ΣΚΕΨΕΙΣ / THOUGHTS

PEN

Μικρά κείμενα γραμμένα σε διάφορες χρονικές στιγμές (από τα φοιτητικά μου χρόνια στο ΤΕΙ Αθήνας, στη Νοσηλευτική Σχολή) μέχρι τις μέρες μας. Είναι μια ξεχωριστή, άλλη γραφή.


Ζαχαρούλα Γαϊτανάκη: ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ, ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ ΕΝΟΣ ΚΑΛΥΤΕΡΟΥ ΚΟΣΜΟΥWRITING A LETTERΑξίζει να παλέψουμε όλοι οι άνθρωποι, με πίστη σε αυτόν τον στόχο, δηλαδή  για έναν καλύτερο κόσμο. Οι ποιητές ιδιαίτερα, οφείλουν να κάνουν μεγαλύτερη προσπάθεια με το έργο τους και τον αγώνα τους σε καθημερινό και προσωπικό επίπεδο. Δεν είναι εύκολο να γίνει αυτή η αλλαγή από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά όλοι οι άνθρωποι του Λόγου και της Τέχνης έχουμε χρέος να κάνουμε ό,τι μπορούμε για την επίτευξη αυτού του σκοπού. Δεν αρκεί να γράφουμε πολλά ποιήματα ή πεζογραφήματα και άρθρα. Οι μάχες κερδίζονται με την συμμετοχή μας σε δράσεις και αποφάσεις που παίρνονται για να γίνει η ζωή των ανθρώπων καλύτερη, ποιοτικότερη, χωρίς φτώχεια και βία, χωρίς αποκλεισμούς, διώξεις και φανατισμούς. Το 2016 ας γίνει μια πρώτη αρχή προς αυτή την κατεύθυνση από όλους τους πνευματικούς ανθρώπους. (Δεκ. 2015).


Η Ζαχαρούλα Γαϊτανάκη γράφει για τις «ΑΖΗΤΗΤΕΣ ΨΥΧΕΣ»: Είδα την Βούλα στην αυλή με την παλιά μα καθαρή, πολύχρωμη ρόμπα της. Τα χρώματα έχουν ξεθωριάσει με τον χρόνο και τα πολλά πλυσίματα, μα η Βούλα δεν φαίνεται να νοιάζεται γι’ αυτό. Δυο ασημένια μικρά σκουλαρίκια κρέμονται από τ’ αυτιά της κι ένα μεγάλο ρολόι στο χέρι της, που δεν λειτουργεί, γιατί «του τέλειωσε η ώρα» όπως λέει η ίδια, τα κοντοκουρεμένα λιγδιασμένα της μαλλιά, τα θλιμμένα γαλαζοπράσινα μάτια της και το αιώνιο χαμόγελο στο μεγάλο της στόμα, συμπληρώνουν την εικόνα της.
Η Βούλα, ετών 52, τρόφιμος σε ψυχιατρική κλινική, κλεισμένη χρόνια εκεί, μόνη, ξεχασμένη απ’ όλους. Δεν μετράει πια τις ώρες το σταματημένο της ρολόι. Οι μέρες, οι μήνες και τα χρόνια κυλάνε πάντα το ίδιο μονότονα, μοναχικά και θλιμμένα γι’ αυτήν. Έχει ξεχάσει το επώνυμό της. Δεν θυμάται τίποτα από τους δικούς της. Στην κλινική, όλοι την ξέρουν με το μικρό της όνομα: ΒΟΥΛΑ. Κι αυτή, όταν ακούει τ’ όνομά της, στρέφει το κεφάλι και κοιτάει με κείνα τα θλιμμένα γαλαζοπράσινα μάτια της, όποιον την φωνάξει.
Άλλη μια αζήτητη ψυχή, ένα κορμί που περιμένει να κλείσει τον βιολογικό του κύκλο και να φύγει. Μια ψυχή που δεν ένοιωσε την αγάπη των συνανθρώπων της, ένας άνθρωπος που δεν γνώρισε τον έξω κόσμο – κλεισμένος σε τέσσερις τοίχους και σε μια σιδερόφρακτη αυλή – ένα σώμα που δεν αισθάνθηκε του έρωτα το χάδι…
Η Βούλα, οι Βούλες αυτού του κόσμου, όπως και να λέγονται. Οι αζήτητοι άνθρωποι (όχι όλοι μα αρκετοί – άντρες και γυναίκες) των ψυχιατρικών κλινικών… Με τα καθαρά αλλά ξεθωριασμένα ρούχα τους, τα κοντά τους μαλλιά, το θλιμμένο βλέμμα, το παιδικό τους πρόσωπο…Απόκλιση… Καθήλωση…Σιωπή… Κραυγές σιωπηλές που δεν φτάνουν στ’ αυτιά των απέξω για να τους ενοχλήσουν και να τους χαλάσουν την ηρεμία τους, την ιδανική εικόνα που παρουσιάζουν, κρυμμένοι πίσω από μάσκες, τύπους και τυπικότητες, σε μια κοινωνία που σε βάζει αμέσως στο περιθώριο αν δεν είσαι όπως σε θέλει και «καθώς πρέπει»…
Η Βούλα μου κουνάει το χέρι καθώς βαδίζω προς την έξοδο. «Να ξανάρθεις σύντομα» μου φωνάζει, μέχρι που δεν μπορώ ν’ ακούσω πια την φωνή της.
Το θλιμμένο βλέμμα της μ’ ακολουθεί από τότε, τα λόγια της – τα παρακλητικά λόγια της να την ξαναεπισκεφτώ – και τις σιωπηλές κραυγές της να μην την ξεχάσω, τα κουβαλάω πάντα μαζί μου, χρόνια τώρα, κι ας έχει η Βούλα φύγει από καιρό.
Κείνο που με λυπεί πιο πολύ, είναι που δεν μπορώ πια να θυμηθώ τα χρώματα της ξεθωριασμένης ρόμπας που φορούσε.                                               [Ο πίνακας είναι του Axel Nilsson.]


(*) Η ΖΑΧΑΡΟΥΛΑ ΓΑΪΤΑΝΑΚΗ γράφει για στιγμές από την λογοτεχνική ζωή της και τον χώρο της ποίησης, στιγμιότυπα που αξίζει να καταγραφούν και γεγονότα που θέλει να μοιραστεί μαζί σας: «ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ»

ESSAYIST                                                    Πρόλογος: ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Η συγγραφή ενός βιβλίου είναι μια περιπέτεια, ένα ταξίδι. Κι η κυκλοφορία του (έκδοση, διακίνηση, προβολή), έχει τη δική της διαδρομή ν’ ακολουθήσει, που είναι συχνά δύσβατη και κοπιώδης. Η όλη προσπάθεια αξίζει τον κόπο, γιατί μέσα από τις ωραίες αλλά και τις δύσκολες στιγμές, αποκτάς εμπειρίες και βιώνεις κάτι ξεχωριστό. Είναι φορές που η έμπνευση σε τροφοδοτεί συνεχώς με υλικό κι άλλοτε πάλι η ένδεια ιδεών σε καθηλώνει και σε αδρανοποιεί. Όπως και να έχει, σ’ αυτό το κάλεσμα δεν μπορείς να μην ανταποκριθείς…
«ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ», είναι ένα ηλεκτρονικό βιβλίο για τον άνθρωπο, τη ζωή και την ποίηση. Σαν ιδέα προέκυψε μέσα από τις καθημερινές τηλεφωνικές συζητήσεις μου με τον καλό μου φίλο ποιητή Στάθη Γρίβα, ο οποίος δεν βρίσκεται πια ανάμεσά μας. Ήταν ένας από τους συνοδοιπόρους μου στον λογοτεχνικό χώρο τον οποίον σεβόμουν, αγαπούσα και εκτιμούσα. Η δουλειά του είχε ξεχωρίσει στην Ελλάδα και διεθνώς. Οι στίχοι του διατηρούν τη δροσιά του πηγαίου νερού και την ομορφιά μιας ψυχής που δεν την είαχαν μολύνει τα φτηνά και μίζερα αυτού του κόσμου. Γι’ αυτό και θα τους χαρούμε στις σελίδες που ακολουθούν, μαζί με τους στίχους αρκετών επίσης φίλων ποιητών.
Ένα βιβλίο για την ποίηση, αναπόφευκτα κυριαρχείται απ’ αυτήν. Μ’ ένα ποίημα μπορείς να πεις πολλά, να εκφράσεις και να μοιραστείς συναισθήματα, ν’ αποτυπώσεις «στιγμές», εικόνες και ταξίδια (νοερά και πραγματικά). Μπορείς να μιλήσεις για τον άνθρωπο και τη ζωή, να προσεγγίσεις τον κόσμο μέσω του ποιητικού λόγου, να συγκινήσεις και να καλύψεις κάποιες εσώτερες ανάγκες των συνανθρώπων σου. Η ποίηση ανήκει σ’ όλους, είναι για τον λαό. Κι οι ποιητές έχουν χρέος να γράφουν για τους πολλούς, να είναι ο λόγος τους απλός, κατανοητός, αληθινός, κτήμα του λαού. Όταν ο κόσμος δεν καταλαβαίνει αυτά που διαβάζει – και τούτο συμβαίνει δυστυχώς συχνά στην εποχή μας με την ακατανόητη, την ανερμήνευτη, την χωρίς μέτρο και λογική ποίηση – τότε
απομακρύνεται απ’ αυτήν, θεωρεί τους ποιητές μια «παρεούλα» που δεν τον αφορά, αδιαφορεί γι’ αυτήν, την περιφρονεί και την κοροϊδεύει.
Η ποίηση όμως είναι αναγκαία και για το «ευ ζην», αυτό το κάτι παραπάνω που θέλει ο καθένας μας στη ζωή του. Είναι μια μορφή Τέχνης, που όπως «όλες οι τέχνες συμβάλλουν στην πιο μεγάλη απ’ όλες, στην τέχνη της ζωής» (Μπ. Μπρεχτ). Ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν είχε εύστοχα πει: «Το να ζεις δεν είναι αρκετό. Χρειάζεσαι επίσης το φως του ήλιου, την ελευθερία και τα λουλούδια». Χρειάζεσαι ακόμη και την ποίηση θα συμπληρώναμε εμείς, ως κάτι επικουρικό, μια βοήθεια σε ανώτερο επίπεδο, πνευματικό, όπως έχεις ανάγκη και την πίστη, την ελπίδα, την αισιοδοξία, το τραγούδι, τη ζωγραφική, τον χορό…
Ποίηση δεν είναι μόνο η συγγραφή ποιημάτων αλλά να ζεις μια ζωή ποιητική, δημιουργική. Όπως λέει η Θεοδώρα Κουφοπούλου – Ηλιοπούλου είναι μια «Πορεία προς το φως» και ο Στάθης Γρίβας πιστεύει πως «Η ποίηση είναι αίσθηση που κατακλύζει. Είναι φως». Ο Άλεν Γκίνσμπεργκ είχε πει πως «Η ποίηση είναι η διαφήμιση της ψυχής», ο Νομπελίστας Μεξικανός ποιητής Οκτάβιο Πας την θεωρούσε ως σωτήριο «αντίδοτο στη βαρβαρότητα» και ο Γιώργης Παυλόπουλος είχε καταλήξει στη διαπίστωση πως «η ποίηση είναι ουσιαστικά η μνήμη του κόσμου» (Σε συνέντευξή του στον Βασ. Κ. Καλαμάρα, Ελευθεροτυπία, 6/6/1995).
Μέσα στο πνευματικό σκοτάδι ενός κατά τα άλλα υπερβολικά φωτισμένου (από τεχνητό φως) πλανήτη, σε καιρούς δίσεχτους, ζοφερούς και με μια παγκόσμια οικονομική κρίση να έχει ρίξει τον κόσμο στο περιθώριο της ζωής, «ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ», με τις λέξεις και τους ήχους του, θα ήθελα ν’ ακουστεί σ’ όσο περισσότερους ανθρώπους γίνεται. Γιατί η ποίηση μπορεί να γίνει ένα δυνατό, αποτελεσματικό μέσο έκφρασης της αγωνίας και των καημών μας, των ευαισθησιών μας και των ονείρων μας, της ελπίδας μας για το μέλλον του κόσμου μας. Κι όλες οι καρδιές μπορούν να χαίρονται και να συμμετέχουν σ’ αυτό το υπέροχο τραγούδι της ζωής.

«ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΠΟΥ ΦΘΟΝΟΥΜΕ…»

«Η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε» έγραψε ο Κ. Καρυωτάκης. Είναι το αποκούμπι σε δύσκολες στιγμές, ένας τρόπος ανακούφισης αλλά και επικοινωνίας με τους άλλους. Ο κόσμος όμως, δεν έχει καλή γνώμη για την ποίηση και τους ποιητές, ιδιαίτερα για τους σύγχρονους υπηρέτες αυτής της μορφής της Τέχνης. Που οφείλεται αυτό;
Η ποίηση απομακρύνθηκε από τον άνθρωπο και τα προβλήματά του, έγινε προσωπική υπόθεση του κάθε ποιητή και έπαψε να μας αφορά όλους. «Κάποτε / ήτανε τραγούδι / στου Λαού τα χείλη, / βάλσαμο / στις πονεμένες του στιγμές, / χάδι απαλό / στα όνειρά του…// Τώρα είναι / δυο ξένοι ταξιδιώτες / στο σταθμό της ζωής…» [«ΛΑΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ», Στάθη Γρίβα]
Δεν συγκινείται πια ο κόσμος από αυτά που διαβάζει στις χιλιάδες ποιητικές συλλογές που εκδίδονται κάθε χρόνο. Στίχοι ακατανόητοι, χωρίς ουσία και περιεχόμενο, η μια λέξη δίπλα στην άλλη, δεν βγάζουν νόημα και δεν ωθούν το μυαλό και την καρδιά να συμμετάσχει σε κάτι ανώτερο, πνευματικό και πλέριο. Έτσι οι Ποιητές είναι σήμερα άνθρωποι προς αποφυγήν αν και η χώρα μας έχει αναδείξει σπουδαίους εκπροσώπους της Ποίησης, πέρα από τα δύο Νόμπελ Λογοτεχνίας (Γεώργιος Σεφέρης και Οδυσσέας Ελύτης), όπως οι Δ. Σολωμός, Ρήγας Φεραίος, Ανδρέας Κάλβος, Γ. Σουρής, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Κωστής Παλαμάς, Κ. Καβάφης, Κ. Καρυωτάκης, Γ. Δροσίνης, Μαρία Πολυδούρη, Κ. Χατζόπουλος, Ι. Πολέμης, Μυρτιώτισσα, Άγγελος Σιλεκιανός, Αλ. Παπαδιαμάντης, Κ. Βάρναλης, Γιάννης Ρίτσος κ. ά.

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ – ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

Μόλις γεννηθεί ένα παιδί, έρχεται σ’ επαφή με τη μητρική αγκαλιά, τα χάδια των γονέων του και τα πρώτα του ακούσματα είναι κι αυτά φωνές γνώριμες, οικείες, των δικών του. Τα παλιά χρόνια περισσότερο και σήμερα λιγότερο, οι μανάδες νανούριζαν τα μωρά τους για να γαληνεύσουν και να κοιμηθούν. Έχουν σωθεί στη Δημοτική μας παράδοση θαυμάσια δείγματα τέτοιων τραγουδιών και αρκετοί σύγχρονοι ποιητές μας έχουν γράψει ανάλογους στίχους.
Σε συζήτηση που είχαμε, ο Στάθης Γρίβας διαπίστωσε εύστοχα πώς: «Όσο θα υπάρχει ο άνθρωπος, θα υπάρχει και η ποίηση, σε ελεύθερο ή ομοιοκατάληκτο στίχο, σε όλες τις φυλές και όλες τις γλώσσες, γιατί η ποίηση είναι το τραγούδι της καρδιάς. Τι είναι όμως ποίηση; Είναι ο λόγος που εκφράζεται με μέτρο και αυτό ακριβώς τον διαχωρίζει από τον υπόλοιπο λόγο, τον πεζό. Αλλά εκτός από το μέτρο θα πρέπει να εκφράζει ολοκληρωμένα διανοήματα και όχι απλές λέξεις για εντυπωσιασμό. Αυτό δεν είναι ποίηση αλλά παραποίηση όπως γράφω και στο ομώνυμο ποίημά μου: «Διαβάζω / σε μερικά ποιήματα, / πολύμορφες, φανταχτερές / λέξεις του τίποτα… / Λέξεις, λέξεις, λέξεις, / επιλεγμένες / με ένα βαθύ δήθεν νόημα / στοχασμού και διανόησης / για εντυπωσιασμό… / Μια παραποίηση της ποίησης»… Άλλωστε το πρώτο ποίημα που ακούμε είναι το νανούρισμα της μάνας μας».
Ένα τέτοιο ποίημα – τραγούδι, απλό, γεμάτο συγκίνηση και συναίσθημα, έγραψα για την ανιψιά μου Ειρήνη – Μαρκέλλα, τη μέρα που είδε το φως της ζωής (11 Δεκεμβρίου του 2003):
«Κοιμήσου, κοριτσάκι μου,
σε πουπουλένιο στρώμα.
Ξεκούρασε το βλέμμα σου,
το τρυφερό σου σώμα.

Γύρε στη μητρική αγκαλιά,
σε κόρφο αγαπημένο,
σε λιμανάκι απάνεμο
στο θείο φως λουσμένο.

Κοιμήσου στα ολομέταξα,
γλυκό να ν’ τ’ όνειρό σου
ώσπου ο ήλιος να φανεί
απ’ το παράθυρό σου.

Και όταν έρθει η αυγή,
μικρή μου, αναγαλλιάζει η γη.
Μες στου χειμώνα την καρδιά
ήρθαν της άνοιξης πουλιά.

Τα έφερες, γλυκιά μου εσύ
κι ευλογημένη να ’σαι.
Θερμό τραγούδι της ζωής,
σου λέω, που κοιμάσαι.»

Ένα ακόμα ποίημα, γραμμένο αυτό από τη Θεοδώρα Κουφοπούλου-Ηλιοπούλου, για την εγγονή της, μας λέει ότι ο ερχομός ενός παιδιού είναι κάτι θεϊκό και υπέροχο: «Όταν γεννιέται ένα παιδί / θεία τρανή στιγμή, / κατεβαίνει ένας άγγελος στη Γη. / Εσύ, εγγονούλα μου, χρυσή. / Έφερες Θεού ευλογία κι ευτυχία / στη μαμά και στον μπαμπά, / άνοιξη στον παππού και στη γιαγιά. / Σ’ ευχαριστούμε, τριανταφυλλένια μας και σ’ αγαπούμε. / Δεν υπάρχει πιο μεγάλο να σου πούμε.»

Εκτός από την συμμετοχή της στο ήρεμο, ισορροπημένο μεγάλωμα του βρέφους, η ποίηση μπορεί να σταθεί αρωγός σε κάθε εκδήλωση της ζωής του, π.χ. στα βαφτίσια του, όταν γίνεται το κάλεσμα των συγγενών, φίλων και γνωστών στο Μυστήριο. Μια ποιητική Πρόσκληση έχει τη δική της χάρη και πρωτοτυπία: «Μεγάλωσα, ομόρφυνα και είπα να το δείξω, / όλους τους φίλους, τους γνωστούς να σας καταπλήξω. / Στη βάφτισή μου σας καλώ να ’ρθείτε να με δείτε, / να με καμαρώσετε και να μου ευχηθείτε.» (στίχοι μου, στην πρόσκληση για τα βαφτίσια της ανιψιάς μου).

«ΜΕ ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΘΑ ΠΑΙΞΩ…»

Πηγαίνοντας τα παιδιά στον παιδικό σταθμό, έπειτα στο Νηπιαγωγείο και κατόπιν στο Δημοτικό σχολείο, έρχονται σε επαφή με την ποίηση μέσω μικρών τετράστιχων ή οκτάστιχων ποιημάτων, τα οποία μαθαίνουν απέξω, τα απαγγέλλουν ή τα τραγουδούν στα παιχνίδια τους με τα άλλα παιδιά, στις σχολικές εορτές και στις διάφορες εκδηλώσεις.
Η παιδική ποίηση είναι δύσκολο είδος και τα παιδιά είναι οι πιο αυστηροί και ειλικρινείς κριτές. Αν αυτό που ακούνε ή διαβάζουν δεν τους αρέσει, το λένε, κάνοντας μάλιστα και εποικοδομητικά σχόλια για το πώς θα έπρεπε να είναι σωστά – κατά τη γνώμη τους – γραμμένο το ποίημα. Πριν κάποια χρόνια, η «Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών», προκήρυξε πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό με θέμα την παιδική ποίηση. Καλούσε τους ενδιαφερόμενους ποιητές να γράψουν 5 παιδικά ποιήματα και βάση αυτών θα δίνονταν τα βραβεία και οι έπαινοι της κριτικής επιτροπής. Οι συμμετοχές πολλές και αξιοπρόσεχτες.
Συμμετέχοντας σ’ αυτή την διαδικασία, έγραψα – για πρώτη φορά απασχολούμενη με αυτό το είδος – πέντε ποιήματα για μικρά κυρίως παιδιά, τα οποία μου χάρισαν το τρίτο βραβείο στον διαγωνισμό. Ασχέτως της δικής μου διακρίσεως, θα ήθελα να πω δυο λόγια παραπάνω για την παιδική ποίηση.
Οφείλουμε να γράφουμε καλούς, όμορφους στίχους για τα παιδιά. Υπάρχουν γύρω μας ωραία πράγματα, συναισθήματα, τα φυτά, τα ζώα, οι συνάνθρωποί μας, η φύση… Αυτά και άλλα πολλά μπορούν ν’ αποτελέσουν πηγή έμπνευσης και δημιουργίας. Παρατήρησα γράφοντας τα «ποιήματα για τους μικρούς μου φίλους», πώς το ζωικό βασίλειο δίνει πλούσιες εκφραστικές δυνατότητες. Έτσι έγραψα π.χ. για ένα σκύλο, τον Φλοξ, για κάποιες ζωηρές χηνούλες, για μια αλεπουδίτσα, τη Μαριώ. Έγραψα και για δυο φίλες που κάθονταν μαζί στο θρανίο κι έκαναν παρέα και μετά το σχολείο. Το πέμπτο ποίημα αναφερόταν γενικά στα παιδιά, κι ο τίτλος του ήταν «Η παρέα των παιδιών». [ Τα ποιήματα παρουσιάζονται στην ενότητα της Παιδικής ποίησης στην παρούσα ιστοσελίδα.]
Απόλαυσα τη διαδικασία της συγγραφής κι ένιωσα εκείνες τις στιγμές, μέσα μου, να γίνομαι παιδί, που τραγουδούσε με όλη του την ψυχή αυτούς τους στίχους. Για να δω αν βρίσκομαι σε σωστό δρόμο, μιας και δεν είχα ξαναγράψει κάτι παρόμοιο, διάβασα στην Ειρήνη – Μαρκέλλα όλη τη δουλειά μου. Η έκπληξή μου ήταν μεγάλη όταν την άκουσα στα 4,5 της χρόνια να τραγουδά: «Ο πιο καλός μου φίλος / είναι ο Φλοξ ο σκύλος…. Κι ύστερα να σιγοψιθυρίζει τις περιπέτειες της κυρα – Μάρως, της αλεπούς, στο ποίημα «Η Μαριώ η αλεπουδίτσα»…
Το ξαναλέω κι είμαι σίγουρη πώς όσοι έχουν καταπιαστεί με τη συγγραφή αυτού του υπέροχου είδους της ποίησης το ξέρουν καλά: τα παιδιά δεν λαθεύουν στην κρίση τους. Αν τους δώσουμε καλούς στίχους, θα τους τραγουδήσουν με χαρά, θα τους απολαύσουν και θα τους αγαπήσουν. Δεν αναδεικνύονται όμως, όπως τους πρέπει, οι ωραίες δουλειές, δεν μπαίνουν στα Βιβλία του Δημοτικού και στα Ανθολόγια. Αντίθετα, βλέπουμε κάκιστους στίχους να προτείνονται στα παιδιά, ποιήματα χωρίς ομορφιά, μέτρο, μηνύματα και φωτεινές εικόνες…

Η ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ

Η ποίηση έχει λόγο ύπαρξης σε κάθε έκφραση της καθημερινότητάς μας. Σε χαρές και σε λύπες, στις αγωνίες μας και στις επιτυχίες μας, όταν είμαστε ερωτευμένοι αλλά και απογοητευμένοι, προδομένοι. Χρειαζόμαστε κάτι να μας δώσει κουράγιο, στήριξη, γιατί η ασχήμια έχει κατακλύσει τα πάντα, το συμφέρον κυριαρχεί, η ανησυχία δεν μας αφήνει να βρούμε τη γαλήνη. Κοιτάζοντας γύρω μας, βλέπουμε πώς ο κόσμος δεν χαμογελά πια. Αισθάνεται ότι δεν υπάρχουν πιθανότητες να καλυτερεύσει η ζωή του. Η διεθνής οικονομική κρίση κάνει τους ανθρώπους να επαναπροσδιορίσουν τον τρόπο που ζουν, ξοδεύουν, διασκεδάζουν και συμπεριφέρονται. Είναι πια σε όλους φανερό πώς πρέπει να ζουν σύμφωνα με τις δυνατότητές τους και όχι πάνω απ’ αυτές. να κατανοήσουν τι πραγματικά χρειάζονται και όχι τι θέλουν, γιατί μπορεί να ζητάνε «τον ουρανό με τ’ άστρα» αλλά αυτό είναι ανέφικτο. Όταν ο άνθρωπος δεν πετυχαίνει αυτά που θέλει φορτώνεται με άγχος, πέφτει σε κατάθλιψη και άρνηση. Είναι βέβαιο πώς αν αλλάξει τρόπο σκέψης και επιλογές, τότε θα οδηγηθεί σ’ έναν καλύτερο δρόμο ζωής. Παύοντας ν’ ανησυχεί για όσα δεν έχει, ας κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί μ’ αυτά που διαθέτει. Αλλά για να γίνει αυτό, είναι αναγκαίες αλλαγές, ανατροπές, ειρηνικές επαναστάσεις…
Μέσα σ’ αυτό το αρνητικό διεθνές περιβάλλον, η ποίηση τι θέση κατέχει και πώς μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να βρουν λίγη χαρά, ανακούφιση και διέξοδο; Μήπως είναι υπερβολή να λέμε ότι η ποίηση βοηθά; Όταν κάποιος δεν έχει να φάει, δεν έχει κάπου να μείνει, δεν έχει χρήματα να καλύψει τις βασικές του ανάγκες, δεν είναι άστοχο, άκαιρο και ουτοπικό να του μιλάμε για στίχους και στροφές;
Η Ευτυχία Καπαρδέλη, στη συλλογή της «Εκμυστηρεύσεις», Πάτρα 2006, σκιαγραφεί στο ποίημά της «Ο ΚΟΣΜΟΣ», τη σύγχρονη κατάσταση και τη δική της επιλογή ζωής: «Ο κόσμος γυρίζει / αλλάζει χέρια / αλλάζει μορφή / μοιάζει ύλη… χώμα / που πετιέται σε τρύπες Ουρανού και γης. // Άλλωστε πάλι η ύλη / και το χώμα παίρνουν ψυχή. / Εκεί η χαρά, η Ευτυχία, / αισθήματα που ομορφαίνουν / την απλή ζωή. // Θέλω μια Αιώνια γιορτή / στου κόσμου τη Βία / να γράψω με κομμάτια / Καρδιάς / «Είμαι ζωντανή» και να / βάλω σε μια ασήμαντη / γωνιά και την δική μου / ζωή… για υπογραφή.»
Ο φίλος ποιητής και πανεπιστημιακός Δρ. Χάνταα Σέντοου, από τη Μογγολία, γράφει πώς «… Η ποίηση πάντοτε θα ζεσταίνει τις τραυματισμένες καρδιές μας και θα σκαμπανεβάζουν τα κύματα των σκέψεων στο μυαλό μας. Αυτή θα μεταχειρίζεται πάντοτε το ανθρώπινο γένος όπως τα δικά της αδέλφια και αδελφές. Οι ποιητές, με την προικισμένη δημιουργική δύναμη, υπερασπίζονται την προσωπικότητα και την ανθρώπινη φύση με εικόνες στα ποιητικά τους έργα. Ξεκινώντας από τους στοχασμούς τους προς τον κόσμο και την αρμονία του σύμπαντος, οι ποιητές πάντοτε νοιάζονται για τις δικές τους τύχες και την κοινή μοίρα της ανθρωπότητας παντού στον κόσμο.» [ Dr. Hadaa Sendoo, “As a poet of 21st Century”, από το βιβλίο του με ποιήματα“COME BACK TO EARTH”, έκδοση “WP Almanac Books”, 2009 ] Και στο ποίημά του «Κηδεία» καταλήγει: «Μπορείς να με καταστρέψεις ολόκληρο / αλλά δεν μπορείς να χαλάσεις την έμπνευσή μου. // Η έμπνευση θα ξεσπάσει τη νύχτα, / τα ποιήματά μου (θα είναι) σαν άστρα φωτεινά.»
Η Αμερικανίδα ποιήτρια Ρουθ Νέϊλορ, δίνει τη δική της απάντηση στο ερώτημα: «Τι είναι ένα ποίημα;
Είναι ένας ανοιξιάτικος χορός για τις λέξεις,
που σφιχταγκαλιάζονται και χορεύουν.»
Μιλώντας για την ποίηση στην καθημερινότητά μας, θαρρώ πώς ο Ιταλός ποιητής και μεταφραστής Tito Cauchi, στο «Ευχήσου να ζεις», δίνει μια πετυχημένη εκδοχή του δίπτυχου ποίηση και ζωή: «Ένας μακρύς λόγος / με μερικές μόνο λέξεις, / μόνο μία: / ΖΩΗ.» Πιο ρομαντική η ματιά της Κινέζας Λίζα Τσόι, θεωρεί πως «Ο κόσμος του χαρτιού / είναι όλο / όνειρα προς την καρδιά.» [Καλλιγραφία] Αντιθέτως, η Πρόεδρος της «International Writers Association» Dr. Teresinka Pereira, πιστεύει ακράδαντα πως «… Μερικές φορές, ακόμα και το ποίημα / δεν έχει σημασία, / όταν νιώθω ξεχαρβαλωμένο τον εαυτό μου, / ανίκανο της συγχώρεσης…» [ “Sometimes” ]
H Αμερικανίδα ποιήτρια, Δρ. Ρόζμαρυ Γουϊλκινσον (Dr. Rosemary Wilkinson), επίτιμη Πρόεδρος του «Παγκόσμιου Κογκρέσου των Ποιητών», η οποία απεβίωσε το 2007, γράφει στο «Είμαι ερωτευμένη με τη ζωή», τι σήμαινε γι’ αυτήν ενασχόλησή της με την ποίηση και τις διάφορες τέχνες: «Όταν στα δεκατέσσερά μου έγραψα το πρώτο μου ποίημα / και άρχισα να διαβάζω ποίηση, / προσελκύοντάς με οι εικόνες από τις περγαμηνές, / θαύμασα την Τέχνη και μαγεύτηκα από τη μουσική. / Και όλα αυτά: ποίηση, ζωγραφική, μουσική, / διαμόρφωσαν σε μένα μια αγάπη της ζωής.»
Τέλος, ο Ιάπωνας ποιητής και καθηγητής πανεπιστημίου Toshimi Horiuchi, σ’ ένα πολύ μικρό του ποίημα, απεικονίζει «Μια πορεία ζωής»: «Η ανώτατη ποίηση / σε ελάχιστη μορφή / αντανακλά /μια πορεία ζωής». [Από τη συλλογή του «Φρούτα της καρδιάς», 2008] Γι’ αυτόν, η ποίηση είναι λόγια της καρδιάς, λουλούδια, μουσική και αγάπη. Ένα ποίημα είναι σαν ουράνιο τόξο του παραδείσου, σαν ένας ανοιξιάτικος ήλιος, ένα όραμα για τη ζωή. «Μια κουταλιά ποίησης σήμερα, / κάνει την καρδιά και το νου / χαρούμενους, / θερμούς, / νεανικούς, / πλούσιους».

ΠΟΙΗΤΕΣ – ΟΙ ΓΝΩΣΤΟΙ ΜΑΣ ΑΓΝΩΣΤΟΙ

Η Δημιουργία είναι έμπνευση και ζωή. Μια εσωτερική ανάγκη ωθεί τον καθένα μας να εκφραστεί με τον δικό του τρόπο και τάλαντο. Άλλος με την ποίηση ή τον πεζό λόγο, άλλος με τη ζωγραφική, τη γλυπτική, την μουσική, με κάθε μορφή Τέχνης.

Για την ποίηση θα μπορούσαν να ειπωθούν πολλά για να αιτιολογήσουν την αγάπη μας και την ενασχόλησή μας μ’ αυτήν. Ο Κ. Καρυωτάκης είχε εύστοχα γράψει στο «ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ»: «Αλλάζουμε με ήχους και συλλαβές / τα αισθήματα στη χάρτινη καρδιά μας, / δημοσιεύουμε τα ποιήματά μας, / για να τιτλοφορούμαστε ποιητές». Κι ίσως γινόμαστε λιγότερο εγωιστές δημοσιεύοντας, γνωρίζοντας ότι «Η ποίηση δεν ανήκει σ’ αυτούς που την γράφουν. Ανήκει σ’ αυτούς που την έχουν ανάγκη» (από την κινηματογραφική ταινία «Il postino»).

Γύρω μας, συναντούμε πολλούς δημιουργούς σε κάθε μορφή Τέχνης, αλλά ειδικά οι ποιητές είναι μάλλον οι παρεξηγημένοι της υπόθεσης. Τι είναι, λοιπόν, αυτοί οι ποιητές; Αποτελούν κάποιο περίεργο είδος ζωντανών υπάρξεων ή είναι όπως όλοι μας, άνθρωποι με ελαττώματα και προτερήματα αλλά με κείνο το ιδιαίτερο της Τέχνης τους χάρισμα, να «συνθέτουν δηλαδή έμμετρα λογοτεχνήματα»; Αρκεί αυτό για να ξεχωρίζουν από τα άλλα άτομα μέσα στο κοινωνικό σύνολο; Ποια είναι η ουσιαστική προσφορά τους και πώς μπορούν να βοηθήσουν στο να γίνει ο κόσμος μας καλύτερος;

Ας αφήσουμε τους ίδιους τους εκπροσώπους αυτής της θαυμάσιας ενασχόλησης να μας πουν – μέσω του έργου τους – ποιοι είναι. Με τους στίχους τους, Έλληνες και ξένοι ποιητές, μιλούν για την ποίηση και τις ομορφιές της και δίνουν, ο καθένας με το δικό του ύφος γραφής, μιαν απάντηση στα παραπάνω ερωτήματά μας.

Η Κινέζα Λίζα Τσόι (Choi Laisheung ή Lisa Choi), αποτυπώνει με γλαφυρό, λυρικό τρόπο τι εστί ποιητής στο ομώνυμο ποίημά της: «Ξυπνά τα νεύρα του / με τα κύτταρά του της δικαιοσύνης / κρατώντας στα χέρια του ένα καλάθι / γλυκού χαμογελαστού καρπού. // Θαυμάζει τα βουνά πέρα απ’ τα βουνά, / τους ουρανούς πέρα απ’ τους ουρανούς / και συνυπάρχει με τη φύση / σε μια γαλήνια κατάσταση του νου.»

«Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΑΝ ΕΝΑΣ ΦΟΥΡΝΑΡΗΣ», έτσι τον φαντάζεται ο Ιάπωνας Ναόσι Κοριγιάμα: «Ποιητή, η αγωνία σου, / είναι το ζυμάρι / που φτιάχνει την ποίησή σου. // Ποιητή, η πένα σου / ζυμώνει το ζυμάρι / με όλη της την δύναμη. // Ποιητή, η φλεγόμενη καρδιά σου, / είναι ο φούρνος που ψήνει το ζυμάρι / της μυρωδάτης ποίησης.» [Naoshi Koriyama, “Poet as a Baker” ] Ο Ταϊλανδός Δρ. Chan Sirisuwat γράφει για τη δύναμη της γραφής: «Επιτίθεται εναντίον των κακών συνηθειών και των δεινών, είναι ισχυρότερη από μια σφαίρα».

Η Λούλα Σπυρίδωνος – Παπαζώη, από τη μακρινή Αυστραλία που ζει, στο «Η ΠΕΝΑ ΜΟΥ» μας ταξιδεύει στις ομορφιές του δικού της λυρικού σεργιανίσματος (από τη συλλογή της «Χελιδονοφωλιά»):
Βγήκε κι απόψε η πένα μου
στο όμορφο σεργιάνι,
ξερά κλαδάκια μάζεψε
λουλούδια να τα κάνει.

Τ’ άστρα της φέγγουν και πετά,
ακροβατεί και πάει,
μελάνι έχουν το χνούδι τους
γράφει και τραγουδάει.

Στο περιβόλι της χαράς
να ’σου σε λίγο φτάνει,
στης πεταλούδας τα φτερά,
στου ονείρου το λιμάνι.

Παίρνει σταγόνες της δροσιάς
ξερόκλαδα ραντίζει,
λουλούδια μοσχομύριστα
σε σας τώρα χαρίζει.

Η Θεοδώρα Κουφοπούλου – Ηλιοπούλου, στη συλλογή της «Πορεία προς το φως», παροτρύνει κάθε συνάδελφό της, στο «Ποιητής»:
Μην κατεβάζεις τη ζωή χαμηλά.
Από πηλός γίνε ανθός,
από πέτρα βότσαλο.
Μόριο του σύμπαντος είσαι.
Ανυψώσου στο όνειρο.
Ύμνησε τον Δημιουργό,
την άνοιξη, το θέρος, τον τρύγο,
τη γη, τη θάλασσα, τ’ αστέρια.
Μίλησε με τη μεγάλη Σιωπή.
Διάσωσε την υπέροχη ιδιότητα
Άνθρωπος.
Αναλώσου γενναιόδωρα
σαν τον ήλιο
για την Ειρήνη, την Αγάπη,
τη Δικαιοσύνη.
Άπλωσε γέφυρες.
Δώσε το γέλιο σου, το κλάμα σου.
Αγκάλιασε τον άνθρωπο.
Θεμελίωσε τη χαρά του.
Στο δόσιμο η υπεροχή.
Διάσωσε το φως.
Άφησε και συ το δικό σου φως
ποιητής για να ’σαι.

Τι όμορφος κόσμος αυτός των ποιητών, όταν ξεπερνούν τις μικρότητες αυτού του κόσμου και γίνονται οι δάσκαλοι, οι οδηγοί, οι οραματιστές. Ο Πότης Κατράκης στο «ΓΙΑΤΙ ΓΡΑΦΩ», από τη συλλογή του «Απορίας άξιον», μας εξηγεί: «Γράφω:
Για να σκορπίζω φως στα πέλαγα
να ταξιδεύουνε νύχτα τα όνειρα.
Για να γλυκαίνω τις φωνές των πουλιών
και να μαγεύουνε
τα άλλα πλάσματα της φύσης.
Για να γεμίζω με γύρη
τους ανθούς των λουλουδιών,
να φτιάχνουνε οι μέλισσες το μέλι.
Για να οπλίζω με σπαθιά
τα χέρια των αγγέλων
που σκοτώνουν
τα άγρια θηρία της ψυχής μας.»

Οι ποιητές έχουν πολλά να προσφέρουν στους ανθρώπους. Είναι σαν να τους κερνούν ένα γλυκόπιοτο κρασί που θα τους κάνει πολύ χαρούμενους, όπως μας λέει στο «ΕΝΑΣ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ», ο Ιάπωνας Ναόσι Κοριγιάμα: «Ένας αυθεντικός ποιητής, / παράγει εξαίσιο κρασί της ποίησης / για τις μελλοντικές γενιές. // Οι ανθρώπινες υπάρξεις το πίνουν / και γίνονται τρελά ευτυχισμένες / με τη μαγική δουλειά του κρασιού του. // Πράγματα γερνούν / και αποσυνθέτονται / και διαλύονται // αλλά το γνήσιο κρασί της ποίησης / παραγόμενο από έναν αυθεντικό ποιητή / είναι ανεξάντλητο // και απολαυστικό / από τις αμέτρητες μελλοντικές γενιές / των ανθρώπινων υπάρξεων.» [ Noshi Koriyama, “A Genuine Poet”]

Σπουδαία, λοιπόν, η προσφορά των ποιητών, γι’ αυτό και μέσα σε τέσσερις στίχους, ο Σπύρος Καραμούντζος συνοψίζει κάθε δημιουργού το επόμενο βήμα: «Τώρα που φύτεψες στη γη / καρπούς με τ’ όνομά σου, / τι άλλο θέλεις ποιητή; / Το θερισμό στοχάσου.» [ «Ο ΠΟΙΗΤΗΣ» ]

Τη δική μου εκδοχή για την προσπάθειά μας, διατυπώνω με λίγους στίχους «Στον άδοξο ποιητή», καλώντας τους αναγνώστες μας και τους φίλους της ποίησης, να σταθούν δίπλα μας σ’ αυτή τη διαδρομή. Να ξέρατε πόση ανάγκη έχουμε από την παρουσία σας, καθώς παλεύουμε με τις λέξεις, τα συναισθήματα, τα όνειρα και τη φαντασία μας, τις ενοχές μας και τα λάθη μας. Καθώς ζητάμε τη λύτρωση, την κάθαρση και την αναγέννηση, καταθέτοντας την ψυχή μας σε όλα
Τα ποιήματα που γράφουμε
(και) πια δεν μας ανήκουν.
Σ’ όσους τα χρειάζονται
ας τους προσφερθούν.

Να σκύψουνε με προσοχή,
ως διψασμένοι στην πηγή,
να πιουν, να ξεδιψάσουν.

Κι όποια νομίζουνε τιμή
στον άδοξο τον ποιητή
ας δώσουν,
όταν χορτάσουν.

Στην κρίση σας, αγαπητοί αναγνώστες, αφήνονται δημιουργός και δημιουργήματα. Φερθείτε τους με επιείκεια. Στα ταπεινά δείγματα γραφής τους, σκύψτε με προσοχή, με πνεύμα ελεύθερο και διάθεση φιλική. Κι αν όσα διαβάσετε σας κάνουν να νιώσετε μέσα σας βαθιά συγκίνηση ή άλλα συναισθήματα και σας κερδίσουν με την πρωτότυπη γραφή τους, αλλά ακόμη κι αν σας αφήσουν αδιάφορους και ανικανοποίητους, αναζητείστε τους ποιητές. Η γνώμη σας, οι κρίσεις σας και οι προτάσεις σας, θα τούς είναι πολύτιμες. Γιατί η Δημιουργία είναι και επικοινωνία.

ΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ….

Η ποίηση ομόρφυνε και τη δική μου καθημερινότητα, από τα εφηβικά μου χρόνια. Πρώτα διαβάσματα, από επιλογή, υπήρξαν τα Άπαντα του Κώστα Καρυωτάκη, μια έκδοση για τον Κωστή Παλαμά, οι «Ωδαί» του Ανδρέα Κάλβου, ένα αφιέρωμα στον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη… Άρχισα να γράφω στίχους, απλούς, άτεχνους, ποιήματα πρωτόλεια. Έγραφα κι έσκιζα συνεχώς, είχα τον φόβο μήπως γελοιοποιηθώ αν αυτά που έφτιαχνα έπεφταν στα χέρια των δικών μου, δεν τους άρεσαν και με θεωρούσαν «ψώνιο» που ασχολιόμουν με την ποίηση. Έτσι τα πρώτα σχεδιάσματα έμειναν για καιρό στα συρτάρια του γραφείου μου, μέχρι να δουν επίσημα – με το όνομά μου φαρδύ πλατύ – το φως της δημοσιότητας. Τούτο έγινε το 1984, στη σχολική εφημερίδα «Μαθητικός Παλμός» του 2ου Λυκείου Ηλιούπολης, όταν φοιτούσα στην Τρίτη τάξη της 3ης τότε Δέσμης. Δημοσιεύτηκε μέσα σε πλαίσιο με έντονα γράμματα, το ποίημά μου «Σ’ ΕΝΑ ΞΕΡΟΝΗΣΙ», βασισμένο στο «Λιμό» του Ανδρέα Φραγκιά και στην ταινία «Χάπι Ντέι» του Παντελή Βούλγαρη. Η ανταπόκριση όσων το διάβασαν ήταν κάτι που δεν περίμενα. Συμμαθητές, καθηγητές, παιδιά από τις άλλες τάξεις συζητούσαν για τους στίχους και έκαναν τα δικά τους σχόλια. Το ποίημα είχε ως εξής:
«Κάπου σ’ ένα ξερονήσι
μια ομάδα κρατουμένων
υποφέρει απ’ τα δεινά
κάποιων πιο πολιτισμένων.

Φτιάξτε τοίχους, σπάστε πέτρες,
στρώστε δρόμους βάψτε σπίτια,
μάστε μύγες δεκαπέντε
ο καθένας σας μπορεί.

Μάθετε να πειθαρχείτε
στους ανώτερους πιο πάνω,
γιατί αλλιώς δεν θα σωθείτε
απ’ την τρομερή οργή τους.

Μην σκεφτόστε, μη μιλάτε,
γύρω σας να μην κοιτάτε,
συνεχίστε τις δουλειές σας,
θρυμματίστε τις καρδιές σας.»

Από τότε, πήρα λίγο θάρρος παραπάνω κι είπα να τολμήσω να στείλω για δημοσίευση δουλειά μου και σε λογοτεχνικά έντυπα. Η υποδοχή που μου έγινε ήταν θερμή και οι συζητήσεις μου με εκδότες και καταξιωμένους λογοτέχνες και κριτικούς με βοήθησαν πολύ στη συνέχεια. Κάπως έτσι δεν ξεκινάμε εξάλλου όλοι;

Είχα ζητήσει βεβαίως και τη γνώμη κάποιων ειδημόνων του λογοτεχνικού και δημοσιογραφικού χώρου καλυμμένη πίσω από ψευδώνυμο. Δεν μου ψαλίδισαν τα φτερά αλλά μου έδωσαν χρήσιμες συμβουλές. Θυμάμαι έναν απ’ αυτούς, έναν πολύ μεγάλης ηλικίας κριτικό λογοτεχνίας σε εφημερίδα πανελλήνιας κυκλοφορίας, που μου είχε απαντήσει στην (Κυριακάτικη) στήλη του: «Καλοί είναι οι στίχοι σας, αλλά στη ζωή σας να κάνετε κι άλλα πράγματα. Πρωτίστως να μάθετε να μαγειρεύετε!!!» Βρήκα την απάντησή του πολύ καλή και την … ακολούθησα.

Απασχολούμενη με το γράψιμο, αποκόμισα πολλές εμπειρίες, θετικές και αρνητικές. Υπήρξε για μένα ένα μεγάλο σχολείο ζωής η συναναστροφή μου με άλλους λογοτέχνες, η γνωριμία μαζί τους και με το έργο τους. Ο χώρος έχει θαυμάσιους εκπροσώπους αλλά διαθέτει και αρκετούς που δεν διαθέτουν ήθος και δεν έχουν ταλέντο. Οι τελευταίοι αυτοί επιπλέουν επειδή έχουν άφθονα χρήματα, κάνουν δημόσιες σχέσεις και χρησιμοποιούν όχι τις ικανότητές τους αλλά τις παρεούλες τους και κάθε ηθικό κι ανήθικο μέσο για να ανέλθουν στο λογοτεχνικό στερέωμα. Εκδίδουν συνεχώς «διανοητικά σκουπίδια» και ποιητικές συλλογές με κακής ποιότητας στίχους, βομβαρδίζουν τον κόσμο με βιβλία που δεν διαβάζονται και προκαλούν το γέλιο, παρασύροντας στη χλεύη τους άξιους και ικανούς δημιουργούς. Το κακό έχει παραγίνει τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, με αποτέλεσμα η ποίηση και οι ποιητές να βρίσκονται σε δεινή θέση.

Στην πορεία διαπίστωσα επίσης, πώς το ταλέντο από μόνο του δεν αρκεί για να είναι κάποιος καλός ποιητής ή συγγραφέας. Χρειάζεται δουλειά, κούραση, να γράφεις και να σκίζεις, θα έλεγα πιο πολλά να καταστρέφεις απ’ όσα παράγεις και λίγα να κρατάς, αυτά που έχουν περάσει από την ψιλή κρησάρα της αυτοκριτικής σου και σου αφήνουν μια κάποια ικανοποίηση. Πέρα από το ιδιαίτερο χάρισμα να γράφεις καλά, την επίπονη και επίμονη εργασία, είναι αναγκαία και λίγη τύχη. Αν δεν έχεις «ένα δράμι τύχη» όπως μου έλεγε φίλος λογοτέχνης που δεν είναι πια ανάμεσά μας, τότε «όσο θέλεις δούλεψε κι όσα θέλει ο Θεός θα σου δώσει»…

Γράφοντας ποιήματα, δεν ξέρω αν έγινα ένας καλύτερος άνθρωπος, εκείνο που μπορώ με βεβαιότητα να πως είναι πως προσπάθησα να βελτιωθώ σε πολλά μέσα μου. Δεν είναι εύκολη αυτή η διαδικασία αλλά αξίζει τον κόπο. Δεν αποκαλώ τον εαυτό μου ποιήτρια, απλώς γράφω στίχους για την ευχαρίστησή μου κι επικοινωνώ έτσι με τους συνανθρώπους μου. Το ίδιο συμβαίνει κι όταν γράφω τις ιστορίες μου ή τη γνώμη μου για τα βιβλία που μου στέλνουν φίλοι λογοτέχνες από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Για μένα το γράψιμο είναι μεράκι κι αγάπη, είναι εκτόνωση και συνάφεια. Μια συναναστροφή σε ένα ανώτερο επίπεδο, μια πνευματική συνάντηση με τους αναγνώστες μου. Κι ένα αντίδοτο στη μοναξιά μου αφού μετατρέπω τις μοναχικές μου ώρες σε δημιουργία, σε κάτι γόνιμο και λυτρωτικό.

Μ’ ενδιαφέρει, όταν γράφω, να χρησιμοποιώ σωστά τη γλώσσα μας, την υπέροχη και τόσο πλούσια, σε λέξεις και εκφράσεις, ελληνική γλώσσα. Δίνω μεγάλη σημασία στις λέξεις. Δεν είναι ένα απλό εργαλείο ή υλικό για να εκφραστώ. Είναι η καθεμιά τους ένας θησαυρός ανεκτίμητος. Για να τιμήσω τη γλώσσα μας και τις λέξεις, αφιερώνω ένα ειδικό κεφάλαιο σ’ αυτές και στη φωτεινή πορεία που μας προσφέρουν.

Ο Ινδός Dr. Jasvinder Singh στο ποίημά του «Η ρητορική στην ποίηση» (“Rhetoric in poetry”) περιγράφει σωστά αυτή τη διαδρομή: «Ρητορικές λέξεις συμμετείχαν / συνθέτουν καλή ποίηση, / μερικές φορές κάνουν / τα νοήματά της δυνατά, / τις αποκαλύψεις τους τέλειες, / ο ρυθμός που δημιουργούν / είναι συναρπαστικός. / Ένα ανακάτεμα με φαντασία, / ένα παιχνίδι σκέψεων, / μια θητεία με αναπαραστάσεις.»


ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ   που «μαζεύει» η ΖΑΧΑΡΟΥΛΑ ΓΑΪΤΑΝΑΚΗ

PEN

«PARTS OF LIFE»   by ZACHAROULA GAITANAKI

(*) ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ, ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ, ΥΠΕΡΒΟΛΕΣ ΚΑΙ ΧΡΕΗ. Απ’ όλα έχει η ζωή. Με τόσα που συμβαίνουν γύρω μας και σε κάθε γωνιά του πλανήτη Γη, αναρωτιέσαι αν υπάρχει κάποια ελπίδα αφύπνισης των ανθρώπων ή έχουν όλα χαθεί κι απλώς επιζούμε χωρίς να ζούμε και να χαιρόμαστε τη ζωή.

(*) Υπάρχει άραγε κάποια μυστική συνταγή για να ζήσουμε όλοι μας μια ευτυχισμένη ζωή; “Να ’χεις καλή υγεία” θα μπορούσε να πει κάποιος “κι όλα τ’ άλλα αντιμετωπίζονται”. Θα συμπληρώναμε: “Να ’χεις και ασθενή μνήμη.” Ίσως η ευτυχία να συναντιέται στην “αφαίρεση”, στα ελάχιστα που σου χρειάζονται για να περνάς καλά και στα εσωτερικά “πολλά” που απαιτούνται να διαθέτεις για να είσαι μέσα σου πλήρης και ικανοποιημένος. Και στον εσωτερικό σου αγώνα που δεν τελειώνει παρά με του βίου σου το τέλος. Είναι αυτό που γράφει στο ποίημά της “Μαχητής Ζωής” μια καλή μας ποιήτρια, η κ. ΡΕΑ ΖΟΓΚΑΡΗ-ΚΑΠΟΡΔΕΛΗ: “Ε! μαχητή της ζωής / πολεμώντας στους βραχόσπαρτους, / αγκαθερούς δρόμους / ορατούς και αόρατους εχθρούς. / Πιλαλάς μερόνυχτα… άσκοπα.. / Σαν τι προσμένεις; / Αφουγκράσου.. Πίστεψε! ? σαν μέσα μας ειρήνη, / παντού ΕΙΡΗΝΗ !!!”

(*) Σήμερα ευημερούν οι αριθμοί όχι οι άνθρωποι. Αυτό είναι το επίτευγμα της σύγχρονης πολιτικής. Δίπλα στις παραγκουπόλεις τα εξοχικά και οι πολυτελείς βίλες. Νέοι – άνεργοι στα καλύτερα και πιο παραγωγικά τους χρόνια. Πώς να φτιάξουν οικογένεια, τι όνειρα να κάνουν όταν βλέπουν ότι βασιλεύει η αναξιοκρατία, η διαφθορά, το βόλεμα, ότι επικρατεί σήψη παντού. Χτυπήθηκαν αξίες και αρχές, καταπατήθηκαν ακόμη και άγραφοι νόμοι. Οι νέοι μας υποφέρουν από πληθωρισμό ικανοτήτων και ανικανοποίητων ονείρων. Έχει γίνει το μυαλό τους μια χωματερή στόχων και επιδιώξεων. Χωρίς ελπίδα κάποτε σ’ αυτό τον μεγάλο λάκκο των πνευματικών τους απορριμμάτων να φυτευτούν δέντρα και λουλούδια, να γίνει αυτός ο χώρος μια όαση μέσα τους.

(*) Μήπως η λησμονιά είναι η λύση, η διέξοδος; Όπως προτείνω σ’ ένα ποίημά μου. ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ: Κείνες τις ώρες τις μικρές, / που φυλακίζονται οι στιγμές / στης Μνήμης τα συρτάρια, / κράτα μια ανάμνηση θολή, / κάν’ τη του πόνου σου βολή / και ρίξε τη στα ζάρια. / Κι αν ’ρθουν εξάρες στη σειρά, / δώσε στη Λήθη τη χαρά / ξανά να σεργιανίσει. / Ό,τι σε πλήγωσε πολύ, / ας γίνει δάκρυ και φιλί / να σε ανακουφίσει.

(*) Η κυριαρχία του “αξιοποιώ” μας έχει οδηγήσει πίσω από τις κάμερες, πίσω από την οθόνη. Σε μηχανήματα που δεν ξέρουμε να χειριζόμαστε καλά και μας βλάπτουν. Δεν είμαστε ούτε καν κομπάρσοι. Τα πάντα λειτουργούν και υπαγορεύονται από την εκμετάλλευση των καταστάσεων: Αξιοποιώ τις σπουδές μου, τα ταλέντα μου, τις ευκαιρίες, τις γνωριμίες μου (αυτό κυρίως), τα τεχνικά μέσα ακόμη και το Διαδίκτυο. Η αξιοσύνη μας φαίνεται στο πώς καλλιεργούμε τις δυνατότητές μας για να ανέλθουμε κοινωνικά, να φτιαχτούμε οικονομικά, να βολευτούμε συναισθηματικά. Η κατάσταση αυτή μας έχει οδηγήσει σε πνευματικό καύσωνα, σε ένα εσωτερικό φαινόμενο του θερμοκηπίου. Με τις ανάλογες και δυσάρεστες επιπτώσεις…

(*) Λίγη δροσιά αναζητεί ο νους. Να είχε την ευκαιρία να ξεχνούσε τα φαιδρά, τις ηθικές εκπτώσεις, τις απογοητεύσεις, τη μιζέρια που κουβαλούν κάποιοι συνάνθρωποι και τις ανούσιες προτροπές κάποιων που υποτίθεται θέλουν το καλό του καθενός μας. Η πνευματική μας ίαση βρίσκεται μέσα μας, στην πηγή των συναισθημάτων μας και της παρηγοριάς, στις υγιείς Σκέψεις μας, στα χτυποκάρδια μας. Μαζεύουμε τα Κομμάτια της Ζωής μας, τα κάνουμε στίχους και μελωδία, τα βάζουμε το ένα πάνω στ’ άλλο και στερεώνουμε – ο καθένας μας – τη δική του μέρα, φτιάχνουμε το δικό μας Τραγούδι της Ζωής. Κι αυτό είναι που τελικά αξίζει.

                                          2

(*) Καλοκαιρινή πρεμιέρα με ευρωεκλογών απόηχους, με Ολυμπιακών Αγώνων ήχους και παιάνες, με διακοπών τα πρώτα καλέσματα. Μια Ελλάδα όνειρο, απ’ άκρη σ’ άκρη, να σε προσκαλεί και να σε προκαλεί να κάνεις παιχνίδια με τον ήλιο της, τις θάλασσές της, τη γη της την πλανεύτρα και τους ανθρώπους που ξέρουν να γλεντούν και να φιλοξενούν. Ακόμη και κάποιες αρνητικές εικόνες, τις προσπερνάς κι αφήνεσαι σ’ αυτό που ο τόπος απλόχερα προσφέρει. Όπως και να το κάνουμε, η χώρα μας είναι ένας ευλογημένος τόπος.

(*) Όλο απαιτούμε από την πολιτεία να κάνει αυτό κι εκείνο, να λύσει τα προβλήματα με μιας, να κουνήσει ένα μαγικό ραβδί και να μετατραπεί η χώρα μας σ’ ένα επίγειο παράδεισο. Κι επειδή τέτοια θαύματα δεν γίνονται, μας φταίει το κράτος και οι πολιτικοί και τελειωμό δεν έχει η γκρίνια μας. Μήπως όμως κάποια πράγματα είναι στο χέρι μας; ΚΑΝΕ ΚΑΤΙ μας λέει ο ποιητής Σάββας Θ. Γαβριηλίδης στο ομώνυμο ποίημά του: “Πιάσε το πανί / για τη σκόνη της μνήμης. / Ρίξε ένα βλέμμα στο ημίφως, / στον πόνο που αχνίζει. / Δώσε το δικό σου αντίδωρο. / Κάνε κάτι κι εσύ. / Οι μεγάλοι συχνά δεν μπορούν. / Ίσως γιατί μεγάλωσαν πολύ. / Ίσως όμως να τους λείπει και τ’ οξυγόνο / εκεί ψηλά που ανέβηκαν…” Λέτε να ήρθε ο καιρός να πάρουμε τις τύχες μας στα χέρια μας;

(*) “Πόσα όνειρα είχαμε κάνει για την κοινή ζωή μας… Και να πού καταλήξαμε. Αναρωτιέμαι πού πήγε o έρωτάς μας. Έσβησε τόσο γρήγορα… Είναι δυνατόν να μην κρατάει η αγάπη δύο ανθρώπων πάνω από τρία άντε τέσσερα χρόνια;” Η κοπέλα που μιλούσε στη φίλη της ήταν τόσο θλιμμένη που σου πλάκωνε την ψυχή. Δεν μπορούσε τώρα να εκτιμήσει πόσο καλύτερα είναι να φεύγεις από μία σχέση ή έναν γάμο που δεν έχει να σου προσφέρει τίποτα, παρά να μένεις και να σέρνεσαι, συμβιβασμένη με το λίγο, το ευτελές, το τίποτα .Ήρθε δυστυχώς και στην Ελλάδα κι έμεινε η διάλυση των γάμων εν μία νυκτί. Αυξήθηκαν οι απαιτήσεις των εμπλεκομένων μερών, η ανεργία φέρνει γκρίνια, τα αδιέξοδα δεν βρίσκουν στο διάλογο ανοικτή πόρτα και οι στατιστικές για την αύξηση των χωρισμών θριαμβεύουν. Το καλοκαίρι είναι μία δύσκολη εποχή για τις αδύνατες ανθρώπινες σχέσεις. Οι διακοπές φέρνουν στην επιφάνεια προβλήματα και ελλείψεις, γίνονται συγκρίσεις και παίρνονται αποφάσεις εν θερμώ. Ο Οβίδιος είχε πει: «Οι εραστές ανοίγουν τον δρόμο με γράμματα.» Γιατί χάνεται η μαγεία και η ομορφιά της σχέσης μετά από κάποιο καιρό ή μέσα στο γάμο; Να φταίει ότι οι εραστές δεν γράφουν πια γράμματα αλλά στέλνουν μηνύματα με τα κινητά τους τηλέφωνα; Μπορεί…

(*) Είναι πάντως ακαλαίσθητη η εικόνα ενός ανθρώπου που μιλάει στο κινητό του είτε βρίσκεται σ’ ένα πεζοδρόμιο, στο αυτοκίνητό του, στο σούπερ μάρκετ, οπουδήποτε. Ακόμη και στην εκκλησία κτυπούν κινητά τηλέφωνα την ώρα ενός γάμου ή μιας βάφτισης. Βλέπεις παιδάκια 9 και 10 χρονών μ’ ένα κινητό τηλέφωνο στο χέρι. Είπαμε εξέλιξη και πρόοδο αλλά όχι ισοπέδωση. Από την άλλη, οι αθηναϊκοί δρόμοι, ενόψει Ολυμπιάδας, γεμίζουν κάμερες. Τα πάντα θα παρακολουθούνται και θα καταγράφονται. Ούτε σε ριάλιτι να συμμετείχαμε. «Ο μεγάλος αδελφός» φταίει που γίνεται η ζωή μας μια οθόνη 24ωρης λειτουργίας ή το μυαλό μας;

(*) Σ’ ένα ξωκλήσι, από τα χιλιάδες που βρίσκονται στην πατρίδα μας, σε κάποιο νησί ή χωριουδάκι στην ελληνική επαρχία, εκεί μπορείς να βρεθείς πιο κοντά στο Θεό και στον εαυτό σου. Μακριά από την εξωφρενική πολυτέλεια, τους αναμμένους πολυελαίους και την κοσμοσυρροή που συναντάς στις εκκλησίες των μεγαλουπόλεων. Απέριττοι ναϊσκοι, φυτρωμένοι στο πουθενά, το μανουάλι με την άμμο που περιμένει να δεχτεί το κεράκι που θ’ ανάψεις, εικόνες παλαιϊκές, λίγα αγριολούλούδα σε κάποιο βάζο, ένα σαρακοφαγωμένο στασίδι ν’ ακουμπήσεις, ένα πήλινο θυμιατήρι ν’ ανάψεις λίγο λιβάνι και να προσευχηθείς. Ο Θεός είναι παντού. Τον συναντάς πιο εύκολα στην απλότητα, στην ταπεινότητα και στην ησυχία. Εκεί, άμα ξέρεις, βρίσκεις και τον εαυτό σου: στα λιγοστά, στη σεμνότητα, στη μόνωση.

(*) “Ta βράδια με πανσέληνο γράφω τα καλύτερα ποιήματα στο μυαλό μου. Το χάραμα με παίρνει ο ύπνος και χάνονται μαζί με το φεγγάρι η έμπνευση κι οι στίχοι που ’γραφα όλη νύχτα. Σ’ αυτούς που με ρωτούν «πόσα βιβλία με ποιήματα» έχω εκδώσει, τους απαντώ χαρούμενη: κανένα. Γιατί μόνο τα βράδια με πανσέληνο σκαρώνω στίχους κι ιστορίες στο μυαλό μου.”

(*) Μια σκέψη για το καλοκαίρι που έρχεται, για τις ζεστές νύχτες που το μυαλό θ’ αδυνατεί να σκεφτεί, το σώμα θα ζητάει τις δικές του ανάγκες να ικανοποιήσει και η ψυχή θα ισορροπεί στο χείλος της περιέργειας: Μην κουραστείτε προσπαθώντας – αυτό το καλοκαίρι – να είστε κάτι άλλο εκτός από τον εαυτό σας. Με τις ατέλειές σας, τα ελαττώματά σας, τα ταλέντα σας ή τις αποτυχίες σας, να είστε εσείς…

Roland Reiff: Summer / Καλοκαίρι.

Roland Reiff: Summer / Καλοκαίρι.

                                                                                                   3

(*) Κομμάτια της Ζωής: στην Κύπρο, στην Αμερική, στην Ενωμένη Ευρώπη. Στην Αθήνα που ετοιμάζεται να υποδεχθεί τους αθλητές και τους επισκέπτες για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Στο Ιράκ, που το καθεστώς του Σαντάμ αντικαταστάθηκε από βία χωρίς τέλος. Ανάσες Ζωής αναζητάς στην καθημερινότητα που σε γεμίζει ανασφάλεια, αναπάντητα ερωτήματα και τηλεοπτική φρίκη. Προσπαθείς να υπογραμμίσεις κάποια αισιόδοξα στιγμιότυπα και εικόνες ζωής. Μάταια. Το γκρι και το μαύρο κυριαρχούν και χρωματίζουν δυσοίωνα τα πάντα. Δεν μπορείς να χαίρεσαι και να αδιαφορείς όταν γύρω σου, σε άλλους λαούς, συμβαίνουν τόσα τρομερά πράγματα. Και δεν μπορείς να μην συμφωνήσεις με τον Αλ. Αϊνστάιν, που ΄χε πει ότι “Όσο θα υπάρχον δυστυχισμένα παιδιά στον κόσμο, η λέξη πρόοδος δεν θα ’χει καμιά έννοια.”

(*) Αυτό που όλοι ευχόμαστε, το πιο δύσκολο πράγμα να γίνει στον δοκιμαζόμενο κόσμο μας, το έχει με τόση τέχνη αποτυπώσει στο ποίημά της ΥΠΟΣΧΕΣΗ η ΘΕΟΔΩΡΑ ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΥ – ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ: “Υποσχέθηκες πως θα ’ρθεις / και ήμουνα παιδί. / Κύρτωσαν οι ώμοι μου / κι εσύ, ακόμα να φανείς. / Τι θέλεις να σου τάξω, / το θαύμα για να γίνει; / Αχ! Πολύτροπη, πολύμορφη, / και πολυονόματη, / Αγάπη, Δικαιοσύνη, Ειρήνη… / Ειρήνη ευλογημένη. / Πάντα ευκολόπιστη, / και πάντα προδομένη.” Σκορπά με τους στίχους της η ποιήτρια “ΣΤΟΧΑΣΜΩΝ ΕΥΩΔΙΕΣ”, σκέψεις παρήγορες, με λυρισμό, με όραμα για έναν καλύτερο κόσμο και την ανθρωπιά αναζητεί ως ελπίδα, βακτηρία και βάλσαμο στις ψυχές που έχουν ανάγκη. Είναι η ποίηση ένα ευχάριστο διάλλειμα στο αδιάκοπο της ζωής σφυροκόπημα…

(*) Το δημοψήφισμα στην Κύπρο για το σχέδιο Ανάν, η επικράτηση του ΟΧΙ με 75,83 % έδειξε ότι ο κυπριακός λαός δεν ξεχνά την ιστορία του, τις θυσίες του, μπορεί να πει το μεγάλο ΟΧΙ όπως και το μεγάλο ΝΑΙ, αν αξίζει να ειπωθεί το ΝΑΙ. Συχνά, κάτι που μας φαίνεται αρνητικό, ο χρόνος, οι συγκυρίες, η ζωή η ίδια, μπορεί να το μετατρέψουν σε θετικό, ευνοϊκό, μια νέα ευκαιρία. Πάντα όμως οι καιροί απαιτούσαν υψηλό αίσθημα ευθύνης και οι ηγέτες (όπως και των πολιτών η ωριμότητα) αναδεικνύονται στα δύσκολα όχι στα πανηγύρια και στις γιορτές.

(*) Μάθαμε απ’ ότι φαίνεται να συνυπάρχουμε άνθρωποι και σκουπίδια. Μα ήρθε ο καιρός να αλλάξει αυτή η δύσοσμη και δυσάρεστη κατάσταση. Βαριά πρόστιμα σε όσους ρυπαίνουν την πρωτεύουσα αποφάσισε το δημοτικό συμβούλιο της Αθήνας. Επιτέλους, να αποκτήσουμε περιβαλλοντική συνείδηση και να σεβόμαστε τους συνανθρώπους μας και την φύση. Η Αθήνα είναι ήδη αρκετά επιβαρυμένη ως πόλη, από το κυκλοφοριακό, την αστυφιλία, το νέφος, την έλλειψη πρασίνου, πάρκινγκ και ελεύθερων χώρων. Η βρωμιά και τα σκουπίδια έκαναν την κατάσταση ακόμα χειρότερη. Ας μπουν επιτέλους τα πράγματα στη θέση τους. Το πέταγμα της γόπας του τσιγάρου κοστίζει 20 ευρώ, όσο και το φαγητό 2 ή 3 ημερών μιας μεσοαστικής οικογένειας. ¨Όταν ο Έλληνας θα πληρώνει για τις παραβάσεις του, τότε θα το σκέφτεται πολύ πριν πετάξει ένα χαρτί κάτω ή κρεμάσει μία σακούλα με σκουπίδια σ’ ένα δέντρο ή την βάλει έξω από τον ειδικό κάδο.

(*) Οι ουρές είναι μεγάλο πρόβλημα. Σε πολλές δημόσιες υπηρεσίες, σε τράπεζες ακόμη και στις στάσεις των λεωφορείων, συναντάς ανθρώπους να περιμένουν τη σειρά τους. Αναμένοντας κάποιο μπλε λεωφορείο, μπορεί να στέκεσαι στη στάση πάνω από μία ώρα. Κάποτε το Υπουργείο Μεταφορών διαφήμιζε τα μέσα μαζικής μεταφοράς παροτρύνοντάς μας να αφήσουμε το αυτοκίνητό μας στο σπίτι και να κερδίζουμε χρόνο χρησιμοποιώντας λεωφορείο, τρόλεϋ ή το μετρό. Όταν περιμένεις μία ώρα στη στάση του ΟΑΣΑ, τότε σίγουρα κερδίζεις… χρόνο. Για σκέψη, για οργή, για να σου ανάψουν τα αίματα… Γι’ αυτό όλο και περισσότερος κόσμος παίρνει κάθε είδους χάπια για να καταπολεμήσει το άγχος της καθημερινότητας. Μιας οδυνηρής ζωής, η οποία ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ γίνεται και πιο επώδυνη. Θ’ αλλάξει άραγε κάτι στο μέλλον;

(*) ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ από τη ζωή. Και από τα δυσάρεστα κάτι καλό πάντα παίρνουμε, αρκεί να ξέρουμε να πάρουμε. “Κατά κανόνα, οι άνθρωποι αδικούν τους άλλους, όταν το μπορούν” διαπίστωνε ο Αριστοτέλης. Αν μετρήσουμε τα καλά που έχουμε κάνει στους συνανθρώπους μας και στο πως μας τα ανταπέδωσαν θα δούμε μεγάλες διαφορές στη δεύτερη λίστα. Μάλλον με αχαριστία θα έχουμε κεραστεί παρά με ένα “ευχαριστώ”. Να μην έχουμε απαίτηση και για ανταπόδοση της καλοσύνης μας. Γι’ αυτό και οι πράξεις των άλλων οφείλουν να είναι για μας μαθήματα ζωής. Από τα λάθη μας να κάνουμε ένα βήμα μπροστά κι ένα βήμα μέσα μας. Η προσπάθεια να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι – ως μοναδικότητες – συμβάλλει στο προχώρημα και της κοινωνίας μας. Είναι όμως ο δρόμος μακρύς, μην αυταπατώμεθα.

(*) Έρχεται καλοκαίρι. Γεμάτο υποσχέσεις, ζέστη, έρωτες και τι άλλο;. Ίσως ΜΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ: “Και αύριο; / Η κινητήριος δύναμη / είναι μια συγκίνηση, / μια σκέψη, επιθυμίες, / αλλά και αυταπάτες. / Ανάμεσα στη νύχτα και τη μέρα / ένα όνειρο, ένα καρδιοχτύπι, / μια χαρά, ένα χαμόγελο, / μια ηχώ ελπίδα… / Μια παρουσία. / Τίποτε άλλο και όλα…” Καλά να περνάτε.

                                                                                                 4

(*) Επισημάνσεις από τον καθημερινό τύπο, με ελληνικό και παγκόσμιο χρώμα. Μικρότητας εγκώμιο, αθλιότητας στιγμιότυπα, μιζέριας λόγια και έργα και απανθρωπιάς εικόνες θλιβερές. Ο κόσμος μας σε χάος. Πόλεμοι συνεχίζονται, οικολογικές καταστροφές εξελίσσονται, άνθρωποι σκοτώνονται σε διάφορες συγκρούσεις και ατυχήματα. Ατυχίες της ζωής και όνειρα συντρίμμια. Η ποίηση απούσα, γιατί κάποιοι ποιητές σωπαίνουν μπρος στο βουβό πόνο κι άλλοι, λιγοστοί ευτυχώς, έχουν τόσο συμβιβαστεί με την εξουσία και τη χλιδή, που δεν τους αγγίζει ο ανθρώπινος σπαραγμός. Είναι και άλλοι Δημιουργοί, που υψώνουν φωνή διαμαρτυρίας και εγρήγορσης. Του Βάρναλη οι στίχοι ηχούν επίκαιροι και ορμηνεύουν στο σωστό δρόμο: “Μπροστά καινούργιος κόσμος θα βαδίσει, / όταν ξυπνήσουν κάποτε οι λαοί.”

(*) Η ΑΠΛΗΣΤΙΑ ΣΕ ΟΛΟ ΤΗΣ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ. Ή πώς το ήθος, τα ιδανικά, η σημαία της πατρίδας, αντικαθίστανται από τα ευρώ, από το “πριμ κατάταξης” στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας. Άρχισαν οι διαμαρτυρίες – έγραψαν οι εφημερίδες – κάποιων Ολυμπιονικών μας (γυναικών μάλιστα) για τα χρήματα που έχουν λαμβάνειν από την πολιτεία και τους χορηγούς για τα μετάλλια που κατέκτησαν. Κάποιες ήθελαν κάτι παραπάνω στο μερίδιό τους γιατί απέδωσαν, λέει, καλύτερα στους αγώνες. Όμως η ομάδα κατακτά στα ομαδικά αθλήματα, όχι η μονάδα. Μήπως κάποιοι πρέπει να προσγειωθούν ομαλά και ταπεινά στην πραγματικότητα και να πάψουν να ζητούν ό,τι τους κατέβει; Δηλαδή αν δεν έπαιρναν χρήματα δεν θα αγωνίζονταν καλά, δεν θα έδιναν τον εαυτό τους για ένα μετάλλιο; Για την χώρα μας, για ν’ ακουστεί ο εθνικός μας ύμνος; Απέλιπεν ο Θεός το φιλότιμο από ορισμένους κατά πως φαίνεται. Και επειδή έλαβαν μία μεγάλη διάκριση ξέχασαν, ισοπέδωσαν τα πάντα. Ζήτω ο βασιλιάς καρνάβαλος: το χρήμα εννοείται…

(*) ΤΙ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΠΕΡΗΦΑΝΟΥΣ ΩΣ ΛΑΟ; Κάποιες εφήμερες νίκες που δίνουν στην ψυχή μας μιαν ανάταση και κάνουν την καρδιά να χτυπά πιο δυνατά. Όμως, αν κοιτάξουμε δίπλα μας και μέσα μας, θα απογοητευτούμε. Γιατί υστερούμε σε πράγματα και επιτεύγματα που να έχουν διάρκεια. Εκεί πια παίζεται το παιχνίδι. Όποιος δεν το έχει συνειδητοποιήσει αυτό, έχει ακόμη πολύ δρόμο να διαβεί, πολλούς αγώνες να δώσει. Η ΖΩΗ παίζει περίεργα παιχνίδια και γράφει σενάρια που ξεπερνούν και την πιο γόνιμη φαντασία…

(*) Κάθε «ΟΔΟΣ ΖΩΗΣ», κάθε δρόμος, τα μονοπάτια της ζήσης μας, γίνονται ακόμη πιο μικρά, είναι ψηφίδες χαμένες στην απεραντοσύνη της Γης μας, στη θλίψη των δύσκολων ημερών και στου χρόνου το αναπόφευκτο άδειασμα. Το (ηθικό) δίδαγμα όλων αυτών που συμβαίνουν γύρω μας, η σοφή του λαού μας παροιμία: «Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες». Καταλάβατε;

kotetsi                                         5

(*) Σταθμοί Ζωής. Ο απόηχος της κατάκτησης του EURO 2004 δεν σ’ αφήνει να ξεχάσεις ότι το όνειρο μπορεί και να γίνει πραγματικότητα. Το φθινόπωρο της δροσιάς και της λύτρωσης είναι εδώ. Προσμένεις την μυρωδιά του νοτισμένου χώματος και των φύλλων που σέπονται. Με τους Ολυμπιακούς Αγώνες να έχουν περάσει πλέον στην Ιστορία. Πυρώθηκε κάθε ψυχή από τις ελληνικές διακρίσεις. Με όσα αγαπήσαμε, μισήσαμε, μας δοκίμασαν και μας στέρησαν τη γαλήνη, τη χαρά, το χαμόγελο πορευόμαστε στο φθινόπωρο που έρχεται… Κομμάτια της Ζωής σε εξέλιξη…. Τοπία ελληνικά, Ήλιος και Φως παρόντα και πλουσιοπάροχα δοσμένα. Για όλους. Γλάστρες με γεράνια, αρμπαρόριζα και χειμωνιάτικο βασιλικό. Με γαρυφαλλιές και μαντζουράνα. Ευωδιές που δεν χορταίνεις, χρώματα που σε ηρεμούν, σιωπή που σε μαγεύει. Στα απλά, αγνά πράγματα κρυμμένη η ευτυχία, δεν ζητά επαίνους ούτε φωνασκεί. Υπάρχει εκεί για να την αναζητήσουμε. Κάθε εποχή…

(*) “Ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ πτωχός, όταν διαθέτει χαλινόν εις τας επιθυμίας του” έγραψε ο Δ. Σολωμός. ΌΤΑΝ ΔΕΝ ΕΠΙΘΥΜΕΙΣ ΠΟΛΛΑ, είσαι πράγματι απαλλαγμένος από τη δυστυχία της συγκέντρωσης ενός ανώφελου, άχρηστου “πλούτου”. Μαζεύουμε, στοιβάζουμε πράγματα, πεθυμιές, αγάπες, ηδονές, ό,τι δει το μάτι το ποθεί. Αχόρταγη η ματιά πλανιέται παντού. Χωρίς αιδώ, χωρίς νόμο, όλα ανοιχτά, κοινά, στη διάθεσή της. Έχει σήμερα, δημιουργηθεί μία νέα κοινωνική τάξη: οι “πλουσιόφτωχοι”. Διαθέτουν πολλά – ας είναι καλά οι υπερχρεωμένες πιστωτικές τους κάρτες – αλλά δεν ευτυχούν. Ζουν σε διαρκή φόβο και ένδεια. Γραμμάτια ανεξόφλητα, ληγμένα από καιρό, συναλλαγματικές πλαστογραφημένες σε φόντο γκρι – χρυσαφί. Η χρεωκοπία της ανθρωπιάς σε όλο της το μεγαλείο. Οι άνθρωποι σιδεροδέσμιοι μιας κάρτας, ενός ΡΙΝ, ενός κινητού τηλεφώνου κι ενός ανικανοποίητου μυαλού. Δυστυχώς…

(*) Μπόγιες αδέσποτων ζώων και ψυχών. Ό,τι μας χαλάει την ωραία μας ζωή, το αφαιρούμε από το σκηνικό, το απομακρύνουμε από το βλέμμα μας, το κρύβουμε στα σκοτάδια, σε νεοεφευρεμένα ιδρύματα και πολιτισμένες φυλακές. Χωματερές ζώων – όσα επέζησαν από φόλες και πολιτισμένες εξοντώσεις κατέληξαν εκεί – και “λάκκοι” ανθρώπινων απορριμμάτων: ναρκομανείς, άστεγοι, ψυχικά άρρωστοι, μετανάστες… Αν δεν το είδαμε ακόμη ένα τέτοιο σκηνικό και μας φαίνεται σκηνή από του “1984” του Όργουελ, δεν είμαστε μακριά από την εφαρμογή του. Ένας σύγχρονος Καιάδας, με άλλα λόγια, όχι στη Σπάρτη αλλά στην πλασματικά ωραία εποχή μας. Για να μην μας χαλάει τη διάθεση ό,τι δεν είναι λαμπερό…

(*) “ΑΡΩΜΑ ΖΩΗΣ” σκορπά η λογοτέχνιδα κ. Ζαννέτα Καλύβα – Παπαϊωάννου με το ομότιτλο βιβλίο της. Και μας λέει έτσι απλά, λυρικά κι ανθρώπινα πώς “ΕΊΝΑΙ ΩΡΑΙΟ ΝΑ ΘΥΜΑΣΑΙ”: “Σήμερα το μεσημέρι / βρέθηκα σε άλλα μέρη / νοσταλγώντας τα παλιά / με λαχτάρα και χαρά.. / Είναι ωραίο να θυμάσαι / όλες σου τις αναμνήσεις, / να συγκρίνεις και τα χρόνια / που περάσαν σαν τα χιόνια. / Η ζωή θέλει κουράγιο, / λεβεντιά και καλοσύνη, / δύναμη, ψυχή κι αγάπη / κι η καρδιά όλο να δίνει.”

(*) Οδοί Ζωής ελληνικής. Δρόμοι της χαράς και της λύπης. Στενοσόκακα και καλντερίμια. Χωματόδρομοι και μονοπάτια. Από το ένα άκρο της Ελλάδας ως το άλλο. Από τον Έβρο ως την Γαύδο, από την Πύλο ως τη Φλώρινα. Κι όπου υπάρχει ελληνισμός. Στην Αγγλία, στην Αμερική, στην Ωκεανία, στην Αφρική, στην Ασία, παντού. Ταξίδια ατέλειωτα χωρίς αποσκευές, εισιτήρια, επιβιβάσεις και ελέγχους. Χωρίς κάμερες και καρτ ποστάλ. Εδώ, στο “Hellenic Magazine”, μαζί, παίρνουμε τους δρόμους και στεκόμαστε σε ό,τι ωραίο, αυθεντικό, λυρικό και τρυφερό, έχει ο τόπος μας να μας προσφέρει κι έχουν οι Έλληνες πετύχει με τους κόπους τους, τα όνειρά τους, το φιλότιμό τους. Θέλουμε αυτή η στήλη να γίνει μια φιλόξενη γωνιά για τους αναγνώστες. Να την αναζητούν, να την επισκέπτονται. Και όπως λέει ο Jean Paul Richter: «Οι καλύτερες στιγμές μια επίσκεψης (να) είναι εκείνες κατά τις οποίες αναβάλλεται ξανά και ξανά ο τερματισμός της.»

Πρωτοδημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Hellenic Mail» που εξέδιδε ο Νίκος Σιδηρόπουλος στην Αγγλία.


Της νιότης κείμενο:

ΜΟΝΑΞΙΑ        Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΟΥ

Αποτύπωσα τη μοναξιά μου σ’ ένα μεγάλο φύλλο χαρτί. Κατόπιν το πήρα στα χέρια μου κι άρχισα να το κόβω σε μικρά κομματάκια, ώσπου όλο το χαρτί έγινε ένας σωρός μικρά χαρτάκια ριγμένα στο πάτωμα.
Τα μάζεψα και τους έβαλα φωτιά για να καούν…
Άνοιξα το παράθυρο. Πήρα τις στάχτες και τις σκόρπισα έξω στο δρόμο. Κλείνοντας τα παραθυρόφυλλα, είδα τη μοναξιά μου στο πεζοδρόμιο να στρώνει το χιλιοκαμένο πανωφόρι της για να περάσει εκεί τη νύχτα.
Το πρωί θα μου χτυπούσε την πόρτα ξανά. Όπως κάθε μέρα…

MY SOLITUDE by Zacharoula Gaitanaki
I captured my solitude on a large sheet of paper. Afterwards, I held it in my hands and I began to cut it into small pieces, until all the paper became a great number of pieces thrown on the floor. I pile them up and I set a fire. I opened the window. I took the ashes and scattered them out on the road. Closing the shutters, I saw my solitude to spread on the side walk her overcoat to spend the night.
In the morning, it will knock on my door again. As every day…

ΡΟΛΟΙ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟ


 

Advertisements