξεκούρασε το βλέμμα σου,
το τρυφερό σου σώμα.

Γύρε στη μητρική αγκαλιά,
σε κόρφο αγαπημένο,
σε λιμανάκι απάνεμο
στο θείο φως λουσμένο.

Κοιμήσου στα ολομέταξα,
γλυκό νάν’ τ’ όνειρό σου
ώσπου ο ήλιος να φανεί
απ’ το παράθυρό σου.

Και όταν έρθει η αυγή,
μικρή μου, αναγαλλιάζει η γη.
Μες του χειμώνα την καρδιά
ήρθαν της Άνοιξης πουλιά.

Τα έφερες, γλυκιά μου εσύ,
κι ευλογημένη να ’σαι.
Θερμό τραγούδι της ζωής,
σου λέω, που κοιμάσαι. [«Mother’s Love», painting by Sandra Kuck.]


ΧΩΡΟΣ ΟΝΕΙΡΩΝ

Το περιττό βρήκε την θέση του
στο σήμερα.
Το ανούσιο βιώνεται κι αυτό
στην καθημερινότητα.
Μοναδικό καταφύγιο απέμεινε
στον σύγχρονο άνθρωπο
του ονείρου ο χώρος.
Εκεί, λυτρωτικά αφήνεται
σε θαυμαστά, ανέκφραστα
κι εφήμερα δημιουργήματα.
Στους σημερινούς καιρούς:
ΑΜΥΝΘΕΙΤΕ, με όνειρα.
ΕΝΑΝΤΙΩΘΕΙΤΕ, στην ευτέλεια.
ΑΝΗΣΥΧΕΙΤΕ, που έπαψαν
ν΄ ανθοφορούν οι καρδιές.


ΠΑΤΡΩΑ  ΓΗ

Τον ξένο τόπο χρόνια τώρα,
δεύτερη πατρίδα του ονομάζει.
Μα στην καρδιά αγάπη αιώνια
για την Ελλάδα εκεί φωλιάζει.

Μια χούφτα χώμα από τον κήπο,
ένα κλαδάκι λεμονιάς
κι ένα κοχύλι απ΄ το Αιγαίο,
αντίδοτα της λησμονιάς.

Σε μια γωνιά στο εικονοστάσι,
φυλάει σ΄ ένα μικρό κουτί,
το χώμα, το βότσαλο, τα άνθη,
ενθύμια απ΄ την πατρώα γη.


ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΕΡΩΤΙΚΟ

Πήρα την πένα κι έγραψα
για σένα ένα τραγούδι.
Είσαι του ονείρου μου το φως,
αμάραντο λουλούδι.

Το βλέμμα σου αιχμαλώτισε
για πάντα το δικό μου.
Σε κοίταξα κατάματα
κι έχασα το μυαλό μου.

Το λογικό μου μ΄ άφησε
και δεν μπορώ να κρίνω.
Για μια ματιά σου τρυφερή
τον Ουρανό σου δίνω.

Για ένα χαμόγελο ζεστό
την μοναξιά μου αφήνω.
Δροσάτο, γάργαρο νερό
κάθε φιλί που πίνω.

Πήρα την πένα κι έφτιαξα
τους πόθους μου τραγούδια.
Και της καρδιάς μου οι ερημιές
γεμίσανε λουλούδια.

ΑΓΡΑΦΟ ΧΑΡΤΙ
Τοπίο μοναχικό μπρος μου
μοιάζει το λευκό χαρτί.
Η έμπνευση απούσα
κι οι ώρες μου
κυλούν μες στη Σιωπή.
Σε χωραφάκι αφρόντιστο
σπέρνονται οι Σκέψεις μου
κι άγραφο μένει το χαρτί.


ΟΙ «ΑΔΟΞΟΙ» ΠΟΙΗΤΕΣ

Τα ποιήματα που γράφουμε
πια δεν μας ανήκουν.
Σ΄ όσους τα χρειάζονται,
ας τους προσφερθούν.
Να σκύψουνε με προσμονή,
ως διψασμένοι στην πηγή,
να πιουν, να ξεδιψάσουν.
Κι όποια νομίζουνε τιμή,
στον «άδοξο» τον ποιητή,
ας δώσουν, όταν χορτάσουν.


ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ

Νόμισα, ότι κρατούσα γερά
στα χέρια μου τον κόσμο.
Άφοβα τον στριφογύριζα
χωρίς να νοιάζομαι.
Τα χέρια μου κουρασμένα
δεν άντεξαν πια το βάρος.
Με βρόντο έπεσε χάμω
κι άνοιξε αμέσως
το κουτί της Πανδώρας…


ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΣΚΑ

Κρύβονται οι άνθρωποι ΄
πίσω από ένα ψεύτικο χαμόγελο,
μιαν «άδεια» χειραψία,
ένα ωραίο φόρεμα ή κοστούμι.
Στα μάτια τους η κόπωση ολοφάνερη ΄ κι η παγωνιά
απ’ την ψυχή τους ανηφορίζει
και συναντά τον κόσμο.
Τις ώρες της ανάπαυσης βγάζουν
οι υποκριτές τις μάσκες τους
κι ένα χλωμό πρόσωπο
αντικρίζουν στον καθρέφτη.
Τον άλλο τους εαυτό ΄
γυμνό, σκληρό, αδίστακτο.
Στο πάτωμα του δωματίου τους
το πεταμένο προσωπείο τους,
της νέας μέρας το ξεκίνημα
ακίνητο και σιωπηλό προσμένει.
Κάθε πρωί ζωή εφήμερη «ενδύεται»
κάθε βραδιά προσωρινά πεθαίνει…


ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ

Του ωραίου και του υψηλού
είναι παντοτινοί εραστές.
Του μέτρου και του ταπεινού
σε κάθε πράξη εκφραστές
– οι Έλληνες.
Της ομορφιάς και τους φωτός
είν΄ ένας ύμνος θεϊκός
κάθε γωνιά σου Ελλάδα.
Τα χρόνια που κυλήσανε,
διόλου δεν σου στερήσανε,
την πρωτινή σου ικμάδα.
Το χρέος τους προς τους λαούς
του κόσμου που αλλάζει
στο ακέραιο θα πράξουνε.
Το μέλλον δεν τρομάζει
τους Έλληνες.


ΕΛΠΙΔΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ 
Αδιάκοπη προσπάθεια μες στη θλίψη,
σε θάλασσα χλωμή καημούς ψαρεύω,
οι κρυφές χαρές μου έχουν λείψει,
βαρκούλα η ψυχή και ταξιδεύω.

Ένα ξημέρωμα απέλπιδο προσμένω,
ο πόνος μου τραγούδι εωθινό.
Πουλάκι σε χρυσό κλουβί κλεισμένο
και μέσα μου τοπίο φθινοπωρινό.

Να βγει το ουράνιο τόξο περιμένω,
δροσούλα το αγέρι να μου φέρει.
Σε φίλου ώμο το κεφάλι μου γερμένο,
αδελφέ μου, δώσε μου το χέρι.

Να διώξουμε τις μέρες φθινοπώρου,
για Άνοιξη η καρδιά μας να ομιλεί.
Η προσμονή του πιο ωραίου δώρου
είναι το δάκρυ που το σβήνει ένα φιλί.  (9 / 8 / 2001)


ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ

Για σένα θα γράψω, Μητέρα,
το πιο ωραίο τραγούδι.
Για σένα μονάχα θα φτιάξω
την πιο γλυκιά μουσική.

Λουλούδια παντού θα σκορπίσω,
Μητέρα, στη δική σου γιορτή.


ΕΝΑ ΦΩΣ

Όταν τα δύσκολα στο δρόμο συναντήσεις,
με προσοχή τα βήματά σου να βαδίσεις.
Στη λύπη, στον καημό, στη στενοχώρια,
μέσα σου ψάξε και θα ’βρεις παρηγόρια.

Μην τριγυρίζεις το μυαλό σου στα χαμένα,
άσε στη Λήθη τα παλιά και περασμένα.
Ό,τι αντικρίζει η ματιά σου στο σκοτάδι,
μπορεί να ’ναι της μοίρας σου σημάδι.

Άμα τα χείλη σου η πίκρα έχει σφαλίσει,
ένα χαμόγελο μπορεί να τη διαλύσει.
Ένα φως απ’ της ψυχής σου το βασίλειο,
κάν’ το ελπίδα, τρυφερότητα και ήλιο.

Μην αφήσεις τη σιωπή να σε νικήσει,
με ομορφιά κάν’ τη ζωή σου να κυλήσει.
Της ευτυχίας ένα φως, αχνό, φαντάσου.
Βάλτο πυξίδα, οδηγό μες στην καρδιά σου.


ΜΙΑ ΚΑΠΟΙΑ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ

Με μια κούπα καφέ στο χέρι
σπαταλάω λίγο χρόνο και για μένα.
Ρίχνω ένα βλέμμα έξω απ’ το παράθυρο.
Στο μπαλκόνι ανθισμένα τα γεράνια στις γλάστρες,
απ’ απέναντι, ο σκύλος του γείτονα με κοιτάζει σιωπηλός.
Μες το δωμάτιο, συρτάρια ανοιχτά, ξέχειλα,
άλλα μ’ επιστολές και προσκλήσεις,
το κάτω συρτάρι γεμάτο καρτ – ποστάλ,
ο υπολογιστής πιο πέρα σε λειτουργία με προσμένει…

Με μια κούπα καφέ στο χέρι,
ρουφώ αχόρταγα λίγες στιγμές ανέμελου χρόνου.
Το κουδούνισμα του τηλεφώνου στο γραφείο μου
βάζει τέλος στην πρόσκαιρη μόνωσή μου.
Ένας φίλος θέλει να μοιραστούμε μιαν ιδέα,
να δώσουμε διέξοδο σε μια ανησυχία του,
να σχολιάσουμε μια κατάσταση κοινωνική…

Είναι όλα αυτά σημάδια και σκηνές
                 της νέας μέρας που αρχίζει.    (10 /3 / 2008).


ΑΘΗΝΑ 2004, ΠΑΝΑΡΧΑΙΟ ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟ ΜΗΝΥΜΑ ΕΙΡΗΝΗΣ, ΑΓΑΠΗΣ, ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ
Στην πόλη της Αθήνας, κάθε γωνιά ιερή
εδώ θα ανταμώσουν για τους Αγώνες οι λαοί.
Το φως της Ολυμπίας θ’ αγγίξει την ψυχή
και μήνυμα πανάρχαιο θα γίνει προσευχή:

Καιρός να αδελφώσουνε οι άνθρωποι στη γη,
να κλείσει κάθε αιμάσσουσα στον κόσμο μας πληγή.
Δημιουργία, ομόνοια, ειρήνη και Αγάπη,
να πάψει ο αδικοσκοτωμός και να κυλάει το δάκρυ.

Κάτω απ’ τον αττικό ουρανό τα Στάδια θα γεμίσουν,
τους αθλητές, οι θεατές για να επευφημήσουν.

Μέσα στη λαοθάλασσα και στην κοσμοπλημμύρα
θα είναι κι ο Απόλλωνας να παίζει με τη λύρα.
Η Αθηνά προστάτιδα στην πόλη θα γυρίζει
κι η Παναγιά η Δέσποινα θα σκέπει, θα φροντίζει.

Όλος ο κόσμος μια γιορτή και μια χαρά μεγάλη,
στον στίβο, στο ποδόσφαιρο, στα βάρη και στην πάλη.
Για ένα στεφάνι δάφνινο ο αγώνας κι η ελπίδα
για μια καλύτερη ζωή κι η Γη μας μια πατρίδα.


ΝΥΧΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Δεν είναι η νύχτα τούτη σαν τις άλλες,
τις νύχτες στη πρωτεύουσα της χώρας.
Αυτό το βράδυ οι καρδιές μας ζούνε
κάθε λεπτό που φεύγει, κάθε ώρας.

Χαρούμενα ηχούνε οι καμπάνες
σαν φεύγει το σκοτάδι και χαράζει.
“Χριστός γεννάται” κι απ’ τη Φάτνη
πλουσιοπάροχα το φως Του μας μοιράζει.

Δεν είναι τούτη η νύχτα σαν τις νύχτες
που ζούμε κάθε μέρα σαν νυχτώνει
κι ανάβουνε της πολιτείας τα φώτα.

Απόψε, ένα φως ουράνιο, από τ’ Αστέρι
τη λάμψη του παντού γύρω απλώνει.
Χριστούγεννα σημαίνουν οι καμπάνες.


ΣΙΩΠΗΛΟ ΦΕΓΓΑΡΙ
Σιωπηλό το φεγγάρι
της ψυχής μου έχει πάρει
τους καημούς
να τους κάνει τραγούδι.

Κουρασμένο το σώμα
και δεν έσβησε ακόμα
η ευώδια
απ’ το κομμένο λουλούδι.

Σ’ ένα βάζο πεθαίνει
και καθώς ξεθυμαίνει
οι αισθήσεις
στη νύχτα αργοσβήνουν.

Σιωπηλό το φεγγάρι
τ’ όνειρά μου έχει πάρει
που σαν άστρα
στο χάραμα σβήνουν.


ΝΑΥΑΓΙΣΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ

Καράβι.
Και πέλαγα ανοιχτά να ταξιδέψει.
Όνειρο.
Πώς την ζωή του να ξοδέψει;
                                                                               Φεγγάρι κι άστρα                                                                                                      – οδηγοί του μες τη νύχτα.
Θυμάται,
τη στερνή του «καληνύχτα».
Σιωπή
και ούτε λέξη η ψυχή να εκλιπαρήσει.
Βαρκούλα,
που δεν βρήκε λιμανάκι να γυρίσει.
Ξημέρωμα.
Ναυάγησε σ’ ένα ερημονήσι.
Αγάπη.
Δεν μπορεί η καρδιά να λησμονήσει.

                                                       Πίνακας του Mikhail  Ivanenko.


ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ (1859 – 2009):
ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΑ 150 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ
Διαβήκανε τα χρόνια κι οι καιροί
μα οι άνθρωποι θυμούνται το Δροσίνη,
είναι οι στίχοι του σαν δροσερή πηγή
που συγκινούν, σκορπίζουνε γαλήνη.

Μεσολογγίτικης γενιάς ήταν ανθός,
ανθρώπους απλούς είχε για φίλους,
με ξωμάχους της υπαίθρου και ψαράδες
συζητούσε για παράδοση και θρύλους.

«Στης Πλάκας τις ανηφοριές» μεγαλωμένος,
ύμνησε την «Ανθισμένη Αμυγδαλιά»,
το χώμα το ελληνικό το αγαπημένο,
της φύσης την απέραντη αγκαλιά.

Συνέλεξε τα «Σκόρπια φύλλα της ζωής» του,
για «Ειδύλλια» έγραψε στίχους τρυφερούς,
το έργο του επιβίωσε στο χρόνο,
σε δύσκολους, αντιποιητικούς καιρούς.

Του Λόγου όταν ζητάμε την απλότητα,
μες στην αντάρα σαν γυρεύουμε γαλήνη,
ο νους μας ηρεμεί και παραδίδεται
στην ομορφιά των στίχων του Δροσίνη.    (7 Δεκεμβρίου 2008)


Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Την αγάπη Σου, Θεέ μου,
έχω νιώσει και τη νιώθω,
λευτερώνεις της καρδιάς μου
κάθε δεσμευμένο πόθο.

Κάθε σκέψη μου φτερώνεις,
κάθε πόνο απαλύνεις
και κοντά Σου δεν φοβάμαι
κάθε πρόβλημά μου λύνεις.

Βραβείο Ποίησης (το ποίημα στ’ αγγλικά) στον διαγωνισμό της
Ρόζμαρυ Γουϊλκινσον (ΗΠΑ), συνοδευόμενο από 500 δολάρια.


ΟΤΑΝ…

Είναι στιγμές που οι Ποιητές
οφείλουν να σωπαίνουν:
όταν κελαηδάνε τα πουλιά,
κυλάνε ήσυχα τα νερά τους τα ποτάμια,
ο ήλιος λάμπει και ζεσταίνει παντού
κι οι άνθρωποι ζούνε μονιασμένοι.
Είναι και φορές, που οι Ποιητές
έχουνε χρέος να φωνάξουν δυνατά:
Όταν ο ουρανός σκοτεινιάζει από τους καπνούς
των ρουκετών και των πυρκαγιών,
οι θάλασσες μαυρίζουν από το πετρέλαιο
και τα γλαροπούλια
πεθαίνουν από την μόλυνση.
Όταν ο ήλιος δεν ζεσταίνει
όλους τους ανθρώπους
και τα παιδιά δεν είναι ευτυχισμένα.
Όταν ο πόλεμος σκορπάει τον πανικό,
τον φόβο και τον θάνατο
κι αφήνει πίσω του ερείπια, αναπήρους
και γκρεμισμένα όνειρα.
Τότε, οι Ποιητές οφείλουν να γράφουν,
όπλο κάνοντας την πένα τους
και μήνυμα και ελπίδα.
Μέχρι να ’ρθουνε και πάλι οι στιγμές,
που οι Ποιητές οφείλουν να σωπαίνουν…

ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΟΤΑΝ...