ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ / POEM OF THE WEEK

ηΚΑΘΕ ΕΒΔΟΜΑΔΑ, ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΥ ΞΕΧΩΡΙΣΑ ΓΙΑ ΤΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΤΕΛΝΕΙ ΚΑΙ ΤΗ ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙ. ΤΟ ΜΟΙΡΑΖΟΜΑΙ ΜΑΖΙ ΣΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΠΟΛΑΥΣΕΤΕ ΚΑΙ ΣΕΙΣ. A POEM FOR EVERY WEEK OF THE YEAR. ENJOY IT! 

Παρουσίαση1

«Αν δε μου ‘δινες την ποίηση, Κύριε, δε θα’χα τίποτα για να ζήσω.» Ν. ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

red-line

Κώστας Σικαλιάς: ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΙΑΝΟ

Ήρθες στην ατμόσφαιρα πάλι, εσύ, Μούσα μου μεγάλη…

Σε ακούω σαν αεράκι να με συντροφεύεις,

και το μυαλό μου για το καινούριο το σμιλεύεις…

Φφφφφφ… στα αυτιά μου κάνεις αισθητή την παρουσία

και ξεκινά ξανά μια του εγκεφάλου συνουσία.

Τι όμορφα που οι λέξεις το πλακί, πώς, το λερώνουν

και τι όμορφα που εικόνες και συναισθήματα τα φανερώνουν…

Είναι άραγε το πιάνο που τόσο πολύ μαγεύει;

Πόσο όμοια στο πληκτρολόγιο το χέρι μου χορεύει…

Σαν να παίζει μουσική αλλά με λέξεις θαρρώ πως κάνει το χέρι μου πάνω στα πλήκτρα.

Και αντί για πεντάγραμμο έχω το πλακί και γράφω αργά τώρα την νύκτα.

Μούσα μου τι όμορφα ακούσματα και πώς με εμπνέεις για να γράψω,

και με μαύρα γράμματα το γκρίζο πλακί να βάψω…

Ακούγοντας λοιπόν το πιάνο μια ιστορία θα σκαρφιστώ για να σου διηγηθώ,

και για κάτι ίσως που ντρέπομαι εντέχνως να απολογηθώ…

Άκου λοιπόν διαβάζοντας την δική μου ιστορία,

που θα την πω εμμέτρως και με ομοιοκαταληξία…

Ήμουν μικρός και καθόμουνα με την κιθάρα και την γρατζουνούσα,

και όπως και με τον ήχο του πιάνου, έτσι και με την κιθάρα, ονειροπολούσα…

Έβρισκα τα τραγούδια τα όμορφα και τα έπαιζα με ζήλο στην κιθάρα,

και όλη η ζωή μου ήταν εκείνες μόνο οι στιγμές που ίσως και άρα

με έφερναν κοντά σε εσένα πάλι Μούσα μου και σε γλυκοφιλούσα,

και στα ερωτήματα της εφηβείας με νότες απαντούσα…

Tι γλυκιά η νιότη τότε και εγώ στο έγχορδο όργανο την σπαταλούσα,

και με έναν άλλον τρόπο πιο φανταστικό ερωτοτροπούσα…

Σαν να ήταν χθες θυμάμαι που μόνος μου καθόμουν και με την πένα έγραφα με ήχο,

που η πένα χτυπούσε τις χορδές και εγώ ψιθύριζα τον στίχο…

Και όπως το πιάνο τώρα μοιάζει σαν άγγελος σταλμένος,

έτσι και εγώ τότε έπαιζα μουσική αφηρημένος…

Δεν με ενδιέφεραν ούτε τα διαβάσματα, ούτε οι τυχόν στο σχολείο οι εξετάσεις,

ούτε η μάνα μου που μου έλεγε συχνά: «Δεν θα διαβάσεις;»…

Μόνη μου έγνοια και συντροφιά ήταν ο ήχος να μπαίνει μέσα στο αφτί μου,

και να ηδονίζομαι από την κάθε πενιά και ηχητική μου…

Τώρα που μεγάλωσα και αρμόνιο ή κιθάρα πια δεν παίζω,

τώρα μόνο με το πληκτρολόγιο για ποιήματα για να γραφθούν πιέζω…

Πιέζω τον εγκέφαλο ήχο πάνω στο πλακί να βγάλει,

και έτσι στην ποιητική μου έμπνευση και εκείνος να συμβάλει…

Πωπω…! Τι ωραίοι ήχοι τότε που τους γείτονές μου ενοχλούσαν,

και πόσο όμορφα στο δωμάτιό μου όμως αντηχούσαν…

Τώρα σιωπηλός, ακούγοντας μόνο το πιάνο,

την Μούσα μου από το χέρι να χορέψουμε πιάνω…

«Θα μου χαρίσετε δεσποσύνη ετούτο το βαλσάκι;

Θα θέλατε να χορέψουμε λιγάκι;»

Ναι… Τα δάκτυλα είναι σαν τα πόδια που το βαλς ακολουθούνε,

και που στο πληκτρολόγιο ρυθμικά και όμορφα εκείνα περπατούνε…

Ναι… Τι όμορφα που ακούγονται πλέον στο πλακί τα λόγια και οι λέξεις,

και τι όμορφα που διαβάζονται έπειτα αν το ποίημα αυτό να το διαβάσεις το διαλέξεις…

Άκου… Δεν είναι μαγεία το πιάνο και ο συνδιασμός του με το διάβασμα ετούτης της στιχομυθίας;

Πες μου… Δεν σε μάγεψε καθόλου ο χορός των λέξεων που είναι προϊόν της Μούσας μου και κυρίας;

Κυρίας των αισθήσεών μου και Αρχόντισσας της κάθε μου σκέψης…

Αρκεί μόνο εσύ Μούσα μου για να δημιουργήσω με το αεράκι σου να μου γνέψεις…

Αρκεί μόνο την σιωπή σου να ακούσω και ύστερα να αρχίσω να την καταγράφω.

Μονάχα αυτή με εμπνέει να μεγαλουργώ ίσως και μετά να το υπογράφω…

Με σύντροφο την μουσική και με οδηγό την ηρεμία,

κινώ την βάρκα μου σε νηνεμία…

Νιώθω όντως τόσο ήρεμος όπως με την κιθάρα που έπαιζα τότε,

και ευχόμουν να έχω και μια γυναικεία συντροφιά να ακούει. Έλεγα :»Πότε;».

Έλεγα πως πότε άραγε μια κοπέλα την μελωδία μου θα ακούσει,

και με συναισθήματα όμοια με τα σημερινά τις αισθήσεις της και εκείνη θα τις λούσει;

Πάντα όμως μόνος… Και πάντα μαζί με την Μούσα μου την ζηλιάρα,

που ήθελε να ακούει μόνον αυτή την κλασσική μου την κιθάρα…

Έτσι όμως και τώρα με επιβραβεύει και μόνο εγώ την σιωπή της ακούω, την αφουγκράζομαι, την νιώθω,

και γράφω με τόση άνεση τόσες φορές ποιητικά για τον κάθε ανομολόγητό μου πόθο…

Και τώρα δω σαν να την βλέπω είναι να με κοιτά και το χέρι της να μου απλώνει,

και σαν καπνός άυλος να έρχεται γύρω μου και να με περικυκλώνει…

Είναι μαγεία αυτό που ζω και εύχομαι και εσύ τώρα που με διαβάζεις να την νιώθεις

και να το διάβασες μονομιάς με μια ανάσα και να μην το κλώθεις…

Γιατί μια ανάσα είναι αρκετή την ποίηση να διαβάσεις,

και ότι άγριο και κακό που σε βασανίζει να μπορείς να κατευνάσεις…

Μία πνοή και σήμερα μου φύσηξε το μυαλό και άρχισα να ταξιδεύω,

μέσα στους ήχους του πιάνου και της σιωπής και να σμιλεύω

λίγο – λίγο και σιγά – σιγά ξανά το μυαλό μου που το πιάνει καμιά φορά η ανία,

αλλά εν τέλει όλα τα αρνητικά εξαφανίζονται σαν έρθει αυτή η μία…

Η μία και μοναδική μου. η αναντικατάστατη η Μούσα,

που Αυτήν πάντα μέσα στην μουσική και στην σιωπή και στην ζωγραφική αναζητούσα…

Ακούγοντας λοιπόν το πιάνο, μου δόθηκε το έναυσμα κάποιο πάλι ταπεινό ποίημα να γράψω

και την οποιαδήποτε καθημερινότητα και ρουτίνα για λίγη ώρα στον χρόνο να την θάψω…

«Μοσχοβολάει» σιωπή και σήμερα το δωμάτιό μου το άδειο.

«Μοσχοβολάει» τόσο πολύ που έκλεισα και το ράδιο…

Με αυτό το άρωμα και με του πιάνου την θεία μελωδία,

θα σε αφήσω, αναγνώστη μου, να μείνεις σε ευωδία…

[«Piano hands», painting by Claiborne Hemphill – Trinklein.]


Χριστίνα Ιατρού – Σοϊταρίδη: ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Χριστούγεννα…στου Νότου τα νερά

τις σκέψεις μας, αδέσμευτα…δεσμεύουν,

ξυπνήσανε τα χρόνια τα παλιά,

οι αναμνήσεις μας, μαζί μας ταξιδεύουν.

Ταξίδι μας πηγαίνουν στο Βορρά,

σε χρόνια, που δεν έπαψαν να ζούνε,

στου πατρικού μας, την ολόθερμη γωνιά,

τραπέζι στρώσανε, να μας υποδεχθούνε. 

Με χιόνι σκεπασμένη η αυλή

τριζοβολούν τα κούτσουρα στο τζάκι,

η οικογένεια δεμένη με στοργή

στο ευλογημένο πατρικό μας το κονάκι.

Γαλήνια πρόσωπα, χαρούμενα σεπτά,

η αρμονία στα αγαπημένα γονικά μας,

τα αδέλφια μας, συμβάλουν και αυτά

στα παιδικά, χαρούμενα, τα χρόνια τα δικά μας.

[«Christmas tea time», painting by Stephen Darbishire.]

 

 

Advertisements