ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΙΑΤΡΟΥ-ΣΟΪΤΑΡΙΔΗ / CHRISTINA IATROU-SOITARIDIS

καλωσορισμα ζαννετασΑγαπητοί μου συνάνθρωποι, αξιόλογοι  Λογοτέχνες, όλοι εσείς οι εραστές, οι εργάτες του «Λόγου», σας προσκαλώ, σας υποδέχομαι και σας καλωσορίζω στην πνευματική μου εστία. Σεμνά, με απέραντη εκτίμηση προς εσάς, τους εκλεκτούς μου επισκέπτες, η ταπεινή μου πένα είναι έτοιμη να σας υποδεχθεί, να σας ταξιδεύσει στα μονοπάτια του νόστου. Σας προσκαλεί να συμπορευθείτε μαζί της. Και να σας ευχαριστήσει επίσης για την τιμή που της κάνατε με την επίσκεψή σας, στο πνευματικό της ησυχαστήριο. Σας αγκαλιάζει με εκτίμηση, έτοιμη να σας ξεναγήσει φιλόξενα, ταπεινά, όπως ταπεινή και σεμνή είναι η γραμμή της. Με την ελπίδα ότι φεύγοντας από την πνευματική αυτή εστία, θα έχετε ανακαλύψει το μήνυμα και το σινιάλο που στέλνει η πένα μου: «Μήνυμα αγάπης, ομόνοιας, δικαιοσύνης και αδελφοσύνης.» Σας ευχαριστώ για την επίσκεψη σας. Με ιδιαίτερη εκτίμηση και πνευματική αγάπη, Χριστίνα Ιατρού – Σοϊταρίδη.


%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%bf%ce%af%ce%b7%ce%bc%ce%b1-%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%af%ce%bd%ce%b1%cf%82

ΑΤΟΦΙΟ, ΑΓΝΟ –>  Ψυχή μου, την πένα / σαν παίρνεις στο χέρι, / της καρδιάς το μελάνι / να είναι αγνό, / να είναι ατόφιο, / να είναι  λευκό. / Ο νους να λαξεύει / την άνιση σκέψη, / να γίνει πυξίδα  / σ’ αγνούς ουρανούς,  /  χαρά και ελπίδα /  κι ΑΓΑΠΗΣ  κρουνούς. / Αστέρι να γίνει / και ΦΩΣ μες στο σκότος, / ΕΙΡΗΝΗ να δώσει / στης γης τους λαούς.


Ο ΣΤΙΧΟΣ       -Στον ποιητή —>  Ελεύθερη κι αν είναι %cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%b7%ce%bc%ce%b1-%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%af%ce%bd%ce%b1%cf%82του στίχου η γραφή, /  ατόφια να έχει τάξη ακέραια δομή. /  Το μήνυμα να στέλνει ευνόητο, σεμνό, /  σ’ εκείνον που το παίρνει, σταράτο  και απλό. /  Η ήρα δεν χωράει μαζί με την κριθή, / μήτε και το σιτάρι κι η ρόβη η ξανθή. / Ελεύθερο τον λόγο κι αν γράφεις ποιητή, / τις σκέψεις σου να θέτεις μ΄ευπρέπεια και σπουδή. 


CHRISTINA IATROU-SOITARIDIS’ new book – «SONG OF SONGS», poems Κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2016 από τις εκδόσεις «Πύρινος Κόσμος» στην Αθήνα, η πρώτη ποιητική συλλογή της Χριστίνας Ιατρού – Σοϊταρίδη, το «ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ», σε Πρόλογο από τον λογοτέχνη και  νομικό Δρ. Γιώργο Ι. Μποτή, σελίδες: 58. «Αφιερώνεται στη μνήμη των γονέων μου Κωνσταντίνου και Ζαχαρένιας και των αδελφών μου Ανδρέα και Παρασκευούλας, που μου έστειλαν ήδη ενσαρκωμένη την στοργή και την συμπαράστασή τους.»           ΦΑΡΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ: «Λυτρωτική παρηγοριά μου,  / σύντροφε μες στα όνειρά μου, /  γίνεσαι φως, γίνεσαι ελπίδα / και φάρος μες στην καταιγίδα.»  

%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%bf%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b1%cf%83-%cf%83%ce%bf%cf%8a%cf%84%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b4%ce%b7

 Όπως γράφει μεταξύ άλλων ο Δρ. Γιώργος Ι. Μποτής: «Μέσα από τις συμπληγάδες των αγώνων της επιβίωσης, η έφηβη Χριστίνα διατήρησε ως κόρη οφθαλμού τις παρακαταθήκες των σεπτών γονέων της και κατόρθωσε αφ’ εαυτής και μόνον να αναδείξει και να πολλαπλασιάσει το προσωπικό λογοτεχνικό της τάλαντο. Ένα τάλαντο σπάνιο και μοναδικό, που σαγηνεύει με τη μελίρρυτη γραφή της και την πηγαία αγαπητική της αύρα… Η παρουσία της τιμά τον Απόδημο Ελληνισμό αλλά και την Ελλάδα. Μέσα από τα κείμενά της, ποιητικά και πεζά, ο αναγνώστης ανακαλύπτει μια σπάνια προσωπικότητα μεγάλου βεληνεκούς, όχι μόνο στον λογοτεχνικό τομέα αλλά και στην εξαιρετικά μοναδική συγκρότηση της προσωπικότητάς της. Μια προσωπικότητα ευαίσθητη, ήρεμη, γαλήνια, γεμάτη από συναισθήματα Αγάπης για τον συνάνθρωπό της. Στην προσωπικότητά της έχει πλήρη εφαρμογή η ρήση του Μενάνδρου «Ως χαρίεν έστ’ άνθρωπος, όταν άνθρωπος η». Θα ήταν παράλειψή μου, αν δεν τόνιζα την μεγάλη Πίστη της Χριστίνας Ιατρού – Σοϊταρίδη στη Συμπαντική Πρόνοια του Θεού. Μια  Πίστη, ενσυνείδητη και μοναδική, «ώστε όρη μεθιστάνειν». Το ωστικό κύμα της Πίστης αυτής έχει εμβολίσει την  ψυχή μου.»                                                                    Κριτική του ποιητή κ.  ΣΠΥΡΟΥ Κ. ΚΑΡΑΜΟΥΝΤΖΟΥ για το βιβλίο: «Αγαπητή και εκλεκτή μου φίλη, Χριστίνα, Σήμερα πήρα το όμορφο, ουσιαστικό και καλογραμμένο βιβλίο σου, « Άσμα Ασμάτων», που ο τίτλος του και μόνο προδιαθέτει τον αναγνώστη του να μελετήσει και να το αγαπήσει. Γι΄ αυτό και σπεύδω όχι μόνο να σε ευχαριστήσω που μου το έστειλες, αλλά και να σε συγχαρώ για την  ποιητική και ποιοτική σου αυτή δημιουργία. Και ασφαλώςτο διάβασα απνευστί και το χάρηκα πολύ. Δεν είναι απλώς ένα βιβλίο, ένα άσμα, είναι μία ψαλμωδία, ένας ύμνος που ως θυμίαμα φτάνει στα ουράνια, μέχρι τον Ύψιστο. Όποιος το διαβάζει, είμαι σίγουρος, θα νιώθει την αύρα που θα φυσάει γύρω του, η οποία θα ηρεμεί την καρδιά του και θα λαμπικάρει τις σκέψεις του, θα ενισχύει την πίστη του και θα αρμενίζει τη βαρκούλα του σε γαλήνια πελάγη. Διαβάζοντας το βιβλίο σου και λόγω τίτλου, ο νους μου πήγε στους ψαλμούς του Δαβίδ και αμέσως είπα ότι το δικό σου «Άσμα Ασμάτων» είναι ο πρώτος  ξεχωριστός ψαλμός της χαρισματικής Χριστίνας, γιατί είμαι σίγουρος ότι θα ακολουθήσουν και θα χαρούμε πολλούς άλλους ψαλμούς σου. Και πάλι συγχαρητήρια, καλοτάξιδο το «Άσμα Ασμάτων» και γρήγορα να χαρούμε τυπωμένα κι άλλα σου ποιήματα.»   


 Η ΠΕΝΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ 

Της ψυχής το χέρι /  ωθεί την πένα της καρδιάς

και με μελάνι αίμα καταγράφει, / αυτά που ο νους μόνο λογά

και έψαξε τόσο πολύ /  να βρει αυτό το χέρι.

Με την καρδιά συνήγορο  / επλάσανε το βιός,

μαζί της συντυχεύσανε / σε καλντερίμια αδιάβατα,

σε μέρη ακατάβλητα, / σε απόρθητους καιρούς.

Και το μελάνι έσταζε / στα κράσπεδα της γνώσης

σαν κυανόχρωμο νερό / που θόλωνε  το νου!!!

Εμπρός εις το ικρίωμα,  / στην δίκη πρωτοστάτης

Δικαιοσύνη ελάλησε / Αλέκτωρας του νου.

«Ηλί!Ηλί!» ικέτευσε,  / «μη με εγκαταλείπεις,

ωσάν τον Πέτρο δεν μπορώ  / να σε απαρνηθώ.

Ουδέ Ιούδα το φιλί / στην παρειά θα δώσω

σαν τον Τελώνη δέξου με / λύτρωση για να βρω.»

«Ηλί!Ηλί!» εκέκραξε, /  «σεμνά σ’ ευχαριστώ!!!»          

(ΈΠΑΙΝΟΣ Ποίησης 2017, από τον Ελληνοαυστραλιανό Πολιτιστικό Σύνδεσμο Μελβούρνης, απ’ όπου και η φωτογραφία με τους βραβευθέντες Λογοτέχνες.) 

ΣΥΝΑΞΑΡΙ  ΑΡΜΟΝΙΑΣ (απόσπασμα) –> Μέσα στο πέρασμα του βίου και σε λιμένα της σιγουριάς, ο κάθε άνθρωπος στη ζωή του, γι αυτό πασχίζει και κοπιά». Και ομολογουμένως αυτό προσδοκά. Κάθε στάδιο στη ζωή, είναι και ένας δίαυλος, που μας ενώνει από το ένα πέρασμα στο άλλο.  Οδεύουμε σε στενά περάσματα, με την προσδοκία ότι θα δούμε το φως στο τέλος του τούνελ. Πασχίζουμε, μοχθοὐμε και ελπίζουμε. Η ελπίδα δεν μας αφήνει ποτέ. Και εμείς πιστά την ακολουθούμε και προσμένουμε! Όλη η ζωή μας ένας αγώνας και μία ελπίδα… «Συναξάρι αρμονίας» όλες οι προσπάθειες μας, λίγο – πολύ βρίσκουν κάποια δίκαιη ανταπόδοση. Βαρκούλες, με κατάλευκα πανιά, ανοιχτήκαμε στων ωκεανών τα πλάτη. Κωπηλατήσαμε και νικήσαμε, φουρτούνες και μποφόρια. Και όταν ορθοποδήσαμε, δεν μείναμε σαν τους ναυαγούς στο ερημονήσι, ούτε στην εύνοια της ειμαρμένης,  ανασκουμπωθήκαμε για τον τίμιο αγώνα της βιοπάλης! Ο καθένας με το δικό του χάρισμα, με τη δική του δομή. Αποδώσαμε τα μέγιστα στην κοινωνία της Μελβούρνης, της πλέον προσφιλούς μας – δεύτερης και οριστικής,  για τους περισσότερους από εμάς πατρίδα μας…


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ και ΠΟΙΗΜΑΤΑ της ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ στα ΙΣΠΑΝΙΚΑ ΓΙΑ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΘΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ, το καλοκαίρι του 2018. Τα ποιήματα μετέφρασε ο Κολομβιανός ποιητής Δρ. Mario Ramon Mendoza και μπορείτε να τα δείτε στο ιστολόγιο του Δρ. Μεντόζα :  https://tierramutante.wordpress.com/2017/09/13/poetas-rumbo-a-parisxx/


ΠΡΩΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ – για συμμετοχές από την Αυστραλία, στη ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΙΑΤΡΟΥ-ΣΟΪΤΑΡΙΔΗ, ΑΠΟ ΤΗ ΔΕΕΛ στη Γιορτή των Ποιητών της, που έγινε στις 18/3/2017 στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, στο διαγωνισμό «Καζαντζάκεια 2017» για το ποίημά της Ν. Καζαντζάκης – Ο Άνθρωπος –> Τι είναι αλήθεια ο Θεός; / Ο Άκτιστος, Δημιουργός, / τα σύμπαντα συνέχων. / Είναι μια Άναρχη Αρχή / μια Ευλογία Θεϊκή,/  ζει  και ανθίζει στην ψυχή. /  Θεμέλια είναι και δομή / μια ευδοκία…ευσπλαχνική, / μια πεμπτουσία ζωτική. / Στου Καζαντζάκη την ψυχή / άνθιζε, ζούσε θαλερή, / την πένα του ωθούσε. / Σκέψεις, με σύνεση ορθές,  / ανθρώπινες, πνευματικές, / σεμνά, δημιουργούσε. / Με πίστη, στον Θεό αγνή, /  μία θυσία σιωπηλή, / ενδόμυχα τελούσε. / Ήταν σαν άνθρωπος σωστός / και Λογοτέχνης δυνατός, / Αθάνατος, πνευματικός.


%ce%b7%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%bf%ce%bb%cf%8c%ce%b3%ce%b9%ce%bf-%ce%b9%cf%89%ce%bb%ce%ba%ce%bf%cf%85«Απ’  τα ερείπια αυτού του κόσμου / η αναγέννηση θα ‘ρθει ξανά, / για να συντρίψει την άγρια μπόρα, / την καταιγίδα, την καταχνιά…»  Το ποίημά μου «ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ» φιλοξενείται στη σελίδα 156  (Σάββατο 27 Μαϊου) στο «ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 2017» των εκδόσεων «ΙΩΛΚΟΣ», την ανθολόγηση του οποίου επιμελείται ο  λογοτέχνης κ. Γιάννης Κορίδης. Μπορείτε να διαβάσετε όλο το ποίημα στη συνέχεια της σελίδας μου.


25-12-2016

%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%b3%ce%b5%ce%bd%ce%bd%ce%b1-2016

ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΦΟΡΑ : Δεν θέλω του κισσού το πλάνο ψήλωμα / ούτε να ζήσω θέλω σε παλάτια,  /   μου φτάνει ένα σπιτάκι φτωχικό / να έχει το τζάκι του ζεστό, / λίγο ψωμί, λίγο νερό, / για να προσφέρει στον φτωχό, / τον πονεμένο αδελφό.   (Η Χριστίνα στον κήπο της  -φωτογραφίες: Ρένα Σοϊταρίδη).

red-line

ΧΡ. ΣΟΪΤΑΡΙΔΗH ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΙΑΤΡΟΥ-ΣΟΪΤΑΡΙΔΗ,  γεννήθηκε στις 7  Σεπτεμβρίου 1944, στη Νέα Φώκαια Κασσάνδρας νομού Χαλκιδικής. Γονείς της ο Κωνσταντίνος Ιατρού, καταγόμενος από την  Φώκαια Μικράς –Ασίας. Μητέρα της, η Ζαχαρένια Μαθιουδάκη από το Ρέθυμνο Κρήτης. Αδέλφια της, η Παρασκευούλα και ο Ανδρέας. Μεγάλωσε μέσα σε χριστιανική οικογένεια και γαλουχήθηκε με νάματα ευσέβειας και βαθύτατης πίστης στον  Άπειρο Δημιουργό, αγάπη και σεβασμό στον άνθρωπο. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στη γενέθλια γη. Το 1960 μαζί με τους γονείς της μετανάστευσε στην Αυστραλία. Έκτοτε ζει στην Μελβούρνη, έχει παντρευτεί τον Κωνσταντίνο Σοϊταρίδη (στη φωτογραφία μαζί του το 1965) -Christina and her husband Konstantinos Soitaridis – και απέκτησαν δύο παιδιά τον Λάζαρο και τη Ρένα. Είναι μέλος των λογοτεχνικών Συνδέσμων της Μελβούρνης «ΑΝΤΙΠΟΔΕΣ» και «Ο ΛΟΓΟΣ». Έργα της φιλοξενούνται σε εφημερίδες και Λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει διακριθεί σε πολλούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς στην Αυστραλία και στην Ελλάδα. Γράφει επιστολές και άρθρα σε παροικιακές ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΙ ΣΥΖΥΓΟΣ ΤΗΣεφημερίδες, της Μελβούρνης. Είναι μέλος σε λογοτεχνικούς Συνδέσμους στην Ελλάδα: στην «Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών» και στην «Διεθνή Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών». Τον Μάρτιο του 2016 έγινε μέλος των «Poetas del Mundo» – Ποιητές των Κόσμου.  Δουλειά της φιλοξενούν τα Λογοτεχνικά περιοδικά «ΔΕΥΚΑΛΙΩΝ ο Θεσσαλός», «ΝΕΑ ΑΡΙΑΔΝΗ» και  «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ».  Έχει λάβει μέρος με ποιήματά της σε Ανθολογίες της ΔΕΕΛ, της «Νέας Αριαδνης» και παρουσιάστηκε στην «Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» του Χάρη Πάτση. Πόθος της και ιδανικά της η συναδέλφωση των λαών της γης, ο αλτρουϊσμός και το ζεστό ψωμί της ΕΙΡΗΝΗΣ στο τραπέζι του κόσμου. Λατρεύει το αρχαίο πνεύμα, σεμνύνεται για την Ελληνική καταγωγή της και σέβεται τη νέα δεύτερη πατρίδα της την Αυστραλία.

 ΔΥΟ  ΠΑΤΡΙΔΕΣ

Μοιρασμένη  η φτωχή μου καρδιά  / για  δυο πατρίδες βαθιά θα πονά,

για δυο χώρες  που πολύ  αγαπώ,  / στην καρδιά, φυλαχτό  τις κρατώ.

Κλεισμένη βαθιά στην ψυχή,  /  της Ελλάδας η θύμηση η αγνή,

στην πατρίδα που είδα το φως / μέγας, όσιος,  θείος βωμός.

Και στην δεύτερη  χώρα που ζω / έχω δώσει έναν όρκο αγνό,

όσο ανασαίνω  σ ’αυτή τη ζωή /  και σε τούτη να μείνω πιστή.

Σε  κάθε τίμιο, σεπτό ιδανικό,  /τις δύο πατρίδες  κρατώ φυλαχτό.


                                    ΥΣΤΕΡΑ  ΑΠΟ  60 ΧΡΟΝΙΑ…

  Ύστερα από 60 χρόνια…πόσο έχουν αλλάξει, όλα Θεέ μου, πόσο! Σταματάει ο λογισμός έτσι καθώς σε συνεπαίρνουν οι αναμνήσεις, καλπάζοντας στο παρελθόν. Σαν σε μαγεία σβήνει  απο τα μάτια σου το σήμερα και αφυπνίζεσαι σε καιρούς άλλους…μακρινούς, ζεις το χθες και αναπολείς…Ω! πως ήταν τότε…όλα διαφορετικά. Τα χρόνια ήταν πολύ δύσκολα για επιβίωση κυρίως για τους μετανάστες. Πλην όμως λιτά, αθώα, δίχως πολλές απαιτήσεις, μα πως μπορούσαν να υπάρχουν;  Αφού δεν υπήρχαν οι οικονομικές δυνάμεις. Έτσι όλοι φρόντιζαν να ορθοποδήσουν με τα πενιχρά τους έσοδα. Αγόραζαν ένα οικόπεδο και με αιματηρές οικονομίες  έχτιζαν τον σκελετό – πολλές φορές τον μισό μόνο, τότε δεν υπήρχαν όροι – έφτιαχναν δύο το πολύ δωμάτια, μπάνιο και πλησταριό και έβαζαν την οικογένεια κάτω από τη δική τους σκεπή. Φρόντιζαν με σύνεση και οικονομία το ακατόρθωτο…και το κατόρθωναν, τέλειωναν σιγά-σιγά το σπίτι και η ζωή κυλούσε στην ροή της. Όλοι οι μετανάστες γενικά, πέρασαν από αυτό το στάδιο της κοινής τους μοίρας που ήταν οι τρεις φάσεις στη νέα τους πατρίδα – να ορθοποδήσουν, να γεφυρώσουν, να δημιουργήσουν . Με τίμιο ιδρώτα τα κατάφεραν.    …Και τα χρόνια κύλησαν, γοργά σαν τα χελιδόνια…η πρώτη γενιά έδωσε σειρά στην δεύτερη και να τώρα που την σκυτάλη την διαδέχεται η τρίτη στην εκτενή πορεία της ζωής…πολλά συνέβησαν στην ζήση του καθενός, πολλά από εκείνα τα νοσταλγικά, φτωχικά μεν σπιτάκια, πλην όμως γεμάτα θαλπωρή και όνειρα…πολλά, πάρα πολλά  όνειρα του μετανάστη… Και ξαφνικά τα περισσότερα εκείνα ξύλινα σπιτάκια, τα δημιουργήματα του τίμιου ιδρώτα στην βιοπάλη, κατεδαφίζονται και δίνουν σειρά για νέες οικοδομές, μοντέρνες, σύγχρονες. Καθώς το βλέμμα μου αγκαλιάζει με συγκίνηση τις νέες οικοδομές που χτίζονται στην γειτονιά μου, μέσα σε δύο οικόπεδα δίπλα-δίπλα, που ανήκαν κάποτε σε δύο φιλικές οικογένειες συγχωριανών και συγγενών μου, με συγκλονίζουν οι αναμνήσεις. Κάποτε η ζωή, η ζωντάνια και το σφρίγος, τα χαρούμενα γέλια των παιδιών, κάθε βραδάκι μετά τον κάματο της ημέρας οι γνωστοί και συμπατριώτες –που κατοικούσαν στο ίδιο τετράγωνο των παράλληλων δρόμων – μαζεύονταν στη βεράντα του ενός σπιτιού, ξεκουράζονταν, κουβέντιαζαν τα τοπικά νέα, αλλά και όσα έφθαναν από την πατρίδα, το πολυαγαπημένο τους πανέμορφο παραθαλάσσιο χωριό… Τα παιδιά μεγάλωσαν, δημιούργησαν δικά τους σπιτικά, οι γονείς γέρασαν, έφυγαν από την ζωή…τα νοσταλγικά γεμάτα όνειρα σπίτια τους…έδωσαν την ευκαιρία στον εργολάβο, να κατεδαφίσει και να χτίσει νέες κατοικίες. Ύστερα από 60 χρόνια… είχαν χτιστεί στην δεκαετία του 1950 -1960, πόσο άλλαξαν τα πάντα Θεέ μου, πόσο. Πολλές σκέψεις  έρχονται στον λογισμό, διάφορες καταστάσεις  στο πέρασμα των χρόνων, οδηγούν μοιραία και αναπόφευκτα σε αλλαγές… Αρκεί αυτές οι αλλαγές να αποσκοπούν προς  το καλύτερο. Έτσι είναι και ο ψυχικός μας κόσμος, να μη μένει προσκολημένος σε προκαταλήψεις και άχρηστες συνήθειες, που κρατάνε την διάνοια δέσμια, στο πέλμα της δίνης και της μιζέριας. Να ξεριζώνουμε κάθε κακή συνήθεια, κάθε βλαβερό ζιζάνιο και να το αντικαταστούμε με ευωδιαστά άνθη της ψυχής, που μοσχοβολούν από ΑΓΑΠΗ και ζεστασιά. Να χτίζουμε μέσα στην ψυχή μας οικοδομές καλοσύνης, που εκλεπτύνουν και εξευγενίζουν τον εσωτερικό μας κόσμο. Όλοι μας το μπορούμε, αρκεί να το θέλουμε τίποτε δεν είναι ακατόρθωτο, μπορούμε, όπου υπάρχει θέληση υπάρχει και η ΝΙΚΗ. (Μελβούρνη, 17/9/  2017).


ΨΥΧΕΣ  ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΕΣ

Υπάρχουν κάποιο άνθρωποι

– ψυχές ευλογημένες –

τα σκότη δεν τα σκιάζονται,  

τα νέφη δεν φοβούνται,

εράσμιες οι σκέψεις τους,

με αγάπη μυρωμένες,

μες  στο πλαστήρι της ψυχής                                                                                                                                                (painting by Susana Tavares)                με ανθρωπιά πλασμένες.


          ΚΑΘΕ ΑΥΓΗ

Η αυγή σαν ξεπροβάλλει / και την νύχτα εκμηδενίζει,

ηρεμία συμβαδίζει / στην καρδιά και στην ψυχή,

με λατρεία  αγκαλιάζει,  / κάθε ανθρώπινη πνοή.

Ω!  ψυχή μου, όταν νιώθεις /  όλη αυτή την ευλογία,

που αρμονικά υπάρχει /  κάθε νέα χρυσαυγή,

στείλε στον Δημιουργό σου / ταπεινά, μια προσευχή.

Μια σεμνή ευγνωμοσύνη /  από της ψυχής τα βάθη

και με ατόφια καλοσύνη /  χάρισε κι εσύ στοργή,

από το περίσσευμά σου /  σε κάθε ανθρώπινη πνοή.

Για να νιώσεις ευλογία /  και γαλήνη Θεϊκή,

στάσου άνθρωπε, στοχάσου /  ότι μέσα στη ζωή,

θα έρθει κάποτε η δύση… / Χαίρε κάθε  χρυσαυγή.


ΣΤΙΣ   ΜΙΚΡΕΣ    ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ –>  Στις μικρές κοινωνίες υπήρχε ένα  είδος θαλπωρής, τις έδεναν άγραφοι νόμοι και αδιάρρηκτοι συναισθηματικοί ειρμοί. Μια αδιάσπαστη δομή, στερεά θεμελιωμένη, αρμονικά δεμένη, με τις τοπικές παραδόσεις και τα έθιμα του τόπου, όσο μικρός κι αν ήταν ο κάθε τίοπος που έκλεινε αυτή τη μικρή κοινωνία. Αρκεί και μόνο να σκεφθούμε ότι τις προηγούμενες δεκαετίες ο κόσμος της υπαίθρου ζούσε σε πολλά χωριά δίχως ηλεκτρισμό, χωρίς ασφαλτόδρομους, δίχως τηλέφωνο, πλην του μοναδικού που υπήρχε στο Κοινοτικό Γραφείο του τόπου. Μια κοινή μοίρα ένωνε αδιάρρηκτα τη ζωή και συμβίωση των ανθρώπων, που ζούσαν απλοϊκά, ήρεμα. Υπήρχε μια συναισθηματική εμβρίθεια, ένας απαράμιλλος σεβασμός. Μια θαλπωρή και το αίσθημα της ασφάλειας, της εμπιστοσύνης στον συνάνθρωπο. Τίποτε δεν υπήρχε μυστικό ανάμεσά τους, λες και υπήρχε ένας κοινός νόμος και μια σύμβαση στην οποία υποτασσόταν καθείς με τη σειρά του, οι χαρές και οι λύπες, με ανάμεικτα συναισθήματα ανθρωπιάς, σινάφι όλα μέσα στη μικρή κοινωνία.  Το καλοκαίρι μετά τον κάματο της ημέρας κάθονταν στις αυλές, περνώντας στη σκέψη τους τις σοδειές τους που με το τίμιο ιδρώτα τους τους πρόσφερε η ευλογημένη μητέρα γη, χαίρονταν για όλα αυτά που πρόσφεραν στην οικογένεια και δόξαζαν τον Θεό για την Μεγαλοσύνη Του. Και όταν έρχονταν οι κρύες ημέρες του Χειμώνα κλεισμένοι από νωρίς μέσα στη ζεστή  θαλπωρή του σπιτιού έχοντας συχνά επισκέψεις συγγενών και φίλων – τηλεοράσεις δεν υπήρχαν τότε παρά μόνο το ραδιόφωνο – αναβίωναν τα περασμένα χρόνια … Όλα τα έφερναν στις συζητήσεις τους, χρόνια πέτρινα, σιωπηλά, φοβισμένα, πολλά δεινά, κατοχή, εμφύλιος, στερήσεις και στα προσφυγικά χωριά, οι μεγαλύτεροι που είχαν ζήσει όλη τη φρίκη και τον πόνο της Μικρασιατικής Καταστροφής του 1922, άκουγες με πόνο να μιλάνε με νοσταλγία για την χαμένη τους πατρίδα…  Έτσι δεμένες ήταν  οι μικρές κοινωνίες της υπαίθρου. Τώρα βέβαια όλα έχουν αλλάξει ριζικά, πήραν άλλη μορφή και άλλη ρότα. Και οι μικρές εκείνες κοινωνίες έχουν γίνει εντελώς διαφορετικές. Σε κάθε γωνία της πατρίδας μας και στις πλέον ακόμη απόμακρες περιοχές, έχει φτάσει ο πολιτισμός, ηλεκτρισμός, τηλέφωνα, διαδίκτυο…τίποτε δεν θυμίζει τα χρόνια των προηγούμενων 10ετιών… Πλην όμως μιας μοναδικής ΜΙΚΡΗΣ  ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ,  που δεν την έχει επηρεάσει ο χρόνος όσο καταλυτικός κι αν είναι, ούτε και αυτή η πρόοδος των εποχών…είναι η δική μας «μικρή κοινωνία» που ο καθένας μας κρύβει με λαχτάρα στα φύλλα της καρδιάς του. Είναι τα θεμέλιά μας. Είναι το δικό μας  ψυχικό ΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑ το ευλαβικό μας ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟ που στέκει ατόφιο, αγνό, όπως το ζεστό ζυμάρι που  έχει διαμορφώσει τον εσωτερικό μας κόσμο. Σαν κόρη οφθαλμού, ας διαφυλάξουμε τη δική μας «ΜΙΚΡΗ  ΚΟΙΝΩΝΙΑ» είναι ότι όσιο και ιερό μας μένει και μας μεταφέρει στο παρελθόν. Δεν την αλλάζει και δεν την πτοεί καμία αλλαγή. Η δική μας αυτή ΚΟΙΝΩΝΙΑ είναι ο ψυχικός μας πλούτος και θησαυρός.


        ΟΜΟΝΟΙΑ…

Είναι ευλογία Θεϊκή / αγλάϊσμα, γαλήνη,

ελπίδα φέρνει στην ψυχή, / άπειρη καλοσύνη.

Μέσα στην στράτα της ζωής / αν τύχει και μας λείψει,

άσχημος κόσμος γἰνεται, / σκοτεινιασμένη δύση.

Άνθρωπε,  φύλαγε σεπτά / αυτή την ευλογία,

και την ομόνοια των ψυχών /  μέσα στην κοινωνία.

Αγάπη μόνο να σκορπάς, / κατέλυσε τα μίση,

θα γίνει ο κόσμος όμορφος,  / σ’ αυτήν εδώ τη ζήση.

(Μελβούρνη, 2/9/2017)


ΑΝΑΣΤΑΣΗ —>  Αντάρα πλάκωσε βαριά / στη χώρα του φωτός, / κει μέσα στα ερείπια  / πλανιέται η ελπίδα… /  Μέσα στα χαρακώματα, / στο σκότος το δεινό, / τρεμάμενο του καντηλιού,  / το φως  το  λιγοστό, / χαράζει μία ακτίνα. /Διάσπαρτη στην καταχνιά / του σκλάβου η ελπίδα, /  όπως τα χρόνια τα παλιά,  /που πολεμούσε ο ραγιάς, / με το σπαθί και την καρδιά / να ’ρθει ξανά η λευτεριά / στην άμοιρη πατρίδα. / Μα τώρα, τούτος ο εχθρός / δεν είναι ο Μουχτάρης… /  Είναι παιδί απ’ τα σπλάχνα της, / σάρκα απ’ το κορμί της, / που πούλησε τη μάνα γη / σ’ άλλης αυλής αφέντες / και ροκανίζουν τα ιερά / οστά τα τιμημένα. / Πατρίδα μου ανάστηθει, /  βγες απ’ το κρύο μνήμα / και φώναξε εις τους λαούς / «Η ΕΛΛΑΔΑ είναι μία».     (Μελβούρνη,  25 Μαρτίου 2017)    

Προς το Γολγοθά: πίνακας της Δέσποινας Χ. Παπαδάτου – Καραβούλια.

Η  ΣΤΑΥΡΩΣΗ –>    Τον Χριστό μας τον σταυρώνουν, κάθε μέρα στη ζωή, / Ιερείς και Φαρισαίοι, Ιουδαίοι με σπουδή. / Τον καρφώνουν, Τον παιδεύουν, Τον χτυπούν στη κεφαλή, / την χλαμύδα Του φοράνε, Τον ποτίζουνε χολή. / Είναι οι νέοι Καϊάφες, Άννες, Πόντιοι Πιλάτοι, / Του πληγώνουν την ψυχή, στην σημερινή εποχή. / Αναβίωσαν καινούργιοι Εκατόνταρχοι στη γη / και του Καίσαρα τηρούνε κάθε ανόμια προσταγή. /  Η Ελλάδα μας βαδίζει στο δικό της Γολγοθά / και πορεύονται μαζί της πληγωμένα της παιδιά. / Την Ανάσταση προσμένει η πατρίδα μας να ’ρθει, /  τη σκλαβιά της να πετάξει και να ξαναγεννηθεί.


%cf%83%cf%84%ce%ba%ce%b9%ce%bb%ce%b4%ce%b1Η Χριστίνα, πηγαίνοντας στο λούνα – παρκ (φωτογραφία της Ρένας Σοϊταρίδη).


%ce%b5%ce%bc%cf%80%cf%81%cf%8c%cf%82-%cf%83%cf%84%ce%b7%ce%bd-%cf%80%ce%bf%cf%81%cf%84%ce%bf%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%b9%ce%acΗ Χριστίνα στον ανοιξιάτικο κήπο της, δίπλα στην πορτοκαλιά (7 Σεπτεμβρίου 2016) –  Christina in her garden (September 7, 2016 – Photo by Rena Soitaridis). 


EMAILΜπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί της στέλνοντας e-mail στο: chrissoi60@gmail.com


mcnesΤο Διήγημα «Η ΕΝΩΣΗ» της Χριστίνας Ιατρού- Σοϊταρίδη αναρτήθηκε από τις 14 Μαρτίου 2016, στην φιλόξενη ιστοσελίδα του http://www.mcnews.gr   της κ. Μαρίας Χατζηνικολάου.  Στις 16 Μαρτίου αναρτήθηκε το ποίημά της «ΕΛΑΤΕ». Στις 29 Μαρτίου το ποίημα «ΕΙΝΑΙ ΑΔΕΛΦΟΣ ΣΟΥ». Στις 2 Απριλίου το διήγημά της  «Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ».  Στις 22 Απριλίου το διήγημα «Η ΣΥΓΓΝΩΜΗ (και η συγχώρεση)». Στις 29 Απριλίου το ποίημα «Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ», στις 18 Μαϊου το ποίημα «ΦΙΛΙΑ», στις 20 Μαϊου το διήγημα «Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ», στις 18 Ιουνίου το ποίημα «ΕΡΩΤΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΙΣΧΥΡΟΥΣ», στις 18 Ιουνίου το Διήγημα «Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ», στις 12 Ιουλίου το ποίημα «ΜΙΑ ΠΝΟΗ», στις 15 Ιουλίου το διήγημα «ΤΟ ΛΑΦΥΡΟ», στις 12 Αυγούστου το διήγημα «ΣΤΟ ΛΙΟΠΥΡΙ», στις 17 Αυγούστου το ποίημα «ΙΚΕΣΙΕΣ», στις 9 Σεπτεμβρίου το διήγημα «Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ», στις 24/9 το ποίημα «Η ΑΡΓΩ», στις 13/10 το ποίημα «ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ ΤΑ ΚΛΩΝΑΡΙΑ», στις 14 Οκτωβρίου το διήγημα «ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΚΑΙ ΟΡΚΟΣ», στις 4 Νοεμβρίου το διήγημα «ΗΤΑΝ ΖΕΣΤΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ», στις 9 Νοεμβρίου το ποίημα «ΤΟ ΔΟΙΑΚΙ», στις 8 Δεκεμβρίου το ποίημα «ΣΤΗ ΦΑΤΝΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΑΣ», στις 9 Δεκεμβρίου το διήγημα «ΕΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙΣ ΕΥΔΟΚΙΑ», στις 30 Δεκεμβρίου 2016 το διήγημα «Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ».  Μπορείτε να τα διαβάσετε και να τα ψηφίσετε (1 έως 5 αστέρια). 


%ce%b5%cf%80%ce%b1%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%83-%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%85-%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%bd%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%bf%cf%85-%ce%b1%ce%bdΕΠΑΙΝΟΣ Ποίησης για την «ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ», απονεμήθηκε στη  Χριστίνα Ιατρού – Σοϊταρίδη, την Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016, στα πλαίσια του Λογοτεχνικού Διαγωνισμού του  «Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου Μελβούρνης» και στην εκδήλωση που έγινε για την παρουσίαση του νέου τεύχους του περιοδικού του «Αντίποδες». Διαβάστε το βραβευμένο ποίημα  ΩΔΗ  ΣΤΟΝ  ΑΝΘΡΩΠΟ: Ψάξε μέσα στα μάτια, κοίταξε βαθιά, / θα τον αναγνωρίσεις… /Ποιόν;  με ρωτάς, για ποιόν μου μιλάς; / Μα! για ποιόν άλλον! /παρά μόνο για τον… Άνθρωπο. / Μα! για ποιόν άνθρωπο μιλάμε; / θα μου πεις τελικά,όλοι  άνθρωποι είναι./ Α! όχι, θα σου πω, / εδώ δε συμφωνώ /  καθόλου… μα καθόλου μαζί σου. / Δεν σου μιλώ για την ύπαρξη / αλλά, για την ανθρώπινη «υπόσταση». / Σε ακούω να με ρωτάς, ποια η διαφορά; / Ναι! θα σου πω, θα σου εξηγήσω. / Άκουσέ με λοιπόν. / Η υπόσταση ζει στα δικά της «παλάτια,» / τα παλάτια της, δεν κάνουν διάκριση / τον πλούτο ή την φτώχεια… /   ούτε καν υποτιμά τα ροζιασμένα χέρια, / το κουρασμένο κορμί του δουλευτή, / τον ιδρώτα του φτωχού, του βιοπαλαιστή… /   Έχει ρίζες…την «Ανθρωπιά» την αληθινή, / όχι την φθαρτή… / Οι ρίζες, της αγάπης, από αρετή πηγάζουν. / Ναι! κοίτα τον συνανθρωπό σου. / Θα τον αναγνωρίσεις!!! / Ψάξε στο βάθος της ψυχής… / θα τον βρεις…σε περιμένει! /  Θα βρεις τον «ΑΝΘΡΩΠΟ» / Θα τον αναγνωρίσεις.   %ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%80%ce%bf%ce%b4%ce%b5%cf%83-2016                                      Melbourne, October 16, «GACL»  Literary Competion 2016.


euro-oct-poets-w600-finalΤρία ποιήματα της Χριστίνας Ιατρού-Σοϊταρίδη δημοσιεύονται  στ’ αγγλικά (σε απόδοση από τη Ζαχαρούλα Γαϊτανάκη), στην ειδική αφιερωματική έκδοση για τους Ευρωπαίους ποιητές, του Οκτωβρίου 2016 του «ΟΡΑ» – «Our Poetry Archive». Πρόκειται για την «Ευγνωμοσύνη», «Στο βάθρο της ψυχής μας» και το «Λογοτέχνες ενωθείτε». Special Event: 3 Poems (in English) by Mrs. Christina Iatrou-Soitaridis in the European Special edition of OPA -Our Poetry Archive, October 2016, V-2, No 7: «Gratitude», «On the podium of our soul» & «Writers unite». For more information visit the website –> https://ourpoetryarchive.blogspot.com.


ΣΤΗ ΣΕΛΙΔΑ ΜΟΥ ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΕΣΣΟΪΤΑΡΙΔΗ ΧΡΙΣΤΙΝΑThe Greek poetess and writer Mrs. CHRISTINA IATROU – SOITARIDIS was born on September 7, 1944, in the historic and beautiful peninsula of Chalkidiki in Greece. She learned the first letters in her hometown. In 1960, she  emigrated with her parents Konstantinos and Zacharenia Iatrou to Australia. Christina is a member of many Literary Associations  in Australia (“Antipodes”, “O Logos”) and Greece (“Union of Greek Writers”, “International Society of Greek Writers and Artists”). Since March 2016, she is a member of the «Poetas del Mundo» – «Poets of the World».  At December 2016 has published her first collection of poetry entitled «SONG OF SONGS». Her poems have appeared in Poetry Anthologies and  have been translated in English. Her writing has received awards from national and international literary competitions. She lives in Melbourne with her husband Konstantinos and their children Les and Rena Soitaridis.

You can send your opinion, critic and messages to Mrs. Christina Iatrou-Soitaridis by e-mail: chrissoi60@gmail.com


Poems by Mrs. Christina Iatrou – Soitaridis%ce%b2%cf%81%ce%b1%ce%b2%ce%b5%cf%85%cf%83%ce%b7-%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%af%ce%bd%ce%b1%cf%82Melbourne 2012 – Awards by «Agelidis Foundation»: Christina with Mrs. Loula Papazois and other poets.

FRIENDSHIP –>   When souls are matched /  are like boats that are floating out / to the boundless  seas, /  to oceans of knowledge. /  Friends meet  each other /  in channels of love, /  borders do not separate  / the holy  friendship.  /  In garden of soul / lilies are fragrant, / it is sincere  friendship, / the bee of love.

GRATITUDE –>   Stand my body and consider  your heart’s palm / your soul plays a Psalm of David. / It sends you a message through the ages / and the passage of time. / They  experienced the everlasting  / paths of truth  / they gave you strength, faith, fortitude. / Stand now and bend the knee, / give a pleading glance, / express your gratitude, / a humble “thank you”  / to the Creator of all, the eternal God.

ON THE PODIUM OF OUR SOUL –> When hearts live in peace and  walking together, / roads become negotiable, paths are brightening, / the Skies open, universes are in harmony. / When the sky is shining,  clouds clear, / the sky is pure white in the dome of our soul, / faith and hope gleaming courageous / and unite all the people with divine harmony / in front of the immaculate altar,  / on the podium of our soul.

WRITERS  UNITE… –> Poets and writers,  whatever religion you believe, /  a desire unites you for a just society. /  You are lovers of speech, dreamers of right /  and moral principles, helpers for all the people. /   Writers unite and raise the standards, / their folds now open, / disseminate PEACE in every place. 

[English translation by Zacharoula Gaitanaki. ]


ΓΟΝΕΙΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ      Οι γονείς της Χριστίνας, Κωνσταντίνος Ιατρού και Ζαχαρένια Μαθιουδάκη-Ιατρού.    Christina’s parents, Mr. Konstantinos Iatrou & Mrs. Zacharenia Mathioudakis-Iatrou.        ΣΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΜΟΥ –> Τον θάνατο εγώ δεν τον φοβάμαι, / υπάρχουν δύο αστέρια εκεί ψηλά, / που με φωτίζουν μέρα, νύχτα, όπου να ’μαι / και την καρδιά μου κάνουν να σκιρτά. // Τα δύο αστέρια αυτά τα λατρεμένα, / τα αγαπημένα μου είναι γονικά, / σαν καντηλάκια που φωτίζουν ενωμένα, / αγαπημένα μου, φωτάκια λαμπερά. // Κι όταν τις νύχτες το στερέωμα κοιτάζω, / μέσα στο άπειρο σαν ψάχνω να τα βρω, / όταν τα δω από χαρά σκιρτάω, /  τα λατρεμένα αστεράκια π’ αγαπώ. // Αυτά θα μου ανοίξουνε το δρόμο, /  κοντά τους όταν κάποτε βρεθώ, / ανάλαφρα θα φύγω από τον κόσμο, / τους λατρευτούς ΓΟΝΕΙΣ μου για να βρω.            [ Αφιερωμένο στην μνήμη των ευσεβών γονέων μου Κωνσταντίνου και Ζαχαρένιας, Μελβούρνη, 15 Φεβρουαρίου 2013.]

 Η  ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΜΟΥ (Φόρος Τιμής στη γενιά μου)

 Φίλοι μου, θέλω να σας πω / λίγα απ’ τη ζωή μου,

την υπερήφανη γενιά / και την καταγωγή μου.

Εγώ είμαι αίμα κρητικό / μα το έφερε η μοίρα

αλλού να έχω γεννηθεί /  κι άλλη να έχω πατρίδα.

Τραγουδιστής δεν είμαι εγώ, / τραγούδια  δεν κατέχω,

είμαι αυτό που αισθάνομαι /  και στην καρδιά ότι έχω.

Το αίμα των προγόνων μου / οι ρίζες της φυλής μου,

η παρακαταθήκη μου / και η εκτίμησή μου.

Η μία είναι κρητικιά /  και του Ρεθύμνου κόρη,

η άλλη δε η πατρικιά /  πολύ μακρά με πάει.

Σε καταγάλανα νερά,  / ολόδροσα ακρογιάλια

Ιωνικά περήφανα / εις τη Μικρά-Ασία.

Κει ζήσανε οι πρόγονοί μου /με δόξα και αξία,

μα εμένα με νανούρισαν / γλυκά με μαντινάδες

τα χείλη της μανούλας μου / σαν τις καλές νεράιδες.

Το αίμα από τις δυο γενιές / στις φλέβες μου κυλάει

και κάθε συναπάντημα/ με λιώνει, με μεθάει.

Το ένα είναι  κρητικό, / λεβέντικο ατόφιο,

το άλλο δε Ιωνικό / ιστορικό και ντόμπρο.

Είμαι υπερήφανη γι’ αυτό, / για την καταγωγή μου,                                                                                 αρμονικά στο σύνολο / η Ελληνική ψυχή μου.

Και μέσα από τα στήθη μου / που η καρδιά μου πάλλει

ευλογημένο κόσμημα, / θεόσταλτη ελπίδα

δοκός της στέγης της ψυχής, / του Πλαστουργού η ασπίδα

ηλιοστάλακτο ναό, / ευδαιμονίας θρόνο,

στου Πλάστη το στερέωμα / και σε ουράνιο θόλο.

Και όσο είμαι στη ζωή / και όσο ζω κι ανάσω                                                                                         

τους ευσεβείς προγόνους μου /  ποτέ δε θα ξεχάσω.

Κι όταν θα ’ρθει η ώρα μου / κι εγώ να αποθάνω,

τα λατρευτά μου γονικά / θα βρω εκεί επάνω.


ΜΑΡΤΙΟΣ 1954 9 ΕΤΩΝ     Η Χριστίνα, 9 ετών, τον Μάρτιο του 1954.  – Christina,  9 years old, March 1954.

ΤΑ 5 ΞΑΔΕΛΦΙΑΗ Χριστίνα, 6 ετών το 1951, με τα ξαδέλφια της και τον αδελφό της (στο μέσον).

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΙΑΤΡΟΥΗ Χριστίνα, μαθήτρια της Ε’ Δημοτικού, το 1956, ενώ ετοιμάζεται να πάει στο σχολείο με τριαντάφυλλα στο χέρι, να καλημερίσει την δασκάλα της.

ΜΕ ΑΔΕΛΦΙΑ ΤΗΣΗ Χριστίνα Ιατρού-Σοϊταρίδη με τα αδέλφια της Παρασκευούλα και Ανδρέα Ιατρού.  Christina with her sister Paraskevoula and her brother Andreas Iatrou.  ΗΣΟΥΝ  ΕΝΑΣ  ΑΓΓΕΛΟΣ ( Στη μνήμη της λατρεμένης μου αδελφής Παρασκευούλας) –> Άγγελος ήσουν στη ζωή / Άγγελος στη θανή σου, / με επουράνια φτερά /  πέταξε η ψυχή σου. / Στου Παραδείσου την αυλή / κρίνος λευκός θα  γίνεις /   για να σκορπίζεις  άρωμα /  της θείας καλοσύνης. //  Έφυγες τόσο ήρεμα / με ουράνια γαλήνη, / με του Νυμφώνα ένδυμα / στολή και λαμπροσύνη. / Εκεί ψηλά που οδοιπορείς  / σε Θεία μονοπάτια, / ευλαβικά σταμάτησε / στα ουράνια σκαλοπάτια. /. Κρούσε τη θύρα την σεπτή / την κρινοστολισμένη / για να καθεύδεις εν σπουδή /  σε πόλη ευλογημένη. / Θα ανοίξουν τα ουράνια, /  θα βρεις τα γονικά μας,  / τα αδέλφια μας τα αγαπητά, / το οικοδόμημα μας. / Εκεί μια ώρα θα βρεθώ / κι εγώ να ανταμωθούμε, /εμπρός στον θρόνο του Θεού / Αιώνια να ζούμε.     [Στην μνήμη σου ευλαβικά προσπίπτω. Χριστίνα. Μελβούρνη 19  Νοεμβρίου 2016]                                                                      ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΝ ΑΓΙΑ –> Άνοιξαν τα ουράνια, τα σύμπαντα σιωπήσαν, / τα σύννεφα εμέριασαν, οι κόσμοι απορήσαν. /  Ένα αστέρι λαμπερό στους ουρανούς οδεύει, / φορεί στεφάνι φωτεινό, μακάρια πορεύει. / Έλαμψε το στερέωμα με άπειρη ευδοκία, / δεν ήτανε θνητή ψυχή μα Θεία ευλογία. / Με του νυμφώνα ένδυμα κι ευλαβική θυσία, /  από Άγιο Δισκοπότηρο, Άχραντη ΚΟΙΝΩΝΙΑ. / Ήταν αγγελική μορφή, ομοίωση του ΚΤΙΣΤΗ,  /  εμφύσημα σε μια πνοή μες στην θνητή τη φύση. / Στην Άνω Ιερουσαλήμ, στην Πόλη την Αγία, / πορεύεται ν’ αναπαυθεί,  μακάρια, αιωνία.

2011 ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΕΕΛ ΒΡΒΑΕΥΣΗ ΔΤΣΟΥΚΝΙΔΑΜελβούρνη 2011: Η Χριστίνα Ιατρού-Σοϊταρίδη δίπλα στον επίτιμο Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών κ. Δημήτρη Τσουκνίδα, σε τιμητική εκδήλωση από την ΕΕΛ, όπου απονεμήθηκαν, από την Ένωση, τιμητικά διπλώματα σε ομογενείς λογοτέχνες (και στη Χριστίνα Ιατρού – Σοϊταρίδη) και τιμήθηκε με πλακέτα ο κ. Τσουκνίδας.

ΒΙΒΛΙΑ ΠΑΠΑΖΏΗ 2011Μελβούρνη, Μάρτιος  2011: Από την παρουσίαση των βιβλίων της κ. Λούλας Παπαζώη (η Χριστίνα Ιατρού-Σοϊταρίδη ήταν ανάμεσα στους συντελεστές της εκδήλωσης). Παρών ήταν και ο επίτιμος Πρόεδρος της ΕΕΛ κ. Δ. Τσουκνίδας.     

11 βραβείο Αγγελίδειο

ΟΜΙΛΙΑ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ                             Ομιλία της ποιήτριας το 2012 στους «Αντίποδες». 

ΑΠΟΝΟΜΗ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣΗ Χριστίνα Ιατρού-Σοϊταρίδη ήταν μία από τις βραβευθείσες στον Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του 2012 του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου. 

2 βραβείο χριστίνας

ΒΡΑΒΕΥΣΗ ΧΡΣΟΊΤΑΡΙΔΗΗ Χριστίνα Ιατρού-Σοϊταρίδη με άλλους διακριθέντες ομοτέχνους της σε εκδήλωση απονομής Λογοτεχνικών Βραβείων (Μελβούρνη, Οκτώβριος 2014).4 βραβείο Χριστίνας

3 ΧΡΙΣΤΙΝΑ

Χριστίνας Βραβευσεις

βραβειο χριστινασ απο δεελ

φωτογραφίες βρβαέιων Χριστίνας


                        ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ – ΒΙΩΜΑΤΑ ΖΩΗΣ – ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ

ΑΔΕΛΦΙΚΗ ΑΓΑΠΗ –> Πόσο αστείος  ήταν ο θείος ο Αποστόλης, μας έκανε να γελάμε με τα τόσα αστεία του, ώρες ολόκληρες όποτε  ερχόταν επίσκεψη στο σπίτι μας, να δει την αδελφή του –την μητέρα μου – για αυτή την αδελφή ξενιτεύτηκε… Μάλιστα, καλά το διαβάσατε, ξενιτεύτηκε…ο αδελφός για την αγαπημένη του αδελφή. Και μη πάει ο νους σας, ότι αυτός ο ξενιτεμός ήταν στα μακριά πελάγη και στην ξένη γη…αλλά πάνω στην Μακεδονία! Μάλιστα στην Μακεδονία…

Όμορφα ζούσαν στο όμορφο νησί τους με τις μαντινάδες, τις τσικουδιές, τα πεντοζάλια και τα χωρατά. Ώσπου μια μέρα ήρθαν οι ταλαίπωροι πρόσφυγες από την καταστροφή του 1922. Ήρθαν, ρίζωσαν και έγιναν συνάφι με τους Κρητικούς.

Ο Αποστόλης φίλοι με τον Κωστή το προσφυγόπουλο, μιας και δούλευαν μαζί στο λιοτρίβι, συχνά κατηφόριζαν στο πατρικό του Αποστόλη. Μαντινάδες και πεντοζάλια και η γαλανομάτα Ζαχαρένια η αδελφή του Αποστόλη ερωτεύτηκε τον όμορφο λεβέντη τον Κωστή… Αχ!  καλή μου αδελφούλα, γιατί; Χάθηκαν τόσα λεβεντοκρητίκαρα παλικάρια να ερωτευτείς;  Φαρμάκι πικρό για τον αδελφό, ακόμη πικρότερο όταν με τον Κωστή ύστερα από το γάμο τους η Ζαχαρένια θα πήγαινε…σε μέρη …ξένα μακρινά…στην ξενιτιά…

Μα, ο καλός μας Αποστόλης βρήκε τη λύση, πήρε την απόφαση να ξενιτευτεί κι εκείνος, να είναι κοντά στην αδελφή, να μην είναι μόνη στην ξενιτιά…Στο Αστυνομικό σώμα που εντάχθηκε ζήτησε και πήρε μετάθεση στην Μακεδονία. Και όταν απολύθηκε έμεινε για πάντα κοντά στην αγαπημένη του αδελφή. Γνώρισε και παντρεύτηκε μια προσφυγοπούλα και ζούσαν όλοι χαρούμενα, δίχως το φάσμα της ξενιτιάς. Ώσπου κάποια μέρα…ω, τι αγωνία ξανά, η αδελφή μετανάστευσε με την οικογένεια της σε αληθινή ξενιτιά αυτή τη φορά. Μάλιστα στη μακρινή Αυστραλία…

Μα πάλι η αδελφική αγάπη νίκησε, βρήκε τον τρόπο. Νοέμβριος 1960 η αδελφή στην Αυστραλία. Νοέμβριος 1961 ο αδελφός με την οικογένεια του. Αγόρασαν σπίτια στην ίδια γειτονιά και δεν χώρισαν ποτέ μέχρι το τέλος της ζωής τους. Αμέτρητες φορές άκουγα τον θείο να λέει γεμάτος συγκίνηση στην μητέρα μου:  «Αδελφή μου, για σένα ξενιτεύτηκα δυο φορές».

Σήμερα τα δυο αδέλφια, τα Κρητικόπουλα που η μοίρα τα άρπαξε από το αγαπημένο τους νησί την Κρήτη, αναπαύονται ειρηνικά στης ξένης γης το χώμα. Μα πάνω στο στήθος τους, στο μέρος της καρδιάς, μέσα σε ένα σακουλάκι, χώμα ελληνικό, Κρητικό, από την αυλή του πατρικού τους! Τους κρατάει συντροφιά, στον ύπνο τον αιώνιο, διαλαλώντας ότι « Όπου γης και πατρίς» Αλλά και την αξία της αδελφικής αγάπης!     (Μελβούρνη, 2 Μαρτίου 2016).

Η  ΑΓΝΩΜΟΣΥΝΗ –> Το μπακάλικο του κύρ –Νίκου  ήταν ακριβώς το ίδιο όπως εκείνο που είχε εκεί πίσω στην πατρίδα…στην χαμένη του πατρίδα, στη Μικρά-Ασία. Όλα τα καλά, λίγα κι από όλα και στη  γωνία ένα μικρό τραπεζάκι, πότε, πότε τα κουτσόπινε με κάποιο φίλο.

Μα το σωστό να λέγεται, με όλους τους συγχωριανούς ήταν φίλος, τους εκτιμούσε και τον εκτιμούσαν. Ταλαίπωροι πρόσφυγες όλοι κούρνιασαν εδώ έκαναν το χωριό τους, ανάστησαν  την διωγμένη γενιά τους. Όλοι βοηθούσαν αυτόν που είχε ανάγκη.                    Και ο κυρ – Νίκος και ποιον δεν βοηθούσε. Οι φτωχοί ψώνιζαν βερεσέ και όταν έφτανε ο καιρός της σοδειάς με ευγνωμοσύνη πήγαιναν και ξεπλήρωναν τα χρέη τους, στον καλό τους φίλο.

Μα ο Παράσχος, πάντα χρεωμένος και ποτέ δεν εξωφλούσε. Έπινε και κάπνιζε κατασπαταλούσε τα χρήματά του –αυτά τα χρήματα, που ποτέ δεν ήταν δικά του…          Τα χρὀνια κυλούσαν και κάποια μέρα έφθασε το μεγάλο «κραχ» η πτώχευση. Έχασε το χρήμα την ονομαστική του αξία…τα εκατομύρια πλέον δεν είχαν την αξία τους. Ένας  κουβάς  χαρτονομίσματα, αγόραζαν μόνο ένα ζευγάρι παπούτσια.

Νάσου λοιπόν ένα απογευματάκι ο Παράσχος στο μπακάλικο του κυρ – Νίκου. «Ήρθα γείτονα να λογαριαστούμε, να μου πεις πόσα εκατομύρια σου χρεωστούσα…

Τα λογάριασε ο Νίκος και του είπε το ποσό. Έφυγε κεφάτος…ο Παράσχοςς. Την άλλη μέρα το πρωί, με το άνοιγμα της πόρτας και με το καλημέρα, νάσου ο Παράσχοςς με ένα σακκί στον ώμο του.

-Έλα γείτονα να τελειώνω…με το χρέος μου…

-Τί είναι τούτο; Ρώτησε ο Νίκος.

-Μα, δε βλέπεις; Ένα σακκί σιτάρι.

-Δηλαδή, τί εννοείς με αυτό;

-Να κοίταξε…όπως έπεσε το χρήμα…τα εκατομύρια που σου χρεωστούσα, σήμερα αγοράζεις ένα σακκί σιτάρι!  Έφερα λοιπόν σε αντάλλαγμα του χρέους μου ήδη το σιτάρι στο μαγαζί και βγαίνω από το χρέος μου…

Ο κυρ – Νίκος έμεινε άφωνος, με το στόμα ανοιχτό γι αυτή την αναίδεια.

-Ώστε, όταν ένα ολάκαιρο χρόνο ψώνιζες για την οικογένεια και είχες ακόμη και περυσινό χρέος, τώρα λοιπόν με ένα τσουβάλι σιτάρι θέλεις να εξωφλήσεις;

-Μα Νίκο, νομίζω ότι τα εκατομύρια που σου χρωστούσα…ισοδυναμούν με την αξία ενός σάκκου σιτάρι…γιατί γκρινιάζεις;

-Άκουσε εδώ Παράσχο, εγώ κορόϊδο δεν πιάνομαι, αλλά για να καθαρίζουμε μια και καλά, πάρε το σακκί σου και φύγε. Ούτε το σιτάρι σου θέλω, αλλά ούτε και εσένα να ξαναδώ στο κατώφλι του μαγαζιού μου. Τέτοια  αχαριστία και αγνωμοσύνη δεν περίμενα ποτέ. Μονολόγησε κουνώντας λυπημένα το κεφάλι του…    (Μελβούρνη, 20  Απριλίου 2016).

Ο ΧΩΡΑΤΑΤΖΗΣ –>  Χωρατατζής  και πολύ μάλιστα ο κυρ-Νίκος. Όλοι το ήξεραν αυτό, για το λόγο αυτό  ότι κι αν έλεγε δύσκολα τον πίστευαν οι συγχωριανοί του. Έτσι ήταν πάντοτε από τα μικράτα του. Όλο σκανταλιές και καζούρες. Μα ήταν άκακος σαν αρνάκι. Όσα δύσκολα κι αν πέρασε χρόνια δεν έχασε το κέφι και το χιούμορ του… Πρόσφυγας από την άμοιρη Φώκαια της Ιωνίας, βρέθηκε μαζί με πολλούς συμπατριώτες του στην Νέα Φώκαια στην Κασσάνδρα της Χαλκιδικής. Η ζωή συνεχίζεται σκέφθηκε, μαζί με τα κακά και τα καλά της και τα αστεία ήταν στην καθημερινή του ατζέντα.

Κάποιο πρωινό καθώς βγήκε από το σπίτι του να πάει στον καφενέ, βλέπει δύο γειτόνισσες που τα έλεγαν μπροστά στην αυλή τους.

-Καλημέρα συμπατριώτισσες.

-Καλή σου μέρα και σε εσένα Νικόλα.

-Ά! Τα μάθατε;  Πέθανε η Ροδούλα, χθες βράδυ, σε λίγο θα χτυπήσει η καμπάνα πένθιμα.

-Ώ! την καημένη, ο Θεός να την αναπαύσει, είπαν οι δύο μαζί και βάλθηκαν να μαζεύουν άνθη από την αυλή, να πάνε να προφθάσουν το ξόδι.

…Η κυρά Ροδούλα ήταν ηλικιωμένη, μα κρατιὀταν καλά στην υγεία της. Κόντευε τα εκατό και δεν ήξερε τι θα πει μπαστούνι, ούτε γυαλιά. Ακόμη και την κλωστή την περνούσε στη βελόνα, χωρίς δυσκολία. Έμενε με το γιό της και τη νύφη της, που δεν έκανε βήμα χωρίς μπαστούνι και δεν έβλεπε δυο μέτρα πέρα…

Έφτασαν μπρος στην πόρτα του σπιτιού οι δυο γυναίκες, απορώντας για τη μεγάλη ησυχία που επικρατούσε. Έσπρωξαν διακριτικά την πόρτα της αυλής…και τι βλέπουν;  Η κυρά Ροδούλα καθισμένη κάτω από την αμυγδαλιά…μπάλωνε του εγγονού της το πουκάμισο!!!

…Τα άνθη πήραν θέση στο ανθοδοχείο, ενώ πίνοντας ένα μυρωδάτο καφέ, αναπολούσαν τη χαμένη πατρίδα…μα, που μιλιά για το σκοπό που έκαναν αυτή την πρωινή επίσκεψη…

-Να έτσι περαστικές είμαστε και είπαμε να πούμε μια καλημέρα!!!

-Καλέ, καλά κάνατε που ήρθατε και θυμηθήκαμε τα παλιά, να μας έρθετε πάλι, η πεθερά μου πολύ το χάρηκε… είπε η νύφη, της Ροδούλας.

Εκείνες αφού τα κατάφεραν μια χαρά και δεν έπαθαν καμιά λαχτάρα, έλεγαν φεύγοντας γελώντας. « Όλα τα περιμέναμε από τον Νικόλα, αλλά αυτό το χωρατό ήταν ανέλπιστο.»   (Μελβούρνη, 2 Μαρτίου 2016).


           ΕΚΜΥΣΤΗΡΕΥΣΕΙΣ – Η Χριστίνα Ιατρού – Σοϊταρίδη ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ…εκ βαθέων

Δεν ξέρω αν αυτό που συμβαίνει σε εμένα, συμβαίνει σε όλους γενικά. Να έτσι στα καλά καθούμενα, πώς να το πω; Ξάφνου δραπετεύω από τα καθημερινά μου και που πάω παρακαλώ; Μα μήπως νομίζετε ότι ξέρω και εγώ που πάω; Και είναι ανεξήγητο αυτό που γίνεται, πως έτσι ξάφνου ταξιδεύεις; Πώς έτσι γυρνάς σε κόσμους μακρινούς; Σε εποχές που η ανάμνησή τους αχνή, πάρα πολύ αχνή,  σαν σε απόηχο του δειλινού καμπάνα…

Μαγευτική, γλυκιά μελωδία, σε αφυπνίζει, σε ταρακουνά, ο νόστος έχει ήδη αρματώσει το καράβι της φαντασίας, αρματωμένο πανέτοιμο καρτερά την μεγαλοσύνη σου για να σαλπάρει… Και  σαν ηγεμόνας, σαν κατακτητής, σαν μοιρολάτρης, σαν ιεροφάντης… Ίσως και σαν επαίτης της νοσταλγίας, προσδοκάς να συντελεστεί το ΘΕΙΟ θαύμα!!! Το θαύμα της αναγέννησης στην εσπερίδα της διανοίας…Και ξάφνου επί τέλους συντελείται… Εσύ πλέον δεν υπάρχεις, όλα τα φθαρτά γύρω σου εξαφανίζονται, δε βλέπεις, τα βιολογικά μάτια σου απεργούν, δεν υπακούουν,  έχουν υποκλιθεί εμπρός στον χρόνο…και σιωπούν…σιωπούν …και αναμένουν!!! Γίνεσαι άβουλος, γίνεσαι ανίσχυρος, αφήνεσαι στη βούληση της ειμαρμένης, να σε ταξιδεύσει  όπου εκείνη θέλει…Όπου θέλει…σκαλίζει… Αχ! Πώς ταξιδεύω συχνά εγώ; γιατί αυτό το νοερό ταξίδι της φαντασίας μου; Άραγε τι ψάχνω; τί ζητώ;…Και όσο περνούν τα χρόνια όλο ποιό έντονα τη σκέψη μου τη δυναστεύουν αυτά τα παράξενα συναισθήματα!!! Αυτές οι ψυχικές αναζητήσεις και οι προσταγές του εσωτερικού μου κόσμου. Αυτές οι προσταγές, που δίνονται με προστακτική επιβολή… Και εγώ δεν μπορώ να τις αποφύγω. Όμως στην ουσία μήπως κι εγώ δεν είμαι εκείνη η κινητήρια δύναμη που τις ωθεί;…φεύγω, ταξιδεύω στο παρελθόν…γρήγορα δίχως χρονοτριβή, χωρίς απολύτως καμία καθυστέρηση. Γίνομαι ένα πιόνι στη σκακιέρα του χρόνου, στα δάκτυλα του παίχτη…  Στα δάχτυλα της μνήμης, του νόστου, της φαντασίας, τελικά παραδίνομαι οικιοθελώς…ταξιδεύω! Βλέπω, ζω… ανίσταμαι και εξανίσταμαι, ζω!!! Έχω ήδη προετοιμασθεί για την κάθοδο της παιδικής μου ευδαιμονίας…

Ονειρεύομαιβλέπω – ζω… –> Καστανά μαλλάκια, γαλανά ματάκια, ένα λεπτούλικο κοριτσάκι, εμπρός στο ανοιχτό παράθυρο κοιτάζει απέναντι τη χιονισμένη σκεπή. Είχε ανοιχτό ένα παιδικό βιβλίο με διηγήματα, όμως η ματιά της είχε καθηλωθεί έξω σ’ αυτή τη μαγεία. Αχ! Πως της άρεσε το χιονισμένο τοπίο! Και ακόμη  περισσότερο η θαλπωρή, η ζέστη του σπιτιού. Ήταν η χαρά της απερίγραπτη όταν άκουγε τη χρυσή της μανούλα να την ξυπνά το πρωί με αυτές τις μαγικές λεξούλες: – Χριστινούλα, ξύπνα να δεις το χιόνι!!! .Πεταγόταν από το κρεβάτι της και έτρεχε στο παράθυρο, όλο χαρά, έτρεχε να απολαύσει το εξαίσιο θέαμα. Και όταν σε λίγο την έντυνε η μανούλα για το σχολείο, ντυμένη στο ζεστό μάλλινο παλτουδάκι της, με τα γαντάκια της, την κουκούλα της, το κασκόλ της, κρατώντας την καφετιά τσαντούλα για το σχολείο…Τι χαρά πού ένιωθε Χριστέ μου!!! Τι χαρά.  Κρατώντας στο χεράκι της – το απαραίτητο – ένα κομμάτι ξύλου για τη θερμάστρα του σχολείου!!! Ώ! Όποτε θυμάται το ξύλο για τη θερμάστρα, φουντώνουν οι αναμνήσεις. Βλέπει τον εαυτό της ( τον απαιτητικό ) να προσπαθεί να εντοπίσει το περισσότερο καλοκομμένο ξύλο, το θεωρούσε αγένεια να κρατάει ένα ξύλο όπως κι όπως κομμένο, ψάχνοντας λοιπόν, έτσι και δεν έβρισκε αυτό που ζητούσε, έβαζε τα κλάματα, χτυπώντας πεισματάρικα τα ποδαράκια της κάτω και ο καημένος ο αδελφούλης της ο Ανδρέας – που ποτέ δεν της χάλαγε χατίρι – καλόβουλος όπως πάντα έτρεχε να εκτελέσει τη διαταγή της μικρής  παραχαϊδεμένης αδελφούλας…

Αχ! Πόσο όμως το μετάνιωσε η μικρή…κάποιο πρωινό, όπως βιαζόταν να κόψει το ξύλο όμορφα και ίσια όπως το ήθελε η κυρά σου, πάνω στη βιασύνη του ξέφυγε το κοφτερό πριόνι…και πριόνισε το δάχτυλο του. Ω! Πως το μετάνιωσε η μικρή…όταν είδε το αίμα πίδακας να τρέχει, και τη μανούλα να το καυτηριάζει με οινόπνευμα και να το δένει με γάζα και επιδέσμους. Όχι μόνο το μετάνιωσε εκείνη τη στιγμή…αλλά μία ολόκληρη ζωή, όταν έβλεπε το σημαδεμένο χέρι του πολυαγαπημένου της αδελφού του Ανδρέα…γιατί μπορεί τα χρόνια να πέρασαν, το σημάδι έμενε εκεί τεκμήριο της αδελφικής φροντίδας…οι αναμνήσεις ταξίδευσαν μαζί εδώ στην ξενιτιά…Ναι μάλιστα, εδώ στη Μελβούρνη!!!

Η μεγαλύτερη χαρά της ήταν τα βράδια του Χειμώνα…έξω σφύριζε ο βοριάς εκείνη ζεστά – ζεστά μέσα στις πιτζαμούλες της, θρονιασμένη δίπλα στη θερμάστρα με τα βιβλία της, παιδικά διηγήματα, στο χέρι της διάβαζε με άπειρη χαρά. Συνήθως είχαν επισκέπτη τακτικό το θείο -τον μικρότερο αδελφό του πατέρα – νέο παιδί, έρχονταν τακτικά στο σπίτι του αδελφού του, του μεγαλύτερου, η νύφη του είχε πάντοτε έτοιμες τις λιχουδιές που του άρεσαν. Βλέπεις ο θείος είχε το προνόμιο να γεννηθεί στην Κρήτη – εκεί που είχε καταφύγει η οικογένεια του μετά την Μικρασιατική καταστροφή – ο αδελφός του ο μεγάλος παντρεύτηκε  Κρητικοπούλα αυτός ο λόγος που η νύφη του, έδειχνε μία ιδιαίτερη στοργή για το μικρό κουνιάδο της, όσο να είναι τον θεωρούσε  Κρητικάκι και εκείνον…  Και όταν σταματούσε το διάβασμα ήταν μόνο και μόνο ότι παρακολουθούσε κάποια   ενδιαφέρουσα συζήτηση μεταξύ του πατέρα της και του θείου, που συνήθως περιστρέφονταν γύρω στην ιστορία της οικογένειας…

Αλήθεια πόσο της άρεσε να ακούει τον πατέρα να μιλάει για τον πρώτο διωγμό του 1914 όταν ακόμη εκείνος ήταν νήπιο…πολύ λίγο θυμόνταν ο πατέρας, σαν σε όνειρο, ήξερε όμως πολύ καλά ότι η δεύτερη αδελφή τους η Ελευθερία είχε γεννηθεί στην Εύβοια – που είχε καταφύγει η οικογένεια – και την είχε βαφτίσει η αδελφή του Παύλου Μελά – του Μακεδονομάχου, του αγνού ήρωα που πότισε με το αίμα του τα αιματοβαμμένα χώματα της Μακεδονίας μας.  Η Άννα,   που της χάρισε το όνομα Ελευθερία.

Όπως άκουγε τον πατέρα να εξιστορεί τα γεγονότα…Ὴ Άννα Μελά είχε ένα τσιφλίκι στην Εύβοια, εκεί δούλευε, ο παππούς της ο Χρίστος όλα αυτά τα τέσσερα χρόνια που έμειναν στην Ελλάδα, έως το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, έως ότου η οικογένεια επέστρεψε στα μέρη τους, στη Μικρά – Ασία. Ώ! Πόση, μα πόση χαρά και θαλπωρή συνάμα, ένιωθε όταν άκουγε αυτές τις ιστορίες…

Άλλες φορές πάλι, όταν η μανούλα είχε ζεστάνει το κρεβάτι της, με τα ζεστά ψωμιά που είχε βγάλει από το φούρνο, τα είχε απλώσει για να κρυώσουν, προτού τα τοποθετήσει στο ντουλάπι…Ώ! τι θαλπωρή…τι γαλήνη που ένιωθε όταν τρύπωνε μέσα στο ζεστό της κρεβατάκι. Έξω λυσσομανούσε ο βοριάς, στα τζάμια πάνω χτυπούσε με δύναμη η βροχή…κι εκείνη ζεστά – ζεστά μέσα στο ζεστό της βασίλειο, άκουγε την γαλήνια φωνή του πατέρα, που διάβαζε διάφορα εδάφια από την Αγία γραφή! Όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει από τότε, ποτέ δεν ξέχασε τον υπέροχο εκείνο θεσμό της οικογένειας…

Ήταν ένας ιερός θεσμός… Η ανάγνωση της Γραφής. Μύστης ο πατέρας. Τα βράδια του χειμώνα, όταν η οικογένεια συνάζονταν γύρω από το ευλογημένο τραπέζι, με σκυμμένο κεφάλι για την ευχαριστία του δείπνου… Μετά το τέλος όλοι ήξεραν το θεσμό, και περίμεναν με χαρά να τελειώσει η μητέρα το σιγύρισμα της κουζίνας,…όταν όλα έμπαιναν σε τάξη, ο πατέρας με ιερή ευλάβεια και δέος έπιανε στα χέρια του το Θεόπνευστο βιβλίο. Όλοι καθισμένοι τριγύρω, συνήθως η μητέρα με το πλέξιμο στο χέρι, η μεγαλύτερη κόρη με το εργόχειρο της, ο μοναδικός γιος της οικογένειας παρακολουθούσε τον πατέρα και η μικρή κορούλα η πιο τυχερή από όλους μέσα στο ζεστό της κρεβατάκι ταξίδευε σε μακρινούς καιρούς…στην εποχή των κριτών της παλαιάς Διαθήκης, σε όλα εκείνα τα υπέροχα αναγνώσματα, της κάθε ιερής εποχής…έτσι σιγά – σιγά την έπαιρνε ο ύπνος. Ενώ ακόμη αντηχούσε στα αυτιά της η πράα γλυκιά φωνή του πατέρα…που συνέχιζε την ανάγνωση των ιερών κειμένων…Ω! Αυτές οι ανεξίτηλες θεσπέσιες αναμνήσεις…δεν έσβησαν ποτέ, ούτε καν ξεθώριασαν! Μένουν  στο μυαλό μου, χαρούμενες, γελαστές, μου γνέφουν…να πάω μαζί τους…να ξαναζήσουμε μαζί, ξανά – και ξανά εκείνα τα νοσταλγικά ιστορικά κεκτημένα της άδολης παιδικής μου ζωής…

Της  ζωής, που τόσο αρμονικά θεμελίωσε τη δομή, έχτισε με γερά ανθεκτικά υλικά το πλακόστρωτο στα βήματα μου στη ζωή…Ο πηλός της πίστης, της ελπίδας, της αγάπης, μαζί με το νήμα της ταπεινοφροσύνης έπλεξαν μαζί το οικοδόμημα στο προπύργιο της ψυχικής εστίας… Το ύφαναν,  το κέντησαν και στόλισαν με σεμνότητα, με ευπρέπεια μαζί  με την αξιοπρέπεια τον παιδικό μου κόσμο…Μέσα στον πίνακα ανεξίτηλα  χαραγμένα, κάθονται σιωπηλά, δίχως αξιώσεις, δίχως αλαζονεία, δίχως τυμπανοκρουσίες!!! Απλώς κάθονται και περιμένουν την κατάλληλη στιγμή, για το ταξίδι του νόστου. Τού νόστου, του ασίγαστου, που τελειωμό δεν έχει…

Μα, λες και είναι μόνο αυτές οι αναμνήσεις; Τι να πρωτοθυμηθώ; Από  πού να αρχίσω; και πού να τελειώσω; μήπως υπάρχει τέλος; Όλα, μα όλα στη ζωή μου αρμονικά δεμένα, θρονιασμένα, καλόβουλα, έτοιμα για προσφορά στο βωμό των αναμνήσεων!!! Κι όποτε ξετυλίξω εκείνο το υπέρλαμπρο σημείο της παιδικής μου ζωής  ακολουθούν τόσα άλλα λατρευτά μου – πολυαγαπημένα μου πρόσωπα… τα αγαπημένα, που όλη μου η ζωή συνυφασμένη μαζί τους είναι…Ποιόν να θυμηθώ; Τους ευσεβείς γονείς μου; τα πολυαγαπημένα μου αδέλφια; Μόνο δύο αδέλφια,  που τα λάτρευα,  ήμουν γι’ αυτά η μικρή τους αδελφούλα, μου είχαν μία ιδιαίτερη αδυναμία, ήμουν άλλωστε το παραχαϊδεμένο παιδί της οικογένειας…Όμως κι εγώ δεν έκανα ποτέ κατάχρηση αυτού του προνομίου. Ήξερα τα όρια του, δεν παρατραβούσα το σχοινί… Ίσως  γι’ αυτό το λόγο με αγαπούσαν όλοι στην οικογένεια και όλοι οι συγγενείς μας, παρόλο που ήμουν  αρκετά πεισματάρικο παιδί.

Αχ! πώς πέρασαν τα χρόνια…διαβατάρικα πουλιά…στο πέρασμα τους όμως τίποτε, μα τίποτε δεν ξεθώριασε, τίποτε δεν ξεχάστηκε, απολύτως τίποτε!!! Κι ο νόστος γυρνά σε ένα μείζον γεγονός, στην ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΜΑΣ, ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ. Αχ αυτή η εκστρατεία! Η εκστρατεία της καθόδου μας στην αλλότρια γη… Αφήσαμε πίσω ότι δεν μπορούσαμε τεχνικά να πάρουμε στο ταξίδι αυτό!  Όμως πήραμε μαζί μας όλα τα πνευματικά κεκτημένα… όλα τα πήραμε μαζί μας. Κατά την εκτενή πορεία της ζωής μου, όποτε νιώσω το νόστο να κυριαρχεί στη σκέψη μου…Έ! Τότε δεν αργώ, δεν αργώ καθόλου… έτοιμο το νοερό μου ταξίδι… Με τα μάτια της ψυχής μου ζω κάθε καμπή της ζωής μου, βήμα, προς βήμα (έστω κι αν ήταν πολύ λίγα τα χρόνια που έζησα εκεί στην γαλανή πατρίδα) δεν έχω ξεχάσει τίποτε και το σπουδαιότερο δεν άφησα να ξεχαστεί… Πώς μπορούνε να ξεχαστούν όλα τα όσια και ιερά του πατρικού μου σπιτιού; Πώς μπορούνε να σβήσουν από το χάρτη της μνήμης μου τα υπέροχα παιδικά μου χρόνια; Πώς μπορώ να ξεχάσω την Χριστιανική δομή της οικογένειάς μου; Τα νάματα της πίστης, που έθεσαν θεμέλια στη νηπιακή μας ζωή (και στα τρία παιδιά τους) οι αείμνηστοι γονείς μας!!!

Δεν μπορώ ποτέ να ξεχάσω, την αρμονία της παιδικής μου ηλικίας. Ποτέ δεν ξεχνώ, τη σιγουριά και την αγάπη που ένιωθα μέσα στη Χριστιανική οικογένεια μας, στην οικογένεια που «Αόρατος Οικοδεσπότης, ήταν ο Ιησούς Χριστός». Όλα ήσαν δεμένα με αρμονία, όλα βασισμένα πάνω σε αρχές και θεμελιωμένα πάνω στη δομή της Χριστιανικής πίστης. Οι καθημερινές ασχολίες, γίνονταν με τάξη, με αρμονία. Όλοι ήξεραν τα καθήκοντά τους. Από τους γονείς, μέχρι τα παιδιά. Η Κυριακή ήταν αφιερωμένη στον Κύριο. Η οικογένεια γιορτινά ντυμένη  με Θεία ευλάβεια πήγαινε στην εκκλησία…τα  Το μεσημέρι σιωπηλά, με ταπεινοσύνη κάθονταν γύρω από το τραπέζι, ανέπεμπαν στον Ύψιστο την ευχαριστία τους, για όλα αυτά που τους χαρίζει! Με ευγνωμοσύνη στη μητέρα για το εξαιρετικό γεύμα, που με αγάπη είχαν ετοιμάσει τα άξια χέρια της… Το απόγευμα ήταν προγραμματισμένο για επισκέψεις, στους συγγενείς, ή  δέχονταν τις επισκέψεις των συγγενών των. Όλα μέσα στα όρια της ευπρέπειας και της σύνεσης. –  ακόμη και τα αστεία τους ήταν όλα με ευπρέπεια και με σειρά -ποτέ δεν υπήρξε τίποτε το άτοπο, τίποτε το ανόητο.

Ο πατέρας, η μητέρα και τα παιδιά – Η οικογένεια ΙΑΤΡΟΥ–> Πόση αρμονία Θεέ μου! Πόση ευλογία! Πόση χαρά! Πόση εκτίμηση!  Όλα αυτά τα υπέροχα συναισθήματα, συχνά πολύ συχνά κυριαρχούν στη σκέψη μου, τότε με πλημμυρίζει μία απέραντη χαρά, μια θεόσταλτη γαλήνη. Δεν έχει σημασία ότι έχουν περάσει τόσα χρόνια, δεν έχει σημασία αν ζω τόσο μακριά από τα μέρη εκείνα πού αντίκρισα το φως της ζωής, δεν έχει καν σημασία ότι ζω κάτω από τον θόλο ξένου ουρανού…

Εγώ μπορώ και ταξιδεύω, σε εκείνες τις όσιες – για μένα εποχές –  ζω όλα από την αρχή…βλέπω τους σεβαστούς πολυαγαπημένους μου γονείς. Τον υψηλό, τον λεβεντάνθρωπο, τον πολυδιαβασμένο πατέρα μου – τον  Κωνσταντίνο. Την όμορφη γαλανομάτα , σγουρομάλλα Κρητικοπούλα –την  μητέρα μου – την Ζαχαρένια  Μαθιουδάκη.  Τα πολυαγαπημένα μου αδέλφια – την αγνή σαν άγγελος, με το χαμόγελο στα χείλη, έτοιμη πάντα για προσφορά βοηθείας, στον πατέρα, στη μητέρα, και με τα αγνά Χριστιανικά τραγούδια – την λατρεμένη μου μεγάλη αδελφούλα – την Παρασκευούλα. Και τον μοναδικό μας αδελφό, το αγαπητό το καλόβουλο παιδί της οικογένειας, που ποτέ δεν έλεγε όχι – τον Ανδρέα. Το μόνο σύννεφο που επισκιάζει αυτή τη νοσταλγία, είναι η σκέψη ότι  οι αείμνηστοι γονείς και ο μοναδικός λατρευτός αδελφός δεν υπάρχουν κοντά μας σε αυτή τη ζωή… Υπάρχει όμως η πολυαγαπημένη μου αξιολάτρευτη αδελφή! Εκείνη αντιπροσωπεύει για εμένα τα πάντα…Το πατρικό μας σπίτι…όλες τις υπέροχες αναμνήσεις…Η ομιλία μας πάντοτε γυρνά εκεί, στη δομή που έθεσαν θεμέλια οι ευσεβείς γονείς μας… Στέλνουμε μία παράκληση στον Πανάγαθο Θεό να έχει αναπαυμένες τις αγνές ψυχές τους, δίπλα με τον αξέχαστο μας αδελφό, εκεί ψηλά στα ουράνια που φωλιάζουν οι αγνές ψυχές…Εκεί που προσεύχονται για εμάς.

Σήμερα, εγώ ζω με την αγαπημένη μου οικογένεια στα κράσπεδα του νότου – στη μακρινή Αυστραλία – η αξιαγάπητη μου αδελφή – ζει στην γαλανή μας πατρίδα την Ελλάδα, με την δική της αγαπημένη οικογένεια. Ζούμε όμως νοερά πάντα μαζί, ζούμε και δοξολογούμε τον Ύψιστο για όλα όσα μας έχει χαρίσει, και για τους ευσεβείς γονείς μας που μας δίδαξαν τον δρόμο το σωστό της αρετής, της πίστης, της ελπίδας… Μας έκαναν σωστούς ανθρώπους στη ζωή.

Ω! Πόσο συχνά ταξιδεύω εγώ! Πόσο συχνά Θεέ μου! Πόσο συχνά αλήθεια. Και νιώθω μία απέραντη χαρά να με πλημμυρίζει έπειτα από κάθε ταξίδι στο παρελθόν… Είναι για εμένα πάντα παρόν…    (Μελβούρνη, 25 /5 /2013)

Υ. Γ. Οι σκέψεις αυτές, που έχουν πάρει σάρκα κι οστά στο χαρτί, ζωντανεύουν και παίρνουν μορφή. Είναι συνοπτικά η δομή της οικογένειάς  μου, είναι ο πηλός που έχει θεμελιώσει νάματα, ευσέβειας, αρετής, πίστης και ελπίδας, στα πρώτα βήματα της παιδικής μου ζωής! Είναι η όσια προσφορά στη μνήμη των ευσεβών αείμνηστων γονέων μου, είναι η παρακαταθήκη της οικογένειάς μου, είναι τα γερά πνευματικά υλικά που έθεσαν βάση οι χριστιανοί γονείς μου. Τα υλικά των αρετών που στερέωσαν το ψυχικό μου οικοδόμημα. Η διαπαιδαγώγηση που θεμελίωσε με αδιάρρηκτες ενότητες σε ένα υγιές σύνολο τον ψυχικό μου κόσμο. Αυτή είναι η δική μου σεπτή κληρονομιά, η κληρονομιά που μου άφησαν οι ευσεβείς γονείς μου. Κάθε άνθρωπος, όποιος κι αν είναι, έχει το δικό του οικοδόμημα, έχει το δικό του μετερίζι, σέβεται και είναι υπερήφανος για την καταγωγή του. Έτσι και εγώ, έχω πολλά να εκτιμήσω στην πορεία της δικής μου ιστορίας. Η δική μου οικογένεια, με την κουλτούρα την ΙΩΝΙΚΗ και την ΚΡΗΤΙΚΗ, έχει εμπλουτίσει με τα ιστορήματα, με τα διδακτικά παραδείγματα όλη μου τη ζωή, που με συντροφεύουν και με καθοδηγούν, με νουθετούν πάντοτε, όπου κι αν είμαι!!! Με όλη μου την ταπεινή ψυχή, οφείλω – στη μνήμη των ευσεβών γονέων μου – να αναγνωρίσω το χρέος μου αυτό. Το ευλογημένο προνόμιο να έχω γερές αγνές θρησκευτικές βάσεις, όπως έχει θεμελιωθεί το ψυχικό μου  οικοδόμημα.  Γι’ αυτό η σκέψη μου γυρνά εκεί, στο πατρικό μου σπίτι, στην χριστιανική μου δομή και θέλω να μη ξεχάσω ποτέ…τα υπέροχα χρόνια της άδολης παιδικής μου ζωής. Θέλω η  κάθε σκέψη μου, η κάθε γραμμή, που χαράζει η ταπεινή μου πένα, να αφήνουν ένα νόημα, ένα καλό σημάδι, όπως το σημάδι που ζωγράφιζαν πάνω στην άμμο οι πρώτοι Χριστιανοί: ΙΧΘΥΣ – ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΘΕΟΥ ΥΙΟΣ ΣΩΤΗΡ».  Σε κάθε βήμα της ζωής μου, νιώθω δίπλα μου, σαν σε απαλό  άγγιγμα στον ώμο μου όπως τότε που με προστάτευαν – μικρό παιδάκι εγώ έβρισκα σιγουριά δίπλα τους – στη θαλπωρή που μου προσέφεραν οι ευσεβείς αείμνηστοι γονείς μου… Όλα αυτά αντιπροσωπεύουν τη δομή και τη θαλπωρή της πατρικής μου ΕΣΤΙΑΣ…   

              Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

 Τι χαρά τι ευτυχία μέσα στη μικρή αυλή

η οικογένεια προσμένει τον πατέρα να φανεί.

Τραγουδάνε τα παιδάκια και χαρούμενα γελούν

το χρυσό τους τον πατέρα πότε θάρθει καρτερούν.

Η γλυκιά τους μητερούλα με διαμάντινη ψυχή,

τον καλό το σύντροφό της στοργικά τον καρτερεί,

ο καλός τους ο πατέρας, που για όλα προσπαθεί

τίποτε να μη τους λείψει, με αγάπη, με στοργή.

Κι η καλή τους η μητέρα είναι πάντα γελαστή

σιγυρίζει όλη μέρα, έχει αγάπη στην ψυχή,

φως χαρούμενο σκορπίζει η αγάπη, η στοργή,

του Θεού η ευλογία θα είναι πάντοτε ΕΚΕΙ.

Τι ωραία είναι αλήθεια η οικογένεια αυτή

ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΟΚΟΔΕΣΠΟΤΗ  ΕΧΟΥΝ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΔΟΜΗ.

ποιηση Χριστίνας

 Αναμνήσεις της παιδικής μου ζωής  –   Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ 

-Γιαγιά! φώναξε η μικρή, καθώς άνοιξε την πόρτα της γιαγιάς και όρμησε σαν σίφουνας μέσα στο σπίτι. Γιαγιά! είπε πάλι το μικρό κοριτσάκι. Σήμερα στο σχολείο, στο μάθημα της ιστορίας η δασκάλα μας, μας μίλησε για τους Τούρκους, που είχαν σκλαβώσει την Ελλάδα μας για 400 χρόνια. Σκότωναν τους Έλληνες, δεν άφηναν τα παιδιά να πηγαίνουν στο σχολείο, να μη μάθουν γράμματα να ξεχάσουν ότι είναι Έλληνες! Και να ξέρεις γιαγιά, πόσο -μα πόσο θύμωσα και τώρα τους μισώ πάρα πολύ τους κακούς τους Τούρκους.

Η κυρά Ρηνιώ η Μικρασιάτισσα σταμάτησε για ένα λεπτό να ανακατεύει το ρόφημα της. Ά! Εδώ που τα λέμε, τίποτε δε σταματούσε τη γιαγιά από αυτή την ιεροτελεστία του απογευματινού ροφήματος, ήταν το αγαπημένο της τσάι (δεντρολίβανο με λεμόνι) που το συνόδευε πάντα με τα πατροπαράδοτα σπιτικά φινίκια της!!! Ήταν δε τόση η εντύπωση που της προξένησε αυτή η επιδρομή της μικρής της εγγονής, που πάραυτα σταμάτησε την όλη ιεροτελεστία. Κοίταξε τη μικρή στα γαλανά της μάτια και είπε!

– Και όμως, Χριστινάκι μου και εγώ έπρεπε να τους μισώ πολύ, πάρα πολύ, δε μπορώ όμως να το κάνω…

– Μα γιαγιά, αφού και εσάς σας έδιωξαν από την πατρίδα σας, γιατί δεν μισείς;

– Και όμως παιδί μου! παντού υπάρχουν καλοί άνθρωποι και μέσα στους Τούρκους ακόμη…

Η μικρή άνοιξε όσο μπορούσε τα έξυπνα γαλανά της μάτια και επανέλαβε!

– Και μέσα στους Τούρκους ακόμη;

– Ναι! Ναι, παιδί μου και μέσα στους Τούρκους ακόμη…

Η κυρά Ρηνιώ η αρχόντισσα τοποθέτησε το τσάι δίπλα της στο μικρό τραπεζάκι και έγνεψε στην μικρή να καθίσει πλάι της. Αχ! Πόσο πονούσε κάθε φορά που γύριζε νοερά σε εκείνα τα ευλογημένα μέρη… Η ζωή ήταν χαρούμενη, ώσπου έφθασε το φοβερό καλοκαίρι του 1922…

– Λοιπόν γιαγιά! ρώτησε η μικρή γεμάτη περιέργεια.

– Ά! Ναι! Λοιπόν, άκουσέ με προσεκτικά, αυτά που θα σου πω θέλω να τα θυμάσαι σε όλη τη ζωή σου… Ζούσαμε πάρα πολύ χαρούμενα, ήμασταν πάρα πολλοί Έλληνες, στο μέρος που ζούσαμε έξω από τη ξακουστή Σμύρνη, στην Φωκαία όλα ήσαν Ελληνικά! Και τα σχολεία και τα μαγαζιά και τα πάντα! Είχαμε και μερικούς Τούρκους γείτονες πολύ καλοί άνθρωποι, κάναμε παρέα, ο μπαμπάς σου ήταν μικρό αγοράκι, έπαιζε με τα παιδιά τους, κι’ όταν αργούσαν εκείνα να πάνε στο σπίτι τους έβγαινε η μητέρα τους και φώναζε: Γκέλ-Γκέλ… Τη δική μας την οικογένεια την εκτιμούσαν πάρα πολύ. Ήταν ξακουστή οικογένεια με μόρφωση, με γνώση. Δύο προπαππούδες σου (αδέλφια) ξακουστοί γιατροί, είχαν αφήσει όνομα! Η βιβλιοθήκη τους (που τη διατηρούσε πολύ προσεκτικά η πεθερά μου,  η μητέρα τους) έκρυβε τα καλύτερα επιστημονικά βιβλία της εποχής εκείνης… Και μη ξεχνάς ότι τα βιβλία ήσαν πολύ ακριβά τότε… Ερχόντουσαν, λοιπόν, και μας ρωτούσαν να τους εξηγήσουμε κάποια δύσκολη ιατρική λέξη που δε καταλάβαιναν ή ό,τιδήποτε άλλο ήθελαν να μάθουν.

– Ά! Ναι! Το ξέρω κι εγώ, μου το είπε ο μπαμπάς μου, από αυτούς τους ξακουστούς γιατρούς πήρε η οικογένεια το επίθετο -ΙΑΤΡΟΥ- ενώ πριν ήταν Ιωακειμόγλου, έτσι δεν είναι γιαγιά;

– Ναι! Ναι! Ακριβώς έτσι είναι. Εκτός τους γιατρούς, είχαμε και δύο αδέλφια του παππού σου που είχαν πάει στην Αθήνα στο πανεπιστήμιο, σπούδασαν Φιλολογία, γύρισαν πίσω στην πατρίδα μας καθηγητές και δίδασκαν εκεί…για όλα αυτά λοιπόν είχαμε μία ξεχωριστή θέση στην κοινωνία εκεί… Όλα πήγαιναν ωραία μέχρι που έφθασε το καλοκαίρι του 1922. Ο Ελληνικός στρατός ενώ προχωρούσε πάντα νικηφόρος ξάφνου άρχισε να υποχωρεί. Οι Τούρκοι αγρίεψαν, οι Έλληνες ζούσαν με φόβο, περίμεναν ότι κάτι θα συμβεί, κάτι κακό, φοβερό… Μία ημέρα ο παππούς σου με τον αδελφό του πήγαν στη χώρα για δουλειές τους. Εκεί συνάντησαν κάποιο φίλο, γείτονά μας Τούρκο και τους είπε κρυφά και πολύ εμπιστευτικά:

– Ακούστε φίλοι μου! Είσαστε Χριστιανοί, είμαι Μουσουλμάνος. Είσαστε Έλληνες, είμαι Τούρκος, μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά, οι γονείς μας μεγάλωσαν μαζί, αγαπημένοι σαν αδέλφια. Πιστέυουμε στο Δημιουργό, εσείς τον λέτε Θεό, εμείς Αλλάχ.

Ούτε η φυλή, ούτε η θρησκεία,μας χώρισαν ποτέ γιατί είχαμε μέσα μας την ανθρωπιά…

    -Τώρα έλαχε σε εμένα να σας σώσω από το κακό που θα συμβεί…μακάρι να μπορούσα να το σταματούσα αυτό το φοβερό κακό. Δεν περνά όμως τίποτε από το χέρι μου. Ακούστε! Έμαθα από εμπιστό μου άνθρωπο – που έχει μεγάλη θέση στο στρατό ότι οι Τούρκοι ετοιμάζονται να διώξουν τον Ελληνισμό, έξω από τα μέρη αυτά τα δικά σας. Ακόμη τώρα είναι νωρίς χωρίς καθυστερήσεις γυρίσετε στα σπίτια σας, πάρτε μαζί σας ότι πολύτιμο μπορείτε , να το πείτε και σε δικούς σας ανθρώπους μυστικά… Να κατεβείτε στο λιμάνι της Φωκαίας, από εκεί θα βρείτε κανένα εμπορικό καϊκάκι που φέρνουν εμπορεύματα από την Κρήτη. Να φύγετε, να γλυτώσετε τις οικογένειες σας…Αυτά είχα να σας πω καρντάσια μου. Ο δικός μου Αλλάχ και ο δικός σας Θεός των Χριστιανών να είναι βοηθός σας…

Ασπάσθηκαν σαν αδέλφια και χώρισαν. Ήρθαν πίσω με την καρδιά γεμάτη αγωνία, μας είπαν το τι είχε συμβεί.

-Τότε με την ψυχή γεμάτη φόβο για το κακό που ερχόταν, αλλά και με την καρδιά γεμάτη ευγνωμοσύνη για τον καλό άνθρωπο, μαζέψαμε τα χρυσαφικά μας, τα λεφτά μας. Πήγαμε στο κοιμητήριο, ανάψαμε για τελευταία φορά το καντήλι στους τάφους των προγόνων μας…Ρίξαμε τη ματιά μας στα μέρη μας που τόσες χιλιάδες χρόνια ήσαν Ελληνικά!!! Με δάκρυα καυτά πήραμε τον δρόμο της προσφυγιάς… Μπήκαμε σε ένα καϊκάκι και πήγαμε στην Κρήτη.

 -Α! Ναι, ξέρω γιαγιά, εκεί ζήσατε για πολλά χρόνια, μεγάλωσε ο πατερούλης μου γνώρισε την καλή μου μητερούλα που είναι Κρητικιά και μετά ήρθατε όλοι μαζί εδώ πάνω στη Μακεδονία!

-Έτσι δεν είναι γιαγιά; τώρα τον αγαπώ και εγώ εκείνον τον καλό άνθρωπο που σας έσωσε! κι ας ήταν Τούρκος! Πόσο όμως θα ήθελα να ήξερα εάν βοήθησε κι άλλους Χριστιανούς;

-Από ό,τι μάθαμε, παιδί μου, από άλλους πατριώτες μας εκείνος ο καλός άνθρωπος με το μέσον που είχε έσωσε πολλούς Χριστιανούς…Προσεύχομαι πάντοτε, για τον καλό εκείνον άνθρωπο. Βλέπεις τώρα παιδί μου γιατί δε μπορώ να μισήσω;

Η μικρή έμεινε για λίγο σκεπτική και είπε: -Όμως γιαγιά, εκείνοι άρχισαν πρώτοι τον πόλεμο.

-Άκουσε, παιδί μου, αυτό που θα σου πω, θέλω να το θυμάσαι πάντα στη ζωή σου. Σε όλες τις φυλές, σε όλες τις οικογένειες, ο κόσμος θέλει να ζει με αγάπη, δε θέλουν πόλεμο και μίση. Δυστυχώς είναι οι δυνατοί εκείνοι που έχουν συμφέροντα, θέλουν να ανοίξουν πολέμους για να πλουτίζουν, χωρίς ποτέ να νοιάζονται για τον πόνο, το άδικο και για τη δυστυχία…αυτό να το ξέρεις! να μη μισείς ποτέ σου κανένα, μόνο να παρακαλάς να δίνει ο Θεός φώτιση στους ισχυρούς, που κυβερνάνε τους λαούς. Η ειρήνη και η δικαιοσύνη να βασιλεύσουν στη γη!!!

 -Αχ! Γιαγιά μου, πόσο σε αγαπώ, θα αγαπώ όλο τον κόσμο, δε θα μισώ κανένα…Έδωσε στη γιαγιά ένα φιλί στο μάγουλο, άρπαξε ένα φινίκι από το πιατάκι και σα σίφουνας όπως ήρθε-έτσι βγήκε-με μπουκωμένο στοματάκι, σιγοτραγουδώντας: «Τα χριστιανόπουλα θα πάμε με χαρά, / να πούμε μήνυμα που δίνει τη χαρά. / Μας περιμένει με λαχτάρα όλη η γη, / κι εμείς κινήσαμε πρωί με την αυγή. / Τίποτε στο δρόμο δε μας σκιάζει…» (Μελβούρνη, 20 Μαρτίου 2016). 

ΚΟΚΚΙΝΕΣ ΤΣΙΓΚΙΝΕΣ ΣΚΕΠΕΣ –> Η ματιά έπεσε γεμάτη θαυμασμό στα μεγαλοπρεπή  κτίρια που πλαισιώνουν τώρα την πόλη της Μελβούρνης!!! Του 2013! Αλήθεια…μέσα σε μισό αιώνα πως άλλαξε Θεέ μου! Πώς!!!

…Ένα μικρουλάκι, τόσο δα αεράκι ταρακούνησε τα φτερά της φαντασίας και εγώ εν ριπή οφθαλμού, ταξίδευσα στο παρελθόν…το παρελθών με τα κοντά καλτσάκια…Έζησα κάποια άλλη εποχή…όπως την είχα ζήσει! …Η ματιά κόλλησε πάνω στις κόκκινες λαμαρίνες των σκεπών, γεμάτη απογοήτευση… Αχ! Αυτή είναι η γη της επαγγελίας; Αυτή είναι η όμορφη Μελβούρνη; Τι απογοήτευση αλήθεια… και είχαμε τόσα πολλά ακούσει για αυτή!!!  Όχι! Δεν μπορούσε το παιδικό μου μυαλό να το παραδεχθεί…Όχι, με κανένα τρόπο δε μπορούσε να συγκρίνει την πατρίδα που αφήσαμε πίσω, με αυτή την παράξενη πόλη, που απλώνονταν εμπρός μας… Είχαμε αφήσει την νύφη του Βορρά – την κατάλευκη σαν περιστέρι – την Θεσσαλονίκη…που φάνταζε σαν κατάλευκος αφρός μέσα στον Θερμαϊκό γεμάτη χάρη…γεμάτη  λεβεντιά, γεμάτη αρχοντιά!.. Οι προσδοκίες μας ναυάγησαν με την πρώτη εμπειρία μας – πάνω στις σκεπές των σπιτιών του Πόρτ – Μέλμπουρν. Και να ήταν μόνο οι δικές μου; Ήταν και των γονιών μου…Είδα την απογοήτευση και σε εκείνων τα μάτια (κι ας μη ήθελαν να το φανερώσουν). Εγώ είχα διαισθανθεί αυτή τους την απογοήτευση, είχα μπει μέσα στην ψυχή τους, είχα διαβάσει αυτή την έντονα διάχυτη στα πρόσωπά τους παράξενη σκέψη…Ήξερα πολύ καλά το τι σκέπτονταν οι γονείς μου κι ας μη θέλανε να το φανερώσουν… Όχι, με κανένα τρόπο δεν θα ήθελαν να πληγώσουν το γιό τους- το αγαπημένο τους παιδί – που τόσο τους είχε λείψει. Άλλωστε αυτή ήταν η αιτία που ξενιτευτήκαμε…Ο χωρισμός αυτός, δεν άφηνε να περάσει γιορτή δίχως τον πόνο της ξενιτιάς, που κρατούσε μακριά από την οικογένεια τον λατρευτό γιό και αδελφό. Ώσπου δάκρυ, το δάκρυ, πάρθηκε η μεγάλη απόφαση αυτού του εκούσιου ξεριζωμού!

Δεν χρειάσθηκε καιρός για να ναυπηγηθεί στην «ΙΩΛΚΟ» της ψυχής των γονιών, η « ΑΡΓΩ » Της Αργοναυτικής εκούσιας εκστρατείας!!!  Όλο αυτό τον καιρό καρτερούσε η μητέρα να σφίξει στα στήθη της το μοναχογιό της, καρτερούσε ο πατέρας να σφίξει το γιό του στην αγκαλιά του και η μικρή του αδελφούλα- που ήταν μόνο εννέα χρόνων όταν έφυγε -να τρέξει να πέσει στην αγκαλιά του, να τον γεμίσει φιλιά…

Για χατίρι, λοιπόν, όλων αυτών ας είναι χαλάλι και οι τσίγκινες κόκκινες βαμμένες λαμαρίνες των σπιτιών… Εμπρός στη μεγάλη θυσία της ένωσης της οικογένειας… ποιος νοιάζεται τώρα για τις παλιολαμαρίνες;  Όλα χαλάλι γίνανε, μπρος στη μεγάλη χαρά!!! Έγιναν όμως; έγιναν; Αχ! μεγάλο αυτό το ερώτημα πολύ μεγάλο…

Χρόνια και χρόνια τώρα προσπαθώ να δώσω μια παλικαρίσια απάντηση, μία γενναία ειλικρινή απάντηση…Μα δε το μπορώ, ξέρω ότι θα είναι ψεύτικες, μόνο λόγια, λόγια μόνο… Αυτά ήρθαν στη μνήμη μου σήμερα – Δευτέρα 13 Μαϊου, όπως αγνάντευα το λιμάνι του Πόρτ-Μέλμπουρν καθώς το αυτοκίνητο, που ταξίδευα μέσα, βρισκόταν στο ψηλότερο σημείο της γέφυρας που ενώνει τα Δυτικά προάστια με την πόλη…το Γουέστ Γκάητ Μπρίτζ. Ένα πλοίο αραγμένο στην προβλήτα του λιμανιού άναψε το πράσινο φως της φαντασίας και φούντωσε το νόστο, τον ασίγαστο αυτό καραβοκύρη και  ταξιδευτή, το νόστο που ούτε και ο καταλύτης χρόνος μπορεί να τον δαμάσει…  Ο νόστος, ο αήττητος λοιπόν, με άρπαξε στα στιβαρά του χέρια, έδωσε στα χέρια  μου τα ηνία, μου χαμογέλασε… – Ταξίδευσε! Μου είπε…Ταξίδευσε…μπορείς, μπορείς…ζήσε ξανά από την αρχή την κάθοδο σας στο νότο…ζήσε και σύγκρινε…

– Τι να συγκρίνω, νόστε, τι; Μα μήπως υπάρχει σύγκριση; Για το νόστο τίποτε δεν έχει αλλάξει, απολύτως τίποτε…

Κι όμως εκεί, στα δύο τρία αυτά λεπτά της διαδρομής πάνω στη γέφυρα, έζησα από την αρχή – όχι μόνο την παιδική μου ζωή στην πατρίδα –  αλλά και την απόφαση του πατέρα μου για το αλλότριο αυτό ταξίδι… Έζησα…και είδα ολοζώντανα μέσα στη διάνοια μου, με της ψυχής τα μάτια…τον πατέρα που μόλις είχε εντοπίσει τον μοναχογιό του – που για χάρη του όλος αυτός ο ωκεανός της αγάπης – με χέρι τρεμάμενο από συγκίνηση δείχνει στη μητέρα το λατρευτό της γιο…εκείνη πνιγμένη σε δάκρυα χαράς, ανεμίζει το μαντήλι…και η μικρή αδελφούλα δεν κρατά την απερίγραπτη χαρά που την πλημμυρίζει!!!

…-Κοίταξε μαμά, ένα πλοίο που είναι στο λιμάνι! Η φωνή της μοναχοκόρης μου Ρένας, που καθώς οδηγούσε είχε προσέξει αυτή την ομορφιά, με ξύπνησε από το ταξίδι στο παρελθόν.  – Θυμήθηκες τίποτε μαμά; Σε βλέπω κάπως αφηρημένη…

–  Ρενάκι μου, όχι μόνο θυμήθηκα, αλλά έζησα…στιγμές ανεπανάληπτες, είδα, με τα μάτια της ψυχής μου το μικρό κορίτσι με τα κοντά καλτσάκια κρατώντας το χέρι των γονέων της να κάνει το πρώτο βήμα στην νέα πατρίδα την Μελβούρνη…με τις κόκκινες τσίγκινες σκεπές…Όμως όλα χαλάλι…Όλα έγιναν για το θεσμό που λέγεται οικογένεια…Άλλωστε ήταν της μοίρας γραπτό… «Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατο »…

…Πόσο αλήθεια άλλαξε η Μελβούρνη!!! Μονολόγησα καθώς η ματιά μου πλανιόταν πάνω στις αστραφτερές διακοσμητικές σκεπές των μοντέρνων κτιρίων της Μελβούρνης του 21ου αιώνα…

– Πού είσαι Μελβούρνη του 1960! με τις κόκκινες τσίγκινες σκεπές; Πού είσαι;

…Ένα ρίγος διαπέρασε καυτό, παραδόξως ΚΑΥΤΟ, αισθάνθηκα να διαπερνά το είναι μου, να συγκεντρώνεται μέσα στην ψυχή μου!!! Ένιωσα δίπλα μου τους λατρευτούς μου γονείς και τον αξιαγάπητο αδελφό…ένιωσα τη στοργή την αγάπη της οικογένειας. Που για αυτή την αγάπη ξενιτεύτηκε η οικογένεια…Η οικογένεια Ιατρού, ο πατέρας Κωνσταντίνος, η Κρητικοπούλα μητέρα Ζαχαρένια, η μικρή κορούλα Χριστίνα και ο λατρευτός γιος, ο Ανδρέας…που τους καρτερούσε στην προβλήτα, του Πόρτ – Μέλμπουρν…με τις κόκκινες…σκεπές…

…Δεν υπάρχουν δίπλα μου τώρα, υπάρχουν όμως, υπάρχουν και ζούνε ζωντανά, με συντροφεύουν σε κάθε βήμα της ζωής μου…σε κάθε μου σκέψη, τους νιώθω, ακούω τον ήχο της φωνής τους…με συντροφεύουν… Μου κρατάνε συντροφιά με τις συμβουλές τους, με τα αστεία τους…όχι δεν έχουν φύγει από κοντά μου… Μα έχω την λατρευτή μου αδελφή, που μας ενώνει μια μεγάλη αδελφική αγάπη, έστω κι αν ζούμε τόσο μακριά. Χαλάλι λοιπόν οι τσίγκινες κόκκινες σκεπές του 1960.                  (Μελβούρνη, 14 Μαϊου 2013)

Υ. Γ.:  Έτσι ακριβώς ζωντάνεψαν οι αναμνήσεις μια μέρα του 2013 και τις έζησα από την αρχή…όπως τότε …6  Νοεμβρίου 1960.

χριστινα


               ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΙΑΤΡΟΥ – ΣΟΪΤΑΡΙΔΗΟΜΟΡΦΗ ΠΕΝΝΑ

ΦΙΛΙΑ –>  Όταν ταιριάζουν οι ψυχές, / βαρκούλες π’ αρμενίζουν / σε θάλασσες απέραντες, / σε ωκεανούς της γνώσης. // Οι φίλοι ανταμώνουνε / σε δίαυλους  αγάπης, /  σύνορα δεν χωρίζουνε / την ιερή φιλία. // Στο περιβόλι της ψυχής / μοσχοβολούν τα κρίνα, / είναι η φιλία, η αγνή, / η μέλισσα αγάπης.  

ΛΕΞΗ ΣΕΠΤΗ –> Μία λέξη απλή, ταπεινή προσευχή, / από σκέψη αγνή, πόση δίνει χαρά / και τα στήθη δονεί,με ουράνια σπονδή. / Είναι τόσο απλό και υπάρχει παντού / στων θνητών την ψυχή, το καθάριο κι αγνό, / μία λέξη σεπτή και πηγαία ροή. / Ένα ρήμα απλό, ένα κρίνο λευκό, / είναι Θείος ψαλμός και θεσμός ιερός, / της ΑΓΑΠΗΣ πνοή, μία λέξη απλή.

ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ –>  Απ΄ των κριτών τις εποχές, / της Βίβλου προφητείες, /  στου χρόνου τις αναλαμπές /  αναίμακτες θυσίες. / Πνεύμα σοφό και ιλαρό, / Αγίας Δόξης Θεϊκό, / επισκιάζει των αγνών /  τις καθαρές καρδίες, / που ακολουθούν των εντολών / τις δέκα νουθεσίες.

 ΤΟ ΠΗΔΑΛΙ –> Άνθρωπε, μες στη στράτα σου  / ποτέ να μην λυγίσεις, /  απ΄ του Θεού τις εντολές / να μην λιποτακτήσεις. /  Ωκεανός είναι η ζωή / κι εμείς θνητές υπάρξεις, / αντλούμε πίστη, δύναμη, / στις Θείες διατάξεις. / Σαν αρμενίζει το σκαρί /  τίποτε δεν το σκιάζει, / πίστη αν έχει και δομή / κι ελπίδα στο πηδάλι.  

ΣΤΗ ΦΑΤΝΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ –>  Το Θείο Βρέφος προσδοκώ / στην Φάτνη της ψυχής μου / να γεννηθεί ο Άναρχος / γαλήνη να σκορπίσει / να στείλω την ΑΓΑΠΗ μου / στους  φίλους, που με νιώθουν / την ευλογία του Θεού / την ιερή ΦΙΛΙΑ, / να την κρατούμε αμόλυντη / στη  Φάτνη της ΑΓΑΠΗΣ.

                          ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΜΕΡΑ

Ξημέρωσε χαρούμενα η άγια τούτη ημέρα

αντιλαλούν χαρούμενα σήμαντρα στην ψυχή μας,

στολίζουμε ευλαβικά την φάτνη με ευλογία

για να φιλοξενήσουμε τον Θείο Λυτρωτή μας.

Μέσα  στην φάτνη ταπεινά να ρθει το Θείο βρέφος

να βρει στοργή και ζεστασιά, στασίδι ν’ ακουμπήσει

και σπάργανα  απ’ το σεπτό ουράνιο περιβόλι

τα «Σα» να του προσφέρουμε, απ΄ τα δικά Του δώρα.

Ελάτε όλοι οι πιστοί, μαζί να προχωρούμε

μέσα στη φάτνη της ψυχής, το Αστέρι για να βρούμε,

να οδηγήσει τις καρδιές προσκυνητές να γίνουν

στον άνθρωπο, στον αδελφό, ΑΓΑΠΗ για να δίνουν,

αρμονικά, χαρούμενα στην πλάση για να ζούμε

τον νεογέννητο Χριστό, να κρατούμε!

ΓΙΑ  ΤΗ  ΝΙΚΗ  ΜΑΣ

Εμπρός παιδιά, όλοι μαζί στο δρόμο για τη νίκη,

κι ας είναι δύσκολο βαρύ της ζήσης το στρατί.

Τα βήματα να σύρουμε μέσα στο καλντερίμι,

που κάποτε περπάτησε η Άχραντη  Μορφή.

Ατόφια να κρατήσουμε την πίστη, την ελπίδα,

μη φοβηθούμε άνεμο,  την κάθε καταιγίδα.

Ελπίδες να ανεμίσουμε, στης ζήσης το σκαρί,

για να κωπηλατήσουμε στης ΝΙΚΗΣ το νησί.

               ΑΠ’ ΤΟ  ΥΣΤΕΡΗΜΑ ΜΑΣ

Φθάσανε τα Χριστούγεννα, μεγάλες ήρθαν μέρες

ήχοι, χαράς  και ανθρωπιάς στα στήθη ζωντανεύουν,

οι αναμνήσεις ξεπηδούν βαθιά από την ψυχή μας

τα χέρια πλέκουν με σπουδή, μαζί μας ταξιδεύουν.

Η πλάση γύρω αγάλλεται  στην Ύψιστη αρμονία

 και στη δική μας την ψυχή, ακούραστη  ευλογία,

ετοιμασίες άρχισε, τον Άναρχο προσμένει,

μέσα  στη φάτνη της ψυχής, παντοτινά να μένει.

Κι όταν τραπέζι  της στοργής, Αγάπης άγια μέρα

θα στρώσει μέσα στην ψυχή, στα πέρατα έως πέρα,                                                  

 ψυχή μου, στάσου μια στιγμή, μπρος στου Θεού την πόρτα.

Κάνε η ψυχή να ευφρανθεί  με αγάπης θεία ρόδα,                                               

σκύψε στην φτώχεια του φτωχού, ν’ανοίξει η αγκαλιά σου.

 Δώστου αγάπη και στοργή απ’ το  υστέρημά σου.

   ΑΓΑΠΗ

Η ΑΓΑΠΗ  χρώμα δεν κοιτά /  και κόσμους δεν χωρίζει,

πατρίδα έχει μόνο μια /  και θρόνο την ΕΙΡΗΝΗ.

Για θρήσκευμα έχει τ΄ αγνό /   απ’της ψυχής τα βάθη,

που αναβλύζει θαλερό /  στου κόσμου κάθε άκρη.                 %ce%b1%ce%b3%ce%b1%cf%80%ce%b7

Φτερούγισμα είναι καρδιάς /  σκορπά την καλοσύνη,

αρχόντισσα της ανθρωπιάς /  και της ευδαιμοσύνης.

Μέσα στα φυλλοκάρδια μας / έχει χτισμένο θρόνο,

ζει μες στα μονοπάτια μας /  γιατρεύει κάθε πόνο.

Και μέσα απ’ το περίσσευμα / σκορπίζει την ΕΙΡΗΝΗ,             

στου κόσμου όλου, τους λαούς, / απλόχερα τη δίνει.

Η ΑΓΑΠΗ χρώμα δεν κοιτά, / Ουράνια ευλογία,

Άνθος  σκορπίζει ευωδιά / σε κάθε κοινωνία.

     ΤΟ ΔΟΙΑΚΙ

Μη κυνηγάς το όνειρο, στη χίμαιρα ελπίδα,

εάν θα σπείρεις άνεμο, θερίζεις καταιγίδα.

Να είσαι πάντα συνετός, να έχεις καλοσύνη,

να τη σκορπάς απλόχερα, μες της ζωής τη δίνη.

Έτσι μονάχα θα χαρείς, εάν χαρά σκορπίζεις,

να είσαι τότε σίγουρος, αγάπη θα θερίσεις.

Και να θυμάσαι πάντοτε, ότι η ζωή τελειώνει

το πλοίο σου κυβέρνατο, μ’ ελπίδα στο τιμόνι.

Στο καλντερίμι της ζωής, βάδιζε με ελπίδα,

να μη φοβάσαι  το βοριά, ούτε την καταιγίδα,

για να νικάς τον άνεμο, στης ζήσης το ρυάκι

καραβοκύρης να γενείς, στης πίστης το δοιάκι.

ΤΗΝ ΟΓΔΟΗ ΗΜΕΡΑ –> Όταν εδημιούργησε την έβδομη ημέρα, / ο Πάνσοφος εσκέφθηκε: «τι τώρα παραπέρα;» / Καμάρωσε από ψηλά τη θαυμαστή χλωρίδα, / όγδοη δημιούργησε Ελλήνων την πατρίδα. // Την έπλασε, τη στόλισε με μια περίσσια χάρη / να ζει πάντα περήφανη, ψηλά με το κεφάλι. / Με ποταμούς και με νησιά υπέρτατα τα κάλλη, / στον κόσμο τέτοια ομορφιά να μην υπάρχει άλλη. // Δεν ήταν μόνο η ομορφιά τα δώρα που είχε κάνει, / χάρισε σκήπτρο να κρατά και δάφνινο στεφάνι. / Με γνώση την επροίκισε και εύλογη σοφία, / στου κόσμου όλους τους λαούς να λάμπει μόνο μία. // ΕΛΛΑΔΑ την ονόμασε, Πατρίδα τιμημένη, / να πολεμά για την τιμή και πάντα δοξασμένη.  / Πατρίδα, χώρα του φωτός, της γνώσης η μητέρα, / Σε έπλασε ο δημιουργός την όγδοη ημέρα.

        ΤΗΣ  ΔΑΦΝΗΣ  ΤΑ ΚΛΩΝΑΡΙΑ

Της Δάφνης  δεν ανθίζουν τα κλωνάρια

μονάχα στης Ηπείρου τις πλαγιές,

ακολουθούνε των Ελλήνων τ’ αχνάρια                              %ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%b7%ce%bc%ce%b1-%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b1%cf%83

στου Νότου τις απόμακρες γωνιές.

Το πνεύμα αυτό,  μας συνοδεύει,

κι ας ζούμε απ’ την πατρίδα μακριά,

οι Δάφνες στην καρδιά μας θα ανθούνε

στης  γης  εδώ, την κάτω εσχατιά.

Ακολουθούν παντού στο μισεμό μας,

στης υφηλίου κάθε μια γωνιά,

ζουν κι ανθούνε  στο πλευρό μας,

ζει η Ελλάδα μας σε κάθε μια γωνιά.

Μες στην ψυχή  μας είναι η πατρίδα,

θα ζει  για πάντα μέσα στην καρδιά,

Τιμή, αιώνια ΔΟΞΑ στην ΕΛΛΑΔΑ,

οι δάφνες θα ανθίσουνε ξανά.             (Μελβούρνη, 15 Σεπτεμβρίου 2016.)

ΔΙΑΥΛΟΙ   της  ΑΓΑΠΗΣ

                                                  Όταν ξανοίγει η ψυχή σε δίαυλους αγάπης                                                               κάμποι οι ξέρες γίνονται, κήποι ευωδιασμένοι.

Ανθίζουν τα κατάξερα τα μαραμένα κλώνια

λαλούν τ’ αηδόνια χαρωπά, μοσχοβολά  τ’ αγέρι.

Ανάσα παίρνει η ψυχή του κουρασμένου κόσμου,

ανοίγει τα παράθυρα, τη θύρα της ψυχής του.

Καλωσορίζει τη χαρά, φίλο καλεί τον ξένο

αδέλφι απ’ τον ουρανό στο σπίτι του σταλμένο.

Στρώνει τραπέζι χαρωπό, άρτο απ’ την ψυχή του

να τον μοιράσει ευλαβικά και οίνο απ’ την πνοή του.

Να ξεδιψάσει ο αδελφός και αδελφός να μείνει.

Να ενωθούνε οι ψυχές σε δίαυλους ΑΓΑΠΗΣ. 

       ΕΛΛΑΔΑ ΜΑΣ γλυκιά

Εδώ, στης ξένης γης το χώμα απ’ την πατρίδα  μας μακριά,

ξένοι σε ξένους, μ’άλλο χρώμα, αποδημίας γίναμε πουλιά.

Ανοίξαμε μια μέρα τα φτερά μας, υψώσαμε κατάλευκα πανιά,

αφήσαμε τις πόλεις, τα χωριά μας, σαλπάραμε για άγνωστα νερά…

Θέσαμε καπετάνιο την ελπίδα και τιμονιέρη τη γαλήνη στην ψυχή,

ουράνια, λαμπρή ηλιαχτίδα, βρεθήκαμε στην ξένη τούτη γη.

Ορθώσαμε μια γέφυρα μεγάλη να μας ενώνουν τα αγνά ιδανικά,

χτίσαμε μια πατρίδα, νέα άλλη, την ονομάσαμε ΕΛΛΑΔΑ μας γλυκιά. 

(Μελβούρνη,  8 Σεπτεμβρίου 2016).

              Η ΑΡΓΩ

Σαν σκλάβου αλυσόδετη του μετανάστη η μοίρα

στα κυανόχρωμα νερά λες κι έχει βυθιστεί.

Καράβι μες στην καταχνιά χωρίς καμιά ελπίδα,

ο γυρισμός στον τόπο του για πάντα έχει χαθεί.

 Στην Ιωλκό ναυπήγησε της τόλμης το ταξίδι,

το ναύλωσε και έντυσε μ’ ελπίδα το σκαρί.

Αρματωμένη η Αργώ βγήκε για το ταξίδι

έχοντας μόνο οδηγό την πίστη στο Θεό.

Πάλεψε με τον Αίολο μ’οργή του Ποσειδώνα,

τις Συμπληγάδες πέρασε στου νόστου το βυθό.

Όμως δεν το κατόρθωσε  να βρεί το γυρισμό!

Φυλακισμένη έμεινε  σε τόπο μακρινό…

Μα η ψυχή ελεύθερη το πνεύμα κατευθύνει,

δεν το αφήνει δέσμιο στης μοίρας το ζυγό.

Φτερά δίνει ανέσπερα, στην τόλμη δίνει ελπίδα

αήττητο να κρατηθεί το πνεύμα στην «ΑΡΓΩ».

(Μελβούρνη, 6  Σεπτεμβρίου 2016)

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ στην Ελλάδα, ΑΝΟΙΞΗ στην Αυστραλία

Το φθινόπωρο ζυγώνει… κι όλα γύρω τα παγώνει,

ετοιμάζουν τα ζεστά όλα τα νοικοκυριά.

Τώρα όλα τα πουλιά φεύγουνε για το Νοτιά,

θα γυρίσουν πίσω πάλι σαν η Άνοιξη προβάλλει.

Μα στης γης κάποια γωνιά, φθάνει  η Άνοιξη ξανά,

ξεδιπλώνει την ποδιά της να φανεί η ομορφιά της.

Χαίρεται η φύση όλη και η κόρη καμαρώνει,

μα σαν έρθει η σειρά της θα διπλώσει την ποδιά της.

Στην Ελλάδα θα πετάξει, να σκορπίσει το μετάξι,

το φθινόπωρο θα ’ρθει στη γωνιά αυτή της γης.

(Μελβούρνη,  30 Αυγούστου 2016).

για το ποίημα της Χριστίνας

 ΟΙ ΕΠΟΧΕΣ

Η καθεμία εποχή

στέλνει το μήνυμά της

ανοίγει τις φτερούγες της,

τα φύλλα της καρδιάς της.

Η Άνοιξη μας έρχεται

ελπίδες φορτωμένη,

ευλογημένη εποχή,

 σ’όλους αγαπημένη.

Το καλοκαίρι πλούσιο

με όλη τη σοδειά του,

χαρίζει γέλιο και χαρά

μέσα στο πέρασμά του.

Και το φθινόπωρο κι αυτό

έχει εξαίσια χάρη

σκορπά γαλήνη, θαλπωρή

υπέρτατη, μεγάλη.

Μα κι ο χειμώνας, γέροντας

με τα λευκά μαλλιά του,

γύρω στο τζάκι της χαράς

συνάζει τα παιδιά του.

Τέσσερες είναι οι εποχές

όλες ευλογημένες,

σε δώδεκα περιστροφές

ζούνε ευτυχισμένες.

(Μελβούρνη 29 /8 / 2016).

         ΜΙΑ  ΠΝΟΗ

Η νύχτα κατεβαίνει απ’ τα ψηλά βουνά,

τα πέπλα της απλώνει σε κάθε γειτονιά.

Σε κάθε ένα μπαλκόνι, σε κάθε μια σκεπή,

που ζει και αναπνέει ανθρώπινη ζωή,

σκορπάει την γαλήνη σε κάθε μια ψυχή,

διάκριση δεν κάνει  αν πλούσιοι ή φτωχοί. 

Όλοι αδέλφια είναι και  ένοικοι  στη γη,

ο ύπνος τους ενώνει σε μια κοινή πνοή…

(Μελβούρνη 10 Ιουλίου 2016)

                          ΙΚΕΣΙΕΣ

Στενάζει  ολόκληρη η ανθρωπότης / εμπρός στον όλεθρο, στο σπαραγμό,          στην φοβερή την άβυσσο που καταπίνει, / αθώο κόσμο, φτωχό λαό.                                      Όποιο κι αν έχει  το σώμα χρώμα / κανένα δεν κάνει ο Θεός χωρισμό,                           κοίτα τον άνθρωπο βαθιά στα μάτια, / θα αντικρίσεις τον αδελφό.                                             Ικέτες όλοι αδελφωμένοι / μες της ψυχής μας το θείο ναό,                                                                   μπρος στου Σωτήρα τ’ άχραντα πόδια / προσπίπτουμε όλοι  με σεβασμό.                Για να γευτούμε τον άγιο οίνο / απ’ το αρτοφόρι το ιερό,                                                                        με ικεσίες θερμές η ψυχή μας / θα φθάσει μόνο κοντά στον Θεό. 

           ΠΟΥ  ΑΝΗΚΩ;

Σε που βαδίζω; Σε τι προσδοκώ;

Σε τι αλήθεια πιστεύω;

Πώς νιώθω εγώ τον Θεό;

Τον νιώθω δικό μου Πατέρα.

πιστό μου φίλο κι αδελφό.

Να μου κρατάει το χέρι.

Σε κάθε βήμα κι όπου σταθώ

Τον νιώθω κοντά να βαδίζει,

να  προστατεύει από κάθε κακό.

Να μου χαράζει τον δρόμο

και να μου δείχνει το κάθε σωστό.

Τον νιώθω πάντα μ’αγάπη

ποτέ δεν Τον βλέπω σκληρό τιμωρό.

Στον Θεό της αγάπης ανήκω

τον Θεό αυτό αγαπώ

Τον νιώθω πάντα κοντά μου

Πατέρα μου, σύντροφο κι αδελφό.

(Μελβούρνη 18 – 6 – 2016)

   ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ  ΦΙΛΗ (στην αδελφή ψυχή)

Αγνή ψυχή που στέκεσαι στης ζήσης το λιοπύρι

κι αναζητάς στης χρυσαυγής το Άγιο ποτήρι.

Το Άγιο δισκοπότηρο, το ασημοστολισμένο

από την Άγια Τράπεζα χιλιοευλογημένο.

Εκλεπτυσμένο κόσμημα, το έχεις στην ψυχή σου,

με ευωδία έρανε, η πίστη την ζωή σου.

Όλβιες οι αγνές ψυχές, στη ζήση αυτή τριγύρω,

νάματα έχουν και δομή, δικαιοσύνης ήλιο.

Αναζητούν την δύναμη, στης πίστης την ελπίδα,

ακόντιο στον πειρασμό, προστάτη και ασπίδα.

Ευδαιμονίας στήριγμα, Θοεγνωσίας πύλη,

Αγνή ψυχή είσαι κι εσύ, αγαπημένη φίλη.

ΕΚΛΟΓΕΣ (στην Αυστραλία) 2 – 7 – 2016

Τα δυο μεγάλα κόμματα βάλαν τα δυνατά τους,

το πιο θα πάρει την πρωτιά τα ηνία…να κρατήσει,

τις τρεις επόμενες χρονιές για να μας κυβερνήσει…

Τα δυνατά τους βάλανε και υποσχέσεις μύριες

απλόχερα σκορπίσανε σαν τις καλές τις μοίρες

την ψήφο μας γυρεύουν… κι ύστερα;…που μας ξέρουν;…

Χμ!…ανάγκη όταν έχουνε φίλους!…μας λένε όλους!…

Την κάλπη όταν χάσουνε μας στέλνουν στους διαβόλους

με δίχως…διαλόγους!

Γι’  αυτό, καλοί μου άνθρωποι ποτέ μη χολοσκάτε

και την φαιά ουσία σας γι’ αυτούς μη δαπανάτε,

γιατί, όποιο κόμμα κι αν θα βγει, λες…ότι σε έχει…ξαναδεί;!!!…

            ΠΡΟΚΟΠΗ

Άνθρωπε  μες στη στράτα σου

αν θέλεις να προκόψεις

την ώρα σου μη σπαταλάς,

τον χρόνο μη σκοτώνεις.

Ψάξε να βρεις τα ψήγματα

που μέσα σου φωλιάζουν

                                                                                   αξίες έχεις πάμπολλες                                                                                   και αρετές μεγάλες.

Ψάξε να βρεις τον γόνιμο

αγρό για να οργώσεις

και με καλόγνωμη σπορά

το χώμα να το στρώσεις.

Ο χρόνος ειν’ πολύτιμος

η ώρα ευλογημένη

από την Άνωθε βουλή

σε εσένα δωρισμένη.

Φρόντισε για το ΤΑΛΑΝΤΟ

σεμνά να το κρατήσεις

και την ουράνια προσταγή

να αξιοποιήσεις.

Τα μονοπάτια της ζωής

με αρετές να σπείρεις

και στα χωράφια της ψυχής

αξίες να θερίσεις.

Τον χρόνο σου μη δαπανάς

την ώρα μη σκοτώνεις,

θεμέλια με σύνεση

αν θέλεις να προκόψεις!

                              ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Θεέ μου, σαν ανοίγω τα μάτια της ψυχής μου

στη Θεία καλοσύνη, που Εσύ παντού σκορπάς,

ευφραίνεται η ψυχή μου, αγάλλεται και χαίρει

είναι η δική Σου ΑΓΑΠΗ που με καθοδηγεί.

Και στα Ουράνια επάνω, το βλέμμα σαν υψώνω,

το άπειρο κοιτάζω και η καρδιά ποθεί,

παράκληση να στείλει σε Σένα τον Θεό μου

τον Πλάστη, τον Πατέρα και τον Δημιουργό μου.

Στον Άχραντό Σου  θρόνο, αιώνια ανυμνούνε

το πλήθος των Αγγέλων και Σε δοξολογούνε,

με ευλαβική  θυσία, ουράνια μουσική.

Και στην ζωή εδώ κάτω, με πίστη στην   ψυχή

τα χείλη μου καθάρια σεμνά παρακαλούνε

για τη δική σου ΑΓΑΠΗ  σεμνά Σε ευχαριστούνε.

ΕΡΑΣΜΙΑ  Η  ΧΡΥΣΑΥΓΗ 

Στα μονοπάτια της ζωής

τα χιλιοβαδισμένα

η κάθε μία ύπαρξη

αχνάρια έχει αφήσει.

Μες τους ιστούς του λογισμού

στα κράσπεδα της γνώσης

ένα μικρούλη μόριο

σαν κόκκος της αμμούδας

που το μυρώνει το νερό

το αλατομυρωμένο.

Απ’ το βυθό της θάλασσας

στην αμμουδιά ριγμένο.

αφήνει τα αχνάρια του

τ’ αποτυπώματά του.

Στο ακρογιάλι της ζωής

θνητή η ύπαρξή του.

Καράβι που αρμένισε

με τα λευκά πανιά του.

Βρήκε γαλήνια θάλασσα

και ωκεανούς με μπόρα,

πάλεψε με τον Αίολο

και με τον Ποσειδώνα.

Νικήτρια η θνητή ψυχή

που ατρόμητο δοιάκι

πυξίδα έχει συντροφιά

και την διαφεντεύει.

Κάθε ταξίδι στη ζωή

η ελπίδα συντροφεύει

κι αν ξαποστάσει κάποτε

στης θάλασσας λιμάνι

θα έχει πάρει διδαχές

για κάθε τι ωραίο

εράσμιο σαν χρυσαυγή

μες της ζωής την Δύση.

                 ΖΩΝΗ ΑΡΚΑΔΙΑΣ

Σαν τη Ζώνη δεν υπάρχουνε

πολλά χωριά στην πλάση,

με αρχαία ιστορία,

οικογένεια, Θρησκεία. 

Ο Ναός του Άη – Δημήτρη

με τη θύρα  ανοιγμένη,

τους πιστούς καλωσορίζει,

όλοι είναι ευλογημένοι.

Η πλακόστρωτη πλατεία

με τα δένδρα τα ψηλά,

τον καθένα ξεκουράζει

η εράσμια ομορφιά.

Με αγάπη κι αρμονία

να βαδίζετε μπροστά,

φίλοι μου αγαπημένοι

εύχομαι απ’ την ξενιτιά.

Η ΜΟΥΣΑ ΤΗΣ ΦΙΛΙΑΣ –>  Ποια Μούσα είναι επάξια / να υμνήσει την φιλία / και να χαράξει τη δομή / μέσα στην κοινωνία;  //Ποια Μούσα θα ’χει την τιμή / αιθέρια κόρη να ’ρθει / μέσα στα όνειρα να ’βρει / να υφάνει το μετάξι; // Και ποια φιλία ιερή / το γόνυ της θα κλίνει; / Ιέρεια μπρος στην σπονδή  / στην απεραντοσύνη;  // Η Μούσα είναι στην ψυχή / που αγάπη ανασταίνει / γλυκομιλά στην λογική /τον κόσμο ομορφαίνει. //  Ο λυρισμός της ο αγνός / μετάξι της ελπίδας / ολόλαμπρος και φωτεινός / η Μούσα της φιλίας!    

ΑΝΑΣΤΗΘΕΙ  ΥΙΕ ΜΟΥ –> Η Πάναγνη Μητέρα / με σπαραγμό στα στήθη, / εβόα στον υιό Της / τον Πλάστη και Θεό της: / «Γλυκύτατο μου τέκνον /  βασίλεψε η πνοή σου, /  εστέρεψε η ζωή σου,  /  το κάλλος στη μορφή σου».  /  Μακάριος ο τάφος / που θα φιλοξενήσει / το Πάναγνό σου Σώμα / ποτέ του να μη δύσει. /  Πανάγαθε Σωτήρα, /  Θεέ μου, Πλαστουργέ μου,  / του Παραδείσου  θύρα / Ανάστηθει  υιέ μου.      (Μελβούρνη, 21  Απριλίου 2016)

ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Του Θεού και της Ασπίλου

τον Πανάμωμο Υιό,

οι παράνομοι Ιουδαίοι

ύψωσαν εις τον Σταυρό.

Τον Σωτήρα Μαναδότη,

τον Θεό τον Πλαστουργό,

της παρανομίας κράτος

πλάνο είπε τον Θεό.

Και τα χέρια που ευλογούσαν

και γιατρεύαν τον φτωχό

με τους ήλους τα καρφώσαν

εις το ξύλο το φρικτό.

Ο Σωτήρας Αναστήθη

απ’ τον τάφο τον κενό,

στα ουράνια επορεύθη

στον Πατέρα και Θεό!

Η πατρίδα τώρα οδεύει

στο δικό της Γολγοθά,

με δακρύβρεχτη την όψη

την ΑΝΑΣΤΑΣΗ ορά.

Ω! Πατρίδα μου Ελλάδα,

κάνε ακόμη υπομονή,

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ για σένα

πολύ σύντομα θα ’ρθει!

(Μελβούρνη, 15 Απριλίου 2016 )

Η ΣΤΑΥΡΙΚΗ ΘΥΣΙΑ –>  Μαύρος  μουντός  ο ουρανός / βαριά  συγκλονισμένος / θρηνεί τον Άναρχο Θεό / στο ξύλο κρεμασμένο. / Μεγάλη Πέμπτη σήμερα/ βουβή απορημένη / εμπρός στη δίκη του Χριστού / στέκει η οικουμένη. / Παράνομε, σκληρέ λαέ / πώς μπόρεσες με δόλο / τον μαναδότη Λυτρωτή / να υψώσεις εις το ξύλο; / Η σταυρική θυσία του / Τις ανομίες πλύνει / και από του Άδη τα δεινά / Ανάσταση μας  δίνει. / Σκύψτε και προσκυνήσετε / τα Άγιά Του Πάθη, /  την Σταυρική θυσία Του  / και την ΑΝΑΣΤΑΣΗ Του.  (28  Απριλίου 2016)

       Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ

Στα πλάτη των ωκεανών,  στης θάλασσας τα βάθη,

κει που τα κήτη κείτονται κονταροχτυπημένα.

0 δράκοντας τα λάβωσε τη θάλασσα εμπαίζει,

κι όλα τα κήτη χάνονται εμπρός στη δύναμή του.

Λάμπει ο ξύλινος Σταυρός στη λίμνη της Γενησαρέτ

από της νύχτας φυλακή στον όρθρο της ημέρας.

Έχει ο γέροντας ψαράς  τα δίχτυα απλωμένα,

στην πλάστιγγα της δύναμης,  στης πίστης το πηδάλι.

Βάζει ο γέροντας ψαράς ελπίδας συναξάρι…

ρίχνει το δράμι, το αργυρό… μα, η πλάστιγγα ατόφια.

Στέκει εκεί, μετέωρη, ακλόνητη, στα δόσια,

ρίχνει τότε πανάκριβο Σταυρό, μαλαματένιο,

διπλό, τριπλό, στο δέσιμο χρυσοπορφυρωμένο.

Μα, η πλάστιγγα ακλόνητη, ασάλευτη, εκεί μένει…

βάζει το κομποσκοίνι του τον ξύλινο Σταυρό του…

Η πλάστιγγα ελύγισε  στο βάρος το δικό του,

εννόησε ο γέροντας… το μήνυμα από Άνω.

Ακόμη και ο δράκοντας τρέμει  και αναταράζει…

Ο Κύριος ο κραταιός χρυσάφι δε γυρεύει…

και ράσα ασημοστόλιστα, ρουμπινοστολισμένα…

Μόνο ρακένδυτο ένδυμα,  με πίστη ζυμωμένο

και ένα ξύλινο Σταυρό με ευλάβεια δεμένο.

Ακόμη και ο δράκοντας τον ξύλινο φοβάται,

φοβάται και τον γέροντα, που είδε την αλήθεια.

Της πίστης, τη λιτή δομή κι όχι ράσων στολίδια…

όλβιοι εκείνοι οι θνητοί ταπεινοσύνη που έχουν

κι ευσεβείς οι κληρικοί που πλούτη δεν κατέχουν…

Μόνο , το κομποσκοίνι τους τον «ΞΥΛΙΝΟ» Σταυρό τους,

αυτή η περιουσία τους, το ουράνιο ταλαντό τους.

(Μελβούρνη, 2 Δεκεμβρίου 2013).

                         ΑΝΟΜΙΑ

Μια ιστορία αληθινή, που έγινε πριν χρόνια,

σε εκκλησία φτωχική, χωρίς καμιά συμπόνια.

Ήταν φτωχή και ταπεινή μικρή η εκκλησία

οι πόροι της μηδαμινοί χωρίς μεγάλη αξία.

Τα χρήματα των δίσκων της, δεν φτάναν για κεριά

κι ο ιερέας ζήταγε, ακόμα πιο πολλά. 

Σκέφτηκαν, ξανασκέφτηκαν, οι συνετοί συμβούλοι

και πήραν την απόφαση να πάνε να τον βρούνε,

να τον παρακαλέσουνε, να  συνεννοηθούνε.

Πάτερ! Του είπαν μ’ εκτίμηση, ήρθαμε να σε βρούμε

με χριστιανική ευπρέπεια, να συνεννοηθούμε.

-Και ποια είναι η ερώτηση; Που εμένα αφοράει;

Κι όλη την ησυχία μου, ανώφελα χαλάει;

-Πάτερ, το ξέρεις το καλά, νέα είναι η ενορία

κι η εκκλησία η πιο φτωχιά μέσα στην παροικία.

Οι δίσκοι δεν μαζεύουνε, ούτε καν τον μισθό σου

για τον καντηλανάφτη σου, τον ψάλτη τον δεξιό σου.

Κάνε μια πράξη αρετής, σταμάτησε «τα θέλω»,

για να αντέξουμε κι εμείς, σου βγάζουμε καπέλο.

Για μια στιγμή τους κοίταξε, σαν νάταν ξένοι όλοι

και λίγο σαν νευρίασε, τον πιάσαν οι διαβόλοι.

– Θέλω λεφτά, πολλά λεφτά, να ζήσω τα παιδιά μου

και να προσφέρω τα αγαθά, στην οικογένειά μου.

-Μα, πάτερ μου! του είπανε, εσύ παίρνεις αρκετά,

έχεις και τα απρόοπτα κι όλα τα τυχερά…

Οι  δίσκοι μας δεν βγάζουνε, ούτε για τα κεριά,

από την τσέπη βάζουμε να πληρωθούν αυτά.

-Εμένα δεν με νοιάζει αυτό, να κόψτε το λαιμό σας

την αύξησή μου την ζητώ, το πρόβλημα δικό σας…

Αυτά τους είπε ο παπάς κι εκείνοι οι καημένοι

στην εκκλησία γύρισαν, πικρά βαλαντωμένοι.

Το βλέμμα τους ατένισαν εις το Σταυρό επάνω

σε Εκείνον, που άλλοι ιερείς φώναξαν λαοπλάνο…

Μέσα στη φαντασία τους, είδανε το Σωτήρα

κατάκριτο σαν το ληστή, μέσα στην εκκλησία.

Σφουγγίσανε τα δάκρυα στις παρειές που τρέχαν,

συγχώρεση ζητήσανε, για όλους όσους φταίξαν.

Να συγχωρήσει τον παπά, την άνομη βουλή του

και η μετάνοια να ρθει, μια μέρα στην ψυχή του.

Τα χέρια δώσαν συνετά, οι σύμβουλοι οι καημένοι

Μα… σκέπτονταν, πως τα λεφτά ο πάτερ περιμένει….

Σαν πέρασαν λίγοι καιροί, ω! Τι παρανομία!!!…

από παπάς  προτίμησε δουλειά σε πρακτορεία…

(Αληθινή ιστορία, έγινε το 1974) –  Μελβούρνη, 26 Νοεμβρίου 2013.

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Ηχολογεί στη σιγαλιά,  πένθιμα η καμπάνα,

στη θύμηση μας έρχεται, μια πονεμένη μάνα.

Όπου βαριά πληγώθηκε για τον μονογενή της,

καυτή ρομφαία πέρασε την Πάναγνη ψυχή της.

Σαν είδε να υψώνεται στο Γολγοθά ο Σταυρός,

και πάνω να καρφώνεται ο λατρευτός της γιος.

Η πλάση όλη σείστηκε, ο ήλιος σκοτεινιάζει,

ο κόσμος εβουβάθηκε, το θαύμα αυτό κοιτάζει..

Η μάνα έμεινε εκεί, το γιο της συντροφεύει,

με το Πανάγιο βλέμμα της τον πόνο Του απαλύνει…

(Μελβούρνη 4 Απριλίου 2016).

ΑΧΡΑΝΤΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ –>  Όταν ξυπνά ο λογισμός / θαρσεί κι αναθαρρεύει / παίρνει φτερά του Πήγασσου, / κρατεί ελιάς κλωνάρι /  και γίνεται Σταυραετός, / ανδρείο παλικάρι! / Πού ταξιδεύεις λογισμέ; /  Ξαπόσταση δεν έχεις; /  Πώς τρέχεις έτσι βιαστικός; /  Ανάσα ούτε παίρνεις /  και θέτεις υποπόδιο / τον καταλύτη χρόνο! / Σε αρχαία, σε βυζαντινά,  / σε κεκτημένα μέρη, / θεμέλια, ιδανικά, / ψάχνεις κι ανασκαλεύεις / τεκμήρια οράματα / ασημοστολισμένα / που τα κρατάει η ψυχή / σε Θεία κασετίνα /  να τα προσφέρει σαν σπονδή, /  Θεία μυσταγωγία, / στης μνήμης το σεπτό βωμό / ΑΧΡΑΝΤΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ.              [Μελβούρνη 24/8/2013 –  Χαρισμένο στην αξιαγάπητή μου ξαδέλφη Ευγενία ]

ΕΙΝΑΙ ΑΔΕΛΦΟΣ ΣΟΥ –>  Σείονται τα θεμέλια / συγκρούονται οι κόσμοι / γκρεμίζονται τ’ απόρθητα / της δύναμης τα κάστρα. /  Ποιος είναι αυτός ο ισχυρός / που τα ισοπεδώνει; / Ποιος είν’ αυτός ο άρχοντας /  που φράγμα δεν λογάει; / Είναι ο φόβος ο σκληρός,  /  ο Άδης ο παμφάγος; / Με το  σπαθί το κοφτερό /  τον κόσμο τον χωρίζει. / Μηδέ ο φόβος ο σκληρός,  / μηδέ κι ο Άδης είναι, / είν’ η κακία η σκληρή / και η αδιαλλαξία, / που έκαναν τον άνθρωπο / ανμερο θηρίο, / να χύσει αίμα αδελφικό, /  σάρκα απ’ το κορμί του. /  -Στάσου, μια στάλα,   άνθρωπε, / για κοίταξε εμπρός σου, / μαύρος, λευκός, ή κίτρινος / κι αυτός είν’ αδελφός σου.       (Μελβούρνη  17 Μαρτίου 2016)

ΕΛΑΤΕ –> Ελάτε να αγκαλιάσουμε / όλες της γης τις άκρες / και ύστερα να τις δέσουμε /  με αγάπης το πανί. //  Ελάτε να γνωρίσουμε / τις άγνωστες πατρίδες /  να βρούμε κάθε Ελληνικό / στην κάθε ξένη γη. // Ελάτε να οργώσουμε / την κάθε μια ελπίδα /  και ύστερα να την δώσουμε  / να πιει αγνό κρασί. // Ελάτε να φροντίσουμε / την κάθε μας σελίδα, / τίποτε Ελληνικό  / ποτέ να μη χαθεί. //  Ελάτε, αδέλφια,  στην στιγμή / να γίνουμε μαϊστρος. /  να απλώσουμε λευκά πανιά /  στης ζήσης το σκαρἰ. // Ελάτε να σκορπίσουμε /  απλόχερα τον ήλιο /  και ύστερα να τον κλείσουμε /  καθείς μας στην ψυχή.                            (Μελβούρνη, 17-2-2013)

ΘΕΙΟΣ ΕΡΩΣ –>  Ο Θείος έρως του λόγου, / αγνή της ψυχής η τροφή. / Στης διανοίας μέσα τον χρόνο / ανασκαλεύει χρυσή εποχή. /  Ανιχνεύει να βρει το δοξάρι, / εράσμια, γλυκιά, μουσική. / Ακατάλυτο μίτο της δόξας, / απροσπέλαστη δόξα, τιμή. / Ξεπροβάλλει αιθέρια κόρη / από σπάργανα ακόμη ζεστά /  των προγόνων η αίγλη προβάλλει / και τη δάδα στο χέρι κρατά. /  Να φωτίσει και πάλι τα έθνη / όπως τότε, με έργα σοφά /  των Ελλήνων αρρήτου σοφία / διδαχής  ψυχική ομορφιά… / Το εράσμιο πνεύμα του λόγου /  δημιουργεί ο αγνός ποιητής, /  χρυσομέταξο έργο υφαίνει /  στης ψυχής την κατάλευκη γη. /  Νοημοσύνης σπέρνει το σπόρο  / στης διανοίας τον εύφορο αγρό / εράσμιο δρέπει τον κόπο /  σε ανθηρό της ψυχής θερισμό. /  Σταχυολόγος, αγνός στρατοκόπος, / μες της ζήσης την κάθε καμπή / ευλογημένος γίνεται ο μόχθος /  και προσφέρει σε κάθε ψυχή / τον Θείο έρω του λόγου / αγνή  διανοίας  τροφή. (Μελβούρνη 2016)

ΕΡΩΤΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΙΣΧΥΡΟΥΣ –> Σ’ αυτούς που δυναστεύουν την ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ, / σ’ αυτούς που σκοτώνουν την ΕΙΡΗΝΗ, / σ’ αυτούς που διαλύουν την ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ, / σ’ αυτούς που αφαιρούν ΖΩΕΣ, / σ’ αυτούς που κλέβουν την αθωότητα / της ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ. / -Σταθείτε, σας παρακαλώ! / Για μια στιγμή, ενός λεπτού, / λίγη σιγή μονάχα! / Ακούσετε με προσοχή  /  του λογοτέχνη την ψυχή /  ερώτημα που θέτει! /  Στους άνομους τους ισχυρούς. / που κυβερνάνε τους λαούς. / – Για πέστε, σας παρακαλώ,  εσείς που κυβερνάτε / χωρίς φραγμό και ηθικό / τον κόσμο τυραννάτε. / Τέλος, ποιοι είσαστε εσείς / και ποιος δικαιοκρίτης / σας έδωσε δικαίωμα / Ειρήνη να στερείτε / απ’ τον καθένα το θνητό, / τον πόνο και το σπαραγμό / τον τρόμο προωθείτε; / Για πέστε,  σας παρακαλώ, / γιατί αυτός ο κουρνιαχτός,  / η θλίψη κι η οδύνη; /  Συνετισθείτε άρχοντες! / Αυτή η αφροσύνη, /  το μίσος, η εχθρότητα,  / τον κόσμο καταπίνει! /  Η κοινωνία βρίσκεται / σε μια παραφροσύνη. /  -Αλλάξετε την ρότα σας,  / τη σάπια λογική σας / και της αγάπης άνεμος, / να μπει μες στην ψυχή σας. / Υψώσετε τα λάβαρα, / σ’ Ανατολή και Δύση, / όλοι αδέλφια να γινούν, /  Η ΕΙΡΗΝΗ ΝΑ ΑΝΘΙΣΕΙ.

ΚΡΙΤΗΣ –> Ψυχή μου γιατί  / τον κριτή πάντα κάνεις / αδυσώπητη πάντα / σκληρή τιμωρός. / Της ζωής το βιβλίο / στα χέρια σαν  πιάνεις /  στα σκοτάδια μου μέσα / ρίχνεις άπλετο φως. / Ανοίγεις την κάθε  /  πτυχή της ζωής μου / την κάθε μου πράξη /   την κρίνεις σκληρά. / Συμπόνια εσύ / καμιά δεν χαρίζεις / δικαιοσύνη πάντα / εσύ κυβερνάς. /Λαξεύεις το πνεύμα / εκλεπτύνεις το ήθος  / με ένα θείο  σου νεύμα / γαλήνη σκορπάς. / Εγώ στέκω εμπρός σου / ταπεινός στιχουργός / και υπόσχεση δίνω / να είμαι πάντα ΑΓΝΟΣ. 

ΣΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ (στη Γιωργίτσα) –>  Είχα κι εγώ μια αδελφή / γλυκύτατο αγγελούδι, / κατάξανθα σγουρά μαλλιά . και γαλανά είχε μάτια. / Γιωργίτσα την φωνάζανε,  /  την αγαπούσαν όλοι, / απ’ τον Παράδεισο είχε βγει / κι ήρθε σ’ αυτό τον κόσμο. / Μα… η ειμαρμένη  ζήλεψε / τ’ αθώα της τα χρόνια, / και στο μαγκάλι έστειλε  τον μαύρο καβαλάρη. /  Τα κάρβουνα τα πύρωσε / φλόγισε το καμίνι, / το τρυφερό κορμάκι της / το έστειλε στον Άδη. / Ποτέ μου δεν την γνώρισα /  κι ούτε θα την γνωρίσω, στην πόρτα του Παράδεισου / ίσως την συναντήσω…  (Μελβούρνη, 3 Μαρτίου 2016)  [Στη μνήμη της αδελφή μου Γιωργίτσας, που δεν γνώρισα ποτέ. Έφυγε από τη ζωή δύο χρόνων αγγελουδιό, όταν έπεσε πάνω στο αναμμένο μαγκάλι.]

ΣΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ ΤΗ ΣΙΩΠΗ –> Μέσα  στης νύχτας τη σιωπή / σαν η ψυχή βαδίζει, / αναζητά τη λύτρωση,  / να φύγει απ’ το ζοφερό / μέγγενο που την πνίγει; /  Άμποτες ψάχνει για να βρει / στον χρόνο να χαράξει, / την βακτηρία στη ζωή / γαλήνης αποκούμπι; / Μήπως να φθάσει / στης ζωής το απάνεμο λιμάνι;  / Βαρκούλα στους ωκεανούς / σε μπόρες και γαλήνη / μπουνάτσες μα και θύελλες / έχει ξεπερασμένες. / Κι όλο γυρεύει για να βρει / λιμάνι ν’ ακουμπήσει. / Τον φάρο τον λυτρωτικό /  ακολουθεί που φέγγει, / και βρίσκει τη γαλήνη της / βρίσκει τη λύτρωσή της. / Με πάλλευκα  οράματα / χαράζει  την ροή της. / Δεν είναι νύχτα με σιωπή / μα αυγή ελπιδοφόρα…    (Μελβούρνη, 23 Φεβρουαρίου 2016)

ΔΩΔΕΚΑ ΠΑΡΑ ΔΥΟ –> «Τετέλεσται!» μου φώναζαν /  κι εγώ αγωνιούσα / το τρένο για να πρόφταινα / πριν φύγει απ’ το σταθμό. / Πύρινη στήλη ορθόνονταν / ο χρόνος εκεί μπρος μου, /  το τρένο για να πρόφταινα / δώδεκα παρά δυο. / «Ηλιί! Ηλί!» Ασθμαίνοντας, / «γιατί μ’ εγκαταλείπεις;» πρόφτασα και ψέλλισα / προτού να σωριαστώ. / «Τετέλεσται!» Εκραύγαζαν… / «τώρα δεν το προφταίνεις, / ένα κουφάρι θα γενείς /  στον άδειο κόσμο αυτόν». / «Ηλί! Ηλί!», εφώναξα, / «μη με εγκαταλείπεις». /Και έπνιξα στα στήθη μου / ένα πικρό λυγμό. /«Εγέρθητει!»,  σαν ν’ άκουσα /  μια Θεία ψαλμωδία, /  που μέρωσε τα στήθη μου / σαν νέκταρ Θεϊκό. / Έτρεξα και το πρόφτασα  / το τρένο στο σταθμό /  και το ρολόι έγραφε: /  ΔΩΔΕΚΑ ΠΑΡΑ ΔΥΟ. (Μελβούρνη 14 – 8 – 2013)

ΤΡΕΝΟ ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ

               ΣΕ ΛΕΝΕ ΕΛΛΑΔΑ        

Στις κορφές του Ολύμπου που φωλιάζουν αετοί

Κάποια κόρη  πανώρια, μια κυρά παινεμένη

Απ’ τα ύψη κοιτάζει των προγόνων τη γη

Τιμημένο στεφάνι  στην κόμη φορεί

Μα η μορφή της είναι, πονεμένη θολή…

Πλαταιές, Θερμοπύλες, Μαραθώνας, Σαλαμίνα

Στη θωριά ανασταίνει, μια Δόξα παλιά

Άγια Λαύρα, Μανιάκι, Δολιανά και Γραβιά.

Κορυτσά και Μπιζάνι, της Ηπείρου βουνά.

Η ψυχή του Σαράντα εκεί πάνω χτυπά.

Αγκαλιάζει…η κόρη όλα αυτά με στοργή

Την παλιά της τη Δόξα…με δέος υμνεί!

Ω! Σεπτή μου πατρίδα, τιμημένη Ελλάδα

Θα έρθει πάλι μια μέρα ξανά…

Η μορφή σου θα λάμψει από Δόξα παλιά

Σε λένε ΕΛΛΑΔΑ, προχώρα μπροστά.     (Μελβούρνη   2012).

ΣΤΗΣ ΔΟΞΑΣ ΤΟΝ ΧΙΤΩΝΑ 

Την δόξα σου εσύλησαν / οι άνομοι και άκαρδοι / της Δύσης αρχηγοί,  / χλευαστικά σε κοίταξαν / και σε παραμερίσανε / σαν άσημη μικρή. / Όμως! Εσύ περήφανα / το μέτωπο κρατούσες  / και στις δικές τους προσβολές  / με αξίες απαντούσες / ότι  η δόξα των σοφών / προγόνων η αξία /  τα γράμματα κι η διδαχή / μέσα στην ιστορία / πηγάζουν απ’ τη ρείθρα σου / ΑΓΝΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ! / χώρα πανώρια του φωτός / και της δικαιοσύνης / υπέρλαμπρος αγνός ναός /πνεύμα νοημοσύνης. / Η δόξα τις φτερούγες της / επάνω σου απλώνει / και με γαλάζια ομορφιά / σε δαφνοστεφανώνει, /  γιατί κι αν φεύγουν οι καιροί / και δίσεκτοι έρθουν χρόνοι / η δόξα σου, Ελλάδα μου, / ποτέ της δεν τελειώνει. / Στον κόσμο είναι μόνο μια / αιώνιας ΝΙΚΗΣ κόρη, / η αίγλη σου, πατρίδα μου, /θα ζει, θα γιγαντώνει.  /Ανοίγουν τα ουράνια / στη δόξα σου τη Θεία / επίγεια  Θεοφάνεια / εράσμια ευλογία. /  Κι αν έρθουν δύσκολοι καιροί / και τρομαγμένα χρόνια / εσύ ντυμένη πάντοτε / στης ΔΟΞΑΣ ΤΟΝ ΧΙΤΩΝΑ.    (Β’  Βραβείο στον Λογοτεχνικό διαγωνισμό του «Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών και συγγραφέων Μελβούρνης Ο ΛΟΓΟΣ»)

Η ΑΡΕΤΗ 

Η γνώση και η αρετή, / φίλες αγαπημένες, /  με σύνεση και στοχασμό / πνευματικά ενωμένες. / Πήραν τη στράτα της ζωής /  και την πηγή γυρεύαν / να συναντήσουν στη ροή /  τη γνώμη της σοφίας…/  Να πιούνε αθάνατο νερό / νέκταρ Θεογνωσίας. / Στο σταυροδρόμι χώρισαν / κι αλλάξανε τη ρότα, / η κάθε μία έκρουσε / της εποχής την πόρτα. / Αλλόκοτο παράξενο /  ταξίδι στους αιώνες, / τότε που θεμελίωσαν / Μνημεία, Παρθενώνες. /  Γοργόφτερη η κάθε μια / έκρουσε και ζητούσε / στο πνεύμα κάθε εποχής / Μυστήριο τελούσε… / Κι όταν συναπαντήθηκαν, / εκεί όπου αρχίσαν / η κάθε μία κράταγε  / της γνώσης το κλωνάρι. / Η δόξα καταπράσινο / και δάφνινο στεφάνι. / Το φόρεσε στην κόμη της / με ευπρέπεια μεγάλη / και η συνείδηση σεμνά / τον κλώνο της ΕΙΡΗΝΗΣ / ευλαβικά εναπόθεσε / στα κράσπεδα της μνήμης. / Για να διδάξει στους λαούς,  / σ’ όλη την οικουμένη, / με σύνεση και αρετή / θα ζούνε μονιασμένοι.

ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

Στάσου σώμα και στοχάσου / της καρδιάς σου τον παλμό, / η ψυχή σου παιανίζει / του Δαυϊδ κάποιον Ψαλμό. / Ένα μήνυμα σου στέλνει / απ’  τα βάθη των αιώνων / μες το πέρασμα των χρόνων. / Αθάνατα έχουν βιώσει / αληθείας  μονοπάτια /  δύναμη σου έχουν δώσει / πίστη, σθένος στην ψυχή. / Στάσου, τώρα κλίνε γόνυ, / βλέμμα ύψωσε θερμό / στείλε την ευγνωμοσύνη / ταπεινό ευχαριστώ /  στον Δημιουργό των πάντων, / εις τον άναρχο Θεό. 

 ΟΥΡΑΝΙΟ ΑΡΤΟΦΟΡΙ

Στο αρτοφόρι της ψυχής το χιλιοευλογημένο,

εκεί που ο κάθε λογισμός φυλάττει όλο το βιός του.

Όπως το γάργαρο νερό, που από πηγή αναβλύζει,

εμπρός στον άμωμο βωμό το πνεύμα του αμβλύνει.

Ευλαβικά η διάνοια γονυπετεί και κρούει,

την θύρα της ευσέβειας, της αρετής την γνώση.

Να ξεδιψάσει και να πιει  από το Άγιο μύρο,

όσιο Άρτο να γευθεί από το αρτοφόρι.

Απ’ το πλαστήρι της ψυχής το φρεσκοζυμωμένο,

ζυμάρι με ευσέβεια και αρετές πλασμένο

κι από το δισκοπότηρο από τον Άγιο οίνο,

να πιει η ψυχή να δροσιστεί, ανάσα για να πάρει.

Μες το λιοπύρι της ζωής ασπίδα πάντα να ’χει,

με πίστη και με φρόνηση χτίζει ψηλά τον πύργο,

με σωφροσύνη και δομή το ουράνιο αρτοφόρι.  (15 Μαρτίου 2014)

ΑΤΑΡΑΧΟ ΠΝΕΥΜΑ

Ατάραχο πνεύμα στο χαρτί σαν χαράζεις

καρδιάς το μελάνι, νοητή η φωνή

της ψυχής σου το πάθος, θεϊκός αναβάτης

προχωρεί και οδεύει, κάθε σκέψη θνητή.

Το  ατάραχο πνεύμα δεν φοβάται τ’ αγέρι

οργώνει και σπέρνει, κάθε θεία πτυχή

απαλά αναδεύει, στοργικά συντροφεύει

σαν το τίμιο χέρι που κρατά το κουπί.

Ευλαβικά, με αρμονία, ταιριαστά, στο χαρτί

με ακρίβεια χαράζει, κάθε σκέψη κρυφή

ακούραστα σπέρνει, στην ψυχή ξαποσταίνει.

Ταξιδεύει, σε παίρνει και μαζί σου πηγαίνει.

συντροφεύει κι ωθεί, κάθε σκέψη αγνή

το ατάραχο πνεύμα, ευλογημένο στη γη.  (15/1/2014)

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΣ

 Ο ποιητής φυλακισμένος στο λευκό του το χαρτί

οργώνει, σπέρνει, ανιχνεύει λόγο έμμετρο να βρει,

εις το πνεύμα του ιππότης και του λόγου εραστής,

μελετά μες στο σκοτάδι  φως, πυξίδα χρυσαυγής.

Ποιητής και νομοθέτης στην δική του τη δομή,

Μύστης και ιερωμένος διανοίας του η αρχή.

Ποιητής και παντογνώστης, της Ειρήνης μαχητής,

χοϊκή σπονδή προσφέρει στην ορθή του την γραφή

με κατάταξη  την θέτει  στο άσπιλο λευκό  χαρτί.

Διανοίας, σχήμα λόγου με σαφήνεια ορθή

καταγράφει την πειθώ του με ευλάβεια πολλή

Δισκοπότηρο  δικό του.

Ελεύθερος φυλακισμένος ο του λόγου εραστής,

ζει ελεύθερος στο πνεύμα του δικαίου μαχητής.

                    ΣΤΗΝ ΙΩΛΚΟ

Στην Ιωλκό!Στην Ιωλκό! σαν τύχει και γυρίσεις

της Εκστρατείας  την ΑΡΓΩ δεν θα την συναντήσεις.

Έμεινε μόνη η φτωχή σε μακρινή πατρίδα,

στον Νότο εναυάγησε του γυρισμού η ελπίδα.

Στης  Κασταλίας τα νερά λουσμένη η Πυθία

βαρύ χρησμό προσκόμισε με ιεροτελεστία.

«Οι Αργοναύτες του Νοτιά πίσω δεν θα γυρίσουν,

την ξένη γη σαν δεύτερη πατρίδα θ’ αγαπήσουν».

Στις συμπληγάδες μείνανε για πάντα σκλαβωμένοι

και απ’ την πατρίδα τη σεπτή για πάντα χωρισμένοι.

Στην Ιωλκό!Στην Ιωλκό! ξένε μου μη ζητήσεις

τους Αργοναύτες, την ΑΡΓΩ, δεν θα τους συναντήσεις…

[ Βραβεύθηκε στον διαγωνισμό του περ. «ΔΕΥΚΑΛΙΩΝ Ο ΘΕΣΣΑΛΟΣ» το 2013]

ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΟΥ… ΤΟ ΞΩΚΛΗΣΙ

Πού να μπω να προσευχηθώ;

Σε ποια εκκλησία να πάω;

Μήπως μπορώ κάπου να βρω

αυτό που με πίστη ζητάω;

Υπάρχουν αλήθεια ναοί

απέριττοι δίχως φτιασίδια,

με μόνο σεπτό, το φως στο κερί

της πίστης λιτά τα στολίδια;

Σε ποια γωνία στη γη

θα βρω το φτωχό εκκλησάκι,

βουβό, τυλιγμένο με άκρα σιγή

και ν’ αχνοφέγγει το καντηλάκι;

Θαρρώ, το βρήκα το ξωκλήσι αυτό

στης ψυχής μου σεμνά τη γωνία,

το γόνυ κλίνω εμπρός στο βωμό

στον Λυτρωτή Ιησού και στην Παναγία.     [Μελβούρνη, Ιανουάριος 2016 ]

Ο ΖΕΦΥΡΟΣ 

Οκτώβρης ήταν κείνη τη μέρα,

ξύπνησε ο Ζέφυρος τη χαραυγή,

σεργιάνι βγήκε λίγο πιο πέρα

το μαϊστράλι να συναντήσει

στου μώλου κάτω, κει την ακτή.

Σαν ανταμώσανε οι δύο φίλοι

ψιθύρησαν κάτι, σαν προσευχή,

τα χέρια ένωσαν με ικεσία,

μαζί προχώρησαν στην παραλία,

τη θάλασσα κοίταζαν όλο σιγή.

Ποιος ξέρει άραγε τι να σκεπτόταν

στο μισοσκόταδο της χαραυγής;

Οι δύο φίλοι το μυστικά τους

άραγε λέγανε, μες στη σιγή,

μες στην κατάνυξη την ιερή;

Το πλοίο έπλεε με αρμονία …

στα λευκογάλανα, βαθιά νερά,

ήσυχη, όσια μυσταγωγία…

Να μη ταράξουν την ικεσία

καθώς σιγοψιθύριζαν στήθη αγνά.

Ένα κορίτσι, παιδί ακόμα!…

Το άπειρο κοίταζε το γαλανό.

Τι να σκεπτόταν αυτή την ώρα

η Ελληνοπούλα, καθώς κοιτούσε

το ακρογιάλι, το μακρινό;

Η αύρα χάιδεψε το αγνό της βλέμμα

που αποχαιρετούσε, σαν σε λυγμό

την καταγάλανη σεπτή πατρίδα.

Ο μπάτης όμως, σαν ηλιαχτίδα

μ’ ελπίδα λύτρωσε το μισεμό…   [Μελβούρνη 19 – 7 – 2013]

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΣΤΗΝ ΞΕΝΗ

Εμείς που μείναμε στην κάτω εσχατιά απ’ την πατρίδα τη γλυκιά μας χωρισμένοι,

εμείς που νιώσαμε πικρά την ξενιτιά, στο θάνατο και στη ζωή μας ενωμένοι.

Εμείς γευθήκαμε τη μοίρα τη σκληρή, που ’χει γραμμένο το πικρό μας πεπρωμένο,

απ’ της γενέτειρας μας άρπαξε τη γη, μας πέταξε σε πέλαγο, αλλότριο, αφρισμένο.

Εμείς που ζήσαμε σε ξένους ουρανούς, χωρίς να έχουμε στον ήλιο άλλη μοίρα,

η ζήση κύλησε σε τόπους μακρινούς και σαν της θάλασσας την άλικη αλμύρα.

Εμείς προσφέραμε και πνεύμα και καρδιά, στη γη αυτή τη δεύτερη πατρίδα,

στων απογόνων μας τα στήθη να χτυπά και της αδούλωτης μας μοίρας, η ελπίδα.

Εμείς θα ανάψουμε καντήλι ιερό, να καίει αιώνια, στο βάθρο της φυλής μας,

βωμό υψώσαμε το κάθε ιδανικό, για την πατρίδα, την θρησκεία, την τιμή μας.

[ Μελβούρνη, 15 Ιανουαρίου 2015 ]

ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΕΝΩΘΕΙΤΕ

Ποιητές  και πεζογράφοι, οποιασδήποτε θρησκείας

ένας πόθος τους ενώνει για μια δίκαιη κοινωνία.

Σεις οι εραστές του λόγου, οραματιστές δικαίων,

αρωγοί του κόσμου όλου, ηθικών θεσμών ωραίων.

Λογοτέχνες ενωθείτε και τα λάβαρα υψώστε

τις πτυχές τους τώρα ανοίξτε,

την ΕΙΡΗΝΗ παντού απλώστε.          [ Μελβούρνη,  10  Φεβρουαρίου 2016]

ΣΤΟ ΒΑΘΡΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΑΣ

Όταν μονοιάζουν οι καρδιές κι αντάμα προχωράνε

εύκολοι  δρόμοι  γίνονται, ξανοίγουν μονοπάτια,

ανοίγουν τα ουράνια, τα σύμπαντα ταιριάζουν

σαν λάμπει το στερέωμα τα σύννεφα μεριάζουν,

ολόλευκος ο ουρανός στον θόλο της ψυχής μας

και λαμπυρίζει θαρρετή η πίστη κι η ελπίδα

που ενώνει όλους τους λαούς με Θεϊκή αρμονία

εμπρός στον άμωμο βωμό, στο βάθρο της ψυχής μας.     [Μελβούρνη,  10 /2/2016 ]

ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ

Τι ειρωνεία! εμείς καθόμαστε στο τραπέζι

και άλλοι…Ώ! Θεέ μου…

θαλασσοδέρνονται, πνίγονται μέσα στα παγωμένα νερά.

Εμείς…βάζουμε το κεφάλι

στο ασφαλισμένο προσκεφάλι,

στο ζεστό μας κρεβάτι… Τι ειρωνεία… και άλλοι;

Δεν έχουν που την κεφαλή κλίνει …

Τι ειρωνεία Θεέ μου!… λέμε, μιλάμε…κι όλο μιλάμε…

μα, τι ειρωνεία… κι όμως, δεν πεινάμε

δεν κρυώνουμε, δεν φοβόμαστε.

Απλώς μόνο μιλάμε, μα τι ειρωνεία…

πως μπορείς να νιώσεις

την πείνα, το κρύο,  τον φόβο;

Αλήθεια, πως μπορείς;

Όταν δεν πεινάς… δεν κρυώνεις…

δεν φοβάσαι… τι ειρωνεία…

Μόνο μιλάμε…λέμε…όλο λέμε

Και κάποτε…κλαίμε…

τι ειρωνεία Θεέ μου! εμείς οι αδύνατοι

πονάμε, προσευχόμαστε και λέμε, στους δυνατούς:

«Μα! Εσείς οι δυνατοί, που εξουσιάζετε

τους λαούς. Ξυπνήστε από τον ζοφερό

της απάθειας και της αναλγησίας τον ύπνο…

σας παρακαλώ…μη ξεχνάτε τον «ΑΝΘΡΩΠΟ».

Σας παρακαλώ…                       [Μελβούρνη.  Φεβρουάριος 2016 ]

                    ΕΛΛΗΝΩΝ Η ΠΑΤΡΙΔΑ 

Στο άρμα του Φαέθωντα τα ηνία θα κρατήσω,

μες  στου ηλίου τις πτυχές, το χρόνο θα γυρίσω.

Σε κρήνη μαρμαρόχτιστη και χρυσολαξεμένη,

κει στην ελιά του Πλάτωνα την χιλιοδοξασμένη.

Θα πιω νερό αθάνατο, της Δόξας τη σοφία,

αντίδοτο στο θάνατο, όπλο ελευθερίας.

Απ’ του Ολύμπου την κορφή τη χιονοσκεπασμένη,

να δω τη Θεϊκή τη γη τη  χιλιοδοξασμένη.

Να καμαρώσω από ψηλά τη Θεϊκή χλωρίδα

αυτή που ονομάζεται Ελλήνων η πατρίδα.

Με το αθάνατο νερό ποτέ να μη διψάσω

και την πατρίδα τη γλυκιά ποτέ δεν θα ξεχάσω.

                ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

Απ’ τα ερείπια αυτού  του κόσμου

η αναγέννηση θα ΄ρθει ξανά,

για να συντρίψει την άγρια μπόρα

την καταιγίδα, την καταχνιά.

Η αναγέννηση ελπιδοφόρα

θα γλυκοφέξει, σαν χαραυγή,

για να φωτίσει την οικουμένη

και κάθε ανθρώπινη αγνή ψυχή.

Ευλογημένη, ουράνια κόρη

Μάνα θεόσταλτο, εξ ουρανού,

θα αγκαλιάσει την πλάση όλη

και την καρδιά, του κάθε πιστού.

Απ’ τα συντρίμμια, θα ξεπροβάλλει

και θα σκορπίσει, γέλιο, χαρά,

αγάπης μήνυμα σ’ όλους θα φέρει

Είμαστε αδέλφια, του Πλάστη παιδιά.    ( Μελβούρνη   2011)

                                        Η ΚΟΡΗ

Ήταν μια μέρα του Μαρτιού, στης νύχτας το σκοτάδι…

Στον αργαλειό εκάθισε τη Δόξα να υφάνει

Μια κόρη λαμπροστόλιστη και γαλανοφορούσα

Στη γη ακριβοθώρητη, σαν Άνοιξη ανθούσα.

Κατάλευκο το νήμα της, γαλάζιο το στημόνι

Με τη σαϊτα του αργαλειού, γοργόφτερα οργώνει

Δακρύβρεχτο το βλέμμα της, καθώς αναπολούσε

Τη Δόξα των προγόνων της, με ευλάβεια υμνούσε…

…Το έργο της  τελείωσε…Και στου Μοριά τα μέρη

Κυμάτισε η σημαία μας Γαλαζοστολισμένη

Το ονομά της το άρπαξε, το σκόρπισε τ’αγέρι…

Ελευθεριά!  Το φώναξαν νέοι, γυναίκες, γέροι

Γαλάζια κόρη και λευκή, χιλιοτραγουδισμένη

Απ’ των Ελλήνων τα οστά, μακάρια ευλογημένη.

           ΤΗΣ ΖΩΗΣ Ο ΧΟΡΗΓΟΣ

Ο υιός της απωλείας παραδίδει  τον Αμνό

κι  ο λαός της ανομίας κατακρίνει τον Θεό.

Του Θεού και της ασπίλου τον Πανάμωμο υιό,

οι παράνομοι Εβραίοι ύψωσαν εις τον Σταυρό.

Τον Σωτήρα μαναδότη, της ζωής τον χορηγό,

οι προδότες  Ιουδαίοι πλάνο, είπαν τον Θεό.

Ω!  αγνωμοσύνης λάθος, της ασέβειας λαός

δίχως φόβο, δίχως πάθος, Λαοπλάνος ο Θεός.

Ώ! της ευσπλαχνίας Σώτερ, στο σων πλάσμα αγαθός,

την συγνώμη, πάλαι ώσπερ της ζωής ο χορηγός.

                              ΕΛΠΙΔΑ

Στις θάλασσες αρμένιζε, του νόστου το καράβι

να βρει στης μνήμης τη ροή γαλήνη και λιμάνι,

αραξοβόλι να σταθεί, την άγκυρα να ρίξει.

Ευλαβική απολύτρωση, με σεβασμό να σκύψει.

Και κει στο θαλασσόδερμα, κει μέσα στην αντάρα

ξάφνου, αστράφτει ο ουρανός, ξαστέρωσε η πλάση,

και το καράβι στάθηκε, μετέωρο της γνώμης

δίβουλο, κοντοστάθηκε, απόφαση να πάρει

Ποια γνώμη τάχα ν΄ ασπαστεί και ποια να διαλέξει;

στη μέση του ωκεανού, ο ουρανός να φέξει…

στάθηκε και ατένισε, στου άπειρου το θόλο

Λάβαρο χρυσοϋφαντο, μεταξοκεντημένο!

Δεν ήταν απ’ ανθρώπινο  και  χέρι κεντημένο

μα, ήταν από άνωθεν, κι απ’ το Θεό σταλμένο,

στη μέση  λαμπερός  Σταυρός, φώτιζε τα γραμμένα

Με την ελπίδα οδηγό, ευλαβικά δεμένα.

       ΤΗΣ ΖΗΣΗΣ ΤΟ ΒΑΡΚΑΚΙ

Τα μάθατε τι έγινε στις πέντε του Νοέμβρη;

Δύο η ώρα ήτανε μετά το μεσημέρι.

Ανοίξανε οι ουρανοί μέσα στην πολιτεία,

νόμιζες θα γινότανε Δευτέρα Παρουσία.

Ποτάμια οι δρόμοι γίνανε, παντού νερά κυλούσαν,

συθέμελα κουνιότανε τα κάρα που περνούσαν.

Οι λάσπες που πετιότανε σ’ όλες τις κατευθύνσεις,

απ’ τις ταμπέλες σβήνανε του δρόμου οι διευθύνσεις.

Ετρόμαξα τόσο πολύ στη μέση στην πλημμύρα,

μου έσπασε και η χολή σ’ αυτή την καταιγίδα.

…Κι όταν  ο ήλιος φάνηκε σαν πέρασε η μπόρα,

η φύση χαμογέλασε πάλι ελπιδοφόρα!!!

Εγώ όμως ένα δίδαγμα έχω αποκομίσει,

πως τίποτε δεν είμαστε σ’ αυτή εδώ τη ζήση.

Είμαστε μια μικρή κλωστή… σε κάθε αεράκι,

μία κλωστούλα συγκρατεί, της ζήσης το βαρκάκι…

                           ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ

Βαριά είναι τα βήματα μέσα στη βιοπάλη,  

μα όταν ψάξεις στης ζωής το κάθε μονοπάτι,

θα βρεις την άκρη τη δομή, τη θεία εκείνη κρήνη,

νερό να σκύψεις για να πιεις, πίστη να ξεδιψάσεις.

Στα βήματα του καθενός, της μοίρας το γραπτό του,

μα όταν θέλει ο άνθρωπος θα βρει τον προορισμό του

μέσ’ στον αγρό του θερισμού τα στάχια σαν μαζέψει

θα πάρει χίλιες διδαχές για να ανασκαλέψει

θεμέλια και νάματα χιλιοευλογημένα,

με ευπρέπεια και αρετή ευλαβικά δεμένα.

Βαριά είναι τα βήματα, δύσκολος είναι ο δρόμος,

μα όταν θέλει ο Θεός δεν τον βαδίζει μόνος.

Ψηλά υπάρχει ο Λυτρωτής, με αγάπη μας κοιτάζει

όσο βαρύς είναι ο Σταυρός όλους μας ξεκουράζει

Το βλέμμα σαν υψώνουμε βοήθεια ζητώντας

εκεί ψηλά είναι ο Χριστός, Πατέρας  και οδηγός μας.

                     Η ΜΟΙΡΑ… ΜΟΝΟ

Αχ! Αυτός ο μισεμός, πως μας τρυπά τα στήθια

Μαράζι έγινε, βραχνάς… στην ξένη τούτη χώρα.

Λύτρωση, πως θα βρούμε; «Κι  όλο γυρεύουμε,

κάπου ν’ ανέβουμε μα όλο βρισκόμαστε στα χαμηλά.»

Γινόμαστε ξανά παιδιά.

Σβήνουμε από τον καθρέπτη της ψυχής,

τις άσπλαχνες ρυτίδες,  γινόμαστε ορειβάτες…

για να φθάσουμε στης λύτρωσης, την κορυφή!

Μα! Πάντα βρισκόμαστε στην ξενιτιά…

Την ξένη γη πατάμε αλλότριο αγέρα ρουφάμε

Ξένη γλώσσα μιλάμε.

Άλλος ουρανός, μας αγκαλιάζει.

Κι ο μισεμός… Σαράκι…δεινός, καταπέλτης…

Τα ταξίδια στο πάτριο χώμα! Μήπως μας γιατρεύουν;…

Όχι, δεν μας λυτρώνουν ποτέ, ποτέ…μα ποτέ…

Νιώθουμε ένοχοι… κι ας είμαστε αθώοι.

Νιώθουμε θύτες… Κι ας είμαστε εμείς τα θύματα.

Αισθανόμαστε ενοχή, για την προδοσία… του μισεμού μας…

Νιώθουμε ένοχοι κι ας μη φταίξαμε ποτέ.

Δεν φταίξαμε εμείς, παρά …η μοίρα…μόνο.

                          Ο ΛΥΤΡΩΤΗΣ

Μέσα στης λήθης τη σιωπή ο νόστος ταξιδεύει,

ταξίδι πάει αλλότριο, τι ψάχνει τάχατε να βρει,

τι άραγε γυρεύει;

Ροβολώντας έφθασε στην κάθοδο του Νότου,

κει που μεγάλες θάλασσες, ωκεανούς ενώνουν

κει που τα κήτη μάχονται το ένα να φάει τ’ άλλο,

εκεί που βαθυγάλανο απλώνεται το κύμα.

Και όταν συναπαντηθεί ω! τότε ποιο κρίμα…

Νομίζεις ότι άνοιξαν  οι πύλες της αβύσσου

μάχονται και  πασχίζουνε και κονταροχτυπιούνται

να δούνε ποια είναι η δυνατή, η τολμηρή; στο σθένος!…

Σ’ αυτό το συναπάντημα αλλάζουνε τη ρότα

τα πλοία στους ωκεανούς και χάνουνε το δρόμο.

Αλλού πηγαίνουν  κι έρχονται σε μέρη άλλα ξένα…

Και να γυρίσουν δε μπορούν έχασαν την πατρίδα…

Μακρύτερος έχει γενεί ο δρόμος της Ιθάκης.

Συννέφιασε ο ουρανός πυξίδα και πηδάλι,

χίλια κομμάτια έγιναν στο χέρι του λοστρόμου.

Ο καπετάνιος γύρισε του καραβιού την πλώρη

κι αυτή…αγκυροβόλησε σ’ αλλότριο λιμάνι.

Εκεί για πάντα έμεινε  δεσμώτρια της μοίρας

και η Ιθάκη έσβησε απ’ των ματιών την κόχη…

Πάνω στη μάχη του αφρού του χιλιοαγριεμένου,

η δύναμη, η δυνατή που ‘χει το μέγα σθένος

παλεύει την ασάφεια και την καταποντίζει

στα γκριζογάλανα νερά στα Τάρταρα του Άδη

και από πάνω κύλισε εφτασφράγιστο λιθάρι

να μείνει πάντοτε εκεί δεσμώτρια της μοίρας.

Μα…η μοίρα τη λυπήθηκε την πύλη της ανοίγει,

λευκή βγαίνει η δύναμη απ’ τα δεσμά του Άδη.

Η Ιθάκη ξαναπρόβαλλε  το δρόμο της χαράζει

για να το βρει η δύναμη κοντά της για να πάει.

Μέσ’ την ομίχλη του νερού κει μέσα στην αντάρα

τη μάχη αρχίσανε ξανά και κονταροχτυπιούνται.

Να δούνε, ποια είναι η δυνατή για να ορθοποδήσει…

Τη λύτρωσή της για να βρει ποτέ να μη λυγίσει…

Κει πάνω στο αντάριασμα  τα ουράνια ανοίγουν…

Σαν τον Αρχάγγελο λαμπρό πρόβαλλε παλικάρι.

Στο χέρι σπάθα δεν κρατά κρατεί ελιάς κλωνάρι!…

Ώ!…ποια από τ η δύναμη θα λάβει αυτή τη χάρη;

«Εγώ!  Είμαι ο Λυτρωτής», είπε το παλικάρι….

Και το κλωνάρι της ελιάς στη Λύτρωση το δίνει.

                    Η ΜΕΓΑΛΗ ΜΑΧΗ 

Μυστήριο ταξίδι η ζωή, σαν πλουμιστή νεράιδα,

πελάγη και ωκεανοί της ζήσης τα καράβια.

Σαν ταξιδεύει  ο καθείς, στης ζήσης το σκαρί του

κρατά δοιάκι, σταθερά και ανιχνεύει την νυχτιά…

Προσέχει την πυξίδα να ξεπεράσει  του Βοριά

την άγρια καταιγίδα, για να γυρίσει σταθερά

στην λατρευτή πατρίδα!

Νόστος γλυκός, ο γυρισμός ο δρόμος της Ιθάκης…

καραβοκύρης  της ζωής, κύρης, λοστρόμος,  ναύτης.

Και αποφεύγει τα βαθιά, υφάλους και τις ξέρες,

δεν τον φοβίζει η καταχνιά, θύελλες και φοβέρες.

Μακρύς ο δρόμος του Θιακού… Μα κάποτε σαν φθάσει

θα ’χει κερδίσει στη ζωή την πιο μεγάλη ΜΑΧΗ!…

       ΤΗΣ  ΨΥΧΗΣ  ΤΟ  ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Μέσα στην ψυχή μου, όλα χαρωπά’

είναι καλοκαίρι, όλα γελαστά.

Σαν καθάριο βλέμμα, μία ευτυχία,

του καλού  Πατέρα είναι η ευλογία.

Όλα σκορπισμένα με απλοχεριά,

η ουράνια σκέπη, δίνει τη χαρά,

η ψυχή θερμαίνει  κάθε μας ελπίδα

και την χαριτώνει  σαν την  ηλιαχτίδα.

Ω!  τι ευλογία, γύρω, τι γαλήνη…

Χαίρεται η φύση μες  στην πανδαισία

και της Θεοτόκου είναι η προστασία,

μες στο καλοκαίρι που ’ναι η γιορτή Της.

Όσια τιμούμε, την άγια  κοιμησή Της.

Ω!  τι ευλογία δίνει στον καθένα

Του Κυρίου η μήτηρ, η αγνή Παρθένα.

Είναι καλοκαίρι, όλα ευλογημένα.

Άνθρωπε, στοχάσου, όλα αυτά σε[i]σένα

είναι χαρισμένα από τα ψηλά.

Σκύψε με αγάπη και το γόνυ κλίνε

στου Θεού το βήμα και στην ανθρωπιά.

Είναι καλοκαίρι, όλα  γελαστά!         (Μελβούρνη,  21/7/ 2016).

%cf%85%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%bf%cf%87%ce%b1-%ce%bb%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85%ce%b4%ce%b9%ce%b1


Μια ματιά στο πνευματικό έργο της ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΙΑΤΡΟΥ-ΣΟΪΤΑΡΙΔΗ από τη Ζαννέτα Καλύβα – Παπαϊωάννου: «Ομολογώ ότι τόσο μέσα από τους στίχους των ποιημάτων της, όσον και από τον γραπτό λόγο σου, διέκρινα μια ευαίσθητη ψυχή, η οποία προσπαθεί να διεισδύσει με την πένα της στις ψυχές μικρών και μεγάλων, υμνώντας τον Μεγάλο μας Δημιουργό, προσπαθώντας συγχρόνως να περισώσει και να συμβάλλει στην δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου με ηθικές αρχές και αξίες, αφού η Ομορφιά είναι όλη η Αγάπη του κόσμου, να φανερώνεται απόλυτα στα μάτια μας.   Ένοιωσα, από την πρώτη κιόλας επαφή μαζί της, να περπατώ, να ζω την δροσοπηγή της ζωής, να οσφραίνομαι τα μύρα της ψυχής της, την τρυφερότητα της καρδιάς της, την αγνότητα της σκέψης της, την καθαρότητα των εννοιών της, την ευαισθησία, την ευγένεια, την αξιοπρέπεια της ζωής, που τόσο δύσκολα συναντούμε σήμερα μεταξύ των συνανθρώπων μας. Η γκάμα των διαφόρων θεμάτων, σκέψεων, ιδεών, υπάρξεων, μηνυμάτων, ξεδιπλώνουν τον πλούσιο ψυχικό της κόσμο, με ήθος και ρυθμό, χρώμα και τόνο, μεστό λόγο, χωρίς επιτήδευση και ρητορισμό, με απλότητα, ειλικρίνεια και σαφήνεια. Η σκιαγράφηση και η ζωηρότητα των εμπλεκομένων ανθρώπων στα ποιήματά της είναι ζωντανή. Το «χρώμα» των εικόνων και η ψυχογραφική διείσδυση είναι ακόμη δύο χαρακτηριστικά στοιχεία που δίνουν στον αναγνώστη την δυνατότητα να συμπεράνει πως θα απολαύσει ένα ταξίδι μαζί της, κάνοντάς τον να αναδιπλώσει ένα κομμάτι της δικής του ζωής. Πόσο θαυμάσιο συναίσθημα!!!                                                                Βαθιά ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΡΙΑ καταγράφει όσα τη συγκινούν και θέλει να τα διασώσει με μια χαρακτηριστική ζωντάνια, αιχμαλωτίζοντας τον αναγνώστη, καθώς στα γραφόμενά της κυριαρχούν χαρές και λύπες, δηλαδή οι παλμοί της ανθρώπινης καρδιάς, αναδεικνύοντας και αναζητώντας ποικιλότροπα το άρωμα του παρελθόντος, μα και του παρόντος, ίσως και του μέλλοντος, δηλαδή τα αντιφεγγίσματα της ζωής, στοιχεία απαραίτητα για ένα αρμονικό αποτέλεσμα. Η αγάπη πράγματι δεν έχει σύνορα, όπως επίσης η μουσική, η ποίηση, η ελευθερία, η αλληλεγγύη, η προσφορά, ο εθελοντισμός, αρετές που κοσμούν τον πολιτισμό κάθε λαού. Η δημιουργική παρουσία της, η διορατικότητα, η ικανότητα να βιώνει τα ιστορούμενα, η αισιόδοξη διάθεση απέναντι στην ζωή, η αγάπη για τον άνθρωπο και την φύση, την πατρίδα, την μεγάλη μας Ελλάδα, την οικογένεια, τον αθλητισμό, η ευαισθησία της ώστε να ανοίγεις διάλογο με τον γύρω κόσμο της, για να βλέπει και να νοιώθει την ομορφιά, όπου αυτή υπάρχει, έγινε κατανοητή κατά τον καλύτερο τρόπο με όλη αυτή την σπουδαία γκάμα των ποιημάτων της και όχι μόνον. Θερμά συγχαρητήρια!!! Μπράβο της!!!»


Ο ΣΟΦΟΣ ΠΕΡΣΗΣ...ΣΩΚΡΑΤΗΣ

 

 

 

 

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: ο αγαπημένος (περσικός) γάτος της οικογένειας Σοϊταρίδη.


ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ  (Διηγήματα, Αναμνήσεις, Σκέψεις, Ιστορίες και                                           Απόψεις) ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΙΑΤΡΟΥ-ΣΟΪΤΑΡΙΔΗ        thornton-0492

ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ,   ΣΕΒΑΣΜΟΣ και περιέργεια –> Ένα μείζον θέμα ηθικής το οποίο απασχολεί γενικά την κοινωνία μας, όχι μόνο στις ημέρες μας, αλλά πάντοτε απασχολούσε και δεν θα πάψει να απασχολεί και να προβληματίζει. Το κείμενο αυτό, με απόλυτη εκτίμηση στον συνάνθρωπο, δεν έχει πρόθεση να προσβάλει κανένα, πλην όμως καυτηριάζει την απρέπεια και την ασέβεια…

Το θέμα της εμπιστοσύνης και του σεβασμού. Εμπιστοσύνη και Σεβασμός, μία μέγιστη ΑΡΕΤΗ. Δυστυχώς όμως, αμέτρητες φορές η Εμπιστοσύνη γίνεται προδοσία. Γενικό το θέμα. Αμέτρητα παραδείγματα εμπιστοσύνης ακόμη και μέσα στην φύση. Βλέπουμε τα νεογνά μέσα στην φωλειά τους να περιμένουν με εμπιστοσύνη τον γυρισμό της μητέρας τους. Φεύγει το λατρεμένο ταίρι στα ξένα και το άλλο έταιρο με εμπιστοσύνη περιμένει τον γυρισμό του. Αλήθεια πόσο ύψιστη ΑΡΕΤΗ η εμπιστοσύνη, ομοίως δε και ο ΣΕΒΑΣΜΟΣ. Να σέβεται ο άνθρωπος την επιθυμία αυτού που του εμπιστεύεται κάτι ιερό.

Αμέτρητες φορές ο άνθρωπος στην ζωή του, νιώθει την ανάγκη με απόλυτη εμπιστοσύνη να εναποθέσει κάποιες σκέψεις, κάποια επιθυμία σε αγαπημένα πρόσωπα, με εμπιστοσύνη, ότι η επιθυμία του θα γίνει σεβαστή, όποια κι αν είναι αυτή, έστω και μηδαμινή. Κι όμως δεν είναι λίγες οι φορές που δυστυχώς ή ευτυχώς διδασκόμαστε από το ρητό «ουδέν κακόν, αμιγές καλού». Δυστυχώς γιατί νιώθουμε την προδοσία, παράλληλα δε και την γνώση ότι η περιέργεια του ανθρώπου τον σπρώχνει με πλάγιους τρόπους να προδώσει την εμπιστοσύνη που του είχαν εμπιστευθεί. Αν ήξερε αυτός ο θνητός, πόσο έχει πέσει  χαμηλά και πόσο πλέον έχασε για πάντα από κοντά του αυτόν που του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη.

Έχει αποδείξει με τον τρόπο του αυτό, ότι είναι ένα τίποτε, ένα ασκί που το δέρνει και το παρασύρει ο άνεμος. Σαν τον σίφουνα ανασκαλεύει και φέρνει τα πάντα άνω κάτω, αρκεί να ικανοποιήσει την περιέργεια του.  Όποιος κι αν είναι αυτός, φίλος, γνωστός, ή αμέτρητες φορές και συγγενής. Η περιέργεια τον έσπρωξε να γίνει όργανο μιας άβουλης γνώσης, ένα άδειο κουφάρι δίχως σεβασμό, ακόμη και στον εαυτό του, γιατί όταν ο άνθρωπος σέβεται ιδανικά, τότε πρώτα τον εαυτό του εξυψώνει και τον συνάνθρωπο του σέβεται.

Αυτή η περιέργεια, που σύνορα και φραγμούς δεν γνωρίζει. Κινεί κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσον, αρκεί να εισχωρήσει όπου δεν έχει την δυνατότητα, να ψάξει, να ρωτήσει…να σχολιάσει…μήπως κάτι ξεσκαλίσει. Για να ικανοποίησει την…περιέργεια του… Δυστυχώς είναι κι αυτή μία μεγάλη πληγή, που μαστίζει την κοινωνία μας και στα δύο φύλλα. Πρέπει όμως να ειπωθεί, ότι τα ηνία της περιέργειας τα κρατούν οι γυναίκες…      Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι η γυναίκα είναι προικισμένη με χάρες και  πολλές αρετές, αλλά και πολλά ελαττώματα…πάρα πολλά δυστυχώς.  Ίσως επειδή βρίσκουν την τέρψη σε ώρες αργόσχολες…να σχολιάζουν τα πάντα, συνάμα όμως να προσπαθούν να πλουτίζουν την περιέργεια τους με περισσότερη…ΥΛΗ, για να έχουν νεότερα και περισσότερα θέματα…να αναλύσουν…ή μέσων του τηλεφώνου ή την ώρα του καφέ…

Ευτυχώς όμως, που ο αριθμός αυτών είναι περιορισμένος. Υπάρχουν οι γυναίκες, τις οποίες επαξίως υμνεί ο σοφός Σολομώντας. Την τίμια,γυναίκα που ζει στο δικό της Βασίλειο και δεν γκρεμίζει, αλλά οικοδομεί. «Σοφαί γυναίκες, οικοδόμησαν οίκους.»

«Άνθρωπε μες στη στράτα σου να μη λοξοδρομήσεις. / Εμπιστοσύνη, σεβασμό με πίστη να τηρήσεις / μέσα στα φυλλοκάρδια σου, κράτα τον σεβασμό σου / και την αξιοπρέπεια, να έχεις οδηγό σου.»

ΗΤΑΝ ΖΕΣΤΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ –> – Όχι! Όχι! δεν αντέχω άλλο, έχει και η υπομονή τα όρια της. Και εγώ τα όρια της δικής μου αντοχής τα έχω ήδη εξαντλήσει. Δεν αντέχω πια! Θεέ μου! Θεέ μου, όλοι περιμένουν από μένα. Ω, Θεέ μου, δεν αντέχω…                       

Αυτά σκεπτόταν και μονολογούσε η Μάρθα εξουθενωμένη και απελπισμένη συνάμα, καθώς προσπαθούσε να θέσει μια τάξη στην κουζίνα της, έπειτα από το μεσημεριανό της Κυριακής.

Να! Μόλις προ ολίγου η κόρη της, άρπαξε την ρακέτα και πήγε να παίξει τένις. Ο μεγάλος της γιος, βγήκε για ποδηλασία. Και ο μικρότερος πήγε να βρει τον φίλο του να παίξουν ποδόσφαιρο. Ο Ιάκωβος – ο άνδρας της – αφού της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο, πήρε το κασελάκι του με τα εργαλεία και πήγε να βοηθήσει τον φίλο του, με την μηχανή του αυτοκινήτου του.        Θα επιστρέψω σε μερικές ώρες αγάπη μου! και ξέρεις κάτι; Από τώρα ονειρεύομαι την υπέροχη μηλόπιτα, που θα μοσχοβολά όλο το σπίτι από το άρωμα της κανέλας, δεν κρατιέμαι πότε θα γυρίσω.

-Α! Ωραία!..σκεπτόταν εκνευρισμένη τώρα η Μάρθα. Έχουν και την απαίτηση να τους έχω έτοιμο και το βραδυνό φαγητό στην ώρα και το γλύκισμα τους. Ε! Όχι δεν αντέχω πια…

Και ξάφνου, της ήρθε μια ιδέα!!! Αφού όλοι βγήκαν, γιατί να μένω κλεισμένη εγώ;…

Φόρεσε το πανωφόρι της, διόρθωσε κάπως τα μαλλιά της. Εύκολα βρήκε ταξί.

Εδωσε στον ταξιτζή τη διεύθυνση – που θα πήγαινε, μια βόλτα, να χαζέψει στις βιτρίνες.

Σε λίγο έπιασε κουβέντα με τον καλόβουλο ταξιτζή, μίλησε καλοπροαίρετα για την οικογένεια της.

– Αχ! τι υπέροχο πράγμα η οικογένεια! Είπε με πόνο ο ταξιτζής –και μάτια του γέμισαν δάκρυα.

-Εσείς δεν έχετε οικογένεια; Ρώτησε η Μάρθα.

-Ναι! πως, έχω γυναίκα και δύο παιδάκια, μα, από την περασμένη Κυριακή δεν ζούμε πλέον μαζί. Έτσι, για κάτι μικροπραγματάκια, τίποτε το σοβαρό, απλώς είπαμε μερικές κουβέντες. Να σας συστηθώ όμως, ονομάζομαι Δημοσθένης.

Αχ! να ξέρατε, πόσο ευτυχισμένος ήμουν, γύριζα στο σπίτι έπειτα από τον κόπο της ημέρας, το σπίτι ήταν ζεστό και μοσχοβολούσε η λαχταριστή μηλόπιτα! Τα παιδάκια μας χαρούμενα, σαν χελιδονάκια, περίμεναν το γυρισμό μου. Τελευταία όμως η γυναίκα μου είχε παράξενες ιδέες, βαρέθηκε μου είπε αυτή την ανιαρή ζωή, ήθελε να έχει ελευθερία, να μένει μόνη, να κάνει ξέγνοιαστη ζωή. Είπαμε μερικές βαριές κουβέντες, πήρα λίγα ρούχα μου και  έφυγα από το σπίτι, δεν μπορώ όμως να ησυχάσω. Τι κάνει η γυναίκα μου; Τι κάνουν τα παιδάκια μου; Και ήταν μια τόσο καλή γυναίκα, η ζωή μας κυλούσε με αγάπη, ώσπου η κακή ειμαρμένη ζήλεψε την ευτυχία μας. Και λέγοντας αυτά, τα λόγια του πνίγηκαν σε λυγμούς.

-Κύριε Δημοσθένη, είπε έξαφνα η Μάρθα, που μέσα στη δική της ψυχή, γινόταν μια μεγάλη πάλη… Κύριε Δημοσθένη! Δεν θέλω να πάω στα μαγαζιά, θα ήθελα να επισκεφθώ την γυναίκα σας…εάν βέβαια το θέλατε κι εσείς.

-Άγγελος είσαστε, όχι άνθρωπος, της είπε εκείνος. Εγώ θα περιμένω πάρα κάτω στη γωνία,  δεν θέλω να με δει.

…Στο άνοιγμα της πόρτας πρόβαλλε μία ελκυστική νέα γυναίκα, έχοντας δίπλα της δύο πεντακάθαρα παιδάκια. Αφού συστήθηκε η Μάρθα πέρασε μέσα στο περιποιημένο καλαίσθητο σαλονάκι.

…Πέρασαν δύο ώρες, δάκρυα συγκίνησης, μετανοίας, έτρεχαν από τα μάγουλα των δύο γυναικών, της Μάρθας και της Ελπίδας. Δάκρυα χαράς, η συνάντηση τους αυτή, η τόσο τυχαία, τις οδήγησε στον σωστό δρόμο της ζωής!… Η Μάρθα πήρε μαθήματα και έδωσε απάντηση στα δικά της ερωτήματα. Ομοίως και η Ελπίδα, αποκόμισε διδάγματα αγάπης και θυσίας…

-Που είναι τώρα ο Δημοσθένης;  ρώτησε με λαχτάρα την Μάρθα.

-Εδώ, στη γωνία, περιμένει την συγκατάθεσή σου.

Η  πόρτα άνοιξε καθώς πρόβαλε ο Δημοσθένης και έκλεισε στην αγκαλιά του την γυναίκα του και τα δύο αγγελούδια τους, ρίχνοντας μια ματιά ευγνωμοσύνης στον ΑΓΓΕΛΟ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ,  στην Μάρθα.

…Η Μάρθα, άλλος άνθρωπος τώρα, με όρεξη και χαρά κι ευγνωμοσύνη προς τον Κύριο που της έδειξε το σωστό δρόμο, είχε προφθάσει να ετοιμάσει τα πάντα για το δείπνο! Μια διάχυτη ευωδία από λαχταριστή μηλόπιτα περίμενε την οικογένεια να την γευτεί.

Όταν όλα ήταν έτοιμα, πήρε στα χέρια της το αγαπημένο της βιβλίο «Ο ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ» και έμεινε βυθισμένη, ούτε καν άκουσε την πόρτα που άνοιξε, παρά μόνο όταν ένιωσε το τρυφερό χέρι του Ιάκωβου στον ώμο της.

… Πρόσωπα χαρούμενα, η οικογένεια γύρω από το τραπέζι,  δίχως λόγια, μα με μάτια που εκφράζουν όλη την ευγνωμοσύνη τους στην άοκνη μέλισσα, στην υπέροχη αυτή ευλογημένη, χιλιολατρεμένη ύπαρξη, την σύζυγο, την μητέρα!

Αυτή ήταν η καλύτερη αμοιβή για την Μάρθα, ακόμη περισσότερο η συνείδηση της που πράττοντας το σωστό, έφερε την ομόνοια και την ΑΓΑΠΗ στον Δημεσθένη και στην Ελπίδα, αλλά και στο δικό της σπίτι την αρμονία και την γαλήνη. Η καρδιά της ήταν ζεστή απόψε. ΗΤΑΝ  ΖΕΣΤΟ  ΤΟ  ΣΠΙΤΙ.

Σαν παραμύθι…            Η ΕΙΡΗΝ ΤΗΣ ΠΑΠΑΡΟΥΝΑΣ –> – Σαν παραμύθι να μου το πεις γιαγιά, όμως δεν θέλω να είναι παραμύθι, θέλω να είναι αληθινό. Μου έχει πει ο μπαμπάς μου ότι από τα παραμύθια, δεν μαθαίνεις αληθινά πράγματα, μόνο σπαταλάς την ώρα σου. Μου έχει πει ακόμη ότι ο χρόνος είναι πολύτιμος και δεν πρέπει να τον σπαταλούμε άσκοπα. Μου είπε επίσης ότι δεν πρέπει να σκοτώνουμε την ώρα μας… αλλά να την κάνουμε δημιουργική και ωφέλιμη…

–  Ναι,  έτσι είναι παιδί μου, έτσι είναι…

Τα  παιδικά βλέφαρα έκλεισαν κουρασμένα… φλογισμένα από τον υψηλό πυρετό.

– Ποιά είναι εκείνη η γαλανομάτα κόρη που κατεβαίνει από ψηλά; ρώτησε γεμάτο απορία το κρινάκι την παπαρούνα.

– Νομίζω πως είναι η Ειρήνη, είπε η παπαρούνα και έγινε κατακόκκινη.

– Μα γιατί κοκκίνησες έτσι; την έχεις ποτέ συναντήσει; ρώτησε τώρα γεμάτο περιέργεια το κρινάκι.

– Ώ! όχι εγώ…την συνάντησε όμως η γιαγιά μου, η κυρά παπαρούνα κάποτε…θέλεις να σου πω την ιστορία της;

– Ναι! ναι, θέλω.

– Λοιπόν την συνάντησε μέσα στην ¨ Ζωή έν τάφω»

– Ποιό μέρος είναι αυτό; το » Ζωή έν τάφω» που μου λες; δεν το έχω ακουστά, εσύ έχεις πάει σε αυτό τον παράξενο τόπο;

–  Όχι εγώ, μα ήταν εκεί η γιαγιά μου, θα ακούσεις τώρα την ιστορία της;

–  Βέβαια, βέβαια και θέλω, κάθομαι φρόνιμα και ακούω.

– Κάποτε λοιπόν, ήρθαν άγριοι καιροί, ο κόσμος έγινε κακός, χωρίς να ξέρει το γιατί, έπιασαν τα όπλα και χύθηκαν στους κάμπους και στα βουνά. Τα νιάτα, θαμένα μέσα στα χαρακώματα, μέσα στη λάσπη και στη μιζέρια, είχαν σύντροφο τον φόβο και τα ποντίκια που έβγαιναν τις νύχτες να φάνε το λιγοστό ψωμάκι τους και να γλύψουν τις σάπιες πληγωμένες σάρκες τους…

–  Κάποια μέρα μια φοβερή φωνή από την κακιά μάγισσα της κακίας, τους έκανε να βγούνε από τα χαρακώματα, να πιαστούν στα χέρια…και νά, σε λίγο το χιόνι γύρω έγινε κατακόκκινο από το αίμα των παλικαριών. Όταν όμως έφθασε η Άνοιξη σε κάθε σημείο που είχε πέσει το αίμα των παιδιών, φύτρωσε ένα κατακόκκινο λουλουδάκι.

Μόλις τα είδαν τα άλλα λούλουδα, φώναξαν με χαρά  » καλώς μας ήρθατε στην παρέα μας, πως σας λένε;»

–  Δεν ξέρουμε…δεν έχουμε όνομα ακόμη! τώρα μόλις γεννηθήκαμε…

-Ά! τότε να γίνουμε εμείς νονοί σας…να σας ονομάσουμε παπαρούνες…ναι, ναι, φώναξαν όλα μαζί ανοίγοντας τα ευωδιαστά ροδοπεταλά τους!  Παπαρούνες πρέπει να σας ονομάσουμε, γιατί γεννηθήκατε από κάθε σταγόνα αίμα… Σε λίγο γέμισε ο κάμπος παπαρούνες!!! Φύτρωσαν και μέσα στα χαρακώματα, γέλασαν τα πικραμένα χείλη των παιδιών… Μα έφθασε χειμώνας, ο πάγος έσβησε όλα τα λούλουδα, μαζί και τις παπαρούνες. Έφθασαν Χριστούγεννα, σαν Βόρειο Σέλας άστραψε στον ουρανό η λάμψη μιας πανώριας κόρης, την είδαν τα νιάτα, πέταξαν τα φονικά όπλα, άνοιξαν οι αγκαλιές, ξέχασαν ότι ήταν εχθροί, έγιναν φίλοι… κοίταζαν στον ουρανό την λαμπερή κόρη, που τους χαμογελούσε.

«Κοιτάξτε…κοιτάξτε…ήρθε η Ειρήνη», φώναζαν, άνοιξαν τα σακκίδια, μοιράστηκαν τα φτωχικά δώρα, έφαγαν μαζί το λιγοστό ψωμάκι…Και η Ειρήνη από ψηλά τους αγκάλιαζε με αγάπη…

Μα…την άλλη μέρα…Ώ! Θεέ μου…κοκκίνησε πάλι ο κάμπος από το αίμα των παιδιών…μα σαν έφθασε η Άνοιξη, γέμισε ο κάμπος παπαρούνες εκεί που κάθε σταγόνα  είχε χυθεί…

– Μα γιατί δεν έμεινε η Ειρήνη κοντά στους ανθρώπους;  ρώτησε όλο περιέργεια το κρινάκι  την παπαρούνα…

Ξάφνου, η γαλανομάτα λαμπροφορεμένη κόρη, απαλά, απαλά, χαμήλωσε τα φτερά της και πλησίασε κοντά τους.

– Να σας πω εγώ, γιατί δεν έμεινα, όταν οι άνθρωποι με σκοτώνουν, φεύγω να κρυφτώ, να σωθώ, μα γυρίζω πάλι! Όταν οι άνθρωποι κάποτε καταλάβουν το μεγάλο κακό που κάνουν όταν σκοτώνουν την Ειρήνη…

– Μα εμείς σε θέλουμε καλή μας Ειρήνη…ήρθες να μείνεις μαζί μας;…

– Ναι! αυτή την φορά θα μείνω…θα μείνω για πάντα κοντά στους ανθρώπους, δεν θα σας αφήσω ποτέ μόνους χωρίς την ΕΙΡΗΝΗ!…

…Ειρηνούλα…Ειρηνούλα…κοιμήθηκες παιδί μου, δεν θέλεις να σου πω το παραμύθι που μου ζήτησες;

– Ώ! καλή μου γιαγιά, μου το είπε η παπαρούνα, ότι η Ειρήνη ήρθε για να μείνει κοντά μας… θα μείνει γιαγιά;

-Άς το ελπίσουμε παιδί μου, ας το ελπίσουμε έστω και σαν παραμύθι…  Ένα γλυκό παραμύθι, για την επιστροφή της ΕΙΡΗΝΗΣ για πάντα στη γη. Και μια ευχή…να μην μείνει παραμύθι…αλλά αλήθεια… Η ΕΙΡΗΝΗ να βασιλεύσει για πάντα κοντά μας.

ΥΠΟΣΧΕΣΗ  ΚΑΙ ΟΡΚΟΣ –> Κράτησε  την υπόσχεση που είχε δώσει ο Αλέξης. Και τώρα πάνω στο υπερωκεάνειο σκέπτεται την χαρά που θα δώσει στην Ευτυχία του: Θα έρθω αγάπη μου, της είχε γράψει, θα έρθω να ενωθούμε για πάντα στη ζωή. Τα μαύρα σύννεφα του πολέμου που διαγράφονταν στον ορίζοντα δεν άλλαξαν τη γνώμη του. Και να τώρα με λαχτάρα πηγαίνει να την συναντήσει.

Μοναχοπαίδια ήταν και οι δύο. Ο Αλέξης γιος Ελληνο-Αμερικανών, του ζεύγους Αργυρίου και η Ευτυχία χαϊδεμένη μοναχοκόρη, του ζεύγους Βρανά. Τι σύμπωση αλήθεια, οι γονείς και των δύο ήταν βιομήχανοι Φαρμακευτικής. Γνωρίστηκαν στο ίδιο νησί που πήγαιναν κάθε χρόνο για διακοπές. Έρχονταν στην Ελλάδα το ζεύγος Αργυρίου και με χαρά συναντούσαν τους φίλους τους που έμεναν στην Ελλάδα την οικογένεια Βρανά.

Τα παιδάκια έπαιζαν χαρούμενα ξέγνιαστα, μα όσο μεγάλωναν άρχισαν να να νιώθουν τον αγνό έρωτα. Στο τελευταίο ταξίδι ο Αλέξης υποσχέθηκε στην Ευτυχία. Και να λοιπόν, με τις βέρες του γάμου, σε ένα χροσόδετο κουτάκι.Μα τι δυστυχία! Ο πόλεμος ξέσπασε με το ηχηρό ΟΧΙ του Ελληνικού λαού στο άνανδρο κάλεσμα της γείτονας χώρας. Το πλοίο άλλαξε ρότα και βγήκε κάπου στης Γαλλίας κάποιο λιμάνι. Με χίλιους δυο κινδύνους τα κατάφερε να φθάσει στην Ελλάδα. Μα τι συμφορά, όταν πήγε στο σπίτι της Ευτυχίας το βρήκε άδειο. Κανένας δεν ήξερε που πήγαν οι ένοικοι.

Με ραγισμένη την καρδιά, αποφάσισε να πάει εθελοντής στα Αλβανικά βουνά, τουλάχιστον να προσφέρει κάτι στην πατρίδα των γονιών του. Πολεμούσε σαν λιοντάρι…μα ξάφνου λαβώθηκε σοβαρά…

Η Ευτυχία κουρασμένη, βαθιά λυπημένη καθώς τέλειωσε η νυχτερινή της βάρδια – είχε καταταγεί εθελόντρια νοσοκόμα σε Στρατιωτική Βάση – ρίχνει μια ματιά στο βαριά πληγωμένο παλικάρι, που βογκάει από τον πόνο…ώ! Θεέ μου, ποια μάνα θα κλάψει;…

Είχε κι εκείνη τον πόνο της, όταν ξέσπασε ο πόλεμος και ακολούθησε η Γερμανική κατοχή, η οικογένεια της διαλύθηκε, ο κατακτητἠς ζήτησε από τον πατέρα της να παραδώσει την Φαρμακοβιομηχανία του και όταν αρνήθηκε τον εκτέλεσαν έχοντας στο πλευρό του την αγαπημένη του γυναίκα που αρνήθηκε να τον αφήσει μόνο του, στο δρόμο του μαρτυρίου…και τώρα μόνη της πλέον έδωσε όλη την ψυχή της στους τραυματίες μας.  Μα αυτή τη στιγμή μια αγωνία την πνίγει άραγε θα ζήσει το παλικάρι;  Ο νοσοκόμος που έσπρωχνε το φορείο το προηγούμενο βράδυ της έγνεψε κουνώντας με λύπη το κεφάλι: «Δεν θα τα καταφέρει»…

Κρατώντας το μπαστούνι ο Αλέξης με βαριά καρδιά πέρασε μέσα στο ρημαγμένο από τους βομβαρδισμούς αρχοντικό της οικογενείας Αλεξίου, βαριά σιωπή. Ξάφνου ανάμεσα στα χαλάσματα πρόσεξε το μικρό τραπεζάκι, εκεί που η Ευτυχία παιδούλα τον είχε φέρει, να δει το ντολαπάκι με τους θησαυρούς της, τον βαπτιστικό της Σταυρό με ευλάβεια φυλαγμένο σε λευκό χάρτινο κουτάκι…

Πήρε με ευλάβεια το σύμβολο της πίστης, το δίπλωσε μέσα στο μαντήλι του και στο κουτάκι έβαλε τις…βέρες…γράφοντας λίγες λέξεις. «Δεν ήταν γραφτό αγάπη μου να ενωθούμε, μα δίνω όρκο ότι δεν θα σε ξεχάσω ποτέ» έβαλε με προσοχή στη θέση το κουτάκι και με ψυχή γεμάτη πόνο έφυγε…

Η Ευτυχία αγναντεύει το βαθύ ωκεανό, γκριζοπράσινα τα βαθιά του νερά, σε λίγη ώρα το υπερωκεάνιο θα φτάσει στο λιμάνι της Νέας Υόρκης, ξένη μέσα σε ξένους, μα με την προστασία του Ερυθρού Σταυρού θα βρει στέγη. Άλλωστε ήταν δική της επιλογή αυτό το ταξίδι. Αλήθεια, τι να έκανε;  Στην Ελλάδα πλέον δεν υπήρχε η οικογένεια της, τους αφάνησε ο πόλεμος. Εκείνη μετά το πέρας του πολέμου, ζήτησε από τον Ερυθρό Σταυρό να μείνει εθελόντρια. Σε μια αποστολή στην Νέα Υόρκη βρέθηκε και η Ευτυχία… Αναπολεί τα χρόνια τα περασμένα, πόσο γρήγορα κύλησαν Θεέ μου,ήδη έχουν περάσει έξι ολόκληρα χρόνια αφότου η πατρίδα ελευθερώθηκε από τον κατακτητή. Έξι ολόκληρα χρόνια, ο πόνος της τρώει τα σωθικά. Είχε φθάσει στα σκαλοπάτια της ευτυχίας, όλα ανοίγονταν εμπρός της ανθόσπαρτα.  Ο Αλέξης έρχονταν με τους ανθούς της λεμονιάς, τι ευτυχία για τος γονείς!   Μα ύστερα Θεέ μου…τι δυστυχία…ω!   δεν θέλει να τα σκέπτεται, πονάει φοβερά.  Δεν έμεινε τίποτε πλέον, η ευτυχία χάθηκε για πάντα…χωρίς γονείς, χωρίς αγάπη. Μόνη της στη ζωή, κατάμονη…                                            Κοιτάζει το νερό, στα χέρια της κρατάει …το λευκό κουτάκι, με τα σύμβολα του γάμου και του…όρκου. Είχε γράψει τη δική της υπόσχεση. « Αλέξη μου, πιστή θα μείνω στην αγάπη μας, όπως κι εσύ, αφού δεν μας ένωσε η ζωή ίσως ενωθούμε στην άλλη». Είχε πάρει την απόφαση…ασπάσθηκε με δέος και έριξε με ευλάβεια στα νερά…την υπόσχεση και τον όρκο…

εράστε δεσποινίς, της είπε ευγενικά ο φύλακας, ο κύριος, σας περιμένει, περάστε στο γραφείο του θα έρθει σε λίγο. Η Ευτυχία βρέθηκε απεσταλμένη από τον Ερυθρό Σταυρό, να εισπράξει την δωρεά που είχε υποσχεθεί ο μεγαλοβιομήχανος. Απορεί, αλήθεια πως να μοιάζει ο κύριος ο τόσο πλούσιος αυτός Έλληνας! Της είχαν πει από τα γραφεία του Ερυθρού Σταυρού ότι ήταν Έλληνας και ήθελε να προσφέρει ένα σεβαστό ποσό, για ανακούφιση των ορφανών στην Ελλάδα. Το όνομα του ήταν στα αγγλικά Alex Silvester, παράξενα κάπως ηχούσε μέσα της αυτό το όνομα…

Πέρασε στο πλούσιο γραφείο και περιμένει, καθώς ρίχνει τη ματιά της τριγύρω…ω!  Θεέ μου…τι βλέπει;  Εμπρός σε μία φωτογραφία…της…κρέμεται ο βαπτιστικός…της…Σταυρός…Ω!  Θεέ μου ψέλλισε και σωριάστηκε στο πλούσιο χαλί. Όταν άνοιξε τα μάτια της, ένιωσε δύο χέρια να την κρατάνε σφιχτά στην αγκαλιά του καθώς δύο γαλανά μάτια την κοιτούσαν με λατρεία και την γέμιζαν φιλιά…

Ένα σύμπλεγμα αγνής λατρείας και αγάπης. Όταν πέρασε η  πρώτη συγκίνηση έμαθαν ότι είχε συμβεί. Ο Αλέξης όταν τραυματίστηκε εκείνο…το βράδυ που τον είδε η Ευτυχία…τον έστειλαν στο Αμερικανικό νοσοκομείο και όταν γιατρεύτηκε, αφού έχασε κάθε ελπίδα ότι ζει η αγαπημένη του Ευτυχία σάλπαρε για την Αμερική, σε σύντομο διάστημα, δυστυχώς μοιραία έχασε τους γονείς του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, τώρα μόνος, πάμπλουτος βιομήχανος κάνει ότι μπορεί να ανακουφίζει τον ανθρώπινο πόνο!

-Όπως βλέπεις αγάπη μου, σου μένω πιστός, ο Σταυρός σου μου δίνει κουράγιο και παρηγοριά, μου έδινε όλα αυτά τα χρόνια, μα αλήθεια τι έγιναν οι βέρες;…αλλά δεν πειράζει τώρα ολοκαίνουργιες θα μας ενώσουν σε όλη τη ζωή, για να μη χωριστούμε ποτέ…πια…

Πλέοντας σε πελάγη ευτυχίας το ερωτευμένο νεόνυμφο ζεύγος αρχίζει τη νέα του ζωή, οδηγεί ο Αλέξης σε κάποιο όμορφο ήσυχο ρομαντικό νησάκι. Μα η μοίρα ζηλόφθονη ζήλεψε και πάλι…σε μια απότομη στροφή, ένα φορτηγό έπεσε πάνω στο πολυτελές αυτοκίνητο..

Ο γιατρός κούνησε λυπημένα το κεφάλι του δεν υπήρχαν μεγάλες ελπίδες για να ζήσει η αγαπημένη του Ευτυχία. Πότε βρέθηκε σαν τρελός στο δρόμο; Καθισμένος  σε ένα βραχάκι  ακόμη φοράει στο πέτο το γαμπριάτικο άνθος. Μια παράλογη ιδέα δυναστεύει την πονεμένη του ψυχή, έχει πάρει την απόφαση του, μια τρελή τελειωτική απόφαση, την τελείωση της ζωής του…το ροδοπέταλο το γαμπριάτικο ακόμη στο πέτο του κρατάει, μα η ψυχή του μαύρη κατάμαυρη. Μπλάβα και άραχνη, το πρόσωπο του αγριεμένο, όπως την καταιγίδα των προηγουμένων ημερών. Η Θάλασσα είχε βγάλει φύκια, ξύλα και ότι έβρισκαν τα αφρισμένα κύματα που ξεσπούσαν με ορμή στα βράχια…

Σήμερα όλα είναι γαλήνη, μα όχι στη δική του ψυχή, αγριεμένη η ψυχή του, φουρτουνιασμένη, όχι, αυτή τη φορά θα δώσει τέλος στο μαρτύριο και στο παιχνίδι της μοίρας…με το βλέμμα πάνω στα φύκια, κάτι ξεχωρίζει, τι είναι αυτό;  σκύβει και σηκώνει ένα μικροσκοπικό λευκό πακετάκι, μέσα σε πλαστική σακούλα. Ανάλαφρο έφτασε με τον αφρό της θάλασσας.  Έμεινε για λίγο σαστισμένος, άναυδος…η αναπνοή του κόπηκε…αυτό, εδώ το κουτάκι…το γνωρίζει, ναι και πολύ καλά ακόμη…το ξέρει. Το ανοίγει, δύο βέρες γάμου, αστράφτουν ατόφιες και του χαμογελούν…δύο χαρτάκια, δύο όρκοι, μαζί κοίτονταν στη μέση του ωκεανού… { δεν θα σε ξεχάσω ποτέ, σου το ορκίζομαι } δικά του γράμματα και ο όρκος δικός του…

Ω!   Θεέ μου, συγχώρεσε με, τι πήγα να κάνω;  Η Ευτυχία μου, μόνη της στο νοσοκομείο, με θέλει στο πλευρό της, ίσως να έχει πεθάνει, μόνη της, ξένη μέσα σε ξένους και εγώ που έδωσα αιώνιο όρκο θέλω να φύγω από τη ζωή… Σαν τρελός πετάχτηκε στη μέση του δρόμου, μπήκε σε ένα ταξί και γραμμή με κομμένη την ανάσα τρέχει στα σκαλιά και στον διάδρομο του νοσοκομείου. Ο γιατρός, μόλις τον είδε άνοιξε την αγκαλιά του «παιδί μου ο Θεός σας αγαπάει, η γυναίκα σου συνήλθε ως εκ θαύματος και σε ζητάει, έλα να την δεις».

Η Ευτυχία χλωμή από το αίμα που έχασε, με επιδέσμους στο κεφάλι, όμορφη όσο ποτέ, σαν άγγελος με τα ξανθά μαλλιά της, πάνω στο ολόλευκο μαξιλάρι με ένα χαμόγελο στα κουρασμένα της χείλη. Ένα τριανταφυλλένιο χαμόγελο άνθισε στα νεανικά της χείλη. Άνοιξε την αγκαλιά της και έσφιξε τον άνδρα της.  Εκείνος, βαθύτατα συγκλονισμένος, γέμισε με φιλιά την αγαπημένη του Ευτυχία…

-Αγάπη μου, κοντά σου θα είμαι χειμώνες, καλοκαίρια, δεν θα σε αφήσω μόνη ποτέ, ότι κι αν φέρει η ζωή, θα το περάσουμε μαζί. Σου δίνω την υπόσχεση και τον όρκο μου.

-Τον ίδιο όρκο και την υπόσχεση που δώσαμε, ας τα ζωντανέψουμε ξανά: «Μια ολόκληρη ζωή, θα ζήσουμε μαζί, μέχρι το τέρμα της ευτυχίας μας.» (Μελβούρνη, 28  Σεπτεμβρίου 2016).

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ    ΓΟΗΤΕΙΑ –> Το είδα να πέφτει σιγά, σιγά, συνεσταλμένα στο φύσημα του Φθινοπωρινού αέρα. Τρεμουλιαστό, με κάποια συστολή, κάθισε απαλά – απαλά, πάνω στο παράθυρο του αυτοκινήτου! Εγώ καθισμένη αναπαυτικά μέσα στο αυτοκίνητο παρακολουθούσα όλη αυτή την…Οδύσσεια.

Το πρόσεξα από την αρχή. Καθώς το βλέμμα μου έπεσε επάνω στην φυλλωσιά του δένδρου, καθώς το αγεράκι της Φθινοπωρινής ψιχάλας έκανε τις φυλλωσιές των δένδρων να τρέμουν. Το πρόσεξα να αμφιταλαντεύεται, προσπαθώντας να κρατηθεί κει πάνω, ενωμένο με το μητρικό φίλτρο, πάνω στον κλώνο. Το καημένο, δεν τα κατάφερε να κρατηθεί, έκανε μια ύστατη προσπάθεια απελπισίας…όταν ένα δυνατότερο φύσιγμα το έκοψε εντελώς και το καθήλωσε εμπρός μου.

Το κοίταξα και το συμπόνεσα, έτσι όπως φάνταζε χλωμό, ντροπαλό, για την άνιση μάχη και την ήττα…όπως ο Μέγας Ναπολέων στο Βατερλώ! Χρυσοκίτρινο, έτρεμε το άμοιρο… Το κοίταζα, με κοίταζε, λες και διάβαζε τα μύχια της ψυχής μου… Κι εγώ παραδόθηκα στις σκέψεις μου, σε μία συνομιλία μαζί του…

-Βλέπεις; Μου είπε, κοίτα πως κατάντησα…Έτσι γρήγορη, γρήγορη, βιαστική η ζωή μου. Εννέα μήνες, όλο κι όλο. Άνοιξα τα ματάκια μου στο χάδι της χρυσαυγής, μου χαμογέλασε το πρώτο αντίκρυσμα του ήλίου. Εκείνος έστειλε τις  θερμές ευεργετικές του ακτίνες, με ζέστανε, με καλόπιασε και τότε πήρα θάρρος και ξεμύτησα.

-Αχ! σκέφτηκα, τι ωραία  που είναι η πλάση. Πως μπόρεσα τρείς μήνες και έμεινα φυλακισμένο σε εκείνο το σκοτεινό κελλί; Ω! Τι ωραία που φαντάζει η πλάση, ας τη χαρώ, όσο γίνεται περισσότερο.

-Μεγάλωσα σιγά, σιγά, πήρα το ωραίο βαθυπράσινο χρώμα. – Κοιτάξε, τι ωραίο που είμαι! Έλεγα στον εαυτό μου φουντώνοντας σαν διάνος έτσι όπως καμάρωνα από κει ψηλά!…

-Κει πάνω που ήμουν θρονιασμένο, παρακολουθούσα τον κόσμο που συνεχώς πηγαινοερχόταν. Το καλοκαίρι στέκονταν κάτω από κάτω από την φουντωτή σκιά για λίγη δροσιά ή και καμιά φορά να προστατευτούν από την βροχούλα. Άκουγα τις συζητήσεις τους, καμιά φορά γινόμουν μάρτυρας σε ανόητες απρέπειες τους και λυπόμουν. Πονούσα αληθινά για τα παράλογα φερσίματα τους. Αν είχα λαλιά θα τους φώναζα.

-Πάψτε πια ανόητοι να παραφέρεσθε, κοιτάξτε την υπέροχη δημιουργία, την όμορφη πλάση γύρω σας, να χαίρεστε κάθε ημέρα που ξημερώνει και βραδιάζει!  Κοιτάξτε με!  Εγώ μόνο εννέα μήνες ζωούλα έχω όλο κι όλο, το ξέρω αυτό κι όμως δεν σκυθρωπιάζω, δεν μεμψιμοιρώ.

-Χαίρομαι την κάθε μέρα, την κάθε εποχή στη σύντομη ζωή μου…να και τώρα δεν λυπάμαι, που κοίτομαι χλωμό εδώ κάτω. Έκλεισε ο κύκλος της ζωής μου.Η φύση θα νεκρωθεί, στην παγωνιά, η Αναγέννηση όμως ελπιδοφόρα θα φτάσει με τον ερχομό της Άνοιξης!

…Πόση ώρα έμεινα εκεί σκεπτική;  Δεν θυμάμαι, ξανακοίταξα το το χλωμό φύλλο, έμενε εκεί, δίχως να σαλεύει, σκαλωμένο πάνω στο παράθυρο, ως φαίνεται θα ένιωσε κάποια σιγουριά, καθώς κοιταζόμασταν…

…Εγώ όμως, έπειτα από αυτή την φανταστική συνομιλία…αποκόμισα διδαχές. –Κοίταξε να δεις, τι είναι η ζωή σκέφτηκα. Μα κάπως έτσι δεν γίνεται και με εμάς τους ανθρώπους;  Βρεφική, παιδική, έφηβη, ενήλικη ηλικία…και ξάφνου φτάνει αναπάντεχα το Φθινόπωρο της ζωής. Φτάνοντας όμωε σε αυτή ην καμπή, έχουμε πλέον ωριμάσει. Μπορούμε να συγκρίνουμε και να ζυγίζουμε με καθάριο μυαλό και ακέραιο πρίσμα, τις αξίες της ζωής. Μέσα στην εκτενή πορεία της ζήσης αποκτήσαμε γνώσεις και αποκομίσαμε διδαχές. Γιατί λοιπόν να μεμψιμοιρούμε;  Γιατί μας τρομάζει το ασήμι που θρονιάζεται στους κροτάφους μας; γιατί μας τρομάζουν οι ρυτίδες που έφτασαν, δίχως να τις περιμένουμε, χωρίς καν να τις προσδοκούνμε…άλλωστε κι αυτές οι καημένες, παρέα με το ασήμι…χεράκι, χεράκι, εκτελούνε το έργο και η εντολή, που τους έχει δοθεί! Τηρούνε πιστώς και…αφιλοκερδώς το έργο της φθοράς! Και στο κάτω, κάτω προσδίδουν και κάποια γοητεία…κάποια μεγαλοπρέπεια στη θνητή μας ύπαρξη. Ας είμαστε λοιπόν ευγνώμονες γι αυτό!

Φθινόπωρο λοιπόν! Ας νιώσουμε αισιοδοξία, σιγουριά, τώρα πλέον έχουμε πολλά διδαχτεί από το σχολείο της ζωής, γίναμε περισσότερο ΑΝΘΡΩΠΟΙ. Ας μη γινόμαστε μεμψίμοιροι, απλώς ωριμάσαμε, να λέμε. Κουράγιο λοιπόν και αισιοδοξία, ύστερα από τον χειμώνα θα έρθει η ΑΝΟΙΞΗ. Τώρα, ας απολαμβάνουμε την  γοητεία του ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ με χαρά και ελπίδα.         (Μελβούρνη,  6  Οκτωβρίου 2016).

%ce%ba%ce%b5%ce%af%ce%bc%ce%b5%ce%bd%ce%bf-%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b1%cf%83

ΝΟΗΤΑ… ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ —> Ποιος αλήθεια δεν έχει προσέξει την ζωντάνια και την  φρεσκάδα γύρω μας. Όντως αν και ο χειμώνας ήταν μακρύς εφέτος και ίσως και λίγο κουραστικός, παράλληλα ήταν άκρως ευεργετικός.  Οι βροχές που έπεσαν έδωσαν ζωή στη φύση. Βλέπουμε όλη την πρασινάδα και την ζωντάνια. Καταπράσινα τα παρτέρια στις αυλές, καταπράσινοι οι κήποι, ακόμη και τα άγονα χώματα τα βλέπουμε γεμάτα πρασινάδα. Και ασφαλώς οι κήποι μας έχουν εφέτος την τιμητική τους. Ακόμη κι αν έχουν μείνει  παραμελημένοι, ξεχασμένοι, πάλι οι ευεργετικές βροχές έκαναν κι εδώ το θαύμα τους. Πόσο μάλλον όταν τους έχουμε φροντίσει, τότε ακόμη μεγαλύτερη υπάρχει γύρω η ζωντάνια.

Πόσα παραδείγματα αλήθεια μας προσφέρει η φύση! Νοητά και πλήρως κατανοητά από τον καθένα. Δεν χρειάζεται μεγάλη φιλοσοφία, δεν σπάζουμε το κεφάλι να αποκομίσουμε την διδαχή…απλώς και μόνο να ρίξουμε τη ματιά.

Διαπιστώνουμε λοιπόν, ότι  ανάμεσα στην τόση ομορφιά, σε όλα τα χρήσιμα φυτά, για κοιτάξτε όμως…τι κρίμα…έχουν θεριέψει τα ζιζάνια…προσπαθώντας να υπερισχύσουν, να αφανίσουν τα νόμιμα και να επιβάλουν την παράλογη ισχύ τους.

Ω!  πόσο μοιάζουν με την κοινωνία μας… Μέσα στους κόλπους της,σαν σύνολο ζούμε, κινούμεθα, σκεπτόμαστε. Ο κάθε άνθρωπος με την δική του γνώμη και αντίληψη. Προσπαθούμε για μια καλύτερη ζωή, μέσα στα πλαίσια της αλληλοβοηθείας και της ανθρωπιάς.Πλην όμως δεν είναι λίγες οι φορές που εμπρός σε κάθε καλή προσπάθεια, ορθώνεται ένα τοίχος αδιαλλαξίας και παραφοράς. Αμέτρητες φορές ένας καλός σκοπός βρίσκει εμπρός του αμέτρητα εμπόδια.

Πόση θλίψη φέρνει στις ψυχές μας όταν βρισκόμαστε μπροστά σε τέτοιες παράλογες καταστάσεις. Ομοιάζουν με τα ζιζάνια που θέλουν να πνίξουν την αρμονία και την ομορφιά. Μα δεν είναι μόνο αυτά τα οποία βλέπουμε με τα μάτια μας και βρίσκουμε και την αλληγορική τους έννοια. Υπάρχει και το άλλο ζήτημα, το δικό μας, το κατάδικο μας, που μόνο εμείς το εξουσιάζουμε, αφού είμαστε ο οικοδεσπότης, ο φρούραρχος, ο άρχοντας, αυτού του « Απόρθητου Κάστρου» του εαυτού μας.

Ε! Λοιπόν, να εδώ είναι που θα βρούμε αναρίθμητα παραδείγματα για να τα θέσουμε επί της τραπέζης και να διαλέξουμε τα άχρηστα, να τα εντοπίσουμε, να τα βοτανίσουμε και να τα ξεριζώσουμε για πάντα από τις ψυχές μας.   Όπως ακριβώς ξεριζώνουμε τα βλαβερά ζιζάνια από τον κήπο. Μήπως αλήθεια, ένας ολόκληρος κήπος δεν είναι η ψυχή μας; Αν δεν σκύψουμε να την καθαρίσουμε, σύντομα θα γίνει βορά των παράσιτων, των βλαβερών.Θα είμαστε εμείς που θα νιώσουμε την αντίστροφη μέτρηση της δικής μας αδιαλλαξίας. Την δική μας αναλγησία όταν λακτίζουμε πάνω σε ήλους απάθειας και παραφροσύνης.

Ας βάλουμε τον ΗΛΙΟ της δικαισύνης στην ψυχή μας, ας θέσουμε σύμβολο ΕΙΡΗΝΗΣ και ΑΓΑΠΗΣ στην καρδιά, ας υψώσουμε λάβαρα ΑΔΕΛΦΟΣΥΝΗΣ, να κλείσουμε σε μια πλατιά αγκαλιά τα τίμια και αγνά ιδανικά. Θα λάμψει ο κήπος της ψυχής μας και θα γεμίσει με παρτέρια ΑΝΘΡΩΠΙΑΣ.

ΔΥΟ ΓΥΝΑΙΚΕΣ… –  ΔΥΟ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ–> -Λοιπόν  τι να σου πω, η μοδίστρα μου με έβγαλε από τα όρια της αντοχής μου, δεν την αντέχω πια, σίγουρα θα πρέπει να βρω κάποια άλλη. Έχει παρατραβήξει το σχοινί.

–  Μα γιατί χρυσή μου;  ήσουν τόσο ευχαριστημένη με την μοδίστρα σου, αφού μου έλεγες να έρθω κι εγώ να την γνωρίσω,  πως τώρα άλλαξες γνώμη;  –   Μα λίγο το έχεις Παυλίνα μου;  έχω φορέσει όλα μου τα φορέματα, δεν μπορώ να πηγαίνω στην εκκλησία φορώντας το ίδιο φόρεμα για δεύτερη φορά…που βρισκόμαστε καλή μου;  στον καιρό των γιαγιάδων μας, που όλη η γκαρνταρόμπα τους…αποτελούνταν από δύο, τρία το πολύ ρούχα; Α, όχι, δεν γίνεται αυτό, ζούμε σε άλλες εποχές. Και η μοδίστρα μου τώρα καθυστερεί να μου ετοιμάσει τα νέα μου φορέματα…

-Θα πάτε εφέτος στο χωριό;  Ερασμία,  νομίζω ότι εκεί δεν σου χρειάζονται μαθές και τόσες τουαλέτες…ανάμεσα στους χωριάτες…

Τι μου λες χρυσή μου τώρα κι εσύ,  εκεί είναι που πρέπει να έχω καινούργια ρούχα. Ξέρεις πόσος πλούσιος κόσμος κατεβαίνει;  Πως μπορώ δηλαδή να εμφανίζομαι με περυσινά ρούχα. Άσε και το άλλο, κάθε λίγο και κάποιο λειτούργημα, κάποιο πανηγύρι…ακολουθεί και φαγοπότι και εγώ θέλω να μπω στην εκκλησιά, να γυρίσουν όλα τα κεφάλια να με δούνε.

–  Χμ, όπως βλέπω Ερασμία, έχεις όντως…απόλυτο δίκιο να ανησυχείς…για την καθυστέρηση των νέων μοντέλων που έχεις πρόγραμμα να φορέσεις το καλοκαίρι στις εξορμήσεις σου…στα ξωκκλήσια.

–  Ναι, το βρίσκεις εύκολο; Ή μήπως παράξενο Ερασμία μου; μπελάς μεγάλος μου είναι χρυσή μου, πολύ μεγάλος. Μπορείς λοιπόν να με νιώσεις;…κοίτα έχω βρεθεί σε απόγνωση, με το που θα πάμε στο χωριό, από την πρώτη μέρα θα κάνω την εμφάνισή μου στο ξωκλήσι, έλα τώρα στη θέση μου, πως θα εμφανισθώ;  Εκεί θα υπάρχει  κόσμος πλούσιος, με τουαλέτες…

–  Ώστε λοιπόν Ερμιόνη μου, για τον κόσμο πηγαίνεις στην εκκλησία;…Όχι χρυσή μου, δεν σε καταλαβαίνω…πλην αυτού, σε ευχαριστώ, άνοιξαν της ψυχής μου οι οφθαλμοί…γνώρισα την αλήθεια. Την ταπείνωση, την Αγάπη…το νόημα της ζωής, σε ευχαριστώ, σε ευχαριστώ πολύ!

Την ίδια στιγμή σε ένα φτωχικό απέριττο σπιτάκι, βασίλευε τάξη και ησυχία, φρόνιμα τα δύο μικρά παιδάκια, δέχονταν το στοργικό χάδι της μητέρας τους. Μόλις τα είχε λούσει και χτένιζε τα σγουρόμαλλα κεφαλάκια τους. Ένα κοριτσάκι και ένα αγοράκι γύρω στα πέντε και επτά ηλικίας.

-Μανούλα, πως θα πάμε στην εκκλησία αύριο;  Τα παπούτσια μου είναι τρύπια, μου υποσχέθηκες ότι θα μου αγόραζες καινούργια, μα δεν μου πήρες και το ζακετάκι του Αντωνάκη το έχεις πολλές φορές μπαλώσει. Είπε η Αννούλα, κοιτάζοντας με παράπονο την μητέρα της στα μάτια, σαν να πρόσμενε κάποιο θαύμα να γίνει.

Η Ειρήνη νέα γυναίκα η μητέρα των παιδιών, έριξε μια ματιά γύρω της, ενδόμυχά της έκανε μια προσευχή, αν και η ανθρώπινη αδυναμία της λύγιζε κάτω από το βαρύ φορτίο, του δικού της Σταυρού που κρατούσε στους ώμους της. Μα δεν έμεινε βουβή μέσα σε κοιλάδα φόβου, ύψωσε το βλέμμα της καρδιάς της στον Εσταυρωμένο Ιησού, πήρε δύναμη κουράγιο, θεία φώτιση.

-Λοιπόν παιδάκια μου, καθίστε εδώ κοντά μου, να σας πω κάτι που θα το καταλάβετε. Ξέρετε καλά ότι είμαστε φτωχοί, ο πατερούλης σας δουλεύει σε μέρη ξένα, στέλνει τα χρήματα για να ξεπληρώσουμε αυτό το σπιτάκι που καθόμαστε. Ήταν και η αρρώστια της γιαγιάς που μας γονάτισε. Ο Θεούλης την πήρε κοντά του, μα από κει πάνω προσεύχεται για εμάς. Κι εμείς προσευχόμαστε να έρθει ο πατερούλης κοντά μας. Τότε παιδιά μου, θα μπορούμε να αγοράζουμε καινούργια ρούχα κι εμείς, τώρα κάνουμε θυσίες. Μα επίσης πρέπει να σας πω και το σπουδαιότερο, αυτό που ο Χριστούλης θέλει από εμάς. Ο Χριστούλης παιδιά μου, γεννήθηκε μάσα στην φάτνη, να μας διδάξει την ταπείνωση και την αγάπη. Όπου κι αν είμαστε ο Χριστός είναι κοντά μας. Μη νομίσετε ότι κατοικεί σε πλούσιες φωτοστολισμένες εκκλησίες, ούτε και σε μέρη που όλα γίνονται για του κόσμου την επίδειξη. Μέσα στο φτωχικό μας σπιτάκι, μπροστά, στην εικόνα του Χριστούλη και της Παναγίας μας. Ακόμη υπήρξαν φορές που άνθρωποι, ούτε λαδάκι δεν είχαν για το καντηλάκι. Μα ο Χριστούλης, παιδάκια μου, μας αγαπάει όλους.

Πολύ πρωί, μόλις έχει αρχίσει ο Όρθρος « Ελεησόν με ο Θεός, κατά το μέγα ελεό σου»  η Ερμιόνη, έχει ήδη πάρει την θέση της στο πρώτο στασίδι. Ναι, ναι, έκανε όλο τον κόπο να έρθει πρώτη, να βρει το καλύτερο στασίδι, κανένας να μη χάνει την παρουσία της…

«Ελεησόν με ο Θεός»…μα που είναι η Ερμιόνη…που τριγυρνάει αλήθεια;  Το σαρκίο εντός του Ναού, μα η ψυχή της; Που περπατάει;…κοιτάζει με φιλαρέσκεια το κομψό της φόρεμα, στρώνει κάπως τα μαλλιά της και σαν τον διάνο, φουσκώνει από υπερηφάνεια το στήθος της…ω! ναι είναι ευχαριστημένη, είναι ωραία, θέλει τα μάτια του κόσμου στραμμένα πάνω της…Και ο Θεός που είναι; Μακριά της πολύ μακριά της…βρίσκεται σε ένα ταπεινό σπιτάκι…

Μπρος στην τρεμάμενη φλόγα, μπροστά στο εικονοστάσι, μια μητέρα, γονατισμένη, δύο τρυφερές άκακες, άδολες υπάρξεις, δύο παιδάκια, με σταυρωμένα τα χέρια, με μάτια υψωμένα στον ουρανό δέονται με πίστη, με ευλάβεια –  «Πάτερ ημών…» Από το χαραγμένο παραθύρι, γλίστρισε μια αχτίδα φωτός ουρανίου, ήρθε και χαρίτωσε, ευλόγησε την ταπεινότητα και την  πίστη. Ο θεός εκείνη τη στιγμή υπήρχε μέσα στο φτωχικό σπιτάκι, το ευλόγησε, το αγίασε…

Ναι. Η ψυχή της Ερμιόνης άδειο  σκεύος της αλαζονείας και των εγκοσμίων, δίχως νόημα, έστεκε εκεί μπρος, μέσα στον Ναό, μα υπήρχε;  Όχι δεν υπήρχε στα μάτια του Θεού είχε χαθεί…Ο καλός Θεός βρισκόταν στο φτωχικό σπιτάκι, εκεί που τα φτωχά ποδαράκια φορούσαν τα τρύπια παπουτσάκια, μα οι καρδούλες τους λευκά περιστεράκια πετούσαν γύρω στον ΘΡΟΝΟ Του Κυρίου!!!. Δυο γυναίκες, δύο κόσμοι. Ο κόσμος των εγκοσμίων και ο κόσμος ο επουράνιος. Αλήθεια, ποιον κόσμο ευλογεί ο Κύριος μας και ο Θεός μας; (Μελβούρνη, 7  Αυγούστου 2016).

ΑΡΧΑΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ ΘΕΟΤΗΣ –>  Η ανθρώπινη ύπαρξη κατά την μακρόχρονη ιστορίας της, πάντα αποζητούσε την προστασία. Αναζητούσε το μέγιστο  αγαθό της σιγουριάς. Δεν δεχόνταν ότι μόνη της θα τα κατάφερνε, ήθελε να νιώθει την προστασία. Με την συνείδησή του ο άνθρωπος έπλαθε κάτι μυστηριακό. Αυτό το αίσθημα τον ωθούσε σε μυθοπλασίες, σε κόσμους διαφορετικούς από εκείνους που βίωνε. Ένιωθε ανίσχυρος εμπρός στα καιρικά φαινόμενα, πίστευε ότι κάποια ανώτερη δύναμη εξουσίαζε όλα αυτά που η δική του ύπαρξη δεν μπορούσε να κατανοήσει. Έπλαθε φαντασιώσεις, σαν καλός τεχνίτης έχτιζε την ανώτερη αυτή δύναμη και την προστασία του. Είτε το θαυμασμό του σε κάποιο θεόρατο βουνό, είτε σε ωκεανούς και σπήλαια. Πάλευε να βρει μια δύναμη που θα τον προστάτευε και θα ένιωθε σιγουριά.

Το αξιοθαύμαστο είναι, ότι πάντα αποζητούσε το Θείο. Το πνεύμα των προγόνων μας δημιούργησε με τη φαντασία του  τις Θεότητες στις κορυφές του Ολύμπου. Εκεί που ανθρώπινο πόδι δεν μπορούσε να φτάσει. Με άπειρη πνευματική τέχνη τους γέννησε, τους έντυσε και τους ονόμασε τον καθένα χωριστά με το όνομα και την κυριαρχία του, πάνω στη ζωή των ανθρώπων.   Αν και η Μυθολογία, αναμφισβήτητα προκαλεί δέος η βαθύτατη πίστη των προγόνων μας στους Θεούς του Ολύμπου που λάτρευαν και υμνούσαν. Αυτή η προσύλωση και ο σεβασμός, τους κρατούσε στην ορθή οδό. Ιεροτελεστίες και μυσταγωγίες στους Θεούς, κρατούσαν το πνεύμα ζωντανό, ακέραιο δείχνοντας σεβασμό στους νόμους της πατρίδας.

Ήρθε το πλήρωμα  του  χρόνου με την γέννηση του Ιησού Χριστού και την εξάπλωση του χριστιανισμού στα πέρατα της γης. Η θρησκεία της ΑΓΑΠΗΣ που εδρεώθηκε με ποταμούς αίματος και πίστης. Όταν τα αμφιθέατρα πλέον γίνονταν βωμοί ανθρωποθυσιών, όπου οι μάρτυρες έδιναν την μεγαλύτερη μάχη, εμπρός στον τύραννο, που τους υπόσχονταν τιμές και δόξα, ή τον μαρτυρικό θάνατο, αν δεν άλλαζαν γνώμη. Και όλοι γνωρίζουμε την «Εκκλησία αυτή των Μαρτύρων» για την εδρέωση του χριστιανισμού. Όλοι κατά καιρούς έχουμε διαβάσει ιστορικά και θρησκευτικά αναγνώσματα, επικά χρόνια και δοξασμένα με την πίστη. Το Κολοσσαίον της Ρώμης στέκει εκεί και μαρτυρεί τις θυσίες των μαρτύρων στους κατά καιρούς διωγμούς που διάταζαν οι αιμοχαρείς Ρωμαίοι Αυτοκράτορες. Τα κοιμητήρια έξωθεν της Ρώμης έγιναν οι κατακόμβες που συνάζονταν οι χριστιανοί για να λατρεύουν τον «Αληθινό Τριαδικό Θεό. Το Άναρχο, το Άκτιστο το Θείο». Παράλληλα όταν φέρνουμε στον λογισμό μας το πνεύμα των προγόνων μας, αισθανόμαστε δέος, εμπρός στην μεγάλη τους πίστη, ασχέτως αν ήταν μυθοπλασία, γεγονός και σημασία έχει ότι πίστευαν σε κάτι ιερό για αυτούς, που τους κρατούσε σε πνεύμα νηνεμίας και αφοσίωσης.                                      Σήμερα, εμείς οι χριστιανοί, όντως μένουμε ενεοί εμπρός στων προγόνων μας την λατρεία. Γνωρίζουμε πλήρως ότι ήταν απλώς και μόνο μυθολογία, πλην αυτού, η λατρεία τους, έδωσε σε εμάς παραδείγματα αμέτρητης σοφίας. Αν δεν υπήρχε η πίστη τους, δεν θα υπήρχε η άρρητη σοφία των σοφών μας. Όταν ρίξουμε μια ματιά στα φιλοσοφικά τους κείμενα θα διαπιστώσουμε ότι συχνά γίνονταν μνεία στην λατρεία και στους νόμους των Θεών. Έχουμε γαλουχηθεί και τρανέψει με τη σοφία των αρχαίων προγόνων μας. Οφείλουμε να διαφυλάξουμε ακέραιο το πνεύμα αυτό, το οποίο με κάλλος πνεύματος και λατρείας μπορεί να συνυπάρχει μέσα στην Ελληνική μας συνείδηση. Παράλληλα δε και η χριστιανική δομή μας, δέχεται την σοφία, την πίστη και τον σεβασμό των προγόνων μας. Η Μυθολογία δεν μας στερεί από το να παύουμε να είμαστε χριστιανοί, αλλά μας δείχνει το σεβασμό και την πίστη των ανθρώπων εκείνων, που αν και δεν γνώριζαν την αληθινή Θεότητα του Θεού, όντως πίστευαν σε βαθιά ιδανικά και ζούσαν με ευσέβεια.       Ας μη παρεξηγούμε, λοιπόν, το Πνεύμα των προγόνων μας με τον Χριστιανισμό. Υπάρχει μια αρμονία και ένας βαθύτατος σεβασμός, δένει με  τα ιδανικά, το «πνεύμα και την χριστιανική μας συνείδηση». Πρέπει και οφείλουμε, να διαφυλάττουμε σαν κόρη οφθαλμού αυτά τα ιδανικά. Πρωτίστως την χριστιανική μας πίστη και το πνεύμα των προγόνων μας. Σε ένα σεπτό ΒΩΜΟ. 

 ΙΝΔΑΛΜΑ   και ΕΙΚΟΝΑ – Αίνος στον πατέρα –> Να λοιπόν που μέσα στις χαρές που μας φέρνει η Άνοιξη, έρχεται ακόμη μια χαρά. Πρώτη Κυριακή του Σεπτέμβρη η γιορτή του πατέρα (για την Αυστραλία). Στον κορμό και στον στυλοβάτη της οικογένειας. Πόσοι αίνοι πόσοι ύμνοι του αξίζουν. Αίνος στην μορφή του, στην πατρική στοργή του. Βράχος η δύναμη του, η ψυχική αντοχή του. Σωσίβιο της οικογενειακής ελπίδας. Ροή και νηνεμία της γαλήνης. Ίσκιος δροσιάς και προστασίας. Μετάπλαση της αδυναμίας σε δύναμη. Μετάδοση θείας ευδαιμονίας. Φλοίσβος Αγάπης και Ειρήνης. 

Αλήθεια, πόσοι αίνοι μπορούν να γραφτούν για τον πατέρα. Η αγάπη του πληρεί το είναι μας, από ευφροσύνη, από ουράνια χαρά. Στην μορφή του ευλαβικά προσπίπτουμε με σεβασμό. Δεν υπάρχει κανένας που να μην ένιωσε τη σιγουριά, κρατώντας το χέρι του πατέρα του.Νιώθαμε μια αγαλλίαση, μια γλυκιά θαλπωρή όταν ήμασταν παιδιά και καρτερούσαμε την επιστροφή του πατέρα μας στο σπιτικό μας. Και τα ατέλειωτα βράδια του χειμώνα, όταν η οικογένεια συνάζονταν γύρω από το τραπέζι. Ώ!  Θεέ μου, τι αρμονία, τι ουράνια ευλογία αγκάλιαζε την οικογενειακή ΕΣΤΙΑ. Ευλογημένη ήταν εκείνη η ώρα που η οικογένεια βρίσκονταν μαζί. Πατέρας, ευλαβική μορφή, χιλιοαγαπημένη, από τον Θεό ευλογημένη. Πόσες φορές, ύστερα από τον κάματο της ημέρας, ποτέ δεν μας στερούσε την αγάπη του και την φροντίδα του. Πόσες φορές έσκυβε στα γραπτά μας, μας βοηθούσε, μας συμβούλευε, μας έδινε κουράγιο.

Τα ευλογημένα, κουρασμένα, χέρια του πατέρα, από τον τίμιο μόχθο της δουλειάς, για την φροντίδα της οικογένειας. Είτε κουρασμένα από την τραχιά χειρονακτική εργασία, είτε κουρασμένος από πνευματικό μόχθο και κάματο. Η σεπτή μορφή του στέκει στο  βάθρο της ψυχής μας. Φάρος ολοφώτεινος, σεμνός ήρωας για τον καθένα μας ο δικός του πατέρας. Του αξίζει κάθε τιμή και σεβασμός από τα παιδιά του, από την οικογένεια του.

Για όσους έχουν την ευτυχία να έχουν τον πατέρα κοντά τους. Για όσους δεν υπάρχει πλέον στη ζωή, υπάρχει μέσα στον βωμό της ψυχής, ολοζώντανος, χαμογελαστός, όπως τότε που ήμασταν παιδιά και μας κρατούσε από το χέρι. Με σεβασμό και ευλάβεια τα χείλη μας ας υμνήσουν σεμνά τον ΠΑΤΕΡΑ μας. «Ο γλυκασμός της καρδιάς μας, γλυκό αγλάϊσμα ψυχής». «Ηλιοστάλακτη δροσιά, του νου και της πνοής μας». «Ίνδαλμα και εικόνα, της ζωής μας». «Ψαλτήρι  έχουμε στην καρδιά μας για εσένα, πατέρα». ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, στους πατέρες όλης της γης, όποιο χρώμα κι αν έχουν, σε όποια θρησκεία κι αν  πιστεύουν, σε όποια χώρα κι αν κατοικούν.

ΣΤΗΝ ΙΕΡΗ ΟΛΥΜΠΙΑ, «ΤΟΥ ΩΡΑΙΟΥ ΚΑΙ  ΤΟΥ ΑΛΗΘΙΝΟΥ» —> Αρχαίο πνεύμα Αθάνατο» με αυτό το πνεύμα ο μεγάλος μας ποιητής Κωστής Παλαμάς ύμνησε τη Δόξα των προγόνων μας. μέσα σε σεμνούς στίχους που κλείνουν με δέος την ιερή σημασία και το πνεύμα που ώθησε τους προγόνους μας στην διοργάνωση της πρώτης Ολυμπιάδας το 776 π.Χ. Στο κάλεσμα των αγώνων όλη η Ελλάδα συμμετείχε, στέλνοντας τους καλύτερους αθλητές. Η κάθε πόλη με την ελπίδα να δρέψουν ένα στεφάνι αγριελιάς και να γυρίσουν στην πόλη τους δαφνοστεφανωμένοι. Και τα χρόνια κυλούσαν με τη Δόξα να καλεί τους αθλητές στο μεγαλύτερο κάλεσμά της, του κάθε ιερού ιδανικού «Του ωραίου, του αληθινού».                                                                                                    Στο πέρασμα των αιώνων, δυστυχώς αυτό το ιερό για τους Έλληνες μεγαλείο έτεινε να παύσει. Με την αναβίωση του και ύστερα από τόσους αιώνες, η πρώτη κατά σειρά μοντέρνα Ολυμπιάδα, το 1896 στην Αθήνα. Δέος και συγκίνηση προκάλεσε στην απανταχού οικουμένη το κάλεσμα των αθλητών στους στίβους του σταδίου, κάτω από τον γαλανό ουρανό, της πατρίδας τους. Της χώρας που εμπνεύστηκαν και θεμελίωσαν οι αρχαίοι πρόγονοι μας. Μα στα χρόνια που ακολούθησαν δυστυχώς έχουν πολύ ξεφύγει, από το πραγματικό νόημα και το πνεύμα του αθλητισμού. Το μέγα πανανθρώπινο νόημα, την συναδέλφωση των λαών και το πνεύμα της Δόξης με ένα στεφάνι αγριελιάς. Το πραγματικό νόημα πλέον τείνει να σβήσει παντελώς. Βλέπουμε ότι δυστυχώς σαν ένα γεγονός είδους καρναβαλιού…έχει καταντήσει το «πνεύμα του αθλητισμού». Οι διοργανώτριες χώρες επωμίζονται αβάσταχτα χρέη, έχοντας σκοπό, όχι να σεβαστούν το αρχαίο πνεύμα του κάθε ωραίου σκοπού, αλλά το πως θα φέρουν στα ταμεία τους χρήμα…και διαφήμιση της χώρας τους. Και δίπλα σε αυτόν τον κυκεώνα, της ανοησίας και της αλαζονείας, γίνονται ξάφνου όλοι…ιστορικοί…έστω κι αν ούτε την ιστορία της ίδιας τους πατρίδας γνωρίζουν…και σαν τους διάνους και τα παγόνια, φουντώνουν τα λοφία τους και εκεσφονδονίζουν τις άπειρες…ιστορικές τους γνώσεις…χτυπώντας κατακούτελα και παραποιώντας την ιστορία μας.                         Μας πονάει φοβερά, αυτή η απρέπεια, ο κάθε αγνός Έλληνας πατριώτης, νιώθει το αίμα στις φλέβες του να κυλάει χείμαρρος, οργισμένος. Θέλει να υψώσει τη φωνή του, να ακουστεί η αγανάκτησή του μέχρι τα ουράνια. Να σφίξει την γροθιά του, όχι να σκοτώσει, αλλά να κεραυνοβολήσει  την ασέβεια, την ιεροσυλία. Να μπορούσε να ξυπνήσει τους προγόνους μας, από τον ύπνο τον βαθύ. Να δει τον Δία να αρπάζει από τον Όλυμπο ψηλά τους κεραυνούς και να κατακεραυνώνει την ασέβεια. Να δούμε με τα μάτια της ψυχής, την θεά της σοφίας την Αθηνά, να αγκαλιάζει  με το αρχαίο πνεύμα, τους αληθινούς αθλητές όλου του κόσμου, σε ένα συμπόσιο ειρηνικό, να γευτούν το νέκταρ και την αμβροσία της ΔΟΞΑΣ. Εκεί στο αρχαίο στάδιο της Ολυμπίας. Και η αγριελιά να γίνει  το έπαθλο το τιμημένο το ιερό.                                                                                                                                    Στο «Νέο Κόσμο» της Πέμπτης 11 Αυγούστου 2016, ο κ. Ηλίας Ντωνούδης, εύλογα και εύστοχα διατυπώνει τις αξιόλογες σκέψεις του. Μάλιστα όπως πολύ, πάρα, πολύ σωστά και συνετά γράφει. « Στην Ελλάδα κάθε τέσσερα χρόνια…-Χωρίς προβολείς και πανίσχυρους χορηγούς!  Χωρίς χρυσά, ασημένια, χάλκινα μετάλλια! Ένα «σεμνό» δάφνινο στεφάνι στους νικητές και αμέτρητο χειροκρότημα! Και καλεσμένος όλος ο πλανήτης, χωρίς διακρίσεις και πολιτικές σκοπιμότητες!…σκέψεις που η πένα του κ. Ντωνούδη καταγράφει από το πατριωτικό αρτοφόρι της καρδιάς όλων των Ελλήνων, με την ίδια ευχή. Τον συγχαίρω, οι σκέψεις του, τιμούν όλους μας.                                                              Τι μεγαλείο Θεέ μου, είθε να γινόταν το θαύμα. Η  φτωχή  μας πατρίδα, η τόσο αδικημένη και πονεμένη να λάμψει με το « Αρχαίο Πνεύμα Αθάνατο» να φωτίσει με το φως της δικαιοσύνης και να ξυπνήσει τους λαούς που κοίτονται βαριά λαβωμένοι στον ύπνο της απάθειας και της σιγής… Με ένα εγερτήριο σάλπισμα και τα χείλη να πάλλονται από ιερή υπερηφάνεια ας σιγοψάλουμε μέχρι τα μύχια της Ελληνικής ψυχής μας.    «Εμπρός για τη ΝΙΚΗ εμπρός, η ΔΟΞΑ  ανοίγει τα χρυσά της φτερά, σαν μια άλλη φορά και εμπρός προχωρά»

ΤΟ ΛΑΦΥΡΟ… –>  Πολλές  δουλειές είχε εκείνο το πρωινό η κυρά – Άννα. Μα και πότε δεν είχε; Οκτώ παιδιά, ο άνδρας της κι εκείνη, δέκα στόματα, γύρω από το τραπέζι.

Στιγμή δεν ξαπόστενε. Μα, σήμερα είχε πολλές δουλειές στο πρόγραμμα της. Πλησίαζαν μαθές μεγάλες μέρες, έρχονταν Χριστούγεννα. Δεκέμβριος 1943.

Τα μεγαλύτερα παιδιά ήταν στο σχολείο, τα κορίτσια που είχαν τελειώσει, την βοηθούσαν στις δουλειές, το μωρό κοιμόταν ήσυχα στην κούνια. Το πρόβλημα ήταν τα δύο μικρότερα αγοράκια, ο Κωστάκης και ο Γιωργάκης. Όλο και κάτι ήθελαν, γκρίνιαζαν και ανακατεύονταν στα πόδια της…

-Κωστάκη , πάρε τον Γιώργο να πάτε λιγάκι να καθήσετε με τη γιαγιά, θα σας δώσει καρύδια και σταφίδες, είπε η κυρά – Άννα.

Άλλο που δε θέλανε να ακούσουν τα μικρά. Συχνά τα έστελνε η μητέρα τους να πάνε στην μητέρα της, δεν ήταν δα και μακριά, να, μόλις έστριβες από τη γωνία εκεί παρα δίπλα βρίσκονταν.

Αν και χειμώνας και χιόνι, δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα να πάνε τα μικρά. Μα, να όμως, εκεί στη στροφή, στη μέση του χωριού, είχε σταματήσει μία Γερμανική φάλαγγα. Οι στρατιώτες έκαναν χάζι, κλωτσώντας μία μπάλα πάνω στο κατάλευκο χιόνι.

Ο μικρός Κωστάκης πέντε χρονών παιδάκι, άνοιξε τα μάτια του με θαυμασμό και απορία, όταν είδε τη μπάλα. « Μπα! Παίζουν μπάλα και οι μεγάλοι; σκεπτόταν με το παιδικό του μυαλουδάκι, δεν μπορούσε να το πιστέψει «μόνο τα παιδάκια παίζουν θαρρώ,» σκεπτόταν.

Η γιαγιά τα κράτησε όσο μπορούσε κι όταν βαρέθηκαν πήραν το δρόμο για το σπίτι. Αχ!, ας την πέταξαν την μπάλα, εύχονταν ο Κωστής…μα, τί βλέπει καλέ; Εκεί δύο μέτρα μακριά καμάρωνε η μπάλα. «Χμ! Καλά το έλεγα, μόνο τα παιδάκια παίζουν με μπάλα, όχι οι μεγάλοι.»

Στάθηκε ένα λεπτό και αφού σιγούρεψε τον μικρό αδελφό, του είπε να μένει στη θέση του, εκείνος…ακάθεκτος πλέον…πήρε την απόφαση…γρήγορα, γρήγορα…χραπ- χρουπ τα μικρά ποδαράκια πάνω στο χιόνι…πλησίασε, έσκυψε με λαχτάρα…άπλωσε τα παγωμένα χεράκια, να αγκαλιάσει με λατρεία το λάφυρο…τον ανέλπιστο  ΘΗΣΑΥΡΟ!!!

Λαχτάρα, που τον περίμενε…δέχτηκε μια γερή κλωτσιά στα μαλακά…η μπάλα ξέφυγε…κύλησε πάνω στο χιόνι. Εκείνος, κατατρομαγμένος…ηττημένος σαν τον Μέγα Ναπολέωντα…στη μάχη του Βατερλώ, περιμάζεψε τον μικρό – που έστεκε σαν φύλλο τρεμάμενο μπροστά στον Γερμανό – και σαν βρεγμένη γάτα γραμμή για το σπίτι.

Το βράδυ γύρω από το τραπέζι, συγκεντρωμένη η οικογένεια έτρωγε το δείπνο που ετοίμασε η μητέρα. Ο πατέρας που είχε μάθει για το πρωϊνό συμβάν, είπε: -Ακούστε εδώ, οι Γερμανοί έχουν εξαγριωθεί, άκουσα πως κάτω εκεί στην Πελοπόννησο, στα Καλάβρυτα, αφάνισαν όλους τους άνδρες. Δεν χαρίζονται σε κανέναν…και κοιτάζοντας τον μικρό Κωστάκη στα μάτια, είπε. Ούτε και στα μικρά παιδάκια που θέλουν να παίζουν…με την μπάλα. Το άκουσες αυτό Κωστή; …

Τα χρόνια πέρασαν… Εκείνο το παιδάκι του 1943 ο  Κωστής, ποτέ δεν ξέχασε το φιλοδώρημα από την μπότα του κατακτητή…και όποτε οι αναμνήσεις ζωντανεύουν, στη θυμησή του έρχεται «ΤΟ ΛΑΦΥΡΟ» οι αναμνήσεις που ζούνε μαζί του εδώ στα κράσπεδα του Νότου, πάντα θαλερές, όσιες σεπτές.

ΓΙΝΩΣΚΕΙΣ…ΤΙ   ΑΝΑΓΙΝΩΣΚΕΙΣ; –> Δεν είναι  αποκλειστικά και μόνο οι γραμματικές γνώσεις ή ακόμη και η κοινωνική μόρφωση που  δηλώνουν τις αξίες του ανθρώπου. Και βέβαια όλα αυτά συντείνουν σε ευρύτερη κλίμακα. Είναι γεγονός ότι όταν ο άνθρωπος καλλιεργεί τις γνώσεις του, πάντοτε βελτιώνει την πνευματική του αξία. Πλην όμως μέσα από αυτό το μετερίζι των αξιών, δεν μπορούμε να αποκλείουμε, τους ανθρώπους εκείνους των οποίων η μαθητική τους γνώση υστερεί, των άλλων που έχουν σχετικά υψηλή εκπαίδευση.

Η ψυχική αβρότητα δεν συναντάται πάντοτε και μόνο στους μορφωμένους. Είναι ένα ψυχικό χάρισμα και ευτυχείς αυτοί που το κατέχουν. Μία σπουδαία αρετή, μια ψυχική ευφορία. Υπέρτατη ωραιότητα, αδαμάντινη λάμψη. Που υπάρχει;  Κατοικεί μέσα στις ψυχές μας, υπάρχει μέσα μας, αρκεί να την αξιοποιήσουμε και να την προσφέρουμε με ανθρωπιά και αγάπη στον συνάνθρωπο μας, στον πλησίον μας,  στον αδελφό μας.  Ένας καλός λόγος, μια ευγένεια αληθινή βγαλμένη από την ψυχή μας, μπορεί να επουλώσει μία πληγή, αντί να την γρατζουνίσει…ας προσέχουμε με τον τρόπο που εκφραζόμαστε, γιατί όπως πολύ σωστά λέει ο λαός μας «η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει, μα κόκκαλα τσακίζει».

Είναι κρίμα να δαπανάει ο άνθρωπος αυτό τον εσωτερικό του θησαυρό, να τον παραμερίζει, ίσως ακόμη και να τον καταπονεί, να τον πνίγει, να μη τον αφήνει να λάμψει. Είναι κακό και κρίμα, όταν υπάρχουν συνάνθρωποί μας που αρέσκονται να κατακρίνουν, να δαχτυλοδείχνουν, να σκορπούν την αδιαλλαξία και να κατονομάζουν συνανθρώπους τους επειδή…δεν συμφωνούν με τη δική τους γνώμη.

Μα αγαπητοί μου συνάνθρωποι, όταν ρίξουμε μια απλή ματιά στα δάχτυλα του χεριού μας, θα διακρίνουμε την ατέλεια. Όταν ακόμη και εκεί υπάρχει αυτή η ορατή διαφορά στο ίδιο μας το σώμα, τότε πως μπορεί η σκέψη όλων μας να είναι πανομοιότατη;  Έχουμε όλοι γεννηθεί κάτω από διαφορετική στέγη. Έχουμε γαλουχηθεί μέσα στα πατρογονικά μας θεμέλια. Διαφορετικά τα πιστεύω του καθενός. Διδαχτήκαμε και μεγαλώσαμε, μα ότι μάθαμε τότε έχει μείνει βαθιά ριζωμένο.

Μέσα μας υπάρχει ο πνευματικός μας κόσμος, το περιβόλι της ψυχής. Δεν είναι πάντοτε λούλουδα σπαρμένος, υπάρχουν τόσα ζιζάνια, αγκάθια, λογής, λογής. Όταν σκύψουμε να τα βοτανίσουμε, πολλές φορές μας τσιμπούν, μας πληγώνουν, μα εμείς έχουμε αποφασίσει για την κάθαρση του κήπου μας, να πετάξουμε τα ζιζάνια και να κρατήσουμε τα ωφέλημα, που θα κάνουν όμορφο το περιβόλι της ψυχής μας. Και επειδή όλοι είμαστε φτιαγμένοι από την ίδια πάστα, αναμφιβόλως έχουμε και το πνευματικό μας περιβόλι. Το περιβόλι με όλα, με τα λούλουδα, με τα αγκάθια. Κάλλιστη ωφέλεια θα λάβει ο καθένας μας, όταν σκύψουμε πρώτα στο δικό μας περιβόλι, για να πετάξουμε και ξεριζώσουμε, πρώτα τις δικές μας ατέλειες, προτού ρίχνουμε …τα βέλη μας στους συνανθρώπους μας. Αυτές οι ενέργειες δεν υψώνουν τον άνθρωπο όποια κι αν έχει  μόρφωση. Μάλλον τον κατεβάζει πολύ χαμηλά. Υποβαθμίζοντας κάθε ατομική και κοινωνική του αξία. Και δεν είναι μόνο η δική του υποβάθμιση, αλλά αμαυρώνει την κοινωνία στο σύνολο της.

Όπου υπάρχει η ομόνοια, η αγάπη, η συνείδηση, σίγουρα υπάρχει και η προκοπή.  Παραδείγματα πολλά μέσα από την ιστορία. Λαοί προόδευσαν γιατί υπήρχε σὐνεση και ομοψυχία, από τους αρχηγούς μέχρι τον τελευταίο πολίτη. Γιατί λοιπόν αντί να λακτίζουμε πάνω σε ήλους, να μη φροντίσουμε να εξουδετερώσουμε ότι μας προκαλεί πόνο;  Δύσκολο το έργο;  Καθόλου, μα καθόλου. Τα καταφέρνει ο καθένας μας αρχίζοντας από το δικό του πνευματικό κατοικητήριο.

Ας πλέξουμε καλάθια για να τα γεμίζουμε από  ευωδιαστά άνθη της ψυχής!  Να τα προσφέρουμε  πλουσιοπάροχα με καλοσύνη και ανθρωπιά στον πλησίον μας. Αγαπητοί μου συνάνθρωποι, πετάξτε τις φαρέτρες…και καταστρέψετε τα βέλη…γιατί στην ουσία αυτά τα βέλη της κακίας είναι αυτό ακριβώς που λέει ο ψαλμωδός, « σβέσον τα πεπυρωμένα βέλη του πονηρού  τα καθ’ημών δολίως κινούμενα»…  Πλέξτε στεφάνια αγάπης και ανθρωπιάς!  Καταστρέψετε τις φαρέτρες και τα βέλη του πονηρού.

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ –> Το τηλέφωνο χτύπησε… Κάποια φωνή γλυκιά, ζεστή, ακούστηκε να καλεί το όνομά μου…  -Ω! Σκέφθηκα! Ποιος μπορεί να είναι;

Η φωνή ξανακούστηκε, με άπταιστη Ελληνική ευχέρεια. …Αυτή η ζεστή φωνή που ομιλεί τόσο ωραία την Ελληνική! δεν  είναι της αλλότριας γης. Είναι Ελλαδίτικη! Ελληνική!  Η φωνή της λατρευτής μου φίλης, δόνησε σύγκρομα  την Ελληνική  ψυχή μου…

Φίλη μου, πολυαγαπημένη φίλη των παιδικών μου ξέγνοιαστων χρόνων. Φίλη μου, έφθασες κοντά μου! Η πόρτα της ψυχής άνοιξε διάπλατα! Σου ετοίμασα την δική σου θέση στην εστία της ψυχής μου, για να με συντροφεύεις πάντοτε εδώ στην αλλότρια γη!..

Μέσα σ’ αυτή την σύντομη επίσκεψη σου, εγώ έζησα μία ολόκληρη ζωή…  Ένας ολόκληρος κόσμος, ξαναπήρε την μορφή της εποχής εκείνης …της ανεπανάληπτης εκείνης εποχής…

Τότε, που εμείς, άδολα αθώα παιδιά ζούσαμε σε ένα κόσμο γεμάτο αγάπη και θαλπωρή…Σε ένα κόσμο δικό μας κατάδικό μας, που για εμάς τα αθώα πλάσματα έπαιρνε αγγελική μορφή!  Έτσι νιώθαμε,  ίσως να ήταν η δική μας αγνή ελπίδα,της αγάπης και του σεβασμού! Προς τους γονείς μας, στην κοινωνία γενικά. Ίσως πάλι επειδή γεννηθήκαμε  όταν ο μυρωμένος μπάτης της λευτεριάς, σκόρπιζε απ’άκρη

σ΄άκρη στην βασανισμένη πατρίδα μας το μεγάλο μήνυμα της αδελφοσύνης  με τα σήμαντρα της ΕΙΡΗΝΗΣ!

Νιώθαμε μία Θεία απέριτη γαλήνη να μας αγκαλιάζει, να μεταρσιώνει την θνητή ύπαρξή μας σε άυλη… Το κάθε τι για εμάς έπερνε διαστάσεις άλλαζαν μορφή οι καταστάσεις…

Στο μάθημα της Ελληνικής ιστορίας κρεμόμασταν από τα χείλη, του δάσκαλου μας, καθώς μας εξιστορούσε τους άθλους και την γενναιότητα των προγόνων μας…Και εμείς εκείνες τις στιγμές ζούσαμε νοερά βήμα προς  βήμα  κάθε καμπή της ιστορίας μας,κάθε δοξασμένη εποχή…  Τα τρυφερά αγνά μας στήθη φούσκωναν από ιερό δέος, δάκρυα,εθνικής υπερηφάνειας έρεαν πάνω στα ροδοκόκκινα παιδικά μας μάγουλα…

Όταν έφθαναν οι εθνικές μας εορτές γεμίζαμε υπερηφάνεια.

Ώ! μα πως μπορώ να ξεχάσω κάθε πρωί, την έπαρση της σημαίας μας! Πως μπορώ να ξεχάσω το σεβασμό και τη λατρεία μας στο ιερό σύμβολο της φυλής μας,  το συνυφασμένο με τα ιδανικά της ευλογημένης γενιάς μας, τη γαλανόλευκη σημαία μας! Την καμαρώναμε καθώς κυμάτιζε περήφανα πάνω στον ιστό της! με το «Σταυρό να κυματίζει στην ψηλή της κορυφή» όπως έλεγε το σχολικό μας τραγούδι!

Είπα Σταυρός; Φίλη μου που είναι τώρα ο Σταυρός; Που είναι το σύμβολο της πατρίδας και της θρησκείας μας; Ποιες βάρβαρες ανόσιες υπάρξεις;  και ποιά βέβηλα χέρια τόλμησαν αυτή την ιεροσυλία; Ακόμη και ο Δάντης «στους κολασμένους» θα φρικιούσε και θα αδυνατούσε να εύρει την τιμωρία μέσα στο κολαστήριο, την αιώνια που τους πρέπει…τιμωρία… Η ιστορία όμως, θα τους καταλογήσει αυτή τους την ασέβεια και ιεροσυλία… Ο καταλύτης χρόνος δεν θα τους χαριστεί! Θα μείνει ακατάλυτη η βδελυρή τους πράξη.  Θα μείνει ένα σκοτεινό σημείο στην ιστορία και πορεία του γένους μας…

– Φίλη μου, έφθασες έτσι απρόσμενα κοντά μου, εδώ στον καυτερό Γενάρη της Μελβούρνης!..ξύπνησες όσιες αναμνήσεις, μου πρόσφερες την υπέρτατη χαρά, την συγκλονιστική συνάμα. Τη χαρά να γυρίσω το χρόνο, να ζήσω βήμα προς βήμα, θεσπέσιες αγνές στιγμές, των άδολων παιδικών μου χρόνων. Ένιωσα ότι η απόσταση εκμηδενίζεται όσο ζει και υπάρχει μέσα μας η υπέροχη αρετή της φιλίας!!! Εσύ, ζεις και αναπνέεις τον δροσερό μπάτη, στις δανδελωτές ακρογιαλιές

της γενετειράς μας – της δοξασμένης Χαλκιδικής. Εγώ ζω πολύ μακριά στα κράσπεδα του Νότου! Εκεί που άραξε η ΑΡΓΩ της Αργοναυτικής μου Έκστρατείας…Αγαπώ την θετή μου πατρίδα την όμορφη γραφική Μελβούρνη. Έφθασα εδώ με τους λατρευτούς γονείς μου, παιδί ακόμη! Η γη αυτή, τους έχει δεχθεί στα σπλάχνα της…Η γη αυτή είναι ευλογημένη, είναι ιερή! για εμένα, σκιρτώ από ιερό δέος! Στην χώρα αυτή την μακρινή γνώρισα τη ζωή, είναι η γενέτειρα των παιδιών μου. Ζω στην κάτω εσχατιά, ποτέ μα ποτέ δεν ξεχνώ τη φτωχή, όμως ένδοξη πατρίδα μας την αθάνατη ΕΛΛΑΔΑ ΜΑΣ.

Το αίμα της φυλής μας κρουνός  ρέει στις φλέβες μου, γνήσιο ατόφιο Ελληνικό, ριγώ στην σκέψη – και μόνο – της ευλογημένης κληρονομιάς μας… Φίλη μου, σ’ ευχαριστώ για την επίσκεψη…

ΤΟ ΑΓΝΟ ΙΔΑΝΙΚΟ –>  Έλα! Μου είπες… Και  ήσουν, φαντασία! Ήσουν ένα όνειρο! Γεμάτο υποσχέσεις… Έλα! Να πάμε μακριά από τον κόσμο… Μακριά από τον κόσμο που μας πληγώνει, που μας ματώνει, που μας σταυρώνει και μας σκοτώνει… Έλα, να πάμε μακριά σε άγνωστα μέρη, κανείς να μη μας ξέρει. Μόνοι, εσύ κι εγώ, να ζούμε στο φωτεινό όνειρο μας! Έλα! Μη διστάζεις! Η ευτυχία μας  περιμένει!

Και εγώ είπα, ναί! Όμως δεν ήρθα.  Δε θα μπορούσα να ζήσω σε μία τόσο δυνατή ευτυχία. Δε θα άντεχα να ζω στο όνειρο…και ήταν τόσο δυνατό το καλεσμά σου…τόσο θελκτική απαλή η φωνή σου… Κι όμως δεν ήρθα! Δεν ήρθα ποτέ, ούτε και στα όνειρα σου! Δεν ήρθα γιατί εγώ δεν μπορώ να ζω σε φαντασίες…δεν μπορώ…

Θέλω να ζω, να αναπνέω στην πραγματικότητα, στην ελευθερία, στην ελπίδα. δεν μπορώ να ζω φυλακισμένη σε ένα όνειρο, πνίγομαι… Θέλω να θυσιάζομαι, θέλω να προσφέρω. Δεν προσδοκώ το πέσιμο της Τροίας…μόνο ελπίζω τον γυρισμό, του Οδυσσέα!

Αυτά σου είπα, ένιωσα το δάκρυ να κυλά στην ψυχή σου, να γίνεται λυγμός να γίνεται άλγος, να γίνεται νόστος μιας χαμένης εποχής που δεν μπόρεσες να ζήσεις ποτέ! μιας ανεπανάληπτης προσδοκίας για το αγνό, για το μεγάλο ιδανικό, για το εξαίσιο, το εράσμιο, το απόλυτο σε αγνότητα, σε μυστικισμό…

Εγώ δεν το μετάνιωσα ποτέ…ζω τη δική μου ζωντανή ευτυχία… Τα βράδια όμως προτού παραδοθώ στην αγκαλιά του Μορφέα αναλογίζομαι… και ρωτώ: Άραγε εσύ αντάμωσες τη μαγική ευτυχία; ζεις στον κόσμο που μου είχες υποσχεθεί; γνώρισες τη χαρά; Εγώ τη γνώρισα! Αληθινή, ζωντανή, τη ζω στην πραγματικότητα στην αλήθεια.      Η δική σου ευτυχία, η μεγάλη με τρόμαζε…δεν είμαι φτιαγμένη για όνειρα, δε θα άντεχα, θα πνιγόμουν, μέσα στην ασάφεια, στη δίνη του πεπρωμένου… και του ονείρου… Θέλω να ζήσω ελεύθερα, όχι σαν καναρίνι στο κλουβί της ευτυχίας…

Θέλω να μοχθώ, να κοπιάζω, να χαίρομαι την κάθε ημέρα της ζωής μου όπως έρχεται, όπως πάει! Θέλω να κοιτάζω τον συνάνθρωπο μου στα μάτια, βαθιά, θέλω να ξεχωρίζω τον ΑΝΘΡΩΠΟ. Θέλω να προσφέρω, από το αρτοφόρι της ψυχής μου…  Θέλω να γίνομαι θυσία, εμπρός στο βωμό της αγάπης, της προσφοράς… Θέλω να πασχίζω, να δημιουργώ, πραγματικότητες, ζωντανές, χειροπιαστές, αληθινές!                                   Συγχώρεσε  όμως, το μόνο μου ΟΝΕΙΡΟ που με συνοδεύει πάντοτε, ένα μοναδικό μου ΟΝΕΙΡΟ.  Ας είχα τη δύναμη να αγκαλιάσω όλη την πλάση! Να σκορπίσω την αρμονία, την αγάπη, την ΕΙΡΗΝΗ. Έτσι είμαι εγώ! Συγχώρεσέ με, φαντασία μου…συγχώρεσε με…  Έτσι θέλω εγώ να ζω… Θέλω να ζω στο αγνό ιδανικό μου…                  [Μελβούρνη, 22/3/2013]

Η ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ –>  Είναι υπέρτατη η αρετή της ευγνωμοσύνης ! Σημαντικός παράγων στην ζωή μας! Μας κρατάει στον σωστό δρόμο, σμιλεύει τον εσωτερικό μας κόσμο, μας κάνει περισσότερο ανθρώπους, μας συντροφεύει στην ευθεία οδό !!! Αυτές οι σκέψεις, με έκαναν να σκεφθώ πόσο σημαντική είναι η ευγνωμοσύνη, το να αναγνωρίζεις και να εκτιμάς την ευεργεσία, όσο μικρή κι αν είναι αυτή…

…1988.’Ενα απόγευμα ύστερα από το σχολείο, η κορούλα – ένα χαρούμενο κοριτσάκι με κοτσιδάκια και ροδοκόκκινα μαγουλάκια – έφερε στο σπίτι ένα κουταβάκι!  Ένα έξυπνο σκυλάκι με σπινθιροβόλα ματάκια!!! «Αράπη», το ονόμασαν, γιατί ήταν κατάμαυρο ! Το αγαπούσαν όλοι στην οικογένεια, όμως ξαφνικά ο Αραπάκος αρρώστησε και ούτε ο κτηνίατρος δεν μπόρεσε να το σώσει…

Κλάματα το κοριτσάκι και μόνο παρηγορήθηκε όταν ο πατερούλης, της υποσχέθηκε  να πάνε στο  « λόστ ντόγκς χόμ »  και να διαλέξουν ένα άλλο σκυλάκι. Στην ουσία να το σώσουν!!!  Έτσι λοιπόν όλη η οικογένεια πλην της γιαγιάς επήγαν στο Νόρθ -Μέλμπουρν γιά αυτό το σκοπό…

Πόσα, μα πόσα σκυλάκια ήταν εκεί!  Διάφορες ράτσες , χρώματα και ηλικίες …   Ξάφνου, παρατήρησαν ένα ήσυχο γεμάτο παράπονο,  που τούς κοίταζε στά μάτια, λές και ζητούσε  την συμπόνια τους για την σωτηρία του!..

-Άχ! Τι αδύνατο που ήταν το καημένο! Λες ότι ήθελε να τους πει: -Κοιτάξτε με πόσο αδύνατο είμαι! Τα προηγούμενα αφεντικά μου με πέταξαν στο δρόμο όταν έφυγαν γιά άλλη πόλη, όμως εγώ θα σας είμαι πιστός φίλος, Μόνο να μη με αφήνετε ποτέ μόνο …φοβάμαι και τρέμω  από τον φόβο μου μήπως με πετάξουν ξανά!!! Λές ότι κατάλαβαν το μήνυμα του, μέσα από το βλέμμα του!!!

Το  πήραν με αγάπη. Άχ! Τι αδύνατο που ήταν, τα πλευρά του μπορούσες να τα μετρήσεις ένα προς ένα .. Η γιαγιά έκανε χαρές μόλις το είδε. Το έκαναν μπάνιο, το στέγνωσαν,το τάϊσαν, το φρόντισαν, ένιωσε την σιγουριά και θαλπωρή…

-Πως θα το ονομάσουμε; ρωτήθηκαν αναμεταξύ τους.  Το χρώμα του άσπρο και καφετί! Έμοιαζε με εξαιρετικής ποιότητος ουίσκι Σκωτίας.! -Ωραία! λοιπόν να το ονομάσουμε Σκώτς …

…Και μεγάλωσε το σκυλάκι, πάχυνε, ήταν χάρμα οφθαλμού!!! Πόσο υπάκουος ήταν. Συντρόφευε την γιαγιά όταν καθόταν ακόμη και στον κήπο !!!   Όμως και εκείνη δεν τον άφηνε παραπονεμένο, πάντοτε κάτι τον φίλευε. Κανένα μπισκοτάκι, Κανένα αμύγδαλο, ακόμη και καμία καραμελίτσα του βήχα!!! Και ήταν τόσο καλόφαγος ο Σκώτς, που ακόμη  και την καραμέλα του βήχα, την έτρωγε με μεγάλη ευχαρίστηση. Μόνο που δεν ήθελε να μένει μόνος. Ένιωθε απέραντη ευγνωμοσύνη για τα αφεντικά του  και ήθελε με κάθε τρόπο να την εκδηλώνει… Έτσι και η μητέρα με την γιαγιά έβγαιναν από το σπίτι να πάνε για ψώνια, τότε ήταν το δράμα… Ο Σκώτς έκλαιγε σαν παιδί, που το αφήνει για λίγο η μητέρα του μόνο του. Και μόλις επέστρεφαν ήταν έκδηλη η χαρά του! Χοροπηδούσε και έβγαζε χαρούμενες φωνές, σαν να έλεγε, επί τέλους, γυρίσατε και εγώ κατατρόμαξα μήπως και με αφήσετε  μόνο μου!!!

Το φρόντιζαν όλοι, από τα παιδιά μέχρι τους γονείς και την γιαγιά.  Ακόμη και στις καλοκαιρινές διακοπές τον έπαιρναν μαζί τους … Ο Σκώτς όμως είχε ιδιαίτερη αγάπη και σεβασμό στη γιαγιά ! Ισως επειδή έμενε μαζί της περισσότερη ώρα απο την υπόλοιπη οικογένεια.

Πέρασαν τα χρόνια  τόσο βιαστικά! Ο Σκωτς γέρασε, έγινε ένδεκα χρόνων, λιγάκι χοντρούλης καθώς ήταν, βαριόνταν κι’όλας .Του άρεσε το χουζούρι όπως τους  γέροντες… Καθόνταν πάνω στην βεράντα της γιαγιάς. Όταν ήθελε να μπει κάποιος μέσα στο σπίτι δεν του καίγονταν καρφί! Ο Σκώτς δεν κουνιότανε  από

την θέση του. Μόλις όμως έβλεπε την γιαγιά, ή έστω να άκουγε την φωνή της και μόνο,  δίχως ακόμη να την ιδεί αμέσως λες και γνώριζε την ευσέβεια και τον σεβασμό στο πρόσωπο της γιαγιάς!  Αμέσως έκανε την προσπάθεια, σηκώνονταν και έκανε μέρος να περάσει!!!  Αμέτρητες φορές η μητέρα, κρατώντας κάτι στα χέρια της ήθελε να μπεί στο σπίτι  της γιαγιάς-μητέρας της-έβλεπε τον Σκώτς να μην έχει πρόθεση να σηκωθεί …

-Μαμά-έλεγε, φώναξε τον Σκώτς να σηκωθεί για να περάσω!

-Σκώτς! φώναζε η γιαγιά και στο λεπτό το ζωο ήταν όρθιο…

Άλλες φορές πάλι, όταν ήταν βολεμένος στην βεράντα του σπιτού τής οικογενείας, μόλις έβλεπε την γιαγιά να κλειδώνει την δική της πόρτα πρίν ακόμη καν προχωρήσει πρός το μέρος του, αμέσως σηκωνόταν. Και της έκανε τόπο να περάσει !!! Ύστερα θρονιαζόνταν με την ησυχία του και πάλι…  Ποτέ η οικογένεια δεν ξέχασε την αγάπη και την ευγνωμοσύνη εκείνου του ζώου …

Σε αυτό το σημείο, αξίζει μία βαθιά σκέψη περισυλλογής:  Όταν ένα ζώο, εκδηλώνει την ευγνωμοσύνη του προς τον ευεργέτη του,  πόσο περισσότερο ο άνθρωπος, θα πρέπει την αρετή αυτή να την έχει ιδανικό του και σκοπό στην ζήση του…  Ένα αγνό, αληθινό θερμό ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ βγαλμένο από  καθάρια ψυχή ρίχνει βάλσαμο γαλήνης και ελπίδας,αγάπης, ανθρωπιάς, εκτίμησης… Μας κάνει να νιώθουμε, ότι υπάρχει  γύρω μας η αγάπη προς τον  Συνάνθρωπο μας. Μας χαρίζει κουράγιο και δύναμη. Μας κάνει σωστούς ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ.                                          [ Μελβούρνη, 31/1/2013 ]

ΣΤΟΝ  ΑΠΟΗΧΟ…της  ΔΟΞΑΣ –> Και αφού έσβησε η ιερή ΦΛΟΓΑ  που έκαιγε στο  βωμό του Αθλητισμού, εκεί στην αλλότρια γη, της Λατινικής  Αμερικής στην Βραζιλία. Και αφού τα φώτα σίγησαν, όταν οι ρυθμικές κινήσεις των χορευτών πήραν τέλος…και αφού, απόλυτη σιγή διαδέχθηκε τα πριν λίγο ολοφώτιστα στάδια.  Όταν η νύχτα απλωσε τα πέπλα της, και αγκάλιασε μέσα στην γαλήνη, της νηνεμίας, αφέντρα και κοσμοκρατόρισσα…ώ!  τότε, τι αλλαγή Θεέ μου…                                Και τότε, ένα φτερούγισμα…μέσα στον απόηχο…της Δόξας!  Μία ύστατη πνοή…η κόρη η πανώρια…η γαλαζοφορεμένη! Η κόρη η δική μας…η Ελληνική μας ομορφιά. Αφυπνίστηκε…τίναξε την ξανθιά της κόμη, ύψωσε την κεφαλή. Το λαμπρό της στέμμα, πάνω στο πανώριο μέτωπο της! Έριξε μια ματιά, στον απόηχο…τηςΔΟΞΑΣ.                          Άπλωσε τα Θεϊκά της χέρια, άνοιξε τα κατάλευκα φτερά της, αγκάλιασε τα απομεινάρια της ρωμαλεότητας…σύναξε τα στρουθία της ΔΟΞΗΣ όπως η κλώσσα τους νεοσσούς της…και με ανάλαφρες, αρμονικές κινήσεις  έσχισε την απεραντοσύνη του « Ουράνιου Θόλου » και έφθασε στην ιερή τη γη! Μέσα σε ιερή μυσταγωγία, έβγαλε το στέμμα της…και πάραυτα οι στύλες και τα κιονόκρανα μέσα στην ιερή Ολυμπία, έφεξαν από  «Αρχαίο Πνεύμα Αθάνατο». Κάθε μάρμαρο αναταράχτηκε από ιερή ανατριχίλα. Με την ιαχή της σάλπιγγας…χίλιες, μύριες, άρπες ήχησαν με ουράνια μουσικοί… Και από τον ύπνο τον βαθύ, ξύπνησαν…οι ένδοξοι, οι πρόγονοι μας οι νεκροί. Ξύπνησαν και έστεισαν χορό μέσα στα ΗΛΥΣΙΑ  ΠΕΔΙΑ…                                  Αυτό το σύγκαιρο ανατάραγμα, τους φέρνει ολοζώντανους, εκεί στη μακάρια γη, της αρχαίας «ΙΕΡΗΣ ΟΛΥΜΠΙΑΣ». Εκεί που η πανώρια γαλαζοφορεμένη κόρη η ΝΙΚΗ στεφάνωνε τους αθλητές με το αμάραντο στεφάνι της ΔΟΞΗΣ  θαλερό, αιώνια μένει στα μέτωπα τους, στον δικό τους τόπο, στη δική τους γη. Μέσα στον ιερό χώρο που έμειναν για πάντα, στα Ηλύσια Πεδία. Αλλά και μέσα στην ψυχή μας, ζούνε οι ήρωες μας, μαζί με την εθνική μας υπερηφάνεια. Εκεί ανήκουν, εκεί πρέπει να επιστρέψουν οι αγώνες «Το Πνεύμα το Αθάνατο» στον τόπο που γεννήθηκε. Μέσα από τα μάρμαρα, ηχούν ακόμη οι ζωτοκραυγές των προγόνων μας, εκεί που η ρώμη του κορμιού τους, μαζί με το πνεύμα του σεβασμού, τους έκαναν ημίθεους.      Ναι,  εκεί ανήκουν, μόνο εκεί. Δυστυχώς στις μέρες μας – αν και η ιδέα που πάρθηκε πολύ εύλογα ήταν για την συναδέλφωση όλων των λαών – οι σημερινοί Ολυμπιακοί αγώνες έχουν φύγει από την πορεία τους. Το Πνεύμα διέπεται μόνο με κίνητρο το χρήμα. Επίσης οι χώρες που τους διοργανώνουν, επωμίζονται αβάστακτα χρέη…όλα μέσα στη χλιδή. Και όταν τα πάντα σιγήσουν…και τα φώτα σβήσουν…και οι χοροί παύσουν…τι απομένει αλήθεια; … Η ιερή Ολυμπία στέκει ατόφια, σε μπόρες και καταιγίδες, μένει εκεί, με τα μάρμαρα της να διηγούνται την ΑΘΑΝΑΤΗ ΔΟΞΑ των προγόνων μας. Να περιμένουν εκεί, να ζήσουν πάλι την εποχή που δεν μπόρεσε κανένας, ούτε κι αυτός ο καταλύτης χρόνος να σβήσει. Προσμένουν οι δικοί μας οι ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ να επιστρέψουν για πάντα στη μητέρα γη. Να μη φεύγει η ΔΟΞΑ από την πατρική της ΕΣΤΙΑ. Η φτωχή μας πατρίδα έχει κάθε δικαίωμα σε αυτό το μετερίζι της ΔΟΞΑΣ. Είναι η κληρονομιά μας, η παρακαταθήκη μας. Να γυρίσει η ΔΟΞΑ και να υμνεί τους αθλητές εσαεί…όχι πλέον « απόηχος της…Δόξης, αλλά παντοτινά. Ναι η πατρίδα μας ζει και θα ζει, το αρχαίο πνεύμα της, στύλη φωτός, άσβηστη ελπίδα.  «ΑΡΧΑΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΑΘΑΝΑΤΟ», θα ζεις μαζί μας, εδώ στην αλλότρια γη.

Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ –>  Χρόνια και χρόνια τώρα ζούσαν στην ίδια γειτονιά, συναντιόντουσαν, τις περισσότερες φορές έπαιρναν την ίδια ώρα το λεωφορείο και το τρένο για τη δουλειά. Αντάλλασσαν ένα τυπικό χαιρετισμό κι αυτό ήταν όλο -κι όλο…αυτό γινόταν χρόνια και χρόνια…

Η μία ήταν Ελληνίδα, η άλλη Ιταλίδα, περίπου στην ίδια ηλικία. Όσο κι άν ταίριαζαν οι ράτσες τους δεν έπαυαν να είναι από ξεχωριστή γενιά… Και όμως αυτές οι δύο υπάρξεις που η μοίρα το θέλησε να τις αρπάξει από την πάτρια γη – και να τις φέρει τόσο μακριά- αισθάνονταν κάτι παράξενο. Κάποιο αίσθημα ανεξήγητο, εξαίσιο ένιωθαν κάθε φορά που συναντιόντουσαν, η καρδιά τους χτυπούσε παράξενα!!!

…Εκείνη  την ημέρα, απόγευμα ήταν, κρύο, βροχή. Ο σταθμός ασφυκτικά γεμάτος, όλοι βιάζονταν να μπούνε στα βαγόνια να πάνε όσο το δυνατόν γρηγορότερα στο σπίτι τους.  Η Μαρία βιαστική-βιαστική  τρύπωσε μέσα σε ένα βαγόνι, μόλις πρόβαλε και κάθισε ξάφνου συμπτωματικά κάθισε δίπλα της η γνωστή της Ιταλίδα η Άννα.   Οι δύο γυναίκες αισθάνθηκαν μία παράξενη θαλπωρή…λες και μαγνήτης τις ένωσε!

Χαμογέλασαν, μίλησαν για τον καιρό για το συνωστισμό των τρένων…

Τελικά το τρένο έφθασε στο σταθμό, χαιρέτησε η Ιταλίδα και έτρεξε βιαστικά, θα πήγαινε στον οδοντίατρο όπως είχε πει στην Μαρία προηγουμένως.

Στη βιασύνη της πάνω, της έπεσε το πορτοφόλι της, η Μαρία το σήκωσε από κάτω κι όσο κι αν έτρεξε δεν την πρόφθασε, είχε ήδη χαθεί μέσα στο πλήθος…

– Και τώρα τι να κάνω; σκέφθηκε η Μαρία, πως θα πληρώσει η καημένη τον οδοντίατρο της; δεν ξέρω που πήγε για να πάω να της το δώσω.

Προχωρούσε έξω από το σταθμό με αυτές τις σκέψεις, όταν ξάφνου την είδε που έρχονταν προς το μέρος της κατατρομαγμένη. Η χαρά της ήταν ανύποτη όταν η Μαρία της έδωσε το πορτοφόλι. Η ώρα πλέον δεν το επέτρεπε να δει τον οδοντίατρο, οπότε αποφάσισε να πάει στο σπίτι και θα έκλεινε την επίσκεψη για μια άλλη ημέρα.

-Και ξέρεις κάτι; είπε η Άννα, δε θα με πείραζε τόσο για τα χρήματα που θα έχανα, θα με στεναχωρούσε πάρα πολύ για μία φωτογραφία ενός σεβαστού μου αγαπητού προσώπου, του παππού μου όταν ήταν πάρα πολύ νέος!!!

Λέγοντας αυτά είχαν φθάσει εμπρός στο σπίτι της Άννας, άρχισε δυνατή βροχή που σε λίγο έγινε καταρράχτης.

-Πέρασε μέσα, έως ότου σταματήσει λίγο η βροχή, θα σου δώσω μία ομπρέλα να πας στο σπίτι σου και μου την επιστρέφεις αύριο, ή όποτε μπορέσεις, είπε η Ιταλίδα.

… Μπήκαν μέσα σε ένα καλοβολεμένο αρχοντικό σαλόνι με πλούσια Ιταλικά έπιπλα…Η τάξη και η αρμονία μαζί με την καλαισθησία βασίλευαν παντού!

Η Μαρία έριξε το βλέμμα της τριγύρω…και ξαφνικά…σαν να την χτύπησε κεραυνός…

Κρύος και ζεστός ιδρώτας την περιέλουσε…τα πόδια της δεν την κρατούσαν και πριν σωριαστεί, κάθισε σε μία πολυθρόνα…άφωνη σαν νεκρή… Η Άννα επέστρεψε κρατώντας μία ομπρέλα και χωρίς να προσέξει την ταραχή της Μαρίας, είπε:    -Ορίστε μία ομπρέλα, κάθισε όμως έως ότου λιγοστέψει η βροχή. Θα χαρώ πολύ να έρθεις κάποια ημέρα να γνωριστούμε, θα μου δώσει μεγάλη .Τότε πρόσεξε τη Μαρία που είχε προσηλωθεί στη φωτογραφία, Ναι, αυτός ο λεβεντάνθρωπος  είναι ο παππούς μου. Τζιοβάννι τον έλεγαν, δεν ζει,..

Δεν τον γνώρισα, πέθανε, όταν η μητέρα μου ήταν πολλή μικρή…

Ήταν πατέρας, της μητέρας μου…είναι μια πονεμένη ιστορία θα ήθελες να σου τη διηγηθώ κάποια ημέρα;

-Ναι! Ναι! Πολύ θα το ήθελα…είπε η Μαρία λουσμένη στον ιδρώτα…

-Είχα και εγώ κάποτε ένα παππού, Γιάννη τον έλεγαν, δεν τον γνώρισα ποτέ μου.

Πέθανε πριν ακόμη γνωρίσει την κόρη του…τη μητέρα μου θέλω να πω!..

-Άννα! αύριο είναι Σάββατο, δε δουλεύουμε πέρασε από το σπίτι μου να πάρεις την ομπρέλα, να μου διηγηθείς την πονεμένη ιστορία σου…η οικογένεια μου δε θα είναι σπίτι…έτσι θα μπορώ άνετα να ακούσω τη διήγησή σου…

… Όλη τη νύχτα η Μαρία δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι, στριφογύριζε σα σβούρα στο κρεβάτι. Αδύνατο να την πάρει ο ύπνος… Μέσα στα άγρια μεσάνυχτα πετάχτηκε από το κρεβάτι, ετοίμασε ένα βαρύ καφέ και κρατώντας το φλιτζάνι στάθηκε εμπρός στο κάδρο, που κρατούσε το μεγάλο μυστικό…

Έντεκα το πρωί…Σάββατο …η Άννα και η Μαρία κρατώντας στο χέρι το ρόφημα τους, κουβεντιάζουν… -Ναι! έτσι όπως άκουσα την ιστορία από την γιαγιά μου και την μητέρα μου… Το 1922 ο παππούς της μητέρας μου βρέθηκε στο λιμάνι της καταστροφής στη Σμύρνη…ο κόσμος έτρεχε σαν τρελός να σωθεί. Ο προπάππος μου γεμάτος συμπόνια έριξε τις σκάλες του καραβιού στην αποβάθρα, χείμαρρος όρμησε ο κόσμος μέσα να γλυτώσει από των Τούρκων το μαχαίρι… Δίπλα του ένας νέος έκλαιγε σπαρακτικά, μόλις πριν λίγο είχε μάθει από τους γειτόνους του ότι η γυναίκα του και οι γονείς του σκοτώθηκαν. Ήταν έξαλλος, χτυπιόνταν, έπεσε του θανατά… Όταν το καράβι έφθασε στη Μυτιλήνη, ο κόσμος βγήκε στο νησί…ο νέος κατάκοιτος. Το καράβι φόρτωσε εμπόρευμα και έβαλε πλώρη για την Ιταλία…ο νέος κατάκοιτος ακόμη… Όταν συνήλθε- ύστερα από ταξίδι πολλών ημερών-κόντευαν να φθάσουν στην Ιταλία. Με δάκρυα στα μάτια διηγήθηκε την ιστορία του στον παππού της μητέρας μου. Εκείνος τον αγκάλιασε με δακρυσμένα μάτια, με πατρική στοργή του πρόσφερε προστασία, τον πήρε στο σπίτι του και του πρόσφερε στέγη και στοργή σαν πατέρας. Ήταν έξυπνος νέος, ήξερε λίγα Ιταλικά και έμαθε τη γλώσσα πολύ γρήγορα… Αγάπησε αγνά την όμορφη κόρη, του σωτήρα του, την όμορφη Άννα (τη γιαγιά μου ). Παντρεύτηκαν με την ευχή των γονέων της -άλλωστε για εκείνον αυτἠ ήταν η μόνη οικογένεια του τώρα- στο χρόνο πάνω γεννήθηκε ένα κοριτσάκι -η μητέρα μου-ποτέ του δεν μιλούσε για την καταστροφή. Ήταν ευτυχισμένος τώρα, με την γυναίκα του την Άννα και το κοριτσάκι τους, δεν ήθελε να ξυπνούν οι φοβερές αναμνήσεις … ΄Εγινε καραβοκύρης, καπετάνιος, σε ένα όμως από τα εμπορικά ταξίδια του στην Αίγυπτο χάθηκε δεν γύρισε πίσω στο καράβι του…κανένας δεν άκουσε, δεν έμαθε απολύτως τίποτε…Η γιαγιά μου δεν ξαναπαντρεύτηκε, έμεινε πιστή στο μεγάλο της έρωτα, την βασάνιζε όμως το μεγάλο ερωτηματικό! το μεγάλο γιατί; τι έγινε; Τα χρόνια πέρασαν με το μυστικό αναπάντητο…το 1962 όταν διαλύθηκε «Η λεγεώνα των ξένων » ( στο Γαλλικό Μορόκο) πολλοί Ιταλοί από εκείνους τους Λεγεωνάριους επέστρεψαν στα μέρη μας… Κάποια ημέρα, ένας ξένος χτύπησε την πόρτα της γιαγιάς μου: -Μπορώ να δω την Σινιόρα Διακόνη; ρώτησε. Και εξιστόρησε το μεγάλο μυστικό! Ήταν στη « Λεγεώνα των ξένων » μαζί με τον άνδρα της, τον Τζιοβάνι, ποτέ τους δε μιλούσαν για το παρελθόν τους -άλλωστε δεν τους επιτρέπονταν, είχαν καταταγεί σαν ξένοι- Σε μία μάχη με τους Αλγερινούς ο Τζιοβάνι τραυματίστηκε σοβαρά, όταν κατάλαβε τη θανή του του είπε ένα μεγάλο μυστικό… Στην Αίγυπτο που είχε πάει συνάντησε κάποιους Έλληνες- συμπατριώτες του από τη Μικρά Ασία- εκείνοι του είπαν ότι η γυναίκα του η Μαρία γλύτωσε, έφθασε στην Ελλάδα με άλλους πρόσφυγες και έφερε στον κόσμο ένα κοριτσάκι… Όταν έμαθε όλα αυτά πήγε να τρελαθεί… πως μπορούσε να επανορθώσει; ήταν τώρα Ιταλός, ήταν τώρα παντρεμένος, ευτυχισμένος…όμως η πρώτη του αγάπη, η λατρευτή του Μαρία ζούσε και έφερε στον κόσμο το παιδί τους που ήταν στα σπλάχνα της στην καταστροφή…Πήρε την τρομερή απόφαση να χαθεί…κανένας να μη μάθει ποτέ την ερημιά του, την κακή του μοίρα. Μου έδωσε να σου φέρω τη βέρα του που τη φορούσε πάντα και να ζητήσει να τον συγχωρέσεις για τον πόνο που σου έδωσε, δεν έπαψε να σε αγαπά ποτέ! Αυτά είπε ο ξένος δίνοντας στη γιαγιά μου τη βέρα. Αυτή είναι η ιστορία του παππού μου! Στη φωτογραφία που κρατώ κειμήλιο στο σπίτι είναι γραμμένο από το χέρι του το όνομα του ( Ιωάννης Διακόνου 1923 ) τη χάρισε στη γιαγιά μου όταν την ερωτεύτηκε! Λοιπόν τώρα που έμαθες την ιστορία του Έλληνα παππού μου, θέλω να ακούσω κι εγώ την ιστορία που μου υποσχέθηκες!

Η Μαρία όλη αυτή την ώρα άκουγε σα χαμένη, ούτε ήξερε αν ζούσε,μήπως όλα αυτά ήταν ένα όνειρο; μία φαντασία; τέλος παίρνοντας μια βαθιά αναπνοή, είπε: -Άννα, προτού ακούσεις τη δική μου ιστορία θέλω να δεις κάτι…Χάθηκε για ένα λεπτό και επέστρεψε με μία φωτογραφία στο χέρι…

Τώρα ήταν η σειρά της Άννας, να κοιτάζει σαν υπνωτισμένη… -Μαρία, τι  σημαίνουν όλα αυτά; ρώτησε με πνιγμένη φωνή!!!

-Σημαίνουν ότι δε θα χρειαστεί να ακούσεις την διηγησή μου! Ήδη την  διηγήθηκες μόνη σου…διηγήθηκες συνάμα και τον επίλογο !!! Που κανένας από την οικογένεια μου δεν έμαθε ποτέ…Ναι! Άννα! Ο Ιωάννης Διακόνου, ήταν ο άνδρας της γιαγιάς μου…της Μαρίας…που τόσο σκληρά χώρισε η μοίρα το 1922…

-΄Ωστε, είμαστε λοιπόν…

– Ναι! Άννα! Είμαστε πρώτες εξαδέλφες, η Ελληνίδα μητέρα μου ήταν αδελφή, της Ιταλίδας μητέρας σου…χωρίς ποτέ να γνωριστούνε, ούτε καν θα μπορούσαν να φαντασθούνε…αλλά ούτε και εμείς που ζούσαμε τόσα χρόνια τόσο κοντά, ξέραμε ότι στις φλέβες μας κυλά το ίδιο αίμα…Οι δικοί μου γονείς χάθηκαν σε ένα ναυάγιο στο νησί μας, εγώ όταν μεγάλωσα πήρα την απόφαση και ήρθα στην ξενιτιά κοντά στο νέο που αγαπούσα…

-Εσύ Άννα; που είναι η μητέρα σου; η θεία μου;

-Οι γονείς μου Μαρία ζούνε στην πατρίδα μου στη Σικελία. Πρέπει μια μέρα να γνωρίσεις τη θεία σου, την αδελφή της μητέρας σου, Αντωνία τη λένε…

-Μα έτσι έλεγαν και τη δική μου μητέρα, το όνομα τής γιαγιάς της, όπως και της δική σου, της Ελληνίδας Μικρασιάτισσας κυράς την « Αντωνία Διακόνου »… Δύο αδελφἐς με το ίδιο όνομα που δε γνωρίστηκαν ποτέ…

-Ναι, θα πρέπει όμως να επισκεφθούμε και τη « Σμύρνη » την πατρίδα του παππού μας! του Γιάννη Διακόνου, ή του « Τζιοβάννι Διακόνη ».  Να λοιπόν γιατί όταν συναντιόμασταν, νιώθαμε αυτή τη μεγάλη ώθηση. Αυτά τα παράξενα συναισθήματα στην ψυχή μας, στην καρδιά μας…εμείς δεν είμαστε μόνο ξαδέλφες, αλλά δύο αδελφές που τις ένωσε η καλή μοίρα! Για να έχουνε παρηγοριά, εδώ στη γη τη μακρινή… Να γραφτεί εδώ ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ…  Ήταν της μοίρας γραπτό να γραφτεί στην αλλότρια γη ο επίλογος της ιστορίας, της τόσο ανθρώπινης, της τόσο πονεμένης, για να διδάσκει ότι, στα στήθη όλων των ανθρώπων υπάρχουν τα ίδια αισθήματα, η ίδια αγάπη, η μεγάλη θυσία, η ανθρωπιά.  Ο αλτρουισμός, το καθήκον, η συνείδηση, ακόμη δε περισσότερο, η ΘΕΊΑ αρετή. Η ΣΥΓΝΩΜΗ ΚΑΙ Η ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ.

ΑΙΝΟΣ ΣΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ –>  Πολλοί οι ύμνοι, πολλοί οι αίνοι. Αίνοι για κάθε σεβάσμιο, για κάθε όσιο και ιερό. Αίνοι μελίρρυτοι, ύμνοι που απογειώνουν την ψυχή του ανθρώπου: «Αινείτε τον Κύριο εν ψαλτηρίω και κιθάρας». «Αινείτε πάντες οι άγγελοι Αυτού». Αίνοι και ύμνοι. Ύμνοι για την Ελευθερία «Χαίρε, ω χαίρε Ελευθεριά». Αίνοι και ύμνοι για την Υπεραγία ημών Θεοτόκο: «Χαίρε, ότι υπάρχεις βασιλέως καθέδρα΄ χαίρε ότι βαστάζεις τον βαστάζοντα πάντα». «Ω πανύμνητε Μήτερ, η τεκούσα τον πάντων αγιώτατον Λόγον».                                            Αυτή την Κυριακή η ψυχή, η διάνοια, η καρδιά μας, ευλαβικά κλίνει με σεβασμό εμπρός στη σεπτή μορφή της «μητέρας». Υμνεί την σεβάσμια υπέρτιμη αυτή ύπαρξη. Ανθόσπαρτο ή λιθόστρωτο το μονοπάτι της ζωής του καθενός, γίνεται ευκολότερο, όταν στήριγμα, ελπίδα, παρηγοριά, νοιώθει δίπλα του την μητέρα.  «Μάνα, κράζει το παιδάκι, μάνα ο νιος και μάνα ο γέρος». «Ω! τι όνομα γλυκό».  Από τα πρώτα δειλά βήματα της της νηπιακής ζωής, σε εκείνη τη γλυκιά, αγία μορφή προσδοκά, προσπίπτει ο άνθρωπος. Αναζητά την στοργική ζεστή αγκαλιά της μητέρας. Η βρεφική περνάει, την διαδέχονται η παιδική, η εφηβική. Μεγαλώνει ο άνθρωπος, πολλά στη ζωή συναντά. Ολόκληρος ωκεανός η ζήση, γαλήνη, φουρτούνες, ύφαλοι, δίνη. Τα παλεύει όλα ο άνθρωπος, όταν τον συνοδεύει η ευχή της μητέρας.

Μητέρα, η  σεπτή αυτή ύπαρξη τα πάντα συγχωρεί, ανοίγει τη στοργική αγκαλιά της και καλύπτει με στοργή, όπως η όρνιθα καλύπτει τους νεοσσούς της. Προσφέρει τα πάντα, όπως ο πελεκάνος τρυπάει με το ράμφος του την πλευρά του, να αναστήσει τα τεθνικότα τέκνα του.

Απαράμιλλη ιερότητα στη Β! στάση των εγκωμίων. «Ώσπερ πελεκάν, τετρωμένος την πλευρά σου Σώτερ, σους  θανόντας παίδας  εζώωσας επιστάξας ζωτικούς αυτοίς κρουνούς»

Έτσι και η μητέρα, μέλισσα άοκνης αγάπης και στοργής για τα παιδιά της, τα πάντα προσφέρει τα πάντα φροντίζει, για την ένωση οικογενειακής εστίας.  Ευλογημένος, όλβιος ο θνητός, που αποδίδει τον σεβασμό και την αγάπη στην αγία αυτή ύπαρξη στην «μητέρα». Ακόμη ο ίδιος Πλαστουργός, επάνω από τον Σταυρό, αγκάλιασε με το Πάναγνο Θείο βλέμμα του, την Πάναγνη μήτηρ.

«Ιδού, η μήτηρ σου» πρόσταξε στον αγαπητό μαθητή Ιωάννη.Να μη μείνει, απροστάτευτη η Πάναγνη μήτηρ του.

Σεπτή, αγία, λατρεμένη η μητέρα μας. Όποιοι κι αν είμαστε κάποια μητέρα μας έφερε στη ζωή. Ο άνθρωπος ακόμη κι όταν γεράσει, μέσα του μένει παιδί. Ξεδιπλώνει το νήμα της ζωής του, γίνεται παιδί από  την αρχή, πασχίζει και αναζητά να νοιώσει νοερά, για  λίγο την θερμή της μητέρας του αγκαλιά. …Περνούν τα χρόνια γρήγορα σαν διαβατάρικα πουλιά. Φεύγουν οι μέρες χάνονται κυλούν όπως οι χάντρες του κομπολογιού. Πλην όμως δεν εκμηδενίζονται, δεν χάνονται, μένουν και ξαποσταίνουν… ξεκουράζονται μέχρι να έρθει η στιγμή να ζωντανέψουν ξανά!

Αυτές τις μέρες, συγκεκριμένα την Κυριακή 8 Μαϊου, έχουν την τιμητική τους. Σκύβουν κι αυτές το κεφάλι μαζί μας, στην λατρευτή όσια μορφή της «μητέρας» όποια κι αν είναι η ευγνωμοσύνη στην μητέρα μας, μία προσευχή μια παράκληση για την ανάπαυση της ψυχής της ή πάλι μια ανοιχτή αγκαλιά, με ένα απλό, αληθινό « ευχαριστώ» είναι το μόνο που κάθε συνετή στοργική μητέρα ποθεί από το παιδί της. «ΜΗΤΕΡΑ  ΣΕ  ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ».                                                                                   Χρόνια πολλά σε όλες τις μητέρες της γης. (Μελβούρνη, Μάϊος 2016)

Η ΘΥΣΙΑ –> Κάθε  που έρχονται στη σκέψη μας οι ημέρες της 25 Απριλίου, ο νους μας γυρνά νοερά σε χρόνια δίσεκτα, σε χρόνους οργισμένους.

Και να, φθάσαμε και πάλι σε αυτή την ημέρα την 25 Απριλίου. Την ημέρα των ΑΝΖΑCS  όπως έχει πλέον καθιερωθεί. Με αυτή την ονομασία έχει γίνει γνωστή σε όλη την ανθρωπότητα, η μεγάλη ΘΥΣΙΑ. Ιστορικές αναφορές και ντοκουμέντα που αναλύουν από την αρχή, τα κίνητρα αυτής της άνισης απόβασης. Μιας απόβασης που τελικά κατέληξε μια αιματοβαμμένη πτυχή, στα χρονικά του Α! Παγκοσμίου Πολέμου.

Λίγο πολύ, όλοι ξέρομε τα γεγονότα. Άλλωστε, μας τα υπενθυμίζουν οι ιστορικοί, στη σημερινή εποχή που ζούμε, με την πρόοδο της τεχνολογίας, μας ταξιδεύουν και μας ξεναγούν, σε εκείνη την αφιλόξενη ακτή της Καλλίπολης, που σφαγιάστηκαν σαν «αμνοί, οδηγούμενοι εις σφαγή» τόσα παλικάρια, μεταξύ αυτών και αμούστακα παιδιά.

Προδοσία και αναλγησία των τότε ισχυρών συμμάχων. Όπως την ίδια προδοσία στα ίδια εκείνα χώματα από τους ίδιους συμμάχους…εις βάρος της φτωχής μας πατρίδας που οδήγησε στην Μικρασιατική καταστροφή και τον ξεριζωμό των Ελλήνων από τα πάτρια εδάφη, το 1922.

Και αυτή η ιστορία ακόμη επαναλαμβάνεται, μια άνιση πάλη για επιβίωση των φτωχών λαών, με αντιμέτωπους τους άρχοντες, τους ισχυρούς…η πάλη του Δαυϊδ…με τον Γολιάθ. Μόνο που σήμερα δυστυχώς, ο πανίσχυρος πανούργος Γολιάθ κινεί γη και ουρανό, με την παντοδυναμία του. Η ταπεινή σφεντόνα του Δαυϊδ δεν τον φοβίζει. Δεν αστοχεί  η φτωχή σφεντόνα, χτυπά κατά κούτελα τον γίγαντα, μα αυτός φοράει…σιδηρά πανοπλία…η πέτρα της σφεντόνας…δεν τον πτοεί.

Περνούν τα χρόνια, τίποτε δεν έχει αλλάξει στη γη, η κακία ζει και βασιλεύει. Σήμερα η ανθρωπότητα στενάζει μέσα στα δεινά που την πνίγουν. Σε κάθε γωνία του πλανήτη μας μέτωπα…ανοίγονται όλο και περισσότερα…μένουν ανοιχτά και αιμορραγούν…

Ο κάθε λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος διερωτάται «μέχρι που θα πάμε; που τραβάμε;»  Πόσες  θυσίες, πόσες καταστροφές, που αυτός ο ίδιος άνθρωπος δημιούργησε. Όπλισε το ίδιο του το χέρι και το έστρεψε έναντι …του αδελφού. Παλεύει, βογκά, στενάζει ο άνθρωπος, μα η ίδια του αδιαλλαξία ακόμη καλά κρατάει. Και ενώ γνωρίζει πολύ καλά ότι από μόνος του οδηγείτε στην αυτοκαταστροφή…ακόμη επιμένει…κωφεύει στον σπαραγμό, φορώντας παρωπίδες οδεύει προς την καταστροφή του…

Την ευθύνη έχουν οι ισχυροί, αυτοί κρατάνε στα χέρια τους την τύχη των λαών. Τους οδηγούν εκεί που μόνο τα δικά τους συμφέροντα, το δικό τους όφελος. Δυστυχώς η ΕΙΡΗΝΗ δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα των δυνατών, να το πούμε πιο λιανά…τον κορβανά  τους… Οι θυσίες που γίνονται, με αθώα θύματα τον άμαχο πληθυσμό, τίποτε δεν ωφελεί. Τέλος δεν έχει η θυσία των αθώων…ούτε που πτοεί τους ισχυρούς.

Τελικά τα ίδια συμπεράσματα βγάζουμε όλοι μας. Πονάμε, σκεπτόμαστε, προσευχόμαστε και προσδοκούμε…να λάμψει κάποτε το φως της δικαιοσύνης. Σωσίβιο η ελπίδα, η ελπίδα που πεθαίνει τελευταία στη ζωή. Όσο υπάρχει «ΕΛΠΙΔΑ» θα υπάρχουμε κι εμείς.  

«ΠΟΥ, έδυ σου το κάλλος;» — > Μεγάλη Παρασκευή, ημέρα κατάνυξης, θείου δέους και βαθύτατης ευλάβειας. Ο θρήνος της Πάναγνης μητρός: «Ω!  Γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατό μου τέκνον, που έδυ σου το κάλλος;»

Κάθε ανθρώπινη ψυχή κλίνει στο βωμό της ψυχής, συμπάσχει στο θείο δράμα, στη θυσία του μαναδότη Ιησού. Συμπάσχει με τον σπαραγμό της Ασπίλου μητρός, η οποία σπαρατομένη δεινώς, κλαίει τον υιό της, τον Κύριο και Θεό της.  «Ω! Φως των οφθαλμών μου, γλυκύτατό μου τέκνον, πως τάφω, νύν καλύπτει;» «Τον Αδάμ και Εύαν, ελευθερώσαι μήτερ, μη θρήνει, ταύτα πάσχω».   Με απαράμιλλη  ιερότητα  ο στιχουργός ύμνησε το Θείο Πάθος! Σύμφωνα με την παράδοση, ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορίτης, συνέθεσε τις στάσεις των εγκωμίων, το 1775 όταν ήταν ασκητής στο Άγιο ‘Oρος.

Το ανθρώπινο δράμα, ο σαρκικός πόνος, ωχριά, εμπρός στο – ασύλληπτο για τον  ανθρώπινο λογισμό –Θείο έλεος. Η συγκατάβαση του «ΠΑΤΕΡΑ» και η συγκατάθεση και υπακοή του «ΥΙΟΥ» στην προσταγή.

Το Θείο Πάθος στο αποκορύφωμα πάνω στον κρανίου τόπο στον φριχτό Γολγοθά. Δεν ήταν μόνο ο σαρκικός πόνος πάνω στο Σταυρό, ήταν το βάρος των αμαρτιών όλου του ανθρώπινου γένους, που  πλάκωνε την Πάναγνη ψυχή του ιδίου του «Πλαστουργού». Επτά οι λόγοι που βγήκαν από τα Πάναγνα χείλη του Ιησού. Το καθένα με βαρύτητα και εμβριθές νόημα.

« Διψώ» να διψούσε άραγε μόνο για νερό; Βέβαια η ανθρώπινη φύση θα διψούσε, το στόμα πικρό, στεγνό από την επιθανάτια αγωνία.πλην όμως διψούσε για αγάπη, για την μετάνοια του παράνομου λαού που Τον πότισαν χολή και όξος. Διψούσε και πονούσε για την απιστία και την παραφροσύνη.

«Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ…ποσάκις ηθέλησα επισυναγαγείν τα τέκνα σου ον τρόπον επισυνάγει η όρνις  τα νοσία εαυτής, υπό τας πτέρυγας και ουκ ηθελήσατε»

Είδε την πόλη και έκλαυσεν πικρώς, σύμφωνα με την Ευαγγελική περικοπή. Ο Ιησούς με την Σταυρική θυσία του, δίδαξε την μετάνοια, τη συγνώμη και την συγχώρεση. Με την Ένδοξη Ανάσταση του, την υπόσχεση της αιώνιας ζωής.

Αυτές τις μέρες, η σκέψη μας γυρνάει στην γενέτειρά μας στην αγαπημένη μας Ελλάδα. Την βλέπουμε δακρύβρεκτη, να οδεύει στο δικό της Γολγοθά. Δεν βρίσκεται Κυρηναίος στο λιθόστρωτο, κακοτράχαλο δρόμο της, να κρατήσει τον Σταυρό του μαρτυρίου της… Φτωχή μας πατρίδα «που έδυ σου το κάλλος;» «Που χάθηκε η λάμψη; Που έδυσε η Δόξα;» «Ανάστηθι Ελλάδα, πατρίς προσφιλεστάτη, γη της Ελευθερίας». «Από το κρύο μνήμα, ανάστηθι  πατρίδα, σαν πρώτα δοξασμένη». «ΑΝΑΣΤΗΘΙ  ΕΛΛΑΔΑ μαζί με τον ΣΩΤΗΡΑ».                                        Αγαπητοί μου συνάνθρωποι, με πίστη και ευλάβεια, μαζί με την ελπίδα ας εορτάσουμε τα Άγια σεπτά Πάθη του Κυρίου και την ένδοξη ΑΝΑΣΤΑΣΗ. Ευχόμενοι και προσδοκώντας και την ΑΝΑΣΤΑΣΗ της λατρευτής μας πατρίδας. ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ σε όλους τους Ορθόδοξους λαούς.

         Η ΣΥΓΝΩΜΗ και η συγχώρεση 

Μέρες τώρα την παιδεύει ο λογισμός της. Δεν μπορεί να  βρει  λίγη γαλήνη. Μπαινοβγαίνει μέσα έξω στην αυλή, μα ο νους της να ησυχάσει δεν μπορεί. Το μεγάλο πρόβλημα με την κατάντια της πατρίδας και το οικονομικό, την παιδεύουν. Αχ! πως καταντήσαμε, λέει και ξαναλέει. Αχ πως πεθύμησε να βρεθεί στο χωριό τους.    Κοντεύουν οι μέρες του Πάσχα, αυτή η δυστυχία και η αθλιότητα, της πατρίδας, της σπάζουν το ηθικό. Μαζί με το Θεανθρώπινο δράμα, συμπάσχει και η δική της ψυχή. Υποφέρει, γίνεται κομμάτια. «να μπορούσαμε τουλάχιστον να πάμε στο χωριό…μονολογεί απελπισμένα…

Δεν είναι το πως, θα πάνε…αλλά πως να πάνε;  Αυτό την πονάει φοβερά. Μεγάλο το δίλημμα. Να ρωτήσει τον άνδρα της; Ούτε που το σκέπτεται, δεν τολμάει  να του κάνει την πρόταση αυτή, ούτε να του πει τη σκέψη της, ξέρει ότι θα συναντήσει αδιαλλαξία με ένα μεγάλο ΟΧΙ…όχι…όχι…

Να, αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα που τυραννάει την Φωτεινή. Δεν είναι μόνο η δυσκολίες του οικονομικού, είναι το μίσος των αδελφών. Το μίσος του άνδρα της με τον μοναδικό αδελφό του. Τα δύο αδέλφια, χρόνια έχουν να μιλήσουν,  από τότε που έφυγαν από τη ζωή οι γονείς τους…ναι κι όλα αυτά μόνο και μόνο για τη διαφωνία…μια μηδαμινή διαφωνία για ένα αμπέλι…και από τότε, έκοψαν κάθε επαφή και αυτό το αμπέλι, η πέτρα του σκανδάλου…Έμεινε ξερό, ακαλλιέργητο και γέμισε αγκάθια και τριβόλους…σαν αυτά της ίδιας τους της ψυχής…μόνο η κακία σε όλο της το μεγαλείο και τον διχασμό…έμεινε…

Να, αυτά τώρα σκέπτεται εδώ στην Αθήνα που ζούνε χρόνια τώρα. Θυμάται τα όμορφα αγαπημένα χρόνια, τότε που όταν έφτανε το Πάσχα πήγαιναν στο χωριό κοντά στους γονείς τους. Με πόση χαρά, αγάπη, ευλάβεια και κατάνυξη γιόρταζαν το Πάσχα. Μα, τα χρόνια εκείνα τα νοσταλγικά, τα όμορφα έφυγαν, μαζί έφυγαν με τους γονείς. Τα δύο άλλοτε αγαπημένα αδέλφια τα δίχασε ένα στρέμμα γης…το μικρό το αμπελάκι.

Ο Πέτρος ο άνδρας της και ο αδελφός του ο Παύλος, από τα παιδικά τους χρόνια αγαπημένοι ταιριασμένοι, δίδυμοι, γεννήθηκαν την ημέρα της εορτής Πέτρου και Παύλου, για το λόγο αυτό τους ονόμασαν έτσι. Αυτά τα λατρεμένα αδέλφια…ξάφνου έγιναν εχθροί και ούτε να ακούσουν για ομόνοια, ούτε για συμβιβασμό…ο κακός σατανάς έβαλε τη δύναμη τη σατανική να χωρίσει την αδελφική αγάπη…

Και όμως «ουδέν κακόν, αμιγές καλού» σκέπτονταν η Φωτεινή. Μήπως κάτι καλό φέρει η δυστυχία που μαστίζει την πατρίδα;  Δεν έχασε την ελπίδα, η προσευχή της αγνή μαζί με την παράκληση της σαν θυμίαμα ανέβηκε στον ουρανό. Πήρε δύναμη και θάρρος…παρακάλεσε τον Πέτρο, του ζήτησε να πάνε στο χωριό…του θύμισε ότι ο Θεός, ο Πλαστουργός από τον Σταυρό συγχώρεσε τους σταυρωτές Του.

-Πάμε, Πέτρο μου, στο χωριό, ξέχασε το μίσος, μπορεί ο αδελφός σου εσένα να περιμένει. Πέτρο μην αρνηθείς τον Κύριο τις ημέρες του μαρτυρίου του…όπως ο άλλος Πέτρος κάποτε τον πρόδωσε…Ξύπνα Πέτρο, ο αλέκτωρ πριν φωνήσει…πήγαινε κοντά στον Λυτρωτή μας. Πήγαινε κοντά στον αδελφό σου Πέτρο, άνοιξε την αγκαλιά σου, ζήτησε συγνώμη και δώσε συγχώρεση…

-Περάσαμε από το αμπελάκι, πρώτα Παύλε, ήθελα να ζήσω λίγο από εκείνη την ευλογημένη εποχή, τότε που τρέχαμε  ξέγνιαστα παιδιά όλο γέλιο και αγάπη. Ήρθα,  αδελφέ μου Παύλε, να σε ρωτήσω αν θέλεις να πάμε μαζί, εκεί, μας περιμένουν οι γονείς μας, μας περιμένουν με ανοιχτή την αγκαλιά, να μας κλείσουν εκεί μέσα, να μας πούνε ότι το αμπελάκι που μας δίχασε είναι εκεί να μας ενώσει και πάλι.

-Πέτρο αδελφέ μου, περίμενα αυτή την στιγμή. Περίμενα με την ελπίδα ότι κάτι καλό θα φέρει η δυστυχία αυτή. Περίμενα αδελφέ μου να σε βρω στο κατώφλι του πατρικού μας, να ανοίξω την αγκαλιά μου, να σου ζητήσω συγνώμη και να ακούσω τη συγχώρεση σου. Να πάμε μαζί στο αμπελάκι, να ζητήσουμε συγχώρεση από τον Θεό και από τους γονείς μας, αδελφέ μου πολυαγαπημένε.

Μεγάλο Σάββατο βράδυ!  Δύο ψυχές εξαγνισμένες, αναγεννημένες, λουσμένες με το Θείο ΦΩΣ της αγάπης της μετανοίας, της συγνώμης και της συγχώρεσης ανοίγουν σε μία αγκαλιά. Δύο αδέλφια βρήκαν το σωστό δρόμο της ζωής  τους ξανά…Κάτω από την εικόνα της Αναστάσεως αφήνουν την ψυχή τους να πετάξει στο θρόνο του Εσταυρωμένου Ιησού και να δώσουν υπόσχεση ότι καμία δύναμη, κανένα συμφέρων δεν θα τους χωρίσει ποτέ!

« Χριστός  Ανέστη εκ νεκρών» ψάλλουν οι ψάλτες.  Και τα δύο αδέλφια, ένιωσαν και τη δική τους ψυχική ΑΝΑΣΤΑΣΗ.

-Χριστός Ανέστη, αδελφέ μου Πέτρο.

-Αληθώς Ανέστη, Παύλε αδελφέ μου…  (Μελβούρνη,  15 Απριλίου 2016). 

ΤΙΤΑΝΙΚΟΣ -“S.O.S” –>  Το  ναυάγιο του ΤΙΤΑΝΙΚΟΥ  στις 14  Απριλίου του 1912, συγκλόνισε τον τότε κόσμο. Μα ακόμη και σήμερα 104 χρόνια ύστερα από το τρομερό εκείνο ναυάγιο, η ανθρωπότητα στέκει συγκλονισμένη.  Με ελπίδα, με υπερηφάνεια ο ΤΙΤΑΝΙΚΟΣ «το αβύθιστο» όπως είχε ονομασθεί υπερπολυτελές Βρετανικό υπερωκεάνιο ξεκίνησε το παρθενικό του ταξίδι με προορισμό τη Νέα Υόρκη. Αβύθιστο το ονόμασαν με την τέλεια όπως νόμιζαν ναυπήγηση του. Ναυπηγήθηκε από τα ναυπηγεία HARLAND and WOLLF στο Μπέλφαστ, για την εταιρία  “WHITE STAR LINE».                                                                                                                                                  Δυστυχώς όμως το αβύθιστο εκείνο πλοίο «ο κολοσσός» το υπερσύγχρονο πολυτελέστατο υπερωκεάνιο, ποτέ δεν έφθασε στον προορισμό του. Ήταν μοιραίο να συγκρουσθεί με το παγόβουνο, μέσα στα παγωμένα νερά του Ατλαντικού. Παρασύροντας στο θάνατο το πλήρωμα και επιβάτες σύνολο 1.500. Το πρώτο υπερωκεάνιο που έφθασε στον τόπο της τραγωδίας ήταν το «ΚΑΡΠΑΘΕΙΑ» και κατάφερε να σώσει τους 700 επιβάτες, που με κομμένη την ανάσα από το φόβο και την οδύνη παρακολουθούσαν από τις σωσίβιες λέμβους το τραγικό γεγονός. Παρόλες τις προσπάθειες που έγιναν για να αποφευχθεί η σύγκρουση με το παγόβουνο, το μοιραίο δεν άργησε να γίνει. Το πλοίο είχε αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα, γιατί η εταιρία ήθελε να φτάσει ο «ΤΙΤΑΝΙΚΟΣ» στο λιμάνι της Ν Υόρκης, πολύ πιο γρήγορα από ότι ήταν αναμενόμενο.                              Το πλοίο το οποίο είχε κατασκευασθεί ώστε ακόμα κι αν πλημμύριζαν τέσσερα στεγανά μέρη του πλοίου θα μπορούσε ακόμη να επιπλεύσει, δυστυχώς όμως ήταν τόσο σφοδρή η σύγκρουση με το παγόβουνο, που πλημμύρισε και το πέμπτο στεγανό μέρος, οπότε η βύθισή του ήταν αναπόφευκτη. Όλοι πλέον γνωρίζουμε για το ναυάγιο αυτό ένα από τα τραγικότερα ναυάγια που έγινε εν  καιρώ ειρήνης. Και το πλοίο ήταν το πρώτο που χρησιμοποίησε το νέο τότε κωδικό σήμα διάσωσης “ S.O.S.” .                                                                                                                 Ύστερα από κάθε τραγωδία, όταν πλέον κοπάσει ο θόρυβος, η ανθρωπότητα μετράει τα μεν και τα δε, ψάχνοντας να δώσει απαντήσεις στα πολλά ερωτήματα που προκύπτουν μέσα από τις εκάστοτε τραγωδίες. Υπάρχει κάποιο λάθος; Τι δεν πήγε σωστό; Πάντοτε κυριαρχεί αυτό το «κάτι»που έγινε αφορμή να συμβεί το μοιραίο. Και αν σκεφθούμε τον «ΤΙΤΑΝΙΚΟ» ίσως όπως λένε, αφορμή να έγινε η μεγάλη ταχύτητα που είχε αναπτύξει. Μα μήπως και εμείς στη ζωή μας, αλήθεια πόσες μα πόσες κακοτοπιές, θα μπορούσαμε να έχουμε αποφύγει, πόσα γεγονότα που συμβαίνουν θα τα λύναμε με βάση τη λογική, με ηρεμία, ελπίδα. Χωρίς βιασύνη και αόριστες σκέψεις.                                                                                                           Πόσο σοφός ο λαός μας, με τις παρομοιώσεις του και τα γνωμικά του: «Όποιος βιάζεται, σκοντάφτει» λέμε πολύ συχνά, είναι μια μεγάλη αλήθεια. Ας μη βιαζόμαστε λοιπόν, ας μετράμε, ας ζυγίζουμε το κάθε τι από την θετική σκοπιά. Πόσα στραβοπατήματα και στεναχώριες θα αποφεύγαμε στην καθημερινή μας ζωή. Μικρά ή μεγάλα παραπτώματα που μας κουράζουν, δημιουργούν βαριές καταστάσεις και στεναχώριες.                                                                                                               Ανθρώπινα όλα στη ζήση, όλα συμπορεύονται μαζί μας, μέσα στο στρόβιλο της βιοπάλη μας. Δεν υπάρχει αμφιβολία, υπάρχει όμως και ο σωστός προσανατολισμός, ότι το κάθε πρόβλημα – και ποιος αλήθεια δεν έχει, δεν υπάρχει θνητή ύπαρξη που να μην έχει κάποια ανησυχία – θα μπορέσει να βρεθεί κάποια λύση, δίχως γρήγορες, παράλογες αποφάσεις, αλλά με σύνεση και σύνεση. Για να αποφεύγονται -αλληγορικά -τραγωδίες όπως εκείνη του ΤΙΤΑΝΙΚΟΥ. Ας βάλουμε σκοπό μας και με σύμβολο μας την ελπίδα, ας βάλουμε πλώρη για μια καλύτερη ζωή, όσο μπορούμε, καθείς με τη δική του δύναμη. Ναι! Το μπορεί ο καθένας μας, το μπορεί, όταν το θελήσει. Όχι τραγωδίες και πόνος παρά μόνο « Με το βλέμμα στραμμένο προς κάθε καλό, δίκαιο, αγνό».

ΝΟΣΤΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟΛΥΤΡΩΣΗ  –>  Είναι αμέτρητες οι φορές που  η σκέψη μας ταξιδεύει… Γίνεται ταξιδευτής, περπατητής του νόστου… Δεν είναι λίγες οι φορές, που ταξιδεύει, δίχως καν να μας ρωτήσει, όποτε θελήσει, μας αφήνει εδώ και εκείνη φτερουγά, ανάλαφρα απαλά.   Έχει πρώτα εισδύσει μέσα στην χρυσή κασετίνα των σεπτών  αναμνήσεων! Έχει συλλέξει κάθε σεπτό, κάθε αγαπητό, ανοίγει τις φτερούγες της και πετά ανάλαφρα. Σχίζει θάλασσες, ωκεανούς, απάτητες βουνοκορφές, σε μέρη που μόνο ο Πήγασος, μπόρεσε να πετάξει…

Και που πηγαίνει τώρα η σκέψη;  Μα, που αλλού; που αλλού από τον Βορρά! Εκεί έχει βάλει πλώρη…ακάθεκτη…τίποτε δεν τη σταματά…

Και όσο περνάνε τα χρόνια, της ζωής μας εδώ στο νότο, όλο και πιο συχνές είναι αυτές οι νοερές εμπειρίες, της εκούσιας φυγής…της σκέψης μας. Κοίτα τώρα, μέσα σε κλάσμα δευτερολέπτων είναι πανέτοιμη για αυτό το ταξίδι!

 Μα πότε ετοιμάσθηκε καλέ; Στο άψε- σβήσε μόλις το σκέφθηκε, έβαλε σε ενέργεια το πρόγραμμα της, τα σχέδια της! Άλλωστε δεν θέλει ώρα να το σκεφθεί, δε θέλει ούτε καν να το μελετήσει, είναι έτοιμη ανά πάσα στιγμή! Πανέτοιμη, άτρωτη, στις αντιξοότητες, βάζει φτερά στη σκέψη της, δύναμη στην ελπίδα και προχωρεί εμπρός!

Είναι αμέτρητες οι φορές που εκουσίως τολμά το νοερό ταξίδι!

 Όλοι μας λίγο πολύ, έχουμε ζήσει έστω για λίγα χρόνια στην πατρίδα, Έστω κι αν έχουμε έρθει παιδιά ακόμη, ή, σε εφηβική ηλικία, ακόμη δε περισσότερο, όσοι έχουν έρθει σε μεγαλύτερη ηλικία, όπως οι γονείς μας, αυτός ο νόστος γίνεται εντονότερος διότι οι θύμησες από τη ζωή στην πατρίδα είναι πολλές γι αυτούς…

Όπως όμως κι αν είναι, όλοι μας συχνά νιώθουμε το νόστο να κυριαρχεί, στην διάνοιά μας, να πυροδοτεί το ταξίδι του λογισμού…το αυτοσχέδιο αυτό νοερό φτερούγισμα… Είναι πραγματικά  παράξενο, ότι αμέτρητες φορές ένα μικρό τοσοδούλι ασήμαντο φύσημα σαν αγεράκι μέσα στην ψυχή μας, φτερουγά και μας ταξιδεύει…

Ίσως να είναι μία μικρή σεπτή ανάμνηση, ίσως να είναι το ρεφρέν ενός νοσταλγικού άσματος, ίσως να είναι η απαλότης ενός ωραίου πίνακα ζωγραφικής, έστω και το εξαίσιο άρωμα ενός άνθους.

Όλα αυτά, τα αυτά τα παράδοξα γεγονότα, εμπνέουν την διάνοια και την προτρέπουν για το εκούσιο ταξίδι της μνήμης!

Πάνω από όλα όμως, εκείνο που δεσπόζει στη σκέψη όλων μας, είναι η πατρίδα, είναι η γενέτειρα, η κάθε ξεχωριστή γενέτειρα, του καθενός μας, εκεί που ο καθένας πρωτοαντίκρυσε το φως της ζωής.

Η γενέτειρά του, το πατρικό του σπίτι, αυτός ο ιερός, για τον καθένα μας Θείος ευλαβικός χώρος, εκεί που αντηχούσαν τα χαρούμενα γέλια από τα παιδικά μας χείλη, ή, άλλοτε πάλι το μικρό μας κλάμα, έπειτα από ένα πέσιμο, έστω κι αν ήταν ένα ασήμαντο μικρό πεσιματάκι – από τα αμέτρητα – της παιδικής μας ηλικίας…

Ω! Τι θεία κατάνυξη, ευλάβεια και θαλπωρή, νιώθει η ψυχή μας σε αυτό το όσιο, ιερό, συναπάντημα της ουράνιας ευλογίας!

Αυτό το νοερό ταξίδι, δεν έχει σκοπό την αναψυχή, δεν έχει καθόλου, μα καθόλου βλέψεις για κρουαζιέρες στα νησιά, ούτε σε χώρους διασκέδασης, ούτε σε εκδρομές ξενοιασιάς. Αυτό το ταξίδι είναι ιερό, είναι σεπτό, απολυτρωτικό, η ψυχή προσεγγίζει με δέος στιγμές, ανεπανάληπτης μυσταγωγίας. Γίνεται μύστης, ιεροφάντης, μέσα στο ναό του υπέρτατου μεγαλείου, της γαλήνης. Μέσα σε αυτό το δικό της σεπτό ναό, στο βωμό του δικού της πνευματικού οικοδομήματος. Εκεί πηγαίνει κάθε φορά που θα αισθανθεί αυτό το νόστο…

Πηγαίνει εκεί με ευλάβεια, με δέος, κρούει τη θύρα, προσδοκά την ευσπλαχνία τη μεγαλοσύνη. Στο λιμένα αυτό της γαλήνης, εκεί που ο νους και η ψυχή βρίσκει απάγκιο να ξαποστάσει, να ανασάνει ελεύθερα, γιατί αυτός ο χώρος, ο ιερός, της ανήκει, είναι δικός της. Εκεί έχει εναποθέσει όλα τα όσια, όλα τα σεπτά, ιδανικά, όλα της τα οράματα. Θα μπει θα αναζωογονηθεί, θα λάβει κουράγιο, θα σεργιανίσει μέσα στην απόλυτη γαλήνη, τη δική της ψυχική αρμονία… Θα ψάξει να βρει τις πηγές της αρετής, της γνώσης, της ελπίδας, την ανεξάντλητη Θεία ευδαιμονία, θα πιει από το γάργαρο ύδωρ, της ελπίδας, που σαν το αθάνατο νέκταρ, αφυπνίζει την ψυχή από το ζοφερό ύπνο του σκοταδισμού!

Και τότε αφού αντλήσει όλη αυτή την ευεργεσία, αισθάνεται τη Θεία αγαλλίαση, την ευδαιμονία, τότε μπορεί με την ψυχή γεμάτη ελπίδα, δύναμη, κουράγιο και σθένος, να συνεχίσει το οδοιπορικό ταξίδι στη ζωή. Έχοντας σύντροφο την πίστη, την ελπίδα. Δε θα χαθεί, δε θα γίνει έρμαιο μέσα στης ζωής τις καταιγίδες – που τόσο συχνά χτυπάνε τις ανθρώπινες υπάρξεις – δεν θα χαθεί, διότι θα έχει βακτηρία της, την πίστη, την ελπίδα, την αισιοδοξία. Θα παλέψει, θα νικήσει!

Ακόμη περισσότερο, όσο πλησιάζουν οι Άγιες μέρες του Πανάγιου Πάσχα, τότε οι θύμησες ζωντανεύουν, επιτακτικά, απαιτούν αυτό το ταξίδι στο παρελθόν. Ναι! Μάλιστα στο παρελθόν… Έχει μια ξέχωρη ομορφιά, εξαίσια απαλότητα και γαλήνη ο γυρισμός της σκέψης και η παλινδρόμηση ακόμη. Όσο κι αν παλινδρομούμε, όσο μακρά κι αν έχουμε γυρίσει πίσω, μέσα στα μονοπάτια της μνήμης, βρίσκουμε τον μίτο του γυρισμού, στην υπευθυνότητα της παρούσας εποχής.

Στο νοερό αυτό ταξίδι έχουμε αισθανθεί μακάρια γαλήνη, θαλπωρή, έχουμε ζήσει εκεί, που οι στιγμές των παιδικών μας χρόνων έμειναν ανεξίτηλα χαραγμένες μέσα στην ψυχή μας. Γίναμε ξανά παιδιά και γιορτάσαμε, την Αγία Σεπτή  Ανάσταση του Κυρίου, μέσα στον ανθηρό Απρίλη, στον μυρωμένο αγέρα, σε κάθε γωνιά της πατρίδας μας, στα μυροβόλα νησιά, στους κάμπους, στα βουνά, όλα είναι πατρίδα μας.

Και αυτή την πατρίδα την έχουμε βαθιά ριζωμένη στην καρδιά μας. Δεν μας πονά η επιστροφή στο παρόν. Έχουμε ήδη γευθεί την ευεργεσία, έχουμε ανακαλύψει για πολλαπλή φορά ότι όπου κι αν βρισκόμαστε, έχουμε μείνει πιστοί στα ιδανικά μας.

Ο νόστος θα καταλαγιάσει, θα μερέψει, έχει ήδη γευθεί την επίδραση αυτή, η θνητή ύπαρξη του ατόμου και τώρα η διάνοια ήσυχη πλέον συνεχίζει να ζει αρμονικά, ώσπου να αισθανθεί την ανάγκη για μία νέα εκούσια αναδρομή στο ησυχαστήριο της γαλήνης, της ψυχικής ηρεμίας…

Τελικά, το υπέροχο αυτό το οδοιπορικό μας ταξίδι, μας γεμίζει χαρά, αισιοδοξία, δίχως χρονοτριβή, δίχως έξοδα, απλούστατα μόλις το σκεφθεί το πραγματοποιεί αμέσως εν ριπή οφθαλμού, Ο νόστος και η απολύτρωση.

Καλό Πάσχα στους χριστιανικούς λαούς, εύχομαι την Ανάσταση της πατρίδας μας.  (Μελβούρνη,  Απρίλιος 2016).

Πασχαλινό Διήγημα     Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ «ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ»

Κάθε που έφτανε το Πάσχα, ο Θάνος έδινε υπόσχεση ότι αυτό θα ήταν το τελευταίο που το γιόρταζε μόνος του στην ξενιτιά. Ναι, το έλεγε και μονολογούσε με τον εαυτό του, μα πάλι το ανέβαλε μόλις πλησίαζαν αυτές οι μέρες. Λες και δεν ήθελε ο δόλιος να βρεθεί πάλι στο χωριό του;  μόνος, κατάμονος και ξένος…κατάμονος και έρημος στην ξένη χώρα που ζούσε.

Θυμόταν τα παιδικά του χρόνια, στο φτωχικό, μα νοικοκυρεμένο πατρικό του, η αγάπη και η στοργή βασίλευαν μέσα στη φτωχή οικογένεια. Μια χήρα μητέρα, δύο ορφανά, τα έβγαζε πέρα η συνετή μητέρα. Ο άνδρας της έπεσε στα Αλβανικά βουνά, πολεμώντας για την ακεραιότητα της πατρίδας.

Τα κατάφερνε με πίστη στον Θεό, πιστή στη μνήμη του ανδρός της, μεγάλωσε με χίλιες οικονομίες και στερήσεις τα δύο ορφανά παιδιά της. Μα, τώρα που μεγάλωσαν, τώρα που θα έπρεπε να ετοιμάζει την προίκα για την κόρη της, τι θα έκανε; Ποιος θα ζητούσε το χέρι της κόρης της, αν δεν υπήρχαν και μετρητά;… Απόγνωση στο βλέμμα της μητέρας, οι σκέψεις αυτές δυνάστευαν το νου της. Το ένιωθε αυτό ο Θάνος, το καταλάβαινε και πήρε την απόφαση… -Μητέρα, μόνο ένας τρόπος υπάρχει, μία λύση, θα ξενιτευτώ, θα δουλέψω, θα βοηθήσω να παντρευτεί η Αννούλα και θα γυρίσω πάλι στην πατρίδα.

Και…ξενιτεύτηκε, όσο κι αν πόνεσε η άμοιρη μητέρα, έπρεπε να φύγει. Έφυγε για δύο σκοπούς, για την προίκα της αδελφής του, μα και για την αγάπη του, στη σεμνή κοπέλα που λάτρευε, την Ανθή…φίλοι με τον αδελφό της, ήξερε τη φτώχεια που τους έδερνε.

Όταν κατάκοπος γύριζε από τη δουλειά, μέσα στο φτωχικό δωμάτιο που νοίκιαζε, στο τέλος της εβδομάδας, έκανε τους λογαριασμούς του. Ένα μέρος για την προίκα της Αννούλας στην τράπεζα, ένα μέρος για τις σπουδές της Ανθής και το μικρότερο, λιτό λιγοστό μερδικό για τις δικές του ανάγκες για να ζει. Όποτε μαζεύονταν ένα σεβαστό ποσό τα έστελνε στην πατρίδα. Στην μητέρα και στον Αργύρη για τις σπουδές της Ανθής.

Και περνούσαν τα χρόνια, με κόπους και ελπίδα. Τα γράμματα από την πατρίδα έρχονταν με χίλια ευχαριστώ ευγνωμοσύνης, αυτό τον ξεκούραζε, ήξερε ότι έπραττε το ιερό του χρέος! Η Ανθούλα έβγαλε το Γυμνάσιο και μια μέρα…όλα χάθηκαν, ούτε γράμματα, ούτε τίποτε.

Ένα καλό παιδί από διπλανό χωριό, ζήτησε το χέρι της αδελφής του της Άννας και με τις ευλογίες των γονιών του και της κυρά Δήμητρας, έγινε  ο γάμος.

Τα χρόνια κυλούσαν κι ο Θάνος ακόμη στην ξενιτιά…δεν είχε καρδιά να γυρίσει πίσω. Ναι η Αννούλα, παντρεύτηκε, η μητέρα του ζούσε ήσυχη και περίμενε με λαχτάρα το γυρισμό του…κι εκείνος…κουρασμένος με πρόωρες ρυτίδες και γκρίζα μαλλιά. Ο καημός μέσα του…πικρό μαράζι.

Γιατί; Γιατί, το έκανε αυτό η Ανθή;  Έμαθε από πατριώτες του, ότι η οικογένεια, έριξε πέτρα στο χωριό, πήγε στην Αθήνα, να ζήσουν λέει σαν άνθρωποι…να βρούνε κατάλληλο γαμπρό για την Ανθούλα… Ο πόνος ξεχείλισε, έκοψε να γράφει στους δικούς του. Θύμωνε με τον εαυτό του, που πιάστηκε κορόιδο…να τους χρηματοδοτεί…κι εκείνος να ζει πενιχρά, στερημένα…

Έφυγε από την πόλη που ζούσε, δεν ήθελε να ξέρει για κανέναν…το έριξε στο ποτό και στις ασωτείες…και ο καιρός περνούσε…και ο Θάνος βούλιαζε στην άσωτη ζωή…ώσπου κάποια μέρα του έφεραν ένα τηλεγράφημα.

-Μητέρα  ασθενεί. Σπεύσε ταχέως- Λακωνικό, με το όνομα της αδελφής του. Τον βρήκαν από το Προξενείο.

-Μητέρα ασθενεί…ξύπνησε ξάφνου από το λήθαργο της ασωτείας, ταρακουνήθηκε…η μητέρα του ασθενεί και αυτός ασωτεύει…Έκλαψε με συντριβή…τη χαμένη του ζωή, τη χαμένη του νιότη. Έκλαψε για την αυτοκαταστροφή του… για την κατάντια του, για τον γκρεμό που κατρακυλούσε…

-Μητέρα, ασθενεί…μούλιασε με καυτά δάκρυα μετανοίας και συντριβής το χαρτί…και ήταν μέρες που έφτανε το Πάσχα…

Με ραγισμένη την καρδιά έφτασε στο πατρικό του. Νεκρική σιγή βασίλευε γύρω. Τι συμβαίνει αυτό; αναρωτήθηκε. Μια πόρτα άνοιξε από το διπλανό σπίτι, μια άγνωστη γυναίκα  του είπε με καλοσύνη.

-Κύριε, αν ζητάτε την κυρά Δήμητρα, θα την βρείτε στο νοσοκομείο, στην Αθήνα, είναι εκεί από την περασμένη εβδομάδα, σοβαρά άρρωστη, εύχομαι να ζήσει η καημένη…

Τρελός από αγωνία βρέθηκε στον προθάλαμο του νοσοκομείου που του είχε υποδείξει η γειτόνισσα. Όχι δεν ήταν εκεί, του είπαν, την είχαν μεταφέρει σε ιδιωτική Κλινική, για καλύτερη παρακολούθηση…η κατάστασή της ήταν πολύ σοβαρή και κρίσιμη.

Με την καρδιά του έτοιμη να σπάσει, ακολουθεί την ευγενική νοσοκόμα που τον οδηγεί στο θάλαμο με τα κατάλευκα κλινοσκεπάσματα…νυχοπατώντας, να μη ταράξει την άκρα ησυχία, πλησιάζει στο κρεβάτι. Χλωμή, λευκή σαν τον ασβέστη, η λατρευτή του μητέρα, η γυναίκα που τον αγάπησε όσο κανείς άλλος στον κόσμο και που αυτός την πλήγωσε όσο κανένας άλλος.

Σκύβει πιάνει το βασανισμένο της χέρι το πολυαγαπημένο, το φιλεί, το βρέχει με δάκρυα μετανοίας, το ζέστανε με την καυτή ανάσα του. Τα μάτια της μητέρας παραμένουν κλειστά, τα χείλη σφιχτά, τα χέρια παγωμένα…

Ξάφνου…ένιωσε κάποια κίνηση…το χέρι της μητέρας κινήθηκε, σήκωσε το βλέμμα του στην μητέρα, τα χείλη της χάραξαν σαν σε χαμόγελο, τα μάτια της μισάνοιξαν, το χέρι της απλώθηκε στο σκυφτό του κεφάλι…τον χαϊδεύει…

-Παιδί μου, αγαπημένο μου παιδί,  Θάνο αγόρι μου, σιγοψιθυρίζει!!!

Η νοσοκόμα πλησιάζει. Ω! Μα αυτό είναι θαύμα, μόνο θαύμα, γεμάτη έκπληξη κοιτάζει τον Θάνο και του λέει: -Η γιατρός που την παρακολουθεί, θα χαρεί ιδιαιτέρως, δείχνει μια ιδιαίτερη συμπάθεια στη μητέρα σας…είναι μια αξιαγάπητη σεμνή κοπέλα, είναι η διευθύντρια επίσης της κλινικής, με δικές της ενέργειες  έχουν μεταφέρει εδώ την μητέρα σας…

Και ποια είναι αυτή η γιατρός που τόση αγάπη δείχνει για την μητέρα του; Απορώντας δεν μπορεί να βρει απάντηση. Βγήκε από το θάλαμο για ένα δεκάλεπτο να ανασάνει και να βάλει σε τάξη τη λογική του.

Κὀντευαν μεσάνυχτα, σε λίγο οι καμπάνες θα σημάνουν να αναγγείλουν το μεγάλο μήνυμα της ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ του Κυρίου. Γύρισε μέσα στο θάλαμο, μα, τί βλέπει;  Δύο χέρια έχουν αγκαλιάσει τη μητέρα του, που είχε κάπως ανασηκωθεί στο κρεβάτι.  Δύο χέρια…τίνος χέρια…είναι;

Τα χέρια τώρα άνοιξαν σε μία μεγάλη αγκαλιά…να αγκαλιάσουν…τον ευεργέτη…τον άσωτο υιό…τον Λυτρωτή…τον Θάνο. Τα χέρια αυτά ήταν της Ανθής. Της Ανθής, που έμεινε πιστή, στον ευεργέτη της, που περίμενε το γυρισμό του.

Χαρούμενα χτυπούν οι καμπάνες των εκκλησιών που αναγγέλλουν το χαρμόσυνο Θείο άγγελμα: «Ανέστη ο Κύριος».

Τρεις αγκαλιές, τρία πρόσωπα, βρεγμένα με δάκρυα χαράς, ευτυχίας, πίστης, ελπίδας, αγάπης. Η μητέρα που, ω! Τι θαύμα, ανέκτησε τις δυνάμεις της, έχει αγκαλιάσει τον φύλακα της άγγελο, την Ανθή που της έχει συμπαρασταθεί στον πόνο της και τον άσωτο γιό της…τον αγαπημένο της Θάνο.   «Χριστός Ανέστη, παιδιά μου και καλά στέφανα…ψιθυρίζει, συγκινημένη…(Μελβούρνη 10 Απριλίου 2016).

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ… ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ –>  Επί τέλους, επί τέλους…έφθασε η ελπιδοφόρα κόρη!  Επί τέλους…τόσο καιρό την περιμέναμε. Την πρώτη μέρα, μας έφθασε κάπως κατσουφιασμένη, αγουροξυπνημένη μάλλον φαινόταν. Μήπως!  Χουζουρεύει…ακόμα; σκέφθηκα, έτσι όπως την είδα το πρωί εκείνο, ατημέλητη! Μήπως  λοιπόν,  χουζουρεύει  ακόμη;… Βιαστικός, βιαστικός, ο γέρο χειμώνας, κουρασμένος, ταλαιπωρημένος, δεν έβλεπε την ώρα και τη στιγμή…να παραδώσει τη σκυτάλη των υποχρεώσεών του… Μάλλον δεν θα κρατιόνταν από τη χαρά του! Μπορούσες να το διαπιστώσεις από την λάμψη στο πρόσωπό του… την τελευταία ημέρα που τέλειωνε η θητεία του… Αγουροξυπνημένη λοιπόν η άνοιξη, δεν έδειξε και πολύ ενδιαφέρον, πήρε όμως την απόφαση να  παρουσιαστεί, άλλωστε δεν είχε άλλη επιλογή. Δύσκολη της φάνηκε η πρώτη μέρα, όπως τα μαθητούδια την πρώτη μέρα στο σχολείο, τη δεύτερη μέρα κάπως καλύτερα, την τρίτη και την τέταρτη…ποιος την κρατάει τώρα; Ανασκουμπώθηκε με χαρά, με προθυμία, ετοίμασε το ατελιέ των χρωμάτων της…κράτησε με τα κρινοδάκτυλά της το πινέλο, πήρε χρώμα από δω, χρώμα από κει, τα άπλωσε δοκιμαστικά στον καμβά της, τα κοίταξε, τα καμάρωσε, με κρυφή χαρά, κρατώντας μέσα της το μυστικό της…για την άριστη δημιουργία που ετοίμαζε να προσφέρει στην φύση! Πάνω στον ενθουσιασμό της, μόλις είδε την πανδαισία της αρμονίας, σκέφθηκε βιαστικά, βιαστικά, να αρχίσει το έργο της. Έκανε κι όλα την πρώτη κίνηση να βουτήξει το πινελάκι της στον απαλό, πολύχρωμο αφρό. Κατόπιν, έριξε την ματιά γύρω της…και ξάφνου…κοντοστάθηκε… Ά! Μπα, συλλογίστηκε, σαν λιγάκι νωρίς είναι νομίζω να αρχίσω το έργο μου, ακόμη τα δένδρα κοιμούνται ξεκούραστα, μέσα στην χειμερινή τους ευδαιμονία. Όταν σε λίγο ο ευεργετικός ήλιος θα στέλνει τις ζεστές ακτίνες του στην παγωμένη γη. Έ! Τότε, θα ξυπνήσουν κι αυτά, θα μυτώσουν, τότε θα με περιμένουν να αρχίσω με χαρά, χωρίς διακοπή την πολύχρωμη εργασία μου. Τότε, όχι μόνο θα απλώσω «Τα θαυμαστά» στη φύση, αλλά…έχω κάτι άλλο επίσης, πιο μεγάλο, πιο υπέρτατο, πιο σημαντικό, να προσφέρω. Αυτό είναι πολύ σπουδαιότερο, μάλιστα, θα στείλω το μήνυμά μου…στους ανθρώπους. Θα δείξω με το παράδειγμά μου, όμορφα και απλά, την ελπίδα με το νόημα της αναγέννησης. Το μεγαλύτερό μου επίτευγμα, δεν είναι η ομορφιά και η ζωγραφιά, που θα σκορπίσω γύρω στη φύση και θα την ντύσω με θαυμαστή χάρη, αλλά να αγγίξω τις λεπτές χορδές της ανθρώπινης θέλησης και της ευαισθησίας, να ανοίξουν τα φυλλοκάρδια τους…τα μάτια της ψυχής τους. Το μεγαλύτερο μήνυμα της θέλησης, της δύναμης, της αισιοδοξίας. Έχω τόσα σπουδαία μηνύματα να τους στείλω. Να τους στείλω το μήνυμά μου, είναι τόσο εύκολα να το καταλάβουν όλοι, μικροί και μεγάλοι, μορφωμένοι και απλοί, όποιοι κι αν είναι, δεν χρειάζεται να ανοίξουν τα βιβλία της γραμματικής και των λεξικών, για να βρούνε το μήνυμα που τους στέλνω…είναι τόσο απλό, τόσο ευκολονόητο. Τόσο λιτό, μα κρύβει μία μεγάλη αλήθεια! Το μήνυμά μου λοιπόν, στους ανθρώπους είναι απλό, κατανοητό: «Ανοίξτε τα μάτια της ψυχής σας, κοιτάξτε γύρω την πανδαισία και τη χαρά της φύσης, διώξτε το ζοφερό ύπνο της αναλγησίας, γίνεται περισσότερο ανθρώπινοι  «άνθρωποι» σκορπίστε και εσείς το μεγάλο μήνυμα της αγάπης και του αλτρουϊσμού, να απλωθεί να ακουστεί, σε όλα τα πέρατα της γης,» Αυτό το μήνυμα, μας στέλνει η άνοιξη. Μπορούμε, να το κάνουμε πραγματικότητα,  στα χέρια μας είναι, αρκεί να το θελήσουμε. Μάλιστα μπορούμε όλοι μας, όποιοι κι αν είμαστε, ο άνθρωπος έχει αξία όταν είναι  ΑΝΘΡΩΠΟΣ.ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

ΨΥΧΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ –> Υπάρχουν;  Και βέβαια υπάρχουν, υπάρχουν και παραυπάρχουν και πολλά μάλιστα. Και είναι τόσα πολλά…αμέτρητες φορές, αγιάτρευτα  είναι γεγονός, ότι τα αγιάτρευτα είναι αυτά  που δεν έχουν διαγνωστεί…ή ακόμη δεν έχει γίνει πλήρης διάγνωση τους… Υπάρχουν λοιπόν; Όχι μόνο υπάρχουν, αλλά συμπορεύονται μαζί μας στη ζήση μας. Μας ακολουθούν και μας καταδυναστεύουν. Όπως ένα όμορφο περιβόλι που έχει τόση χάρη κι ομορφιά, να, όμως, που με θράσος και τόλμη τα παράσιτα προσπαθούν να γίνουν δυνάστες… Κατακτητές για να επιβάλουν τη δύναμη τους…

Νοσεί ο ψυχικός κόσμος, το όμορφο περιβόλι έρχεται αντιμέτωπο με τον εσωτερικό…εχθρό… που είναι ήδη θρονιασμένος, παντοδύναμος. Με αναίδια ο νοσηρός κατακτητής ακάθεκτος επιδρομέας, θέλει σώνει και καλά να ισοπεδώσει όσια και ιερά. Να μας καθηλώσει ανίσχυρους,  να μας τσακίσει πάνω στους βράχους, βαριά λαβωμένους… Αυτός ο εχθρός είναι τα δικά μας νοσήματα, είναι οι κακές μας συνήθειες, τα αμέτρητα ελαττώματα μας. Όλοι λίγο πολύ θα θυμόστατε το παραδειγματικό διηγηματάκι, που διαβάσαμε στο Αναγνωστικό του Δημοτικού σχολείου, στα σχολικά μας χρόνια. Τον παππού, που για να δώσει στον μικρό εγγονό του να καταλάβει το πόσο σημαντικό είναι να ξεριζώνουμε τα ελαττώματα όταν ακόμη είναι μικρά, τον πήρε μαζί του στον κήπο, λέγοντας του να ξεριζώσουν ένα μεγάλο δένδρο. Χτύπησαν, ξαναχτύπησαν με την αξίνα, έσπρωξαν, ταρακούνησαν, χωρίς αποτέλεσμα. Το δένδρο έστεκε  εκεί, καλά ριζωμένο…τότε ο παππούς τράβηξε ένα μικρό δενδράκι που μόλις είχε φυτρώσει, σε ένα τράβηγμα ξεριζώθηκε.

-Είδες παιδί μου;  πόσο δύσκολα είναι και αδύνατον να ξεριζώσεις το μεγάλο δένδρο;  Έτσι είναι δύσκολο να ξεριζώσεις τα ελαττώματα, όταν οι κακές συνήθειες ριζώσουν στην ψυχή. Είδες με πόση ευκολία ξεριζώθηκε το μικρό δενδράκι που δεν είχε ριζώσει;. Να έτσι εύκολα με καλή θέληση, ξεριζώνονται οι κακές συνήθειες. Θα πούνε πολλοί « μα με παραμυθάκια και ιστοριούλες θα ασχολούμαστε τώρα;» Και όμως, αγαπητοί μου συνάνθρωποι, δεν είναι καθόλου, μα καθόλου παραμυθάκια και ιστοριούλες. Είναι οι ρίζες μας, είναι η γενιά μας. Είναι η σοφία του λαού μας εμπλουτισμένη με γνώσεις και αρετές.  Είναι  οι βάσεις που θεμελίωσαν τον ψυχικό μας κόσμο. Τα οράματα των γονέων και των δασκάλων μας. Φρόντισαν αυτά τα ιδανικά να τα θέσουν άριστη δομή στα «πιστεύω μας». Με αυτά τα κατανοητά παραδείγματα, στυλοβάτησαν τον ψυχικό μας κόσμο στα νάματα της αρετής.

Συνάνθρωπέ μου, όποιος κι αν είσαι, όποιος κι αν είμαι, όπου κι αν ζούμε, έχουμε όλοι την ίδια δομή. Έχουμε λαξευτεί στο αμόνι της διδαχής, της αρετής. Κι αν ο καθένας έχει χαράξει τη δική του πορεία στη ζωή. Κι αν έχει ακολουθήσει το δικό του μονοπάτι, αυτά που έχει διδαχθεί μένουν ανεξίτηλα χαραγμένα στην ψυχή του. «Ποτέ δεν σβήνει αυτό που είναι χαραγμένο στον λευκό πίνακα της ψυχής των πρώτων αγνών μας χρόνων». Και θα μένει μέσα μας βαθιά ριζωμένο, είναι το καλό δένδρο, που ρίζωσε για πάντα.

ΣΤΟΥΣ ΑΡΚΑΔΕΣ – ΕΝΑΣ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ –> Αγαπητοί μου συμπατριώτες, από την μακρινή Αυστραλία σας στέλνω ένα θερμό χαιρετισμό. Κάθε φορά που η σκέψη μου γυρνά στα χρόνια εκείνα τα επίσημα, τα δοξασμένα, φέρνω στο νου μου την ηρωϊκή ΑΡΚΑΔΙΑ. Εκεί που το αγέρι άρπαξε το μεγάλο μήνυμα της λευτεριάς. Το σκόρπισε σε όλα τα μέρη της πατρίδας μας. Ευλαβικά νοερά πετώ στα δικά σας χώματα, τα τιμημένα.  Την ημέρα αυτή την ευλογημένη της διπλής γιορτής του Έθνους μας και της χριστιανοσύνης. Η 25 ΜΑΡΤΙΟΥ 1821, ορόσημο στην πορεία του έθνους. Στέλνω τον αδελφικό, πατριωτικό χαιρετισμό μου.Η δική μου γενέτειρα είναι η Χαλκιδική, μα δεν έχει σημασία, σημασία έχει ότι όλοι είμαστε Έλληνες, στις φλέβες μας ρέει το ίδιο ατόφιο Ελληνικό αίμα. Νιώθω την ίδια υπερηφάνεια, όπως και εσείς. Έχετε το προνόμιο να ζείτε στα ίδια μέρη, στα ίδια βουνά, στα λαγκάδια, στις ράχες και στα στενά, στα μέρη που ποτίστηκαν με τόσο αίμα. Χώματα ευλογημένα, χιλιοτραγουδισμένα. Με λευτεριάς αγέρι ευωδιασμένα. Οι συμπατριτες σας Αρκάδες, εδώ στα κράσπεδα του Νότου, ζούνε με το κεφάλι ψηλά. Αγνοί πατριώτες, με βαθύ πατριωτικό αίσθημα έχουν αποδείξει περίτρανα, ότι όπου κι αν ζει ο Έλληνας ποτέ δεν ξεχνάει τις ρίζες του, την καταγωγή του, την πατρίδα του. Παράδειγμα προς μίμηση, μέσα στην Ελληνική παροικία της Μελβούρνης, χαίρουν εκτίμησης και σεβασμού, μέσα στην παροικία μας. Φιλόπατρεις και λάτρεις κάθε Ελληνικού στοιχείου, στέκουν δίπλα στους Λογοτεχνικούς Συνδέσμους, προσφέροντας την πολυτελή αίθουσα των Αρκάδων «Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ» για τις Λογοτεχνικές εκδηλώσεις. Τους συγχαίρω, όπως συγχαίρω και εσάς όλους που ζείτε στα τιμημένα μέρη της Αρκαδικής γης. Χρόνια πολλά για την δοξασμένη μέρα την 25 Μαρτίου 1821. (Μελβούρνη,  25 Μαρτίου 2016)

ΔΙΔΑΧΕΣ –> « Το τερπνόν μετά του ωφελίμου». Δεν είναι λίγες οι φορές που αυτό το ρητό το συναντάμε ολοζώντανο μέσα στη ζήση μας. Παίρνει σάρκα και οστά και μας παρουσιάζει εξόφθαλμα, την ευεργεσία και την διδαχή. Μέσα από διάφορες καταστάσεις, ξεπροβάλλει και μας προσφέρει απαράμιλλες διδαχές. Διδαχές  ευκολονόητες, χωρίς να πρέπει να καθήσουμε στο θρανείο, ούτε καν να δώσουμε εξετάσεις, να δούμε αν θα τα καταφέρουμε να περάσουμε την τάξη…

Μπορούμε και παραμπορούμε, εύκολα και απλά! Αρκεί μόνο ένα πράγμα, να έχουμε θέληση και προσοχή…να αυτά μου ήρθαν στο νου, καθώς ένα υπέροχο πρωϊνό μπήκα στον κήπο για επίσκεψη, τίποτε το σπουδαίο, είναι μια συνήθεια όλων μας. Συχνά ακούμε τους συνανθρώπους μας να λένε: «μπαίνω στον κήπο να ασχοληθώ, να μην πάθω ανία μπροστά στην τηλεόραση» σωστό και πολύ μάλιστα. Μα αγαπητοί μου συνάνθρωποι, ας σκύψουμε και ας ανακαλύψουμε παραδείγματα και ας πάρουμε διδαχές.

Η ζωή δεν είναι απλώς «ότι φάγωμεν και ότι πίωμεν, αύριο γαρ αποθνήσκομεν» έχουμε καθήκοντα στη ζωή, να γνωρίζουμε τον προορισμό μας, με συνείδηση με αξιοπρέπεια, στον συνάνθρωπο, στην οικογένεια, στην κοινωνία. Αυτά σκεπτόμουν εκείνο το όμορφο πρωινό, άλλωστε φθινόπωρο μπαίνει, οι κήποι χρειάζονται κάποια αναπροσαρμογή, κάποια προσοχή. Εφέτος ο καιρός καθόλου, μα καθόλου ευνοϊκός δεν ήταν, όλα τέλειωσαν άδοξα…χωρίς να προσφέρουν λίγη σοδειά…και τώρα αρχή του Φθινοπώρου κείτονται άδοξα…μισόξερα στη γη, ήταν και η ξηρασία που έβαλε κι αυτή …ένα χεράκι στην φθορά…στην τέλεια καταστροφή…

Και όμως «κάτι παράξενο συμβαίνει εδώ» σκέφθηκα καθώς πρόσεξα μια απίστευτη ζωντάνια. Δεν ήταν μόνο η πρασινάδα, ήταν κάτι άλλο πολύ σπουδαιότερο. Ήταν η «σοφία» μάλιστα, η σοφία που συνάντησα εμπρός μου. Κοίταξε να δεις, σκέφθηκα, όλα έχουν ξεραθεί, αλλά οι κολοκυθιές – οι κόκκινες- έχουν πετάξει κλώνους και ανθούς. Ακάθεκτες προχωρούν για νέες κατακτήσεις…για νέες ανακαλύψεις…αυτές έβαλαν πλώρη για νέους ορίζοντες. Με θέληση, τόλμη και ελπίδα έβαλαν σκοπό να ανυχνεύσουν κάθε γωνία του κήπου!  Θα μου πείτε βέβαια «ε, τι με αυτό; όλοι το ξέρουμε έτσι είναι αυτές, σκαρφαλώνουν πάνω στα δένδρα και όπου βρούνε». Ναι, έχουμε όμως προσέξει με τι  «σοφία» κατευθύνονται  προς την σωστή κατεύθυνση; Τον τέλειο προσανατολισμό τους;

Εγώ το βρίσκω αξιοθαύμαστο και πολύ διδακτικό. Αλήθεια, αυτά τα άψυχα, άλογα φυτά – να όμως που έχουν λογική- από που αντλούν τη λογική και την ευθεία κατεύθυνση;  Πως δε χάνουν τη ρότα; Που έχουν βρει αυτή τη «σοφία» που τα κατευθύνει με μια πλέρια γνώση;  θαρρείς ότι βλέπουν και προχωράνε σωστά…δίχως να λαθεύουν. Αν μπορούσαμε να τα ρωτούσαμε κι αν είχαν λαλιά, θα μας έλεγαν αυτό που όλοι γνωρίζουμε «πάντα εν σοφία εποίησας». Παράλληλα όμως αποκομίζουμε και μια μεγάλη διδαχή, ότι όταν ο άνθρωπος έχει θέληση, όταν έχει βάλει σκοπό το κάθε καλό στη ζήση, σίγουρα θα πορευθεί στον σωστό δρόμο. Επίσης αφού, η φύση μας προσφέρει άριστες διδαχές, γιατί να μη τις προσέξουμε; Δε μας στοιχίζει απολύτως τίποτε. Ίσως κάποτε να έρθουν καιροί οι επιστήμονες που χρόνια αγωνίζονται για ανακαλύψεις με τις έρευνες που κάνουν, ίσως να μελετήσουν αυτά τα άλαλα φυτά και βρούνε απαντήσεις στα δικά τους μεγάλα ερωτήματα της Ιατρικής επιστήμης…να σκύψουν στη γη, δεν είναι μόνο ο κλάδος της Βοτανολογίας που μελετάει της φύσης την προσφορά.

Είναι και η ψυχολογία σημαντικός παράγων που επιδρά άμεσα στον ψυχικό κόσμο, του κάθε ατόμου. Έτσι λοιπόν με αυτή τη σκέψη, ας ρίξουμε και μια ματιά και ας αποκομίσουμε μεγάλες διδαχές, από την προσφορά της φύσης. Αλλά ας ρίξουμε και μια μικρή ματιά, μέσα στο περιβόλι της ψυχής μας, κάποτε χρειάζεται κι αυτό λίγη φροντίδα, ας ξεριζώσουμε τις κακιές μας συνήθειες, να καλλιεργήσουμε το έδαφος και να το σπείρουμε με τον σπόρο τον καλό της αρετής, της αγάπης, της ανθρωπιάς. Τότε σίγουρα θα αποδώσει και θα μοσχοβολά μέσα στην πανδαισία των ρόδων της ανθρωπιάς!

«ΤΩ ΚΑΙΡΩ ΕΚΕΙΝΩ…» 

«Τω καιρώ εκείνω, ήλθε ο Ιησούς…». Φτερούγησε η σκέψη…άνοιξε τα πανιά η φαντασία και άπλωσε τα φτερά της αγκαλιάζοντας άλλες εποχές, μακρινές, παράδοξες!  Σαν τον περιπλανόμενο Οδυσσέα, που ναυαγός μέσα στις θάλασσες. καταπονούσε την τόλμη του για να βρει το δρόμο του γυρισμού!…  Έτσι και η ψυχή, η διάνοια, ο λογισμός, όλα αυτές οι αισθήσεις εν πλήρη αρμονία, χειροπιαστές έβαλαν το ταχύπλοο αόρατο σκάφος, του νόστου εν δράση…και γραμμή για το ταξίδι!!! Και έμεινε, εκείνη εκεί, ένα άδειο κουφάρι, δίχως λογική, δίχως σκέψη…

«Τω καιρώ εκείνω, ήλθε ο Ιησούς…» Σαν σε απόηχο ακούγονταν ευλαβικά τα λόγια του Ευαγγελίου, μέσα στο θόλο της εκκλησιάς, ανέβαιναν σαν θυμίαμα: «Κατευθυνθείτο η προσευχή μου, ως θυμίαμα ενωπιών σου…» Άκουγε;  έβλεπε;. Όχι τίποτε από όλα αυτά, απλώς ανέπνεε, μόνο το σαρκίο ήταν εκεί στον ιερό αυτό χώρο. Το πνεύμα είχε δραπετεύσει από την καθημερινότητα. Είχε γυρίσει σε αλλοπρόσαλες ημέρες… Και εκείνη, αιχμάλωτη αυτής της ακούσιας, αλλά και εκούσιας αλλότριας αυτής περιπλάνησης! Αφέθηκε, όπως το νήπιο αφήνεται με εμπιστοσύνη, στην στοργική αγκαλιά της μητέρας του, ξέροντας ότι εκεί είναι ασφαλισμένο. Όπως τον ναυαγό που μόλις αντικρύσει από μακριά την ποθητή γη της επαγγελίας, βάζει την τελευταία του προσπάθεια, την τελευταία του πνοή…να φθάσει εκεί…να σωθεί.

«Τω καιρώ εκείνω, ήλθε ο Ιησούς…» Το πνεύμα έχει ήδη προσεγγίσει στην εποχή εκείνη, όπως την είχε ακούσει, στην δομή, στις ρίζες της…Και «Τω καιρώ εκείνω» έγιναν όμως ξάφνου πολλά, πάρα πολλά γεγονότα άρχιζαν πάραυτα, να πούνε τη δική τους ιστορία, σύντομα, γρήγορα, βιαστικά, έτσι λες ότι βιάζονταν, να μη ξεχάσουν να πούνε, αυτά που ο νους μόνο λογά… Και άρχιζε η ιστορία πάντα με αυτή την αρχή…

«Τω καιρώ εκείνω…», ευλογημένη η γη, εκείνη των προγόνων της, στα Ελληνικά της Ιωνίας ακρογιάλια ζούσε η γενιά της, με αξία…και ξάφνου αλλοπρόσαλες στιγμές, φρίκης και κοπετού σάρωσαν μέσα στο μαύρο δάκρυ, αόρατα κοράκια λιάνιζαν τις ψυχές, τις ξεγύμνωναν από κάθε ελπίδα, τις αποδεκάτιζαν, σύμμαχοι με τον ορατό δαίμονα της φρίκης, που το αιμοχαρή του βλέμμα σαν τον βρυκόλακα διψούσε όλο και περισσότερο να ρουφήξει από το κυανόχρωμο υγρό που έσταζε από πληγές… Τις πληγές που άνοιξε όχι μόνο το αιχμηρό σιδερικό, αλλά το πύρινο αόρατο, που σαν ρομφαία διαπέρασε  τις ψυχές, ταπείνωσε και τις έκανε ζητιάνες της ειμαρμένης…εκλιπαρώντας την εύνοια της…1922…

«Τω καιρώ εκείνω…» Η ανθρώπινη αντοχή μεγαλούργησε, έχοντας την πίστη οδηγό και ναύτη την ελπίδα, πάλεψε και ορθοπόδησε! Ξέχασε σιγά, σιγά, τον κακό δαίμονα του φόβου… Και έφθασαν άλλες εποχές, καταστάσεις δύσκολες, πονεμένες για την πατρίδα, την όμορφη κόρη της δόξης και της σοφίας. Όταν ο βάρβαρος κατακτητής σάρωνε κάτω από τη βαριά του μπότα, όχι μόνο τα όσια και ιερά χώματα της δοξασμένης γης αλλά την ανθρώπινη αξία και υπόσταση…

«Τω καιρώ εκείνω, ήλθε ο Ιησούς…» Το άδειο κουφάρι…στέκει εκεί μέσα στον ιερό χώρο…όμως το πνεύμα; που βρίσκεται; ακόμη τριγυρνά, ακόμη συμμάζεμα δεν έχει! Πού τρέχει ακόμη; γιατί δεν συμμαζεύεται; Και έφθασε ο καιρός, που όπως κάποτε {Η δόξα που στεφάνωσε τους Μαραθωνομάχους, στεφάνωσε και το στρατό στης Κορυτσάς τους βράχους…}Άπλωσε τα φτερά της η Δόξα, το νικητήριο άσμα αντιλάλησε απ’ άκρη σ’ άκρη στην πολύπαθη γη. Ανάσανε η πονεμένη γενιά, τα κατάφερε και τούτη τη φορά, έσκυψε και γιάτρεψε τις πληγές της ορθοπόδησε…1944…Έφθασε η πολυπόθητη ΕΙΡΗΝΗ.

«Τω καιρώ εκείνω…» έφθασε κάποια εποχή, παράξενη! Ένας άτρωτος ανεμοστρόβιλος, άρπαξε τη γενιά εκείνη, που η μοίρα είχε γράψει στα κατάστιχά της…Πονετικός όμως ο Αίολος, μέρεψε το μελτέμι, τον ζέφυρο και τον μπάτη, απαλά, απαλά, για να μη ταράξουν την διάνοια, να μη φοβίσουν τις καρδιές, στο φάσμα του μισεμού. Μας εναπόθεσαν στην αγκαλιά της ξένης. Μετανάστευση 1950 – 1970. Κι εμείς, άκακες υπάρξεις, την πονέσαμε, την αγαπήσαμε, γιατί και εκείνη μας πρόσφερε στοργή, κουρνιάσαμε κοντά της.  Όμως ξεχάσαμε;. Ξεχάσαμε ποτέ τις ρίζες μας; τη γενιά μας; Όχι ποτέ, ποτέ…

«Τω καιρώ εκείνω…» ακούστηκε σαν απόηχος η φωνή του ιερέα, καθώς διάβαζε τους Μακαρισμούς: «μακάριοι οι ειρηνοποιοί…ότι …»  Ξάφνου γύρισε το πνεύμα, ο άυλος εαυτός, και το άδειο κουφάρι πήρε πνοή, πήρε ανάσα, πήρε κουράγιο!

– Μα πού ταξίδευσες εαυτέ μου; Που πήγες χωρίς να με ρωτήσεις; Πώς έτσι ξαφνικά αρμάτωσες το σκαρί του νόστου; Πώς γρήγορα, γρήγορα, του έβαλες πανιά; Και σήκωσες την άγκυρα; Γιατί με ταξίδευσες; Με άρπαξες, όπως ο Πλούτωνας την Περσεφόνη…Και με ταξίδευσες στο δικό σου βασίλειο!!! Στο ταξίδι του νόστου… Τελικά σε ευχαριστώ, σε ευχαριστώ για το ακούσιο ταξίδι…Σε ευχαριστώ για την περιήγηση στα μονοπάτια της γενιάς μου, σε ευχαριστώ ακόμη περισσότερο, για το ότι κατάλαβα ότι όπου κι αν ζεις έχεις μέσα σου κλεισμένη την πατρίδα!!! Σε ευχαριστώ, για το ότι μπορώ με ιερή υπερηφάνεια να πω: Πατρίδα γλυκιά μου δεν σε ξεχνώ, δεν σε ξέχασα ποτέ, μαζί μου θα ταφείς εδώ στης ξένης γης το χώμα, να με κρατάς συντροφιά…Να με δροσίζεις και να ακούω εκείνο το γεμάτο ιερή μυσταγωγία: «Τω καιρώ εκείνω…», που θα μείνει αιώνια εδώ, στην αλλότρια γη»…

«YOU ARE WOGS» –  «ΟΙ ΞΕΝΟΙ»  

Η ώρα ήταν κάπως περασμένη, έκανε κρύο, κανένας στο δρόμο αυτή την ώρα. Και εμείς δε βλέπαμε την ώρα να κλείσουμε, να πάμε στη θαλπωρή του σπιτιού. Ξάφνου στην πόρτα φάνηκε κάποιος νέος και αφού ρώτησε ευγενικά εάν μπορούσαμε ακόμη να τον εξυπηρετήσουμε, με ανακούφιση έδωσε την παραγγελία του και κάθισε στις καρέκλες των πελατών.  Αφού δεν υπήρχε άλλος εκτός εμάς, πήρε το θάρρος  και γεμάτος ευγένεια άνοιξε συζήτηση με θέμα σχετικά με την κοινωνία.

-Ξέρετε, είπε, εκτιμώ πάρα πολύ τη γενιά των μεταναστών – άλλωστε κι εγώ παιδί μεταναστών είμαι – έχω ακούσει τόσες ιστορίες από τον πατέρα μου, όπως αυτή που θα ήθελα να σας διηγηθώ…εάν βέβαια θέλετε…

– Αν θέλουμε; ασφαλώς  θέλουμε απαντήσαμε εμείς.

– Ο πατέρας μου – άρχισε ο νέος – ήρθε στην Αυστραλία το 1956 με τη σύμβαση Αυστραλίας – Ιταλίας. Τον έστειλαν στο ζαχαροκάλαμο, στις φυτείες, εκεί έστελναν όλους τους νέους, όλα τα γερά παλικάρια, από όλες τις φυλές.  Οι περισσότεροι όμως, ήταν Έλληνες και Ιταλοί. Ο πατέρας μου γνώρισε ένα καλό παιδί,  Έλληνα, τον Νίκ. Δούλευαν πλάι – πλάι και μοιράζονταν την παράγκα που τους έδωσαν για ύπνο. Η δουλειά ήταν σκληρή και ανθυγιεινή. Το τέλος κάθε ημέρας, τους άφηνε με δύο στρώματα σκόνη και καπνίλα στο δέρμα τους…πάρα κάτω από τις φυτείες ήταν η μπυραρία, εκεί πήγαιναν οι περισσότεροι να ξεδιψάσουν έπειτα από την κοπιαστική ημέρα. Δυστυχώς όμως εκεί πάνω, τα χρόνια εκείνα επικρατούσε ο ρατσισμός. Στην είσοδο υπήρχε μία μεγάλη ταμπέλα που έγραφε NO  WOGS”, δηλαδή:«Όχι ξένοι». Ένα βραδάκι  οι δύο φίλοι ο Νίκ και ο Μπόμπ – ο πατέρας μου- αποφάσισαν να πάνε για μία μπύρα. Όταν μπήκαν και ζήτησαν με σπασμένα Αγγλικά αυτό που ήθελαν, οι θαμώνες  τους αγριοκοίταξαν. Ο μπάρμαν τους κοίταξε και είπε:   –Sorry, wogs are not well come here. (Λυπάμαι αλλά οι ξένοι δεν είναι καλοδεχούμενοι, εδώ.) Εκείνοι κοίταξαν ο ένας τον άλλον και αναρωτήθηκαν, τι θα πει wogs;

-Εσείς οι δύο είσαστε wogs, να φύγετε αμέσως…

Ο πατέρας μου – ο οποίος ήταν πυγμάχος στην Ιταλία- έχασε τον έλεγχό του και κατάφερε μια γροθιά στο πρόσωπο του μπάρμαν, εκείνος σαστισμένος προσπάθησε να αμυνθεί, αλλά δέχτηκε ακόμη μία γροθιά…που τον καθήλωσε στο έδαφος! Με στραπατσαρισμένο πρόσωπο και καταρρακωμένη την αξιοπρέπειά του…αναγκάστηκε να τους σερβίρει…  Την επόμενη μέρα, μετά τη δουλειά, ο πατέρας μου είπε στον Νίκ τον   Έλληνα, να πάνε για μια μπύρα.

– Όχι, όχι, θα μας διώξουν όπως χθες, είπε εκείνος.

-Πάμε και θα δεις, είπε ο πατέρας μου.

Όταν πήγαν εμπρός στον πάγκο, ο μπάρμαν όλο χαμόγελο, τους ρώτησε μήπως θα ήθελαν να φάνε κάτι; Πεινούσαν και δέχτηκαν ευχαρίστως, δεν έμειναν όμως καθόλου ενθουσιασμένοι από την άνοστη Αυστραλιανή κουζίνα…

-Ξέρεις, του είπαν, θα θέλαμε να μαγειρέψουμε μια μέρα εδώ για τους πελάτες σας, δεν θέλουμε πληρωμή, απλώς σε αντάλλαγμα, θα φάμε και εμείς.

Η  συμφωνία έκλεισε και την επόμενη μέρα οι Αυστραλοί θαμώνες της μπυραρίας, δεν μπορούσαν να σταματήσουν…να γλύφουν και τα δάκτυλά τους ακόμη από την αναπάντεχη αυτή γεύση… Τελικά, η συμφωνία κλείστηκε και από απλοί συνδετημόνες, έγιναν μόνιμοι μάγειρες. Δούλεψαν εκεί για αρκετά χρόνια και τέλος αποφάσισαν να κατεβούνε στην Μελβούρνη. Αγόρασαν σπίτια στην ίδια περιοχή Έκτοτε έμειναν φίλοι καρδιακοί. Ενωμένοι, αγαπημένοι, σε χαρές, σε λύπες, σε ότι έφερνε η ζωή…  Τώρα πλέον είχαν μάθει αρκετά καλή την Αγγλική γλώσσα και  άνοιγαν συζητήσεις με ιστορίες από τα νεανικά τους χρόνια πίσω στις πατρίδες τους.  Μα δεν ήταν επίσης λίγες οι φορές, όταν ξυπνούσε μέσα τους το εθνικό τους φιλότιμο, ανέβαζαν τις φωνές τους για το ποιος είχε το δίκιο στον πόλεμο του 1940, πάνω στα Αλβανικά βουνά. Και ασφαλώς, ο καθένας υποστήριζε την πατρίδα του, τα τσούγκριζαν λιγάκι   έδιναν τα χέρια αγκαλιάζονταν σαν αδέλφια και τους άκουγες να λένε: «Εμείς οι wogs είμαστε αδέλφια, γιατί ζήσαμε μαζί, ζυμωθήκαμε με τους πόνους, τους καημούς, αλλά και τις χαρές της ξενιτιάς. Μείναμε αγαπημένοι, ασχέτως πια είναι η γενέτειρά μας.  Εδώ θα μείνουμε για πάντα σ’ αυτή την αλλότρια γη, που έγινε η πατρίδα μας και η πατρίδα των παιδιών μας.»

Ναι! Είπα τότε εγώ, όταν είδα την συγκίνηση στο πρόσωπο του νέου. Δεν έχει σημασία ποια είναι η εθνικότητά μας, ποια η οικονομική μας ευχέρεια, ποια η καταγωγή μας. Όταν έχουμε πίστη, συνείδηση, ιδανικά, τότε μάλιστα είμαστε σωστοί άνθρωποι. Μα υπεράνω όλων, όταν μέσα μας καίει η φλόγα της πίστης. Όταν κοιτάζουμε τον συνάνθρωπό μας στα μάτια σαν τον αδελφό. Τότε δεν είμαστε πλέον wogs, είμαστε όλοι «ενοικούντες επί την γην». Είμαστε όλοι κάτω από τις φτερούγες του ιδίου Πατρός, του Πλαστουργού, που τα πάντα κυβερνά… Μα πάλι, γλυκιά μου πατρίδα, δεν σε ξεχνώ, σιγοψιθύρισα μέσα μου. Όπου κι αν ζούμε και από όποιο μέρος της πατρίδας κι αν ήρθαμε  δεν επιτρέψαμε στον καταλύτη χρόνο, το φθοροποιό του έργο.  Όταν η σκέψη μας ανοίγει τις φτερούγες της, με ευλάβεια αναδιπλώνει τις όσιες πτυχές της ευσέβειας. Φτεροκοπά η καρδιά, μυρωμένο χιλιοευλογημένο το αγέρι, από τους πευκανθούς , από τα δάση και τα λιβάδια, τις πεδιάδες και την γαλανή θάλασσα της, φθάνει η πνοή της Ελλάδας κοντά μας. Μας συνοδεύει και θα μείνει κοντά μας, εδώ στην αλλότρια γη.

Μία μεγάλη Ελλάδα ζει και κατοικεί μέσα στο μυρωμένο πνευματικό μας, όσιο βωμό. Εμείς, όλοι, γινόμαστε μύστες ιεροφάντηδες, τελούμε μυστικά Θεία μυσταγωγία, στα όσια ιερά ιδανικά της φυλής μας. Ζούμε, αναπνέουμε και υμνούμε τη Δόξα της πατρίδας μας: «Είμαστε Έλληνες, τιμή και καύχημά μας».   

ΕΛΕΟΣ ΜΟΝΟ… ΕΛΕΟΣ

Την πρόσεξα καθὠς κοίταζε τον χάρτη της Ελλάδας που περήφανα δεσπόζει στον τοίχο, δίπλα στον Παγκόσμιο χάρτη. Ξάφνου  απρόσμενα την άκουσα να με ρωτάει: – Από που είναι η καταγωγή σου;

– Το αφήνω σε εσένα να το μαντέψεις, απάντησα.

–  Μπορώ να πω, από την Ιταλία;

– Για να μη σε κουράζω, λοιπόν  όχι, κοίταξε δεξιά στον χάρτη, είπα.

Την είδα που έριξε μια ματιά. – Ω! τότε πρέπει να είσαι Ελληνίδα, μου είπε.

– Μάλιστα, μπορώ να ρωτήσω κι εγώ; Ποια είναι η χώρα της καταγωγής σου;

– Η Μακεδονία, μου είπε και είδα τη λάμψη της περηφάνιας  στο βλέμμα της.

Και εγώ ένιωσα ένα δάγκωμα στην «Ελληνική» καρδιά μου. Εκείνη τη στιγμή στεκόταν εμπρός μου μια κοπέλα, που η δική της πατρίδα επιβουλεύεται χρόνια τώρα να κλέψει το όνομα της δικής μου πατρίδας… Και ενώ μου έλεγε υπερήφανα ότι είναι από την Μακεδονία, εγώ ήξερα πολύ καλά ότι ήταν από την γείτονα χώρα. Από μέσα μου η εθνική μου συνείδηση επαναστάτησε, καθώς μονολογούσα ενδόμυχά μου. Ναι, σιγά, δεν λες καλύτερα το πραγματικό όνομα της πατρίδας σου…κάτω τα χέρια από τη δική μου πατρίδα, την δοξασμένη Ελληνική Μακεδονία! Μα δεν είπα τίποτε, απλώς χαμογέλασα συγκαταβατικά, με χαιρέτησε, ανταπέδωσα το χαιρετισμό και έφυγε.      Ήταν μια κοπέλα με όλα τα χαρακτηριστικά, της Σλαβικής καταγωγής της. Και όμως έλεγε ότι ήταν Μακεδόνα…  «Μα τι φταίει κι αυτή;» αναρωτήθηκα. «Αλήθεια ποιος έχει την ευθύνη για όλο αυτό το μπέρδεμα; Ποιος φέρει την μεγάλη ευθύνη για όλο αυτό το συρφετό; Και όμως μέσα σε κάθε κοινωνία, του κάθε κράτους, υπάρχουν ταραξίες, μα υπάρχει και μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων, που το μόνο που επιθυμούν είναι η ΕΙΡΗΝΗ. Το ζεστό ψωμί στο τραπέζι της οικογένειας. Η κάθε μητέρα να βλέπει τα παιδιά της συγκεντρωμένα γύρω στο τραπέζι. Να μην κλαίει για το παιδί της που είναι στο μέτωπο. Η καρδιά της κάθε μητέρας, χτυπάει στα στήθη της με την ίδια στοργή για τα παιδιά της. Όποια κι αν είναι η χώρα της καταγωγής της, ΕΙΡΗΝΗ μόνο, ΕΙΡΗΝΗ και ΓΑΛΗΝΗ ποθεί.» Αυτά σκεπτόμουν και κατάπια τη γλώσσα μου, καθώς στη σκέψη μου ήρθε το γνωμικό που κάποτε είχα διαβάσει:  «Να έχουμε καλό αυτί και ένα χρυσό στόμα». Αυτά σκέφθηκα και δεν είπα τίποτε, αν και από μέσα μου όχι μόνο θύμωσα, μα ένιωσα την αδικία εις βάρος της Ελληνικής Μακεδονίας μας, να μου πνίγει την ψυχή. Αγανάκτηση όχι για τον κόσμο, αλλά για αυτούς που κυβερνάνε τους λαούς. Και όχι μόνο για τους ξένους ηγέτες, αλλά ακόμη περισσότερο για τους δικούς μας ανεύθυνους που χρόνια τώρα έχουν θέσει στην σκακιέρα…την ονομασία της ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ μας. Ρίχνουν τον κύβο, περιμένοντας να δούνε…που τα ζάρια θα κλείνουν; Αδρανείς και απαθείς, περιμένουν την συγκατάβαση των άλλων για να συνεχίσουν το παιχνίδι… Και το παιχνίδι μένει εκεί…και ούτε ποτέ θα τελειώσει. Και τα μίση συνεχίζονται και λύση δεν υπάρχει… Τελικά, όταν φθάνει το βράδυ, όλοι δεν διαφέρουμε σε τίποτε. Όταν βάλουμε το κεφάλι στο προσκεφάλι. Όταν ο ύπνος σφαλίσει τα κουρασμένα μας βλέφαρα, δεν διαφέρουμε σε τίποτε. Είμαστε ανίσχυροι θνητοί που όσο κι θέλουμε να παριστάνουμε τους δυνατούς, έρχονται στιγμές στη ζωή που νιώθουμε την αδυναμία μας. Ακόμη και αυτός ο Μορφέας, μας νικάει κάθε βράδυ.

Προς τι λοιπόν αυτή η αδιαλλαξία; Εμείς οι ίδιοι λακτίζουμε πάνω στους ήλους…Ας θυμόμαστε ότι «Δεν τιμωρείτε κάποιος για τις αμαρτίες του, αλλά από τις αμαρτίες του» εδώ στον κόσμο. Αν οι δυνατοί που εξουσιάζουν τους λαούς, βάλουν κάποιο φρένο στις παράλογες απαιτήσεις τους, στις ατέλειωτες αδιαλλαξίες τους, στις φιλοδοξίες τους, στις φαντασιώσεις τους. Αλήθεια, πόσο καλύτερος θα ήταν ο κόσμος, πόσο καλύτερος! Ακόμη κι αυτή η αθώα κοπέλα, που με καμάρι κατατάσσει την πατρίδα της με το κλεμμένο όνομα της δικής μου πατρίδας, δεν θα έφθανε σε αυτό το σημείο του ψεύδους, αλλά με καμάρι θα έλεγε την πραγματική Σλαβική καταγωγή της.  Έτσι μόνο θα υπάρξει αρμονία, φιλία και συναδέλφωση, μέσα στους λαούς, όλων των χρωμάτων της γης. «Εσείς οι δυνατοί, πάψτε πλέον το παιχνίδι της σκακιέρας. Ενώστε τα χέρια, αφήσετε τον κόσμο να ζήσει αρμονικά ανθρώπινα…»

Η ΕΝΩΣΗ 

– Μητέρα, σε βλέπω πολύ σκεπτική σήμερα, τι σκέπτεσαι;  Ρώτησε ο Δημήτρης τη μητέρα του.

– Πώς να μη είμαι αγόρι μου; Πώς μπορώ να μη είμαι; Πλησιάζουν Χριστούγεννα και πονώ!

– Πονάω για την κατάσταση της πατρίδας μας. Θυμάσαι Δημήτρη μου, πριν λίγα χρόνια; Τι χαρές και πανηγύρια κάναμε; Πότε θα πάμε στην αγορά πότε θα κάνουμε τα γιορτινά μας ψώνια, όλοι μαζί, όλη η οικογένεια!!!

– Ναι! Πώς μπορώ να τα ξεχάσω μητέρα μου. Τότε που δούλευε ο πατέρας, τότε που πήγαινα στο Πανεπιστήμιο, τότε που γυρνώντας στο σπίτι έβλεπα το πρόσωπο σου να λάμπει από χαρά, από ευτυχία!

– Αχ! Πώς άλλαξαν τα πράγματα τώρα…πώς άλλαξαν…Πώς άλλαξαν…

– Τώρα παιδί μου που πήρες το πτυχίο σου. Τώρα που θα χαιρόμασταν να δούμε να δικαιώνονται οι κόποι σου, να δικαιώνονται οι συνεχές μελέτες σου. Τώρα που θα σε καμαρώναμε λαμπρό επιστήμων, να αφοσιωθείς στον κλάδο σου, τώρα όλες οι πόρτες είναι κλειστές…Ο πατέρας άνεργος, η αδελφή σου η Λένα τρία χρόνια αρραβωνιασμένη…Μα πώς θα γίνει ο γάμος; αφού και ο γαμπρός όπως κι εσύ χωρίς δουλειά είναι…

– Αυτά σκέπτομαι μητέρα κι εγώ. Και όσο βλέπω τον πατέρα σκυθρωπό   κι εγώ περισσότερο πονάω…

 Αυτή την κουβέντα είχαν μητέρα και γιος, ένα φθινοπωρινό απογευματάκι, τον Οκτώβρη του 2012… Πραγματικά, η κατάσταση αυτή που κούρασε…και έριξε  την κοινωνία της πατρίδας τόσο χαμηλά…είχε κάνει και τη ζημιά της, μέσα στην οικογένεια αυτή,  την άλλοτε χαρούμενη, ξέγνοιαστη, αυτή οικογένεια! Όλα τώρα τα μετρούσαν! Καμία σπατάλη. Και  όμως παρόλα αυτά, τσίτα – τσίτα και πάλι δεν τα έφερναν βόλτα…

– Λοιπόν μητέρα, τι σκέπτεσαι για τα Χριστούγεννα;

– Νομίζω, αγόρι μου, ότι καλά θα κάνουμε να πάμε στο χωριό! Κοντά στον παππού και στη γιαγιά, τους έχουμε τόσο πεθυμήσει. Έχω τόσα χρόνια να γιορτάσω Χριστούγεννα μαζί με τους γέροντες γονείς μου…και για να πούμε την αλήθεια, στο χωριό θα γιορτάσουμε ανθρωπινά…Χριστούγεννα!!!

Αλήθεια! Πόσο γρήγορα κύλησαν οι εβδομάδες, οι ημέρες…και νάσου έφθασαν Χριστούγεννα! Σήμαναν οι καμπάνες! Για την Χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία. Χριστούγεννα πρωί! Όλα γύρω παγωμένα! Η φύση έχει απλώσει γύρω το κατάλευκο χαλί!!! Έχει ντύσει μεγαλοπρεπώς με το ΑΣΠΙΛΟ της χρώμα, την ιερή αυτή γεμάτη μυστικισμό, ιερότητα και κατάνυξη μισοσκότεινη αυγή! Όλη τη νύχτα η φύση είχε βάλει σκοπό, να τελειώσει το έργο της κουρασμένη μεν – για όλη της την προσπάθεια – χαρούμενη δε για το επίτευγμά της…Και τώρα χαρούμενη – καταχαρούμενη, προσμένει να δει  τη χαρά διάχυτη στα πρόσωπα των πιστών. Πράγματι! Ήταν μαγευτικό το τοπίο! Το χιόνι απαλό – απαλό πρόσμενε τους πιστούς να αφήσουν τα ίχνη τους, τα βήματά τους προς την εκκλησία. Τι θαλπωρή Θεέ μου! Τι θαλπωρή!… Οι πιστοί προσέρχονται στην εκκλησία  του χωριού! Ενδόμυχα τους όλοι  προσεύχονται  για τη σωτηρία της πατρίδος! Προσεύχονται  να δούνε μία καλύτερη ημέρα, με την Ανατολή του νέου χρόνου… «Χριστός γεννάται δοξάσατε, Χριστός εν…» ψάλλουν οι ψάλτες και οι πιστοί με Θεία ευλάβεια!…

Η οικογένεια καθισμένη γύρω από το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Ο παππούς, η γιαγιά, δεν μπορούνε να κρύψουν τη μεγάλη χαρά τους γι’ αυτή την απροσδόκητη επίσκεψη!!! Χρόνια είχαν να έρθουν στο χωριό, η μοναχοκόρη τους με την οικογένεια της. Να όμως, που έφθασε η ευλογημένη αυτή ώρα. Κλίνουν το κεφάλι όλοι, τα χείλη αναπέμπουν στον Πλάστη την ευχαριστία τους, για ότι τους χαρίζει, αναπέμπουν την προσευχή τους…  Ένα δάκρυ σαν μαργαριτάρι, κυλά από τα μάτια της νέας γυναίκας ( της κόρης ) το πρόσεξε αυτό η στοργική καρδιά της μητέρας ( γιαγιάς ).

– Κόρη μου, είπε. Σήμερα γεννήθηκε ο Κύριος, σήμερα η πατρίδα μας και όλοι μας περνάμε δύσκολες, πολύ στερημένες ημέρες…Όμως κόρη μου, υπήρξαν ακόμη χειρότερες εποχές! Και φοβερές καταστάσεις που έζησαν οι  δικοί μας στη Μικρασιατική καταστροφή…Ζήσαμε και εμείς δύσκολες ημέρες στη Γερμανική κατοχή, θυμόμαστε το φόβο, τον πόνο, την αγωνία… Σήμερα φθάσαμε και πάλι σε δύσκολους καιρούς…για να εκτιμήσουμε όμως εκείνο που είχαμε…και αυτό που χάσαμε! Μήπως ήρθε καιρός να ενωθούνε οι οικογένειες; Μήπως έφθασε η ώρα να καταλάβουμε το  πόσο σπουδαίο δώρο είναι η αρετή της αγάπης;… Να προσφέρουμε την εκτίμηση, την αγάπη μας στους γέροντες γονείς που τόσο την έχουν στερηθεί; Παιδιά μου, πρέπει να θυμόμαστε, ότι η αγάπη και η ελπίδα, είναι αυτά που πεθαίνουν τελευταία στη ζωή. Εγώ σήμερα ζω μια από τις πιο χαρούμενες ημέρες της ζωής μου…σας έχω τριγύρω μου και αυτό μου φθάνει…

Έλαμψαν τα πρόσωπα από τα σοφά λόγια της γιαγιάς! Υψώθηκε το ηθικό, γέμισε η καρδιά πίστη, ελπίδα, αισιοδοξία!

– Και του χρόνου παιδιά μου, να γιορτάσουμε και πάλι μαζί, με υγεία, με ευλογία Κυρίου.

…Μέσα από τη μιζέρια και την αστάθεια γεννήθηκε κάτι καλό, έγινε η αναγέννηση ενός μεγάλου ιερού θεσμού, ενός ιδανικού όσιου και σεπτού. Επαλήθευσε το άϊδιο ρητό « Έκ της τέφρας μου, αναγεννώμαι » !… «Δεν χάθηκε η ελπίδα, ο ήλιος πάντα έρχεται μετά την καταιγίδα. «Χριστός γεννάται δοξάσατε». Συνετελέσθει το θαύμα μέσα στην οικογένεια: Η ΕΝΩΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ.

[ Υ.Γ. Αυτό το διήγημα το έγραψα το 2012. Μόλις τα πρώτα σύννεφα της δυστυχίας άρχισαν να φαίνονται στον ορίζοντα της πατρίδας. Μήπως όμως τώρα ακόμη χειρότερα δεινά δεν μαστίζουν την φτωχή μας πατρίδα; ]

ΕΞΟΔΟΣ

Σαν τους περιπλανόμενους Ισραηλίτες, στην φυγή τους από την Αίγυπτο, με προορισμό την γη της επαγγελίας. Η ιστορία επαναλαμβάνεται ακόμη και σήμερα, στην πολιτισμένη …εποχή που ζούμε…με πλουσιοπάροχα τα αγαθά για βιώσιμη ζωή. Εκείνοι τουλάχιστον, είχαν την φωτεινή στήλη που τους καθοδηγούσε. Τείχος το κύμα της Ερυθράς θαλάσσης που αναχαίτισε και καταπόντισε τις κραταιές στρατιές του Φαραώ. Είχαν τον Μανναδότη που τους έστελνε το μάννα εξ ουρανού και τα ορτύκια. Περιπλανήθηκαν οι γιοι του Ισραήλ, μα είχαν στραμμένη την ελπίδα στην γη της επαγγελίας!  Ήλπιζαν, ότι η περιπλανισή τους αυτή, μόνο καλό θα φέρει.

Να, όμως, που η ΕΞΟΔΟΣ αυτή αναβιώνει στις ημέρες μας. Και αυτή η «ΕΞΟΔΟΣ» δεν είναι ελπιδοφόρα. Είναι μία κατεύθυνση προς το άγνωστο. Ο εφιάλτης γίνεται τρομερός δυνάστης, ζωντανός, ισοπεδώνει και κατακουρελιάζει ηθική υπόσταση και κατεστημένα.

Ποιος αλήθεια, αφήνει το σπιτικό του, την ησυχία του, την ασφάλεια την ειρήνη και βγαίνει στους πέντε δρόμους;  Μόνο όποιος ζει στην απόγνωση και στην ανασφάλεια… Πλην όμως  δεν είναι έξοδος προς την ελευθερία. Δεν είναι πεπεισμένοι ότι προχωρούνε έχοντας ένα μέλλον εμπρός τους. Που πηγαίνουν; Τιάραγε θα συναντήσουν;

 «΄Εμφυτος πάσιν ανθρώποις ο της ελευθερίας πόθος» έλεγε ο Διον. Αλικαρνασσεύς.   «Ελεύθερους αφήκε πάντας ο Θεός, ουδένα δούλον η φύσις πεποίηκε». «Ελευθέρους τους άφησε όλους ο Θεός, η φύση κανένα δεν έκανε δούλον»,  έλεγε ο Αλκιδάμας τον 4 αιώνα π .Χ.

Τι δυστυχία… ενώ ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο να ζει ελεύθερο, το ίδιο και η φύση. Και όμως πάντοτε υπήρξαν οι κερδοσκόποι, αυτοί που μόνο μέλημά τους και σκοπός να γεμίζουν πορτοφόλια και ταμεία των κρατών.  Ενώ ο Δημιουργός, άφησε τον άνθρωπο να ζει ελεύθερο, δυστυχώς, σε όλες τις εποχές αυτός ο ίδιος ο άνθρωπος, το πλάσμα του Πλαστουργού, γίνεται θηρίο. Το συμφέρον, η μοχθηρία, η κακία, έχουν πλέον γίνει δυνάστες. Βλέπουμε κάθε λίγο και λιγάκι, στα μέσα ενημέρωσης, στην τηλεόραση, στις εφημερίδες, τον ζωντανό, απίστευτο εφιάλτη που διαβιώνουν συνάνθρωποί μας, ασχέτου θρησκεύματος, ασχέτου φυλής. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που ανοίγονται μέσα στα αγριεμένα νερά, της θάλασσας, μέσα στην απόγνωση, μέσα στη φρίκη. Κρατώντας βρέφη στην αγκαλιά. Πρόσωπα σκαμμένα από αγωνία, γονείς να κρατάνε στην κατάκοπη αγκαλιά τους τα παιδιά τους. Παιδιά να κοιτάζουν με μάτια γεμάτα φόβο – πολλά από αυτά τόσο μικρά, που αδυνατούν να συλλάβουν όλη την κατάσταση. Πόσα όνειρα ίσως να έκαναν οι δύστυχοι. Κάποτε είχαν ιδανικά στη ζωή. Μα ο φοβερός καταπέλτης του πολέμου ισοπέδωσε τα όνειρα και τις προσδοκίες τους.

Ο κάθε λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος, βλέπει ότι η κάθε πολεμική σύρραξη, μόνο καταστροφή φέρνει. Σφαγιάζεται η ΕΙΡΗΝΗ στα στρογγυλά τραπέζια των συνομιλιών. Οι δυνατοί, δεν θέλουν το χαρτί της ειρήνης, μάλλον το αποφεύγουν και το φοβούνται, όπως ο σατανάς, φοβάται το Σταυρό και το λιβάνι. Αποφεύγουν όχι μόνο να υπογράψουν το τέλος των συμφορών, μα ούτε καν το επιθυμούν, δεν το επιδιώκουν…τρόπους σοφίζονται, να εξουδετερώσουν για πάντα την ΕΙΡΗΝΗ στην ανθρωπότητα. Ρίχνουν λίγα ψίχουλα στο στόμα των πεινασμένων, με την σκέψη ότι κάνουν το χρέος τους, στους λαούς αυτούς. Μα δεν είναι μόνο η τροφή, που χρειάζονται, αυτοί οι λαοί, είναι η ασφάλεια και η γαλήνη. Να μένουν ήσυχοι στην πατρίδα τους, να αναστήσουν την οικογένεια και τα ιδανικά τους.

Ας ελπίσουμε ότι το μαρτύριο αυτών των άμοιρων ανθρώπων θα βρει μια βιώσιμη λύση. Μα πάνω από όλα ας ευχηθούμε σαν μαγεία μία απαλή νότα, μία σεπτή ελπίδα, να σβήσει την λαίλαπα της καταστροφής. Ένας όσιος ύμνος να παιανίσει μέσα στις καρδιές των ισχυρών, να τους φωτίσει, σαν άγια δάδα, και να τους δείξει την «έξοδο» από το λαβύρινθο της απληστίας που  οδηγούνται. Να σβήσουν μια για πάντα τα μίση και οι εχθροπραξίες. Θα μπορέσει τότε ο άνθρωπος όσο φτωχός κι αν είναι, να βάλει στο τραπέζι της οικογένειας του ένα κομμάτι γλυκό ψωμί. Και θα είναι τόσο νόστιμο, γιατί θα είναι το ίδιο γλυκό, στο τραπέζι όλου του κόσμου Το γλυκό ψωμί, της ΕΙΡΗΝΗΣ. Ας το ευχηθούμε.

ΨΩΜΙ

ΑΠΡΙΛΙΑΤΙΚΑ ΟΝΕΙΡΑ 

Στην άνοιξη της ζωής, στον Απρίλη των δεκαοκτώ μας χρόνων, είχαμε όλοι μας πιστέψει στα πρωταπριλιάτικα όνειρα!!! Ήμασταν δεκαοκτώ ετών, τα πάντα γύρω μας  φάνταζαν σαν ένα μαγευτικό εξαίσιο όνειρο…Φανταζόμασταν τη ζωή σαν μία ατέλειωτη χαρά, ο κόσμος όλος ήταν δικός μας…Δεν πιστεύαμε στα γυαλιά, στα μπαστούνια, στις ρυτίδες και στα γκρίζα μαλλιά.

–  Αυτά όλα είναι ένα πρωταπριλιάτικο ψέμα! λέγαμε με αυτοπεποίθηση.

Βλέπαμε τα γηρατειά γύρω μας και λες ότι ζούσαμε σε άλλο κόσμο εμείς… Ήταν αδύνατο να φαντασθούμε, ότι θα έρχονταν κάποτε μία εποχή που όλα εκείνα που φάνταζαν στα μάτια μας ένα πρωταπριλιάτικο ψέμα τότε, θα άλλαζαν κάποτε. Στον Απρίλη της ζωής, όνειρα μόνο όνειρα, χαρούμενα…τότε…  Εικονικά, βλέπαμε τον εαυτό μας να στέκει στην κορυφή του κόσμου!  Με τη φαντασία μας πλάθαμε ένα κόσμο φανταστικό…απλώναμε τα χέρια μας κλείνοντας μέσα στην αγκαλιά μας όλες τις χαρές!!! Και εμείς παντοκράτορες στο βασίλειο μας!!!  Όνειρα – όνειρα- μόνο όνειρα τότε…

Αχ! τι γρήγορα που κυλούν τα χρόνια…Γιατί καλέ βιάζονται τόσο πολύ; Γιατί; Γιατί; Περνάνε και πίσω ποτέ δε γυρνάνε, όπως λέγει το τραγούδι… Αυτά σκεπτόμαστε κάθε φορά που ανακαλύπτουμε κάποιο ίχνος φθοράς… Κάποιο ένοχο σημάδι, που μας κρυφοκοιτάζει με φόβο, επειδή ξέρει, ότι το μισούμε.

Και εμείς κάπως ηρωϊκά, όμως και φοβισμένα, παίρνουμε την απόφαση να κάνουμε μερικές ερωτήσεις στον κύριο εαυτούλη μας! Τον βλέπουμε ότι και εκείνος φοβάται! Τρέμει γεμάτος ενοχή, για την απολογία που πρέπει να μας δώσει…Γινόμαστε τότε και εμείς συμπονετικοί, γιατί στο κάτω – κάτω νιώθουμε και δική μας  ενοχή  για ότι είχαμε κάποτε πιστέψει…Πώς μπορούμε να του καταλογίζουμε όλα τα λάθη, όλα τα σφάλματα και τα πρωταπριλιάτικα ψέματα; Μήπως δε φταίξαμε κι εμείς; Μα μήπως και εμείς δεν πιστέψαμε σ’ αυτά; Ποιος ο θύτης, ποιος το θύμα; Οπλιζόμαστε λοιπόν με θάρρος, με γενναιότητα, με τόλμη, αποφασίζοντας την μεγάλη ανάκριση…για να φανεί ο ένοχος …

-Γιατί; γιατί κύριε εαυτούλη μου με γέλασες; γιατί πίστεψες στα πρωταπριλιάτικα ψέματα; δεν πίστευες στα γυαλιά, στα μπαστούνια, στα γκρίζα μαλλιά…

-Και γιατί μόνο εγώ; μήπως και εσύ δεν πίστεψες στα πρωταπριλιάτικα ψέματα; μόνο που εσύ πίστεψες στον ατέλειωτο ΑΠΡΙΛΗ. Σε εκείνο το ψέμα πίστεψες, το ωραίο, το Ελπιδοφόρο!!! – Μα για στάσου ένα λεπτό, είπα ελπιδοφόρο; Ναι! Ναι! Το νόημα βρήκα…βρήκα τη λύση! Όχι δεν πιστέψαμε σε όνειρα εαυτέ μου… Πιστέψαμε στις αλήθειες της ζωής! Όλα έρχονται με ακρίβεια, όλα με τη σειρά, έτσι όπως τα έβαλε με τάξη ο Πλαστουργός μας, ο Δημιουργός μας! Γιατί μεμψιμοιρούμε; Κοίταξε τη φύση γύρω μας «ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΕΝ ΣΟΦΙΑ ΕΠΟΙΗΣΕ». Ο πλαστουργός μας!

Όλα είναι ωραία στη ζωή μας, όταν βλέπουμε το κάθε τί με αισιοδοξία, με ελπίδα!

Ο άνθρωπος είναι όπως οι εποχές του χρόνου, έτσι όπως τις δημιούργησε ο Πάνσοφος Αρχιτέκτων του σύμπαντος. Η φύση υμνεί το Δημιουργό της, δεν μεμψιμοιρεί σε κάθε αλλαγή των εποχών! Η υπέροχη η φύση, ορατή η ύπαρξη της, του Δημιουργού η αγάπη, αρμονία στη δομή της … Πόσο μάλλον εμείς που μας χάρισε τη γνώση, τη νοημοσύνη. Και υπέρ άνω πάντων « ΤΗΝ ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΟΜΟΙΟΣΗ ΑΥΤΟΥ » Την αθάνατη ψυχή μας!

… Κοίταξα στα μάτια τον εαυτό μου! Τον είδα συνεσταλμένο, σκεπτικό, να με κοιτάζει συγκαταβατικά, συμφωνούσαμε απόλυτα και οι δύο, ίσως να νιώσαμε κάποια ενοχή, κάποια μεταμέλεια, για την μικροψυχία μας…

Ποτέ δεν είναι αργά να κάνουμε μία ξενάγηση του εαυτού μας μέσα στον αγρό της ψυχής, για να συλλέξουμε κάθε ελπίδα. Να ξεριζώσουμε την κατήφεια που μας πλακώνει και συντρίβει την αισιοδοξία, τη χαρά…Ας γίνει η ζωή μας ένας ατέλειωτος Απρίλης, την κάθε ημέρα, την κάθε ώρα, την κάθε στιγμή στη ζήση. Με χαμόγελο καλοσύνης ας υποδεχθούμε αυτά που έρχονται με τον νόμο της φύσης…τα γυαλιά, τις ρυτίδες, τα γκρίζα μαλλιά… Θα νιώθουμε τότε τον  ΑΠΡΙΛΗ  κάθε ημέρα δίπλα μας.

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ…

Όχι! Αυτή τη φορά δεν θα αλλάξει γνώμη! Ναι! Το πήρε απόφαση ότι τέλος πάντων αξίζει και εκείνη να δώσει ένα δώρο στον λιτό και καθόλου απαιτητικό, στον πάντα καλόβουλο εαυτό της… Α! Ναι, το πήρε απόφαση, αυτή τη φορά δεν θα επιτρέψει τον ίδιο της τον εαυτό να βρει πάλι κάποια δικαιολογία… όχι αυτή τη φορά δεν θα πει τη γνωστή της δικαιολογία «μπορεί να περιμένει». Αυτά μονολογούσε η Ευτυχία, σκεπτόταν, μονολογούσε και ταξίδευε στο παρελθόν…

Μοναχοπαίδι, χιλιολατρεμένο ήταν, ύστερα από ένα δύσκολο τοκετό -τον πρώτο και τελευταίο που είχε η μανούλα της – μητέρα και βρέφος έφθασαν στα πρόθυρα του Άδη και όταν επέζησαν τότε η αγάπη και η στοργή έγινε κυρίαρχος.

Με περισσή φροντίδα, μέσα στα πούπουλα μεγάλωσε το μικρό κοριτσάκι, υπήρχαν άλλωστε και οι οικονομικές ανέσεις. Η οικογένεια κρατούσε από αριστοκρατική γενιά, με μόρφωση και παράδοση. Γιατρός, σπουδαίος επιστήμων ο πατέρας, όμορφος λεβεντάνθρωπος, με αισθήματα και ανθρωπιά, ανοιχτόκαρδος με λεπτά ευγενικά αισθήματα είχε ερωτευτεί παράφορα μία κοπέλα από τη φτωχολογιά. Οι συνετοί γονείς του, άνθρωποι ευσεβείς δεν έφεραν καμία αντίρρηση, άλλωστε αυτοί οι ίδιοι ελεήμονες καθώς ήταν, έδωσαν στο γιο τους θεμέλια αρετής, εκτίμησης, συμπόνιας.

Έτσι με τις ευχές τους, ο νεαρός Παύλος Γεωργίου παντρεύτηκε την όμορφη κοπέλα την ορφανή Ελένη. Αγνή τίμια κοπέλα η ορφανή, εκτίμησε με όλη της την ψυχή τον άνδρα της και τους γονείς του. Δεν ήταν όμως της μοίρας γραπτό να ζήσουν όλοι μαζί αυτή την ευτυχία. Το ζεύγος των βιομηχάνων Δημήτρη και Ευτυχίας Γεωργίου σκοτώθηκαν σε κάποιο ταξίδι τους στο εξωτερικό, όλη η περιουσία πέρασε στο μοναχοπαίδι τους τον Παύλο και στην γυναίκα του Ελένη. Όταν σε λίγο καιρό γεννήθηκε το μικρό κοριτσάκι του έδωσαν το όνομα της γιαγιάς Ευτυχίας. Και μεγάλωνε η μικρή Ευτυχούλα, με την παιδική της χάρη απάλυνε τον πόνο για τον χαμό του παππού και της γιαγιάς.

Φιλάνθρωποι ο Παύλος και η Ελένη, άνοιγαν στοργικά την αγκαλιά τους στους φτωχούς, βοηθούσαν όπου υπήρχε ανάγκη…μεγάλωσε η μικρή Ευτυχία και ρίζωσαν μέσα της η φιλανθρωπία και ο αλτρουϊσμός…

Έφθασαν όμως δύσκολοι καιροί, ο κατακτητής πέρασε με την σιδερένια μπότα του και με την άδικη πυγμή του σκλάβωσε την πατρίδα…απαίτησε από τον Παύλο Γεωργίου να συνεργασθεί μαζί τους και όταν εκείνος αρνήθηκε στον εχθρό, τον έστειλαν στο εκτελεστικό απόσπασμα μαζί με την αγαπημένη του Ελένη, που αρνήθηκε να αφήσει να τον πάρουν μόνο του από το σπίτι και ακολούθησε τον άνδρα της στη θυσία!

Τελικά δήμευσαν όλη την περιουσία της οικογένειας. Έμεινε μόνη της κατάμονη η νεαρή Ευτυχία. Έζησε δύσκολα χρόνια. Ευτυχώς που βρέθηκαν κάποιοι σπλαχνικοί άνθρωποι που τους είχε ευεργετήσει ο γιατρός Παύλος Γεωργίου και την πήραν κοντά τους στην επαρχία. Από πλουσιοκόριτσο έγινε φτωχή, εργαζόταν στα χωράφια, μπόρεσε όμως να μπει στο γυμνάσιο της κωμόπολης που ήταν κοντά τους. Αιματηρές  οικονομίες έκανε για το κάθε, τα υπάρχοντά της λιγοστά και λιτά.

Κάθε φορά που σκεπτόταν να αγοράσει κάτι που της ήταν ανάγκη το διπλοσκεπτόταν, σκεπτόταν ότι ίσως θα μπορούσε να πορέψει λίγο ακόμη με εκείνο που είχε, ενώ παράλληλα έδινε τον οβολό της σε κάποιον φτωχό, που το είχε ανάγκη.

Έτσι τα χρόνια περνούσαν και κάθε φορά που ήθελε να πάρει κάτι για τον εαυτό της σταματούσε λέγοντας. «όχι δεν θα το πάρω, μπορεί να περιμένει» με αυτό το δικαιολογητικό δεν αγόραζε τίποτε, εκτός αν της ήταν απόλυτη ανάγκη…

Και περνούσαν τα χρόνια και η καρδιά της έμενε καταμανταλωμένη…   Άλλωστε ούτε καν άφηνε κάποια ηλιαχτίδα να μπει, μέσα στην καρδιά της. Μα! Μήπως πάλι, της έμενε ψυχή; της έμενε καρδιά; η ζωή της είχε γίνει συντρίμμια, ο χαμός των γονιών της, η άδικη και βάναυση εκτέλεσή τους είχε παγώσει και νεκρώσει τη νιότη της.

Η Ευτυχία μάλλον ζούσε για να κάνει το καλό, τίποτε παραπάνω, ζούσε μόνο για τον ιερό σκοπό που είχε θέσει ορόσημο της στην ζήση. Το «μπορεί να περιμένει» της είχε γίνει πλέον συνήθεια. Καλύτερα να αγοράσω ένα ζευγάρι παπούτσια για το ορφανό της γειτόνισσας, ή πάλι, μία ζεστή ζακέτα για τη φτωχή γερόντισσα, ή πάλι…το δικό μου «μπορεί να περιμένει » όλο έλεγε.

Όμως εφέτος πήρε την μεγάλη απόφαση!!! μάλιστα πρόσεξε το ρολογάκι της, που έμοιαζε σαν σαρακοφαγωμένο, με το ζόρι γυρνούσαν οι λεπτοδείχτες του, πήρε την ηρωϊκή απόφαση. Ναι! Μάλιστα, σήμερα κιόλας λες ότι φοβόνταν μήπως το αναβάλλει, μήπως βγει κάτι άλλο ξανά…και την κάνει να αλλάξει γνώμη. Σήμερα λοιπόν θα πάει στο χρυσοχοείο του κυρίου Γεωργίου για να διαλέξει κάτι οικονομικό.

Τί! Σύμπτωση, Θεέ μου! Παύλος Γεωργίου, έγραφε απ’έξω το μικρό μαγαζάκι. Την πρώτη φορά που πέρασε και το διάβασε η καρδιά της πήγε να σπάσει…τί σύμπτωση Θεέ μου, το όνομα του πατέρα της… Είχε σταματήσει, πήρε βαθιά ανάσα και μπήκε μέσα.

– Μπορώ να δω τον κύριο Γεωργίου;

– Μάλιστα, κοπέλα μου, εγώ είμαι, άκουσε να της λέει ο χαμογελαστός ώριμος άνδρας που την κοίταζε με τα γαλανά του μάτια, γεμάτος καλοσύνη. Σε τι μπορώ να σας βοηθήσω; την ρώτησε.

– Ξέρετε, απλώς ήθελα να μάθω άν έχετε κάποια συγγένεια με το γιατρό Παύλο Γεωργίου, που είχαν…

– Εκτελέσει οι Γερμανοί, με τη γυναίκα του Ελένη; αυτό με ρωτάτε; όχι απολύτως καμία, απλώς συνωνυμία, απάντησε ο ευγενικός άνδρας.

Από τότε, κάθε φορά που περνούσε έξω από το μικρό κατάστημα, έριχνε μία ματιά μέσα και εκείνος της ανταπέδιδε το χαιρετισμό του με το πλατύ του ευγενικό χαμόγελο…εκείνη αισθανόταν κάποια παράξενη σιγουριά… αμέσως όμως συγκεντρωνόταν στη μοναξιά της…και τίποτε παραπάνω, ούτε που άκουγε τον παραμικρό χτύπο της κατακλειδωμένης της καρδιάς… Ούτε που της το επέτρεπε αυτό… την κρατούσε εκεί καταμανταλωμένη.

Ναι! Λοιπόν σήμερα Μεγάλο Σάββατο, θα δώσει ένα Πασχαλινό δώρο στον εαυτό της, το πήρε απόφαση θετικά και αμετάκλητα! Και προτού το ξανασκεφτεί βρέθηκε μέσα στο μικρό ζεστό μαγαζάκι και βάλθηκε να κοιτάζει τα ρολόγια. Ξάφνου, όμως ορθώθηκε εμπρός της εκείνο το γνωστό «μπορεί να περιμένει». Σκέφθηκε πόση χαρά θα έδινε στο φτωχό ορφανό, μία Πασχαλινή στολισμένη λαμπάδα, ένα σοκολατένιο αυγό και ένα ζευγάρι παπούτσια…λογάριασε τα χρήματα που διέθετε, ήταν περίπου αρκετά για να αγοράσει τα Πασχαλινά δωράκια για το φτωχούλι. Μονολόγησε το γνωστό της «μπορεί να περιμένει» όταν είδε δίπλα της τον γελαστό Παύλο, που της είπε: – Μπορώ να σας βοηθήσω;

– Όχι, όχι, κύριε Γεωργίου, όχι σήμερα, θα περάσω όμως κάποια άλλη φορά. Καλή Ανάσταση και του χρόνου. Είπε βιαστικά και έφυγε σαν τον κλέφτη της χαμένης, κλεμένης, ευτυχίας…

…Και τώρα μέσα στη φτωχική αλλά νοικοκυρεμένη κουζινούλα της, ετοιμάζει την Πασχαλινή της μαγειρίτσα. Αχ! Πόση χαρά ένιωσε Θεέ μου! Πόση χαρά, όταν είδε το φωτεινό χαμόγελο στο χλωμό προσωπάκι  του μικρού ορφανού! Δεν πειράζει, το ρολογάκι μου «μπορεί να περιμένει». Και όμως ένιωθε μεγάλη μοναξιά απόψε, μία βαριά θλίψη της βάραινε την ψυχή, ανεξήγητα βαριά. Ετοίμαζε το φτωχικό της δείπνο,ακόμη μία μοναχική Πασχαλιά…

…Κάποιος διακριτικός χτύπος στην πόρτα ακούστηκε, είχε αρχίσει να σουρουπώνει για καλά…Ποιος να είναι άραγε; αναρωτήθηκε η Ευτυχία.

Στο άνοιγμα της πόρτας φάνηκε η ψηλή σιλουέτα του Παύλου, προχώρησε μέσα μόνος του και τον ακολούθησε η Ευτυχία άφωνη, για την τόλμη του αυτή. Κρατούσε στα χέρια του ένα όμορφοστολισμένο πακέτο, που το ακούμπησε πάνω στο τραπεζάκι.

Δίχως μιλιά, έβγαλε από το τσεπάκι του ένα κουτάκι και δίχως μιλιά, το έβαλε  στα χέρια της. Ανοιγοντάς το, φάνηκε ένα διαμαντοστολισμένο ρολογάκι και προτού ακόμη εκείνη πει λέξη εκείνος άνοιξε πάλι κάποιο άλλο μικροσκοπικό λευκό κουτάκι που μέσα άστραφταν δύο ολόχρυσες βέρες.

Την κοίταξε μέσα στα μάτια λέγοντας:- Ευτυχία μου, η καρδιά «δεν μπορεί να περιμένει » ορφανός είμαι και εγώ, από παιδάκι έχασα τους γονείς μου, μεγάλωσα μέσα στη φτώχεια και στη δυστυχία, η ζωή μου ήταν πολύ δύσκολη. Γνώρισα την περιφρόνηση της κοινωνίας, πάλεψα και δημιούργησα κάτι, όμως η καρδιά μου έμεινε κλειστή, δεν εμπιστευόμουν σε κανένα, η καρδιά μου όμως περίμενε, περίμενε πότε θα συναντήσει το ταίρι της και το συνάντησε σε εσένα. Και εκεί που έμενε καταμανταλωμένη, περίμενε τον μεγάλο αγνό έρωτα, όπως και η δική σου…Ευτυχία μου, χρόνια τώρα περίμενα αυτή τη στιγμή, τη στιγμή που θα χτυπήσει την πόρτα και της δικής σου καρδιάς… Ευτυχία μου, μη διώξεις την ευτυχία, η καρδιά «δεν μπορεί να περιμένει» άλλο. Και λέγοντας αυτά, πέρασε στο λεπτό της, ντελικάτο δάχτυλο, τη βέρα των αρραβώνων τους. Καλή Ανάσταση αγάπη μου, της είπε, κλείνοντας την στην αγκαλιά του, σφραγίζοντας την αγάπη του με ένα αγνό φιλί στο λευκό της μέτωπο, αιώνιου όρκου στοργής και αγάπης.

Εκείνη, πνιγμένη σε λυγμούς συγκίνησης από την αναπάντεχη αυτή ευτυχία κοιτάζοντας στα μάτια τον Παύλο είπε: – Νόμιζα ότι η ευτυχία δεν θα χτυπούσε την πόρτα της καρδιάς μου ποτέ, εσύ όμως την συνάντησες και θα την μοιραστούμε μαζί και εγώ σε αγαπώ Παύλε, η καρδιά μου σκίρτησε από την πρώτη στιγμή που μπήκα στο κατάστημά σου, όταν άκουσα τη ζεστή φωνή σου, όταν ρώτησα το όνομά σου, δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ, ότι η ευτυχία με περίμενε εκεί… Καλή Ανάσταση, αγάπη μου.

Οι καμπάνες της εκκλησιάς σήμαναν, καλούσαν τους χριστιανούς στην Ανάστασιμη λειτουργία. Πιασμένοι χέρι, χέρι ο Παύλος και η Ευτυχία προχωρούν στην εκκλησιά. «Χριστός Ανέστη» ψάλλει ο ιερέας και ένιωσαν την Ανάσταση και στις δικές τους καρδιές… «Ανάσταση Χριστού θεασάμενοι» ψάλλουν οι ψάλτες. Ο Παύλος γεμάτος ευτυχία, σκύβοντας στη δική του ζωντανή… Ευτυχία σιγοψιθύρισε:  –  Η Ανάσταση του Κυρίου, έφερε και την Ανάσταση στις καρδιές μας. «Χριστός Ανέστη αγάπη μου».

Το χαρούμενο φως από τις Αναστάσιμες λαμπάδες σκορπούσε το μεγάλο μήνυμα στις καρδιές, το μήνυμα της αγάπης, της στοργής, της συμπαράστασης, το ένιωθαν εκείνη τη στιγμή, την ιερή, τη Θεία. Η χαρά της Αναστάσεως ζέστανε και ένωσε τις καρδιές τους με αγάπη, στοργή και ελπίδα…και αιώνια αφοσίωση ο ένας στον άλλον…

«Χριστός Ανέστη» αγάπη μου, είπαν και οι δύο με ένα στόμα και κοιτάχτηκαν στα μάτια με απέραντη στοργή…      (Μελβούρνη, 28 Φεβρουαρίου 2014)

Ο ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ

Ποταμίτη, τον ήξεραν όλοι, με αυτό το όνομα μόνο μπορούσες να τον βρεις. Κανένας δεν τον φώναζε με το όνομά του, ίσως και κανένας να μη το γνώριζε… Ζούσε στην άκρη του χωριού, κοντά στο καταπράσινο δάσος. Ένα σπιτάκι απλό, απέριττο, τριγυρισμένο από ένα μικρό, μα πάντα θαλερό περιβολάκι. Ήταν ο δασοφύλακας της περιοχής. Σπάνια τον έβλεπαν οι χωρικοί, όταν είχε καιρό τον διάθετε στο καταπράσινο περιβολάκι.

Μεσόκοπος άνδρας, αρκετά ωραίος, στην νεανική του ηλικία πρέπει να ήταν γόης. Ψηλός, λυγερός, με ωραία προτομή, σγουρά μαλλιά, ελαφρώς γκρίζα πλαισίωναν ένα καταπληκτικά ωραίο οβάλ πρόσωπο, με καταγάλανα μάτια σαν το γαλάζιο του ουρανού. Γαλήνιο και ήπιο το βλέμμα του, όταν επέστρεφε στο νοικοκυρεμένο του

σπιτάκι, έπειτα από κάποιο ταξίδι στην πλησιέστερη πόλη, πάντα κρατούσε ένα πακέτο κάτω από την μασχάλη του.

Κάποτε ένα παιδάκι τον ρώτησε τι είχε μέσα το πακέτο;

– Έχει τροφή, τροφή της διανοίας! Ο μικρός τον κοίταξε περίεργα, δίχως να καταλαβαίνει και βλέποντας την απορία στα μάτια του μικρού, του είπε: Έχω βιβλία παιδί μου, αυτά είναι η τροφή του μυαλού μας. Αυτό ήταν το καλύτερο δώρο που μου έδωσαν μία παραμονή Χριστουγέννων…

Ο δασοφύλακας όταν δεν ασχολούνταν με το κηπάκι του, έβαζε τα γυαλιά του και βυθιζόταν στο διάβασμα. Αχ! Πόσο, μα πόσο αγαπούσε τη μάθηση, ταξίδευε συχνά στο παρελθόν, αναπολούσε εκείνα τα χρόνια…εκείνα τα Χριστούγεννα…εκείνη την ημέρα… Και να, έφθασαν και πάλι Χριστούγεννα, οι αναμνήσεις επιτακτικές έφθασαν και εκείνες κοντά του…

Έξω το χιόνι είχε στρωθεί για καλά. Όπως πήγαινε θα γινόταν βουνό μέχρι την χαραυγή. Ο δασοφύλακας μόλις είχε επιστρέψει από την υπηρεσία του. Τίναξε το χιόνι από το χιτώνιό του και το κρέμασε στον προθάλαμο του σπιτιού του. Άναψε τη λάμπα του πετρελαίου, τα ξύλα στο τζάκι ήταν ήδη έτοιμα – τα είχε ετοιμάσει από το πρωί πριν φύγει για τη δουλειά του – απλώς άναψε το δαδί με το σπίρτο και σε λίγο μία ευχάριστη θαλπωρή τον τύλιξε…

Ετοίμασε ένα ζεστό ρόφημα, απόψε δεν είχε όρεξη για φαγητό. Άναψε την πίπα του, άπλωσε τα πόδια του εμπρός στο τζάκι και ταξίδευσε  σε καιρούς μακρινούς, γεμάτους αναμνήσεις…

Έτσι ήταν και τότε μια παγωμένη παραμονή Χριστουγέννων…ξάφνου Χριστουγεννιάτικη ψαλμωδία ήχησε και δόνησε στις χορδές της ψυχής του. «Έν Ανθρώποις ευδοκία » έψαλαν τα χείλη του και ξαφνικά σιγοψιθύρισε, Ευδοκία; άραγε τι απέγινε η Ευδοκία; …

Καθισμένη στο πολυτελέστατο σαλόνι η  κυρία Βρανά, άπλωσε το βλέμμα της γύρω στη χλιδή που υπήρχε, στην μεγαλοπρέπεια, στην αρχοντιά και όμως, ένιωθε άδεια, κούφια την ψυχή της απόψε, δίχως παλμό η καρδιά της, παγωμένη. Τίποτε πλέον δεν την ενδιέφερε, στην ουσία ποτέ κι ας είχε τόσα πλούτη! Τόση χλιδή! Τελικά τίποτε δεν γέμιζε την ζωή της…μόνο κάπου-κάπου εκεί στο βάθος της καρδιάς, τρεμόπαιζε μία μικρή σπίθα, μία σπιθούλα, που δεν έσβησε ποτέ…

Ξαφνικά πήρε μία απόφαση, έδωσε κάποιες οδηγίες στη γυναίκα του σπιτιού – όπως κάποια άλλη εποχή μακρινή – σε λίγο ένα καλάθι με κατάλευκη πετσέτα σκέπαζε το περιεχόμενο του, ένα κιβώτιο βαρύ με εκλεκτά εδέσματα ετοιμάσθηκαν και ο σοφέρ της τα τοποθέτησε στο πόρτ- μπαγκάζ, της ακριβής της λιμουζίνας!  Έριξε στην πλάτη της ένα ζεστό πανωφόρι, έδωσε στον σοφέρ της τις σχετικές οδηγίες και κάθισε αναπαυτικά στο κάθισμα της πολυτελέστατης λιμουζίνας.

Το χιόνι  έπεφτε  και στιβαζόταν πάνω στα τζάμια του αυτοκινήτου, καθώς περνούσαν μέσα από βουναλάκια τα έλατα έστεκαν μεγαλοπρεπώς ντυμένα μέσα στην κατάλευκη μαγεία. Τα κλωνάρια από το βάρος λυγισμένα, ακουμπούσαν στη γη και έμοιαζαν σαν κατάλευκοι πύργοι!! Το τοπίο ήταν μαγευτικό…νοερά η σκέψη της γύρισε σε άλλες εποχές, σε κάποια άλλα Χριστούγεννα…

Ήταν και τότε παραμονή Χριστουγέννων, το πλούσιο σπίτι του εφοπλιστή Αριστόδημου Λαντάνη, έλαμπε από πάστρα και αρχοντιά, έριχνε  χιονόνερο από το πρωί, το κρύο ήταν τρομερό, η ζεστασιά όμως ήταν διάχυτη μέσα στο αρχοντικό. Οι εξαίσιες ευωδίες από τα πατροπαράδοτα γλυκίσματα άπλωναν το άρωμά τους παντού…

Η μικρή Ευδοκία ντυμένη ζεστά, τριγυρνά χαρούμενη γύρω στο φωτοστόλιστο δένδρο, σε λίγο άνοιξε η πόρτα της κουζίνας και βγήκε η μητέρα της, που την ακολουθούσε η παραδουλεύτρα τους.

– Ορίστε κυρία Πολυξένη το μισθό σας  και σας ευχαριστούμε πολύ, να περάσετε καλά τα Χριστούγεννα! Ορίστε αυτό το καλάθι, είναι για εσάς, είπε η μητέρα δίνοντας της ένα μεγάλο καλάθι σκεπασμένο με γιορτινό περιτύλιγμα.

Δάκρυα ευγνωμοσύνης, έπνιξαν τις λέξεις ευχαριστίας, που δεν μπορούσε να αρθρώσει η φτωχή γυναίκα, έσκυψε αυθόρμητα και φίλησε το χέρι της ευεργέτριάς της…

– Δυστυχισμένη γυναίκα, πώς θα τα βγάλει πέρα μόνη της με ένα ορφανό; μουρμούρισε  συγκινημένη η μητέρα. Πέρασε αρκετή ώρα όταν χτύπησε η εξώπορτα και στο άνοιγμά της φάνηκε η σιλουέτα ενός χλωμού αγοριού με γαλανά εκφραστικά μάτια. Κρατούσε στο χεράκι του το άδειο καλάθι και είπε στην κα Λαντάνη.

– Κυρία Λαντάνη, ορίστε το καλάθι σας, η μητέρα μου και εγώ σας ευχαριστούμε πάρα πολύ για τα δώρα σας, εμείς το μόνο δώρο που μπορούμε να σας προσφέρουμε είναι η προσευχή μας στον Χριστούλη, να σας έχει καλά.

Η μητέρα κατασυγκινημένη χάιδεψε το σγουρό κεφαλάκι και του είπε να περάσει μέσα να ζεσταθεί, ενώ εκείνη χάθηκε στο βάθος της κουζίνας… Ο μικρός στάθηκε αμήχανα, συνεσταλμένα, κοίταξε με θαυμασμό την πολυτέλεια και είπε: – Πω! Πω! Τι ωραία στολίδια που έχετε εσείς! Τι όμορφο δένδρο, δεν έχω ξαναδεί σαν αυτό ποτέ μου.

– Πώς σε λένε; ρώτησε η Ευδοκία.

– Χρήστο και γιορτάζω αύριο, είπε ο μικρός, με λένε όμως και ποταμίτη…

– Ποταμίτη; μα δεν είναι όνομα αυτό, γιατί σε λένε έτσι;

– Με φωνάζουν έτσι, γιατί γεννήθηκα δίπλα στο ποτάμι, όταν η μανούλα μου πήγε φαγητό στον πατέρα μου που δούλευε εκεί κοντά.

– Έλα κοντά, να δεις το δένδρο μας Χρηστάκη και πιάνοντας τον από το παγωμένο χεράκι πλησίασαν στο φαντασμαγορικό δένδρο…ο μικρός δεν χόρταινε να κοιτάζει, σε λίγο φάνηκε η κυρία Λαντάνη κρατώντας ένα πακέτο ωραία τυλιγμένο.

– Ορίστε, Χρηστάκη, αυτό είναι για τη γιορτή σου, να προσέχεις τώρα που φεύγεις και όποτε θέλεις μπορείς να έρχεσαι να παίζετε με την Ευδοκία.

Τέσσερα παιδικά ματάκια έλαμψαν από ευτυχία, η μικρή Ευδοκία έσκυψε και φίλησε το μικρό της φίλο.

– Χρόνια πολλά για την αυριανή  γιορτή σου, του είπε…

Τα χρόνια κύλησαν χαρούμενα με την παιδική φιλία. Τα δύο παιδιά σύντομα έγιναν έφηβοι και μία αγνή μεγάλη αγάπη γεννήθηκε στις καρδιές τους. Ο Χρήστος δυνατός στα μαθήματα – παρ’ όλη την φτώχεια του – κατάφερε να μπει στο γυμνάσιο, άριστος μαθητής και φιλότιμο αγόρι, τα κατάφερνε να δουλεύει και να σπουδάζει συνάμα!

Συνετός νέος, γεμάτος ευγένεια και αρετές, είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη του ζεύγους Λαντάνη, συχνά του ανέθεταν κάποια απασχόληση.

– Ευδοκία μου, σε λατρεύω, όταν πάρω το πτυχίο μου θα σε ζητήσω από τους γονείς σου, θέλω να μοιρασθούμε μαζί την ζωή. Της είπε κάποια μέρα ο Χρήστος.

Η δική της συγκατάθεση, σφραγίσθηκε με ένα αγνό φιλί όρκου, αιώνιας αγάπης…άλλα όμως είχε γραμμένα η μοίρα…

Έφθασε ο πόλεμος, τα εμπορικά πλοία του εφοπλιστή Λαντάνη χάθηκαν στους ωκεανούς. Η δυστυχία μπήκε σε εκείνο το άλλοτε αρχοντικό, φτώχεια, ανέχεια, ασάφεια και απέραντη στεναχώρια…

Και ξάφνου έφθασε ο λυτρωτής για να σώσει το γόητρο της οικογένειας. Κάποιος πλούσιος Ελληνοαμερικανός, μαγεύτηκε από την ομορφιά της Ευδοκίας και την ζήτησε από τους γονείς της, εκείνοι μη γνωρίζοντας τον αγνό της έρωτα, χάρηκαν για αυτή την ανέλπιστη τύχη και είπαν στην Ευδοκία, ότι ο γάμος αυτός θα έσωζε την οικογένεια… Εμπρός σε αυτό το φοβερό δίλλημα της οικονομικής κατάρρευσης της οικογένειας, ήταν κι αυτό μία λύση.

Με ματωμένη ψυχή, κομματιασμένη καρδιά, ανάμεσα σε λυγμούς η Ευδοκία εξομολογήθηκε τον πόνο της στον Χρήστο, ζητώντας την συμβουλή του, εκείνος άκουσε με προσοχή και καθώς ήταν συνετός νέος, με αξιοπρέπεια δέχτηκε την σκληρή μοίρα του χωρισμού…έφυγε από την ζωή της αλλά και από εκείνα τα μέρη… Η αξιοπρέπεια και το γόητρο της οικογένειας Λαντάνη σώθηκε και η Ευδοκία έγινε σύζυγος του πάμπλουτου Δημοσθένη Βρανά.

Ήταν ευτυχία; ή ευτύχημα αυτή η ένωση; Ίσως πάλι και τα δύο, σώθηκε το κύρος των Λαντάνη και η Ευδοκία γνώρισε τη στοργή και την ασφάλεια. Ο Δημοσθένης ήταν ευγενικός, γεμάτος ψυχικά χαρίσματα και άπειρη αγάπη για τη νεαρή γυναίκα του, εκτιμούσε απέραντα τα πεθερικά του που του την εμπιστεύθηκαν.

Ζηλότυπη και πάλι η ειμαρμένη έσπειρε για μία ακόμη φορά τον πόνο στην Ευδοκία, σε ένα κοντινό ταξίδι ένα φοβερό αυτοκινητιστικό δυστύχημα κόστισε τις ζωές του ζεύγους Λαντάνη και του Δημοσθένη Βρανά. Η Ευδοκία πάλεψε με τον θάνατο και όταν τον νίκησε, την κυρίευσε η θλίψη. Έμεινε μόνη της, κατάμονη με τα πλούτη της μόνο. Αλλά και με την φιλάνθρωπη ψυχή της!  Με την καρδιά της, πλούσια αισθήματα βοηθούσε όσο μπορούσε να απαλύνει την δυστυχία που μάστιζε τους συνανθρώπου της, τα δύσκολα εκείνα μεταπολεμικά χρόνια…

Όσα χρόνια κι αν πέρασαν όμως η σπίθα της αγάπης για τον αγνό νεανικό της έρωτα δεν έσβησε ποτέ. Περίμενε με υπομονή την ώρα…

– Άραγε τι απέγινε ο Χρήστος; έπιανε τον εαυτό της να ρωτά την καρδιά της συχνά και την έπνιγε η αγωνία. Ρωτούσε τους γνωστούς της, τους εργάτες της που δούλευαν στα κτήματά της, μήπως μάθει τίποτε…

Κάθε παραμονή Χριστουγέννων γινόταν παιδάκι και ζούσε νοερά τη χαρά που έδωσε στον μικρό Χρηστάκη, τότε που κρατώντας του το χέρι πλησίασαν μαζί στο στολισμένο δένδρο…

Τώρα τελευταία είχε ακούσει για κάποιον μοναχικό, παράξενο άνθρωπο που ζούσε μόνος του στην άκρη του δάσους. Της είπαν ότι τον ήξεραν με το όνομα Ποταμίτης! Ποταμίτης; αυτό το όνομα κάποια της θύμισε, άλλη εποχή…μακρινή…

-Πως σε λένε;

-Χρήστο και γιορτάζω αύριο, όμως όλοι με φωνάζουν Ποταμίτη …

Η ώρα είναι περασμένη, τα κούτσουρα στη φωτιά έχουν γίνει φωτεινά κάρβουνα που του κρατούνε συντροφιά έτσι καθώς ξεπηδούν ανάμεσά τους μικρές, μικρές αναλαμπές…

Το χτύπημα στην πόρτα έκανε τον Χρήστο να σκιρτήσει, ποιος να τον θυμήθηκε άραγε; την χιονισμένη τούτη βραδιά; παραμονή Χριστουγέννων; Δεν έχει κανένα στον κόσμο, απολύτως κανένα, έχασε τον πατέρα του όταν ακόμη ήταν βρέφος, η μητέρα του τον μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια, η άμοιρη γυναίκα πέθανε όταν εκείνος ήταν παλικαράκι. Και εκείνος πάλεψε όσο μπορούσε να επιβιώσει, γνώρισε την στοργή και την συμπαράσταση και την φιλανθρωπία της οικογένειας Λαντάνη…και τον αγνό του έρωτα…που τον έχασε για πάντα. Ποιος λοιπόν του χτυπά την πόρτα αυτή την παγωμένη νυχτιά; μέσα στα μεσάνυχτα;…

Το χτύπημα δυνατότερο τώρα, έφτιαξε κάπως τα σγουρά μαλλιά του και ρώτησε:-Ποιος είναι;

-Χρόνια πολλά, για την αυριανή  γιορτή σου, Χρηστάκη, ακούστηκε μία γνώριμη ζεστή φωνή!

Η πόρτα άνοιξε διάπλατα…τέσσερα μάτια, τέσσερα χέρια, ενώθηκαν σε μια αγκαλιά…αγάπης, συγκίνησης. Δάκρυα απέραντης ευτυχίας κύλησαν στα ώριμά τους πρόσωπα.

Οι ώρες πέρασαν γρήγορα, δίπλα στο τζάκι και μέσα στο τζάκι της ψυχής ξεδιπλώθηκε όλη η ιστορία της ζωής τους που ειπώθηκε από την αρχή, μέχρι τώρα… Οι αναλαμπές της φωτιάς και η θαλπωρή, άγγιξαν τις καρδιές τους και στα κάποτε νεανικά τους πρόσωπα, οι ρυτίδες έδωσαν σειρά στη χαρά!

Ξημέρωσαν Χριστούγεννα, οι καμπάνες καλούσαν τους χωριανούς στην Άγια Χριστουγεννιάτικη λειτουργία. Οι χωριανοί γεμάτοι κατάπληξη, είδαν τον δασοφύλακα έχοντας δίπλα του κάποια θελκτική κυρία στηριγμένη στο μπράτσο του… « Η γέννησή σου, Χριστέ ο Θεός ημών ».

Ο Χρήστος σκύβοντας στην αγαπημένη του Ευδοκία ψιθυρίζει γεμάτος συγκίνηση:- Χρόνια πολλά, Ευδοκία μου, η γέννηση του Κυρίου γέννησε μέσα στην καρδιά μας την αγάπη ξανά και τη στοργή.

– Χρόνια πολλά για την σημερινή γιορτή σου Χρηστάκη, είπε η Ευδοκία.

Πιασμένοι χέρι, χέρι προχώρησαν στο μονοπάτι της καινούργιας τους ζωής…με αγάπη, στοργή, σεβασμό… Η γέννηση του Χριστού ξαναγέννησε μια μεγάλη αγνή αγάπη.                         (Μελβούρνη, 19 Αυγούστου 2014)

ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ – ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΠΛΗΓΗ

Αχαριστία και αγνωμοσύνη, χειροπιαστές αδελφές. Κόρες του ζοφερού σκότους και της υποκρισίας. Α! Αυτή η υποκρισία, αλήθεια πόσο υπερήφανη νιώθει για τις κόρες της, που ακολουθούν κατά γράμμα τα δικά της αχνάρια και τηρούν…πιστά τις ολέθριες συμβουλές της. Φαντασμαγορικά ντυμένες με ένδυμα βασιλικό, ενώ μέσα τους ρέουν ποταμοί, οχετού, δυσοσμίας και αποκρουστικότητας. Πολλαπλές φορές ενδεδυμένες με την προβιά αρνιού, ενώ κάτω από αυτό κρύβεται η βλοσυρότητα και η αναίδεια. Αυτές οι Ερινύες του σκοταδισμού δυστυχώς διαβιώνουν σε κάθε εποχή, σε κάθε λαό, σε κάθε φυλή. Είναι πανίσχυρες. Από αρχαιοτάτων χρόνων τις συναντούμε αμέτρητες φορές μέσα στα μονοπάτια της μυθολογίας, μέσα στην Βίβλο. Την αχαριστία των Εβραίων, στον μαναδότη Λυτρωτή, η αχαριστία των αγνώμονων λεπρών κ.τ.λ. Την συναντούμε στα χρόνια του ξεσηκωμού του γένους 1821. Την δολοφονία του Οδυσσέα Ανδρούτσου, από το πρωτοπαλικαρό του τον Ιωάννη Γκούρα. Την φυλάκιση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη… Την συναντούμε στη Μικρασιατική καταστροφή με την προδοσία των συμμάχων μας, αλλά και στα χρόνια της νεότερης ιστορίας μας, στα χρόνια του αδελφοκτόνου σπαραγμού, ασχέτως ποιοι οι αίτιοι.

Η αχαριστία δεν σταματά πουθενά, ούτε κάμπτεται, πάντοτε ισχυρή και πανούργα, έχει απλώσει τα πλοκάμια της, όπως το χταπόδι και τυλίγει στα πλοκάμια της τα θύματά της.Είναι στενή η οδός, της αληθείας, στενή η πύλη η δίκαιη, η σωστή. Παράλληλα η λεωφόρος της αχαριστίας, λάμπει όπως η μάγισσα.

Αχαριστία, λοιπόν, μια λέξη που κρύβει ύπουλα την ασέβειά της. Όταν κυριαρχήσει στην ψυχή, τότε σκορπά τον πόνο και την δυστυχία. Γιατί όταν σκληρύνει η ψυχή, τότε ώ! τι δυστυχία.. χάνει την σωστή οδό της, συναντά πικρές, στυφές ουσίες… Δίχως καρδιά, δίχως αυτοθυσία, τα πάντα μένουν φύλλα ξερά. Απλώνεις χαλί…να παίξουν οι άνεμοι, ανάλγητο γεράκι η αχαριστία, αρπάζει την ταλαντευόμενη ψυχή, την τινάζει, την χτυπά πάνω στα βράχια, την καθηλώνει αδύναμη,  ξεσχισμένη, κομματιασμένη, την ρίχνει χαμηλά, στα βότσαλα της απελπισίας. Χαιρέκακα, καμαρώνει για τα κατορθώματά της…

Ευτυχώς, όμως, ευτυχώς! Η πίστη δεν αφήνει την ψυχή να πέσει μέσα στην πλεκτάνη και στην ολέθρια καταστροφή. Μέσα από το σκοτάδι αχνοφέγγει το ιλαρό φως της ελπίδας, η φλόγα της αρετής δυναμώνει και διαλύει τον σκοταδισμό της αχαριστίας. Γιατί η δολιότητα της αχαριστίας όση δύναμη κι αν έχει, φθάνει κάποτε κάποια στιγμή που καψαλίζει τα φτερά της σαν την νυχτοπεταλούδα που γεμάτη περηφάνια νομίζει ότι θα βγει νικήτρια από τη φλόγα.  Ψεύτικη η δύναμη και φοβερή η αχαριστία. Πόσο αλήθεια, ασχημίζει την ψυχή του ανθρώπου…αυτή η κόρη του σκότους. Δυστυχώς όσα προσόντα κι αν διαθέτει ο άνθρωπος, μόρφωση, εξυπνάδα, πλούτη, ομορφιά…όλα εκμηδενίζονται, εμπρός στην αχαριστία της ψυχής του. Νικήτρια πάντα βγαίνει η αρετή, γιατί έχει σύμβολά της όσια αγνά ιδανικά.

«Νους υγιής, εν σώματι υγιές», έλεγαν οι σοφοί προγονοί μας. Η καθαρή καρδιά, η άσπιλη συνείδηση, αντανακλάται στην όψη του ανθρώπου, όταν μέσα του υπάρχει η ευγνωμοσύνη, η συγχώρεση, η αγάπη. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να ξεριζώσουμε ότι έχει σχέση με την μεγάλη πληγή της αχαριστίας. Ας πετάξουμε την στα τάρταρα του Άδη και να θέσουμε ορόσημο στη ζωή μας μόνο την «ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ». Να είμαστε σίγουροι, ότι δεν θα πέσουμε έξω  ποτέ. Αξίζει τον κόπο.     (Μελβούρνη, 21/10/ 2014)

ΑΠΑΛΟΣ ΑΝΕΜΟΣ 

Ο κάθε άνθρωπος στην ιστορία της ζωής του, έχει πάντοτε να παρουσιάσει πτυχές από την πάλη που γίνεται  μέσα του, γύρω  από «το καλό και το κακό». Προχωρώντας,  ανεβαίνοντας στα σκαλοπάτια, φθάνοντας σε υψώματα προσφοράς θα πρέπει να προετοιμάζεται για αποφασιστικές μάχες. Μάχες που γίνονται αθόρυβα, δίχως «παιάνες και βροντές». Αμέτρητες φορές, μία σκέψη και μόνο είναι αρκετή για να τοξεύσει λογής, λογής αόρατα μικρόβια, αλλάζοντας πολλές φορές την πορεία στη ζήση… Πάρα πολλές  είναι οι περιπτώσεις, που κάτι τέτοιες αλλαγές, εμβαθύνουν στον ψυχικό μας κόσμο…ριζώνουν, μένουν μόνιμα εκεί.

Είναι ευτύχημα στον άνθρωπο, όταν αυτές οι ρίζες που ρίζωσαν μέσα του,  είναι γαλήνιες, ελπιδοφόρες, και σκορπούν θαλπωρή και καλοσύνη. Πλην μεγάλο δυστύχημα στον άνθρωπο που αφήνεται έρμαιο, βορά της αδιαλλαξίας, όταν τον κυριεύουν πάθη. Κάποιος ευσεβής κοινωνιολόγος είπε κάποτε «θλίψης εν τη γη, όταν αφήσουμε τα πάθη να μας κυριεύουν». Όταν είναι άδεια η καρδιά, τα λόγια μένουν κούφια, δεν έχουν τη δύναμη να λυγίσουν τις μαζεμένες θημωνιές. Αμέτρητες φορές, ο σταυρός στον ώμο, μας πέφτει βαρύς, αλλά πάντα τρυπάει το σκοτάδι…κάνει μυριάδες αγγέλους να ψάλλουν με αρμονία το «Ωσαννά».

Ο άνθρωπος όταν εκτινάξει τον ζοφερό ύπνο του σκότους, τότε έχει επιτελέσει έναν άθλο. Αλίμονο αν αφήσουμε τον ύπουλο εχθρό, την απαισιοδοξία να γίνει κυρίαρχος, να κουρσέψει την λογική μας. Ευτυχώς όμως, η ανθρώπινη αντοχή είναι μεγάλη. Γεννιέται μέσα από δύσκολες καταστάσεις, ανδρώνει, ξεπερνά τις ξέρες…τους υφάλους…

Άπειρα τα παραδείγματα γύρω μας. Αμέτρητοι συνάνθρωποί μας, προσφιλή μας πρόσωπα,  συγγενείς, γνωστοί μας, ακριβοί μας φίλοι, περνούν από το καμίνι της δοκιμασίας. Διάφορες περιστάσεις της υγείας τους, τους έχουν καθηλώσει στο κρεβάτι του πόνου. Και είναι τόσα πολλά, τα αγαπητά μας πρόσωπα. Παίρνουμε κουράγιο και δύναμη από τη δική τους ψυχική αντοχή. Μέσα στην δίνη και στην καταιγίδα…κι όμως, ένας απαλός άνεμος ελπίδας και πίστης, φυσά απαλά. Δίνουν τη μάχη ενάντια στην απαισιοδοξία, απέναντι στην μεμψιμοιρία και στην κατήφεια. Και βγαίνουν νικητές!

Έτσι, ακριβώς, όπως φυσάει απαλά το μυρωμένος μπάτης, αναδεύει το καταγάλανο νερό, της ελπίδας και της πίστης, μέσα στην καρδιά του ταξιδιώτη της ζωής. Ο απαλός άνεμος της πίστης, της ελπίδας, καθάριος, αγνός, λυτρωτικός. Γίνεται Λυτρωτής, όχι ιεροεξεταστής, όταν στο λυχνάρι της ψυχής υπάρχει η φλόγα της ελπίδας. Η ευτυχία του ανθρώπου βρίσκεται  σαν φυλαχτό μέσα του. Περιμένει με υπομονή, να βοηθήσει την ψυχή, να διαβεί τα σύννεφα, να ξεπεράσει μπόρες, να λουστεί στο ροδόσταμο της ελπίδας, που χαρίζει η πίστη. Όπως τον μυροβόλο απαλό άνεμο. Ας ανοίξουμε τα φυλλοκάρδια μας και τα παρτέρια της ψυχής μας, να δεχτούμε τον μυροβόλο λυτρωτικό, απαλό άνεμο και να τον κρατήσουμε δίπλα μας, με πίστη και ψυχική αντοχή πάντα.

ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ 

Μία έμμονη ιδέα της είχε σφηνωθεί για καλά, μέσα στο παιδικό της μυαλό. Μία σχολαστική, υποχονδριακή ιδέα, που την τυραννούσε και τη βασάνιζε συνάμα… Ίσως όμως να έφταιγε και η σχολαστικότητα του πατέρα, πάνω στην καθαριότητα, ως προς τα θέματα της υγείας… Ήταν και ο ίδιος του πάρα πολύ σχολαστικός!!! Όταν γύριζε από την εργασία του, από τα κτήματά του και πριν κάνει απολύτως τίποτε άλλο έπρεπε πρώτα να πλυθεί με μεγάλη σχολαστικότητα, με πολύ ζεστό νερό, κατόπιν να απολυμαίνει τα χέρια του με οινόπνευμα…

Το φαρμακείο του σπιτιού, το ντουλάπι που κρατούσαν ερμητικά κλεισμένα όλα τα απαραίτητα για τις πρώτες ανάγκες βοηθείας,  ήταν πάντοτε εφοδιασμένο με όλα τα χρειαζούμενα. Είχε όμως και το δίκιο του, να φροντίζει με τόση σχολαστικότητα κάθε που είχε σχέση με την υγεία! Ήταν πολύ ευάλωτος στα μικρόβια, εκτός που έπιανε πολύ γρήγορα κρυολογήματα και συνάχι, έκανε και πολύ καιρό να τον περάσει, τον καθήλωνε στο κρεβάτι για καλά. Έτσι είχε όλο το δίκιο με το μέρος του για την περισσή αυτή φροντίδα…

Το χειρότερο ήταν, ότι εκτός όλων των άλλων, είχε και ένα σώμα που αργούσε πάρα πολύ να επουλώνει τα τραύματά του…τα κοψίματα που τόσο συχνά, γίνονταν με τους μικροτραυματισμούς στη δουλειά του. Με αυτόν το σκεπτικισμό λοιπόν, λάμβανε πάντα επιπλέον προσπάθειες για την αποφυγή δυσάρεστων καταστάσεων!!!

Μέσα σε ένα τέτοιο κλήμα σχολαστικότητας, μεγάλωνε η μικρή. Μέσα σε ένα περιβάλλον που όλα τα μέλη της οικογένειας ήσαν πολύ καλά ενημερωμένα, σχετικά με τα βασικά της Ιατρικής και ότι είχε σχέση με αυτή! Άλλωστε δεν ήταν τίποτε το αξιοπερίεργο, γιατί η τόση φροντίδα και η σχολαστικότητα απολύτως ήταν φυσικό…Διότι αυτή η οικογένεια είχε αναδείξει επιστήμονες γιατρούς μέσα στη γενιά της. Ήταν λοιπόν πολύ φυσικό να υπάρχει στο αίμα τους και να κυριαρχεί στη λογική τους ό όρος της Ιατρικής… Μόλις λοιπόν η μικρή κατάλαβε τον εαυτό της και όλα όσα είχαν σημασία με τα φάρμακα και την υγεία, έγινε τρομερά σχολαστική και όχι μόνο, αλλά αρρωστημένη φαντασία…

Όταν ήταν ώρα να πλυθεί έκανε ώρες και ώρες να πλύνει και να ξαναπλύνει τα παιδικά της χέρια, τόση ώρα που αναγκάζονταν η μητέρα της να βάλει τις φωνές, για να την αναγκάσει να σταματήσει… Και αυτό δεν ήταν όλο το κακό…αυτό δεν ήταν απολύτως τίποτε εμπρός στο τρομερό φόβο των μικροβίων! Έτσι και έπιανε τίποτε – εκεί που έπαιζε – που το θεωρούσε μικρόβιο, αχ, Θεέ μου, τι φόβος την κυρίευε…νόμιζε τότε ότι οπωσδήποτε μολύνθηκε και θα πεθάνει πάραυτα. Κρύος ιδρώτας την έλουζε, τα πόδια της έτρεμαν από την αγωνία, κόβονταν τα ήπατά της…το μικρό της μυαλουδάκι  προέβλεπε με αγωνία και φαντασίωση το μοιραίο τέλος της…

-Αχ! Τώρα πλέον θα πεθάνω! Δεν υπάρχει σωτηρία για εμένα! Κρίμα! Θα πεθάνω τόσο γρήγορα! Προτού ακόμη μεγαλώσω! Σκέφτονταν με τρόμο… Αχ! Γιατί να πιάσω αυτά τα μολυσμένα πράγματα; Τώρα, ναι τώρα θα πεθάνω…και ίσως για να προλάβει το κακό, προτού είναι αργά! Δώστου πλυσίματα και ξαναπλυσίματα και άντε πάλι από την αρχή. Εκεί έμενε κολλημένη στον νυπτήρα να πλένει τα χέρια της, λες και αν έφευγε από εκεί τα μικρόβια θα την ακολουθούσαν.

Ήταν πραγματικά τρομερό, αυτό που συνέβαινε με αυτό το παιδί. Μπορεί για τους άλλους να φαίνονταν απλώς και μόνο ένα παιδικό καπρίτσιο…για το παιδί όμως – που βίωνε αυτή την εμπειρία ήταν σωστό μαρτύριο. Σωστό βασανιστήριο… Και καθώς περνούσε ο καιρός χωρίς τίποτε να αλλάζει, τότε αυτό το ζήτημα άρχισε να προβληματίζει και τους γονείς. Ιδιαιτέρως δε την μεγαλύτερη αδελφή, που σε εκείνη έτρεχε η μικρή κάθε φορά που την έπιανε αυτός ο υποχονδριασμός νομίζοντας ότι είχε φθάσει πλέον η ώρα της να πεθάνει…Έτσι περνούσε ο καιρός, χωρίς καμία αλλαγή! Η μικρή γίνονταν όλο και περισσότερο υποχονδριακή…

Ήταν ένα καλοκαιρινό απογευματάκι, το 1955, μία παρέα κοριτσάκια κατέβηκαν στη θάλασσα να μαζέψουν κοχύλια και πολύχρωμα βοτσαλάκια από την άμμο. Ήταν όλες φιλενάδες, γύρω στα δέκα τους χρόνια…η Αντωνίτσα και η Τούλα, η Τότα, η Κατινούλα, η Ειρηνούλα μαζί και ξαδέλφη της η Χριστινούλα (η υποχονδριακή)…

Αφού μάζεψαν ότι θεωρούσαν πολύτιμο θησαυρό!!! Γεμάτα τα χέρια τους με τα λάφυρα της «πλανεύτρας μάγισσας», κίνησαν για να πάνε στον καθορισμένο χώρο της δικής τους παιδικής επικράτειας, των παιχνιδιών τους.

Τότε, κάποια είχε τη φαεινή ιδέα και είπε φωναχτά- φωναχτά: – Παιδιά! Ελάτε να πάμε από το ρέμα, που είναι κοφτά, είναι και δροσερά!

– Μα εκεί είναι το κοιμητήριο! είπαν οι υπόλοιπες – με μια ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά…Μάλιστα, εκεί κοντά ήταν το παλιό κοιμητήριο. Και όλα τα παιδιά με το παιδικό τους μυαλό θεωρούσαν το μέρος αυτό στοιχειωμένο… Όποτε έπρεπε να ρίξουν τη ματιά τους κατά εκεί, τρόμαζαν, ακόμη δε περισσότερο τα βράδια τα καλοκαιρινά, όταν έπαιζαν έξω, ρίχνοντας τη ματιά τους έβλεπαν τα καντηλάκια να φωσφορίζουν τους έπιανε φόβος νόμιζαν ότι τους κοίταζαν οι κεκοιμημένοι…

Έτσι τώρα καθώς άκουσαν « να περάσουμε κοφτά » άχ, τις κυρίευσε ο φόβος, μα πάλι δεν ήθελε καμιά τους να φανεί δειλή!!! Κίνησαν λοιπόν στην αρχή με δειλία, κατόπιν ξεθάρρεψαν κάπως. Και έτσι για να δείξουν αναμεταξύ τους ότι καμία δε φοβάτε άρχισαν και ένα τραγούδι του Κατηχητικού σχολείου…όλες με μία φωνή, λες για να ενθαρρύνουν τους εαυτούς τους: «Τα χριστιανόπουλα θα πάμε με χαρά…/ Τίποτε στο δρόμο δε μας σκιάζει…/ Ούτε μπόρα ούτε…» Μα ξαφνικά το τραγούδι τους, σταμάτησε πάραυτα, κρύος ιδρώτας τις περιέλουσε, κιτρίνησαν, πρασίνησαν, έτοιμες να το βάλουν στα πόδια…όμως κι αυτά λες, ήσαν στοιχειωμένα, δεν υπάκουαν, λες ότι είχαν γίνει βαριά ασήκωτα, έμεναν εκεί κολλημένα στο έδαφος… Εκεί εμπρός τους στο ξέφωτο βρισκόταν… ένα κρανίο…κατάλευκο… Λες ότι τις κοίταζε ζητώντας το έλεος τους, ζητώντας τον οικτιρμό τους, ή ίσως και να τις κορόιδευε…για το φόβο τους!!! Έτοιμες τώρα να το βάλουν στα πόδια…όταν ξάφνου η υποχονδριακή   Χριστινούλα σκύβει και σηκώνει στα χέρια της, με ευλάβεια το κρανίο! Το κοίταξε για μία στιγμή, περιεργάσθηκε το κόψιμο του, τα βάθη εκεί που ήσαν τα βαθουλώματα των ματιών, της μύτης, των αυτιών… Οι άλλες την κοίταζαν σαν χαμένες …μη μπορώντας να πιστέψουν αυτό που έβλεπαν…που βρήκε το θάρρος η υποχονδριακή  να πιάσει το κρανίο; Εκείνη φοβόταν και τον ίσκιο των μικροβίων ακόμη!!! Πώς το τόλμησε; Πώς το τόλμησε αυτό;

Μα και εκείνη για μια στιγμή απόρησε, για ένα λεπτό καθώς το κοίταζε της ήρθε σαν λιποθυμία. Είχε σκύψει αυθόρμητα και το σήκωσε από το έδαφος, απορώντας και εκείνη που βρήκε το κουράγιο; Το κοίταζε και το περιεργαζόταν… Ναι, μάλιστα, το περιεργαζόταν! Είχε ήδη κάνει την ερώτηση στον εαυτό της: Μήπως είναι το κεφαλάκι αυτό της αδελφούλας μου; Της Γιωργίτσας μας; Το κοίταξε με στοργή! Χωρίς φόβο τώρα!!!

…Ήξερε, είχε ακούσει την ιστορία, αμέτρητες φορές, ότι πολλά χρόνια προτού γεννηθεί εκείνη, η οικογένεια είχε ακόμη ένα κοριτσάκι, όμορφο σαν αγγελούδι, Γιωργίτσα το έλεγαν, είχε όμως πέσει πάνω στο μαγκάλι και πέθανε από τα φοβερά εγκαύματα – πάρ όλο που το τρέξανε αμέσως στη Θεσσαλονίκη – ακόμη η μανούλα της το έκλεγε εκείνο το γαλανομάτικο της  αγγελούδι… Αυτά πέρασαν από το μυαλό της τώρα, καθώς της κόλλησε έμμονη η ιδέα το μήπως ήταν της αδελφούλας της; Δεν μπορούσε με το παιδικό της μυαλό να διακρίνει τη διαφορά μεταξύ ενήλικα ή παιδιού. Και να σκεφθεί ότι αυτό που κρατούσε ανήκε σε ενήλικα!!! Κρατώντας το με λαχτάρα, είπε στις άναυδες φίλες της: – Παιδιά! Πάμε να βρούμε τον παπα-Γιάννη (ο ιερέας του χωριού) και να το δώσουμε; Συμφώνησαν και κίνησαν όλες μαζί…και η υποχονδριακή» κρατώντας με σεβασμό το εύρημα…

Ο σεβάσμιος ιερέας ήταν στον περίβολο της εκκλησιάς, ετοιμαζόταν για τον εσπερινό του Σαββάτου! Απόρησε μόλις είδε τα κοριτσάκια, ακόμη δε περισσότερο όταν η μικρή Χριστίνα – με δέος, με ευλάβεια, σαν ιεροφάντης που εκτελεί Θεία μυσταγωγία – του προσκόμισε το κρανίο λέγοντας του: – Πάτερ βρήκαμε { και το είπε κάπως στην καθαρεύουσα, ήταν μανία της αυτό – αυτή την ανθρώπινη κεφαλή  κάτω στο ρέμα, είπαμε να την φέρουμε σε εσάς. Και σκύβοντας εμπρός στον κατάπληκτο – για την τόλμη των παιδιών – ιερέα, τον ρώτησε κάπως εμπιστευτικά: – Μήπως πάτερ είναι το κεφαλάκι ενός μικρού παιδιού; Και περίμενε με αγωνία την απάντηση του!!!

Ο ιερέας που πιθανόν να κατάλαβε τον λόγο που έγινε αυτή η ερώτηση, γυρνώντας προς τη μικρή, της είπε στοργικά: – Όχι, παιδί μου είναι μεγάλου ανθρώπου, πρέπει όμως να σας πω ένα μεγάλο μπράβο για την καλή σας πράξη…θα ερευνήσω και θα το εναποθέσω στο οστεοφυλάκιο. Κάνατε μία Χριστιανική πράξη, σας συγχαίρω…

…Ο καλός ιερέας άδραξε την ευκαιρία και την άλλη ημέρα Κυριακή στο μάθημα του Κατηχητικού δεν παρέλειψε να μιλήσει στα παιδιά το νόημα της ζωής και του θανάτου στον άνθρωπο. Με απλά λόγια, ο σεπτός εκείνος Λειτουργός του Υψίστου προετοίμαζε τα αγνά παιδιά να δεχθούνε και να κατανοήσουν το Μέγα μυστήριο της ζωής και του θανάτου…

Όμως συνετελέσθη  και το θαύμα μέσα στον ψυχικό κόσμο, της μικρής… Εκείνο το ψυχικό άλγος, εκείνος ο φόβος των μικροβίων…ξάφνου όλα πήραν τέλος είχε συντελεσθεί Η ΘΕΙΑ ΑΝΝΑΓΕΝΗΣΗ…  Οι γονείς δεν ήξεραν που να αποδώσουν αυτό το ανέλπιστο…θαύμα που συνέβη! Άλλωστε η μικρή { υποχονδριακή } δεν είχε αναφέρει απολύτως τίποτε για το εύρημα!!! Ίσως για να μη αναφέρει την σκέψη της ότι ίσως ήταν η αδελφούλα της, δεν ήθελε να ανοίξει και πάλι την αγιάτρευτη πληγή της μανούλας της, που δεν έπαψε ποτέ να αιμορραγεί! Ποιος ξέρει;  Ίσως να μην την γελάσουν για το φόβο των μικροβίων… και της κάνουν ερωτήσεις το πώς και δε σκέφθηκε τα μικρόβια;… Το μυστήριο όμως λύθηκε όταν ο σεβάσμιος ιερέας εξιστόρησε το εύρημα των παιδιών! Μάλιστα συνεχάρηκε τους γονείς των κοριτσιών – που έτυχε να είναι παρόντες – και ιδιαιτέρως τον πατέρα της μικρής υποχονδριακής, που είχε το θάρρος να κρατήσει στα χέρια της και να προσκομίσει αυτό το εύρημα – πού όσο κι αν ήταν ανθρώπινο δεν έπαυε να ήταν μακάβριο.

Ο πατέρας με τη σειρά του διηγήθηκε στην οικογένεια του, τα καθέκαστα…Και όλοι ήλπιζαν ότι η μικρή μίζερη έχει ήδη γιατρευτεί από το πάθος του φόβου…

«Ουδέν κακόν αμιγές καλού» Το θαύμα είχε συντελεσθεί, έκτοτε η μικρή δύστροπη, απαιτητική μικρή, έγινε άλλος άνθρωπος… Ήταν άραγε σύμπτωση; ή  μήπως ήταν η Θεία πρόνοια, η Θεία Βούληση;  Όχι, δεν ήταν σύμπτωση, ήταν ένα θαύμα, από τα τόσα που συμβαίνουν στην καθημερινή μας ζωή!!! Που δυστυχώς αμέτρητες φορές δεν τα δίνουμε την πρέπουσα σημασία και σεβασμό… «ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΕΙΡΗΝΟΠΟΙΟΙ». Τελικά, το δύσκολο, πλην όμως στοχαστικό παιδί, προχώρησε στην συμφιλίωση με τον εαυτό της!!!                (Μελβούρνη, 10 Ιουλίου 2013)

Υ. Γ.: Έχουν περάσει χρόνια και καιροί από τότε. Ο καταλύτης χρόνος δεν μπόρεσε να σβήσει αυτές τις όσιες αναμνήσεις. Ούτε ποτέ θα το τολμήσει… Φυλάσσω πιστά τις Θερμοπύλες των σεπτών και όσιων ιδανικών μου… Είναι και αυτή μία ιστορία της παιδικής μου ζωής, από τις αμέτρητες που έζησα, τα ευλογημένα εκείνα χρόνια. Μια ζωή ευλάβειας και αγάπης στο πατρικό μου σπίτι, τα χρόνια που ήμουν παιδί όταν κατάλαβα τον σεβασμό και την εκτίμηση (1950 –  1960).

         ΙΩΛΚΟΣ – ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ

Τι σου σκαρώνει τέλος πάντων αυτή η φαντασία! Τι σου σκαρώνει! Σε κλάσμα δευτερολέπτων αρχίζεις το οδοιπορικό όπισθεν με ιλιγγιώδη ταχύτητα…

Και πως παρακαλώ, έτσι ξαφνικά αυτό το ταξίδι στο παρελθόν; Ορίστε  λοιπόν να σας εξηγήσω…Απλούστατα και μόνο από ένα ντενεκεδάκι  Κόκα – κόλα που φάνταζε μεγαλοπρεπέστατα η χρονολογία 1954.

Είναι κι αυτό μία εξωφρενική ιδέα της ζάπλουτης αυτής επιτυχημένης εταιρίας. Θέτοντας διάφορες χρονολογίες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν κάποιο τραγούδι – που έγινε μεγάλο σουξέ – την εποχή της χρονολογίας εκείνης που αναγράφεται πάνω στο ντενεκεδάκι…μπαίνεις στο διαδίκτυο και απολαμβάνεις το τραγούδι! …1954. Ο χειμώνας ήταν βαρύς εκείνη τη χρονιά. Τα παιδιά απολάμβαναν το χιόνι με τις πατινάδες και τον χιονοπόλεμο! Για τους γονείς όμως ήταν το πρόβλημα, το συνεχές κρύο πάντα προβληματίζει από όλες τις απόψεις τα νοικοκυριά. Ο πατέρας είχε αργήσει κάπως να επιστρέψει στο σπίτι το βράδυ εκείνο. Συνήθως έβλεπε για καμιά ώρα τους συγχωριανούς και συζητούσαν για τα ζητήματα του Γεωργικού Συνεταιρισμού, ή ότι άλλο είχε σχέση με την γεωργία, άλλωστε ήταν και προϊστάμενος του Γεωργικού συνεταιρισμού.

Το σπίτι ήταν ζεστό, διάχυτη η υπέροχη ευωδία του φαγητού που μοσχοβολούσε, άνοιγε την όρεξη περισσότερο ακόμη, καθώς όλοι περίμεναν την ευλογημένη ώρα να καθίσει η οικογένεια γύρω από το ευλογημένο τραπέζι! Ο πατέρας ακόμη να φανεί…κάπως παράξενο αυτό…

Ξάφνου το διακριτικό χτύπημα στην πόρτα δεν άφηνε καμία αμφιβολία, ότι ήταν εκείνος. Στο άνοιγμα της πόρτας φάνηκε ο πατέρας ψηλός, επιβλητικός, με το πλατύ του χαμόγελο σαν βεντάγια στο αρχοντικό πρόσωπό του. Δίπλα του επίσης κάποιος ψηλός καλοντυμένος κύριος, ευπρεπέστατα ντυμένος. Ο κύριος Βασίλης Ορφανίδης, ξάδελφος του πατέρα, από την πλευρά των μητέρων τους. Ο θείος Βάσος – όπως τον αποκαλούσαν όλοι – μορφωμένος με υψηλές γραμματικές γνώσεις, συνάμα δε και γυμνασμένος στον αθλητισμό, ήταν ο επιθεωρητής Σωματικής Αγωγής στα σχολεία του νομού Χαλκιδικής. Η χαρά της οικογένειας ήταν μεγάλη και η υποδοχή του πολύ θερμή. Ο ξάδελφος του πατέρα θα έμενε στο σπίτι μας εκείνο το βράδυ, θα συνέχιζε την επιθεώρηση στα σχολεία της Κασσάνδρας την επόμενη ημέρα.

Έπειτα από το πλούσιο νοστιμότατο γεύμα – που η μητέρα είχε με περισσή φροντίδα ετοιμάσει – άφθονα τα πάντα πάνω στο τραπέζι. Έφθασε η ώρα του καφέ! Η ατμόσφαιρα ήταν ιδανική για ωραία συζήτηση…Τα δυο ξαδέλφια – προσφυγόπουλα – ξαναζωντάνευσαν στη μνήμη τους την καταστροφή, τον πόνο, την προσφυγιά, παρόλο που ήταν μικρά παιδιά στο διωγμό, θυμόντανε καλά όλο το σπαραγμό και τον βάναυσο ξεριζωμό από την πατρίδα τους την όμορφη Φωκαία, κοντά στη Σμύρνη…Τον ξεριζωμό γενικά από τα πάτρια εδάφη της Ιωνίας…

Κατόπιν μίλησαν για την κατοχή, για τον εμφύλιο και για τα μίση που ακόμη διαιωνίζονταν, σε πόλεις και χωριά κι ας είχαν περάσει δέκα ολόκληρα χρόνια από την απελευθέρωση του κατακτητή τον Οκτώβρη του 1944, ξάφνου γυρνώντας στον πατέρα μου, του είπε σοβαρά.

– Ξαδελφέ μου, βλέπω ότι είσαι ένας από τους καλύτερους νοικοκύρηδες στο χωριὀ, με την περιουσία σου και την αξιοπρεπειά σου και χαίρεις εκτίμησης από τους συγχωριανούς σου. Ξέρω επίσης ότι δεν σου αρέσουν τα μίση και οι έρριδες που δημιούργησε ο εμφύλιος. Πάρε την οικογένειά σου και πήγαινε στην Αυστραλία!…

Η λέξη Αυστραλία, για εμένα το παιδάκι των εννέα χρόνων ήχησε πολύ παράξενα στα αυτιά μου αυτό το όνομα…Αυστραλία.

Κοιμήθηκα με την αλλόκοτη σκέψη αυτή σφηνωμένη στο μυαλό μου.             Το πρωί μόλις ξύπνησα, πρώτη,  πρώτη και καλύτερη, να σου και πάλι η κυρά Αυστραλία, δεσποτική, απαιτητική, θρονιάσθηκε στη σκέψη μου. Και ο πατέρας το έβαλε καλό κομπόδεμα…θα πάμε στην Αυστραλία… Και εγώ τριβέλιζα όλη μέρα στο μυαλό μου αυτή την αλλότρια λέξη, που τόσο με πονούσε και δεν ήθελα να την καταλάβω. Όπου κι ;ν βρισκόμουν, στο σχολείο, στο σπίτι, αυτή η αλλόκοτη λέξη μου είχε γίνει δυνάστης…Δυνάστευε το παιδικό μου μυαλό…η γιαγιά η Μικρασιάτισσα δεν μπόρεσε να αλλάξει την γνώμη του πατέρα, ούτε και τα αδέλφια του ακόμη. Και οι καλύτεροι του φίλοι που του έλεγαν « Κώστα μη χαλάς τη σειρά σου, είσαι από τους καλύτερους στο χωριό»

Τίποτε δεν άλλαξε την γνώμη του…έτσι στην Ιωλκό της ψυχής της μοίρας, άρχισε η δομή της Αργοναυτικής μας εκστρατείας. Το 1954.

…Πέρασαν χρόνοι και καιροί, η Μήδεια μας γέλασε, μας πότισε αφιόνι και μας κράτησε στη χώρα του Αιήτη…Η Κολχίδα έγινε η δεύτερή μας πατρίδα. Ο πόνος μας καταλάγιασε, μέρωσε, ξεμάκρυνε, ξέμπλεξε από τη μέγγενη του νόστου…

Μα! Μήπως κι είχαμε άλλη επιλογή; Η Αργώ του κάθε ενός μας, σάλπαρε από την Ιωλκό της ψυχής του και αγκυροβόλησε για πάντα στην Κολχίδα!…

Μας έμεινε όμως η σεπτή κασετίνα της ψυχής, χρυσοκεντημένη, με το όσιο μετάξι και με μελάνι θαλερό, η πένα χάραξε πάνω της, μία και μοναδική λεξούλα ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ.

Την χρυσή κασετίνα την κρατάμε μέσα στα Ηλύσια πεδία της διανοίας μας και κάθε φορά που νιώθουμε τον νόστο να φουντώνει, τότε με πλήρη ιερότητα και δέος, νυχοπατώντας, για να μη ταράξουμε την μακάρια γαλήνη Προσφέρουμε σπονδή από το σεπτό αρτοφόρι της ψυχής, στην κραταιά της χάρη!.

Και τότε!. « Όλη δόξα, όλη χάρη,/  Άγια ώρα που μερώνει / και  της ξένης γης τα πλάτη /  η Ελλάδα ανταμώνει »

…Ξάφνου εκεί που ονειροπολούσα, στην πραγματικότητα και στην σημερινή εποχή του 2014, με συνέφερε κάποιο άλλο χέρι δίπλα στο δικό μου, που πήρε ένα ντενεκεδάκι Κόκα – κόλα που έγραφε πάνω 1959.

Χαμογέλασα στον συνάνθρωπό μου, καθώς αναρωτήθηκα, άραγε αντιπροσωπεύει τίποτε γι’ αυτόν τον άνθρωπο η χρονολογία 1959; ή μήπως απλώς και μόνο επειδή βρέθηκε εμπρός του;   Εγώ όμως, μέσα σε κλάσμα δευτερολέπτων, έζησα από την αρχή την Αργοναυτική μας Εκστρατεία, ταξίδευσα πίσω στο παρελθόν και έζησα τα παιδικά μου χρόνια…χάρις και μόνο από ένα ντενεκεδάκι Κόκα-κόλα που έτυχε                                               να γράφει 1954 …

            Η ΑΝΘΡΩΠΙΑ  

Την πρόσεξε καθώς κοντοστάθηκε ρίχνοντας μία ματιά μέσα στο κατάστημα. Φαινόταν κάπως δίβουλη, προτού πάρει την απόφαση και περάσει την πόρτα της εισόδου. Την είχε προσέξει αρκετές φορές καθώς περνούσε έξω από το μαγαζί που εργαζόταν, κυρίως δε τις ηλιόλουστες απογευματινές ώρες. Περπατούσε σιγά, σιγά, έχοντας στήριγμα το αναπηρικό της καρότσι, σήμερα όμως Κυριακή απόγευμα αφού στάθηκε λιγάκι ρίχνοντας τη ματιά της μέσα, πήρε την απόφαση και μπήκε.

Αμέσως προχώρησε ρωτώντας ευγενικά και σταθερά: – Μπορώ σας παρακαλώ να έχω δύο τηγανίτες από μπανάνα; Ευχαρίστως, απάντησε η ιδιοκτήτρια, συμπτωματικά ήταν το λάδι αναμμένο εκείνη τη στιγμή γιατί έψηνε κάτι άλλο.

– Αχ! Τα γόνατά μου με ταλαιπωρούν πάρα πολύ, πονάνε τρομερά, είπε η κυρία τη στιγμή που έπαιρνε θέση στον καναπέ – που υπήρχε εκεί για τους πελάτες. Όμως όποτε έχω την ευκαιρία και ο καιρός είναι ευνοϊκός προσπαθώ να απολαύσω τον ήλιο, αυτό το θείο ευεργέτημα…

Την κοίταζε με συμπόνια, κουνώντας καταφατικά το κεφάλι της, με συμπαράσταση και σκέψη… Παρουσίαζε ευγένεια ο τρόπος της και αξιοπρέπεια συνάμα, έτσι όπως καθόταν προσεκτικά, με ευπρέπεια και συστολή.

– Ω! Σκέφθηκε από μέσα της η Αλεξία, η ιδιοκτήτρια του μαγαζιού, εγώ που είμαι τουλάχιστον εικοσιπέντε χρόνια νεότερή της και όμως αισθάνομαι πονάκια εδώ κι κει, μπορώ να φανταστώ το πόσο υποφέρει η καημένη…

Και έτσι για να δώσει ευκαιρία και να προετοιμάσει το έδαφος για κάποια ομιλία άνοιξε τη συζήτηση με θέμα τον καιρό…Άλλωστε πολύ συνηθισμένο αυτό, όλοι το κάνουμε.

– Θαυμάσια ημέρα σήμερα. Σας βλέπω συχνά να περπατάτε από έξω, πηγαίνοντας για τον περίπατό σας. Επίσης θυμάμαι πριν χρόνια νωρίτερα τότε που έρχονταν ο σύζυγός σας να ψωνίσει.

– Ω! Είπε γεμάτη έκπληξη η κυρία. Πόσο χαίρομαι που θυμάσαι τον καλό μου άνθρωπο, τον σύζυγό μου.

Λέγοντας αυτά τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, έβγαλε το σιδερωμένο μαντηλάκι από την τσαντούλα της και σκούπισε το δάκρυ, που έτρεχε στο κουρασμένο, αυλακωμένο με ρυτίδες πρόσωπό της.

-Ω! Με συγχωρείτε, δεν ήθελα να σας πληγώσω, είπε φανερά συγκινημένη η Αλεξία, καθώς σκεπτόταν την στοργή και την αγάπη που είχε μέσα στην καρδιά της αυτή η γυναίκα, που είχε χάσει τον σύντροφό της περισσότερα από είκοσι χρόνια τώρα…

– Όχι κάθε άλλο, συγκινήθηκα έτσι που σε άκουσα να αναφέρεις τον άνθρωπό μου, είπε και σκούπισε το δάκρυ που ακόμη κυλούσε.

Ήθελε κάτι να πει κοιτάζοντας ικετευτικά στα μάτια και καθώς συνάντησε το βλέμμα  ενθαρρυντικό πήρε θάρρος, βλέποντας ότι δεν υπήρχε άλλος μέσα στο κατάστημα εκτός από εκείνες, είπε: «Πάντοτε η ζωή, μας διδάσκει πολλά. Και όλοι έχουμε την δική μας ιστορία. Την ιστορία μας, για τη δική μου ιστορία που ίσως σε ενδιαφέρει, θα ’θελες να την ακούσεις;»  ρώτησε παρακλητικά… Καθώς είδε την συγκατάθεση από την συνομιλήτρια της, συνέχισε: «Η ζωή μου μοιάζει με παραμύθι, από εκείνα που δεν είναι γραμμένα πουθενά, παρά μόνο μέσα στην ψυχή εκείνου που τα έζησε και τα ζει έως το τέλος  της ζωής του, γιατί δεν τα αφήνει να πεθάνουν… Ήταν μια χειμωνιάτικη παγωμένη βραδιά, ο πατέρας πολύ σκεφτικός καθισμένος στο τραπέζι και εμείς όλοι γύρω του. Η πατρίδα μου η Ουκρανία είχε ήδη υποδουλωθεί από τους Γερμανούς. Φόβος παντού, δυστυχία. Εκείνο το βράδυ οι Γερμανοί αγριεμένοι – για την απώλεια μερικών στόχων τους από τους Ουκρανούς πατριώτες – χτυπούσαν τις πόρτες, έμπαιναν μέσα στα σπίτια και άρπαζαν βάναυσα τους νέους. Ήμουν δεκαεννιά χρονών κορίτσι, κόντεψα να λιποθυμήσω από την τρομάρα μου, όταν με άρπαξαν από τους γονείς μου, μαζί με τον δεκαεφτάχρονο μοναδικό μου αδελφό. Οι γονείς μου είδαν να χάνονται από την αγκαλιά τους τα παιδιά τους, έτρεξαν να σταματήσουν το κακό παρακαλώντας, κλαίγοντας, μία ριπή όμως τους λύτρωσε από τον σπαραγμό, ίσως να ήταν καλύτερα για αυτούς…Για εμάς όμως άρχιζε η κόλαση…  Μέσα στην άγρια νυχτιά προχωρούσαμε, μη ξέροντας τι θα επακολουθούσε, μαζί μας ήταν πολλά παιδιά στην ίδια με εμάς μοίρα, που τα άρπαξαν από την αγκαλιά των γονιών τους. Προχωρούσαμε – προχωρούσαμε μέσα στην άγρια νύχτα, την αγριότερη που έζησα στην ζωή μου. Το κλάμα δεν είχε στερέψει στιγμή, στα αυτιά μου βούιζαν οι γοερές κραυγές των γονιών μου και η ριπή που έκοψε το νήμα της ζωής τους έμεινε εκεί, σφηνωμένη στην δική μου την ψυχή…Και ακόμη μένει… Μόλις φτάσαμε σε ένα σκοτεινό μέρος ο αδελφός μου με τράβηξε από το χέρι στην ύστατη προσπάθεια να γλιτώσουμε, πρόσεξε την κίνησή του ένας Γερμανός και γυρίζοντας το όπλο του το άδειασε πάνω του και έμεινα εγώ να κρατώ το ματωμένο άψυχο χέρι…Άγριες φωνές και βλαστήμιες ακούστηκαν και ένα χέρι με άρπαξε από κάτω και πριν ακόμη συνέλθω από τον τρόμο και τον πόνο για τον χαμό του αδελφού μου, μέσα στο σκοτάδι κάποιος μου έσφιξε το χέρι και μου ψιθύρισε στο αυτί, σιγανά, που μόλις ακουγόταν η φωνή του… «Μη φοβάσαι, θα σε γλιτώσω…Θα σε προστατεύσω, μόνο μη μιλάς, έχε μου εμπιστοσύνη, να είσαι δίπλα μου και όταν φθάσουμε εκεί που πρέπει θα σε σπρώξω μέσα σε ένα σπίτι, μόνο να είσαι δίπλα μου…κοντά μου.» Όταν άκουσα αυτά, η καρδιά μου πήγε να σπάσει από ανάμικτα αισθήματα. Ήταν φόβος; Ήταν χαρά; Δεν ήξερα, τι ήταν; Κατατρόμαξα όμως, όταν γυρίζοντας προς το μέρος του είδα ένα νέο παλικάρι με την αγέρωχη μισητή στολή των Ες – Ες. Εκείνος κατάλαβε την ανησυχία μου και σφίγγοντας το χέρι, μου είπε σιγανά, τόσο σιγανά που με δυσκολία άκουσα αυτά που μου έλεγε: – Είμαι πατριώτης, είμαι Ουκρανός, θα σε πάω στο σπίτι των γονιών μου…

Βαδίσαμε αρκετή ώρα ακόμη, όταν φθάσαμε σε κάποιο μικρό χωριό ήταν ακόμη πηκτό σκοτάδι, στην αυλή ενός σπιτιού, μέσα στην νύχτα φαινόταν  ο αγκυλωτός σταυρός, ζωγραφισμένος πάνω σε ένα τοίχο. Κατατρόμαξα όταν ένιωσα το χέρι του να σφίγγει το δικό μου καθώς με έσπρωξε γρήγορα στο άνοιγμα μιας πόρτας, εγώ σωριάστηκα στο έδαφος και έχασα τις αισθήσεις μου…

…Ένιωσα κάποια ζεστασιά, το κουρασμένο κορμί μου πονεμένο από τις ατέλειωτες ώρες οδοιπορίας, το στόμα μου πικρό και ψυχή μου πληγωμένη, από τον χαμό των δικών μου, δεν μπορούσε να αντιδράσει, μόνο ένιωθε μία θαλπωρή. Μα που είμαι; αναρωτήθηκα, όταν ξάφνου σαν σε ταινία κινηματογράφου ξαστέρωσε η σκέψη μου και θυμήθηκα την βραδιά που πέρασε, ξέσπασα σε λυγμούς, έβλεπα ότι βρισκόμουν σε ένα ζεστό κρεβάτι με καθαρά κλινοσκεπάσματα, γύρω όλα ήταν σε τάξη…Ανασηκώθηκα και πάλι ξέσπασα σε λυγμούς όταν θυμήθηκα ότι βρισκόμουν σε ένα σπίτι που είναι κάτω από τον αγκυλωτό σταυρό.

Σε λίγο η πόρτα του δωματίου άνοιξε σιγανά, διακριτικά, στο άνοιγμα φάνηκε μία σχετικά νέα γυναίκα, με αγγελική μορφή, τα μαλλιά της δεμένα με χάρη σε ένα αριστοκρατικό κότσο, τα μάτια της καταγάλανα, σαν το καθάριο γαλανό ουρανό. Κρατούσε ένα δίσκο με πλούσιο πρωινό, με πλησίασε με στοργή και μου είπε:

– Παιδί μου, μη φοβάσαι, είσαι σε ασφαλές μέρος, είμαστε Ουκρανοί, οι Γερμανοί  μας εμπιστεύονται, νομίζουν ότι είμαστε δικοί τους πράκτορες. Είναι όμως ψέμα, όταν πήραν το παιδί μου, νόμισα ότι έχασα τον κόσμο ολόκληρο. Εκείνος όμως μπόρεσε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του κατακτητή, με κίνδυνο της δικής του ζωής φροντίζει όποτε του δοθεί  ευκαιρία να σώσει και κάποια ζωή…Μη φοβάσαι, εδώ θα είσαι ασφαλισμένη.

– Αυτά μου είπε η καλή εκείνη γυναίκα, έμεινα κοντά τους καλά κρυμμένη, είχα σωθεί! Για πόσο όμως καιρό;…Ένα βράδυ ήρθε ο Ρομέν – έτσι έλεγαν τον γιό της. Ήρθε τρομαγμένος μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, να μας πει ότι η ζωή μου βρισκόταν σε κίνδυνο, κάποιοι προδότες είπαν κάτι στους Γερμανούς και αυτοί άρχισαν να τον υποψιάζονται, σίγουρα θα έρχονταν στο σπίτι να ψάξουν…

– Πρέπει να έρθεις μαζί μου, τώρα αμέσως πρέπει να φύγουμε, θα σε κρύψω αλλού, εσύ μητέρα δεν έχεις να φοβηθείς τίποτε. Η καλή γυναίκα, μας έδωσε την ευχή της και χαθήκαμε μέσα στην άγρια νυχτιά.

Κρατώντας μου το χέρι κόψαμε μέσα σε βουνά, μακριά από δημοσιές, δεν μιλούσαμε μόνο τρέχαμε…Τρέχαμε όσο μπορούσαμε, εγώ δεν είχα την δύναμη να ρωτήσω, που πάμε; Μόνο προαισθανόμουν τον κίνδυνο, ξάφνου ακούσαμε φωνές, γαυγίσματα σκυλιών, βρισιές και κατάρες, πυροβολισμούς, είχαμε πέσει πάνω σε ενέδρα. Ο τρόμος, μας κυρίευσε, πέσαμε σε ρεματιές, σε χαράδρες, σε κακοτράχαλα άγρια στενά, τρέχαμε τρέχαμε όσο μπορούσαμε…Μετά από ώρες ακατάβλητης  κούρασης είχε αρχίζει να χαράζει για καλά, εξουθενωμένοι, φτάσαμε σε κάποιο ξέφωτο όταν ξεπρόβαλλε μπροστά μας ένα αγρόκτημα, δεν είχαμε άλλη επιλογή παρά να χτυπήσουμε την πόρτα, εγώ ούτε καν πρόφθασα να φτάσω εμπρός στα σκαλοπάτια, σωριάστηκα λιπόθυμη…

Όταν άνοιξα τα μάτια μου δύο μάτια γεμάτα καλοσύνη με κοίταζαν, δίπλα σε ένα δίσκο μία φλιτζάνα ζεστό γάλα και μία φέτα κριθαρένιο ψωμί. Η ηλικιωμένη γυναίκα – που ήδη ο Ρομέν είχε διηγηθεί την περιπέτεια μας – μου έδωσε κουράγιο.

– Φάγε παιδί μου, να συνέλθεις. Μου είπε με μητρική στοργή. Το κριθαρένιο ψωμί και το γάλα ήταν το ποιο γευστικό γεύμα στην ζωή μου…

Σε λίγο η πόρτα άνοιξε και πρόβαλλε φανερά τρομαγμένος ένας ιερέας, ισχνός, ρυτιδιασμένος, στο πρόσωπό του όλος ο φόβος,.. Γυρνώντας προς εμάς είπε:

– Μόλις έμαθα από κάποιον πατριώτη ότι ο εχθρός σε αντίποινα για κάποιον δικό τους νεαρό αξιωματικό που δραπέτευσε με μία καταζητούμενη Ουκρανή κοπέλα, έκαψαν τα γύρω χωριά και εκτέλεσαν πολλούς αθώους, ψάχνουν παντού είναι λυσσασμένοι και ζητούν εκδίκηση. Δεν θα αργήσουν να ’ρθουνε κι εδώ. Είμαι ιερωμένος και μένω εδώ με την πρεσβυτέρα. Θα ’ρθουνε όπου να ’ναι…

Νομίζω είχε καταλάβει ότι ήμασταν εμείς, μας έριξε μια ματιά που έλεγε πολλά και είπε: – Είμαι λειτουργός του Υψίστου έχω καθήκον να σώζω ψυχές…Και αυτή τη στιγμή ζωές.

Μας τράβηξε στο διπλανό δωμάτιο, εκεί ήταν στημένη μια μικρή Αγία Τράπεζα, εμπρός σε ένα εικονοστάσι, γύρω υπήρχαν εικόνες Αγίων. Έσπρωξε την Αγία Τράπεζα, από κάτω δύο τρία σκαλιά κατέβαζαν σε ένα μικρό υπόγειο, μας έσπρωξε μέσα λέγοντας: – Εδώ με την βοήθεια του θεού δεν θα σας βρούνε…να προσεύχεσθε…να προσεύχεσθε μόνο…

Κατατρομαγμένοι, τρέμοντας, δίχως να μπορούμε να πούμε λέξη από τον φόβο μας σφίξαμε τα χέρια μας, όταν σε λίγη ώρα ακούστηκαν χτυπήματα στην πόρτα και άγριες φωνές. Ακούγαμε που ρωτούσαν τον ιερέα μήπως πέρασαν από εδώ ένας νέος, με μία κοπέλα; Στην άρνηση του ιερέα εκείνοι άρχισαν να ψάχνουν παντού, ακούγαμε τις βαριές μπότες τους καθώς βημάτιζαν πάνω κάτω ψάχνοντας σε κάθε γωνιά, το μόνο μέρος που δεν μετακίνησαν ήταν η αγία τράπεζα. Βλέπεις ακόμη και ο εχθρός στέκει με σεβασμό εμπρός στα όσια και ιερά…Ζήτησαν συγνώμη από τον ιερέα και την πρεσβυτέρα, για την ενόχληση την πρωινή…Τους είχαν πιστέψει. Εμείς, με κομμένη την ανάσα, ούτε η αναπνοή μας δεν ακούγονταν.

Γέμισαν τις τσέπες τους με αμύγδαλα και σταφίδες που τους πρόσφερε με χριστιανική αγάπη η καρδιά της πρεσβυτέρας – μα μήπως και για αυτούς, έστω και εχθρούς πόσες μάνες θα προσεύχονται για την σωτηρία τους! Αυτά θα σκέφθηκε η μάνα αυτή που δεν αξιώθηκε να κρατήσει το παιδί της αγκαλιά, το έχασε όταν ήταν βρέφος, άλλο παιδί δεν τους χάρισε ο θεός, από τότε αφιέρωσαν τη ζωή τους στον Θεό και στην βοήθεια των αδικουμένων και πονεμένων.

Όταν έφυγαν, μετά από ώρα άνοιξε η καταπακτή, βγήκαμε χλωμοί από τον φόβο…Ο λειτουργός του θεού και η πρεσβυτέρα του έμαθαν από το στόμα μας την ιστορία μας. Έδειξαν αγάπη, κατανόηση και ανθρωπιά.

Στην ερώτηση τους, τι θα κάναμε, αφού δεν είχαμε πλέον κανένα στον κόσμο και αφού η ζωή μας ήταν σε κίνδυνο, πήραν την απάντηση ότι δεν είχαμε που να πάμε. Αφού είχαμε χάσει και οι δύο μας τους γονείς μας…

Δεν άργησαν να συνεννοηθούνε μεταξύ τους, αντάλλαξαν απλά, στοργικά το βλέμμα τους και μας είπαν: – Παιδιά δεν έχουμε, γίνετε δικά μας παιδιά, μείνετε όσο θέλετε. Θα είναι χαρά μας να έχουμε συντροφιά, ιδιαιτέρως σε αυτούς τους άσχημους καιρούς που περνάμε, μείνετε κοντά μας.

Μείναμε κοντά στους σωτήρες μας, με όλο μας τον σεβασμό, με όλη μας την εκτίμηση. Και όταν ένα αγνό αίσθημα γεννήθηκε  ανάμεσα στον Ρομέν και σε εμένα, ένα ηλιόλουστο απόγευμα μέσα στο ίδιο δωμάτιο της σωτηρίας μας, εμπρός στη φτωχική Αγία τράπεζα, κάτω από το βλέμμα των Αγίων… Ακούστηκε η φωνή του ιερέα να ευλογεί…Στέφεται ο δούλος του Θεού Ρομέν, την δούλη του Θεού Μαρία…

Όταν σήμανε το τέλος του πολέμου το 1945, τα χρόνια ήταν φτωχικά, στερημένα…Σε λίγο άρχισε η μετανάστευση εδώ στην Αυστραλία, κάναμε τα χαρτιά μας, αποχαιρετίσαμε με πόνο τους σωτήρες μας με όλη μας την εκτίμηση και φθάσαμε εδώ. Ποτέ δεν τους ξεχάσαμε πάντοτε αλληλογραφούσαμε Ο Ρομέν ήταν ένας στοργικός σύντροφος, ζούσαμε μαζί με πλήρη κατανόηση και αρμονία…Όποτε φέρναμε στο νου μας την ζωή μας και τη θεία βουλή που μας ένωσε σε ζευγάρι, κλαίγαμε σαν μικρά παιδιά. Ποτέ όμως δεν μου έλεγε, όσο κι αν τον ρωτούσα για ποιο λόγο έκανε όλη την μεγάλη θυσία να με σώσει; Πέρασαν τα χρόνια μέσα στο μυστήριο… Όταν όμως αρρώστησε βαριά και κατάλαβε τη θανή του, με φώναξε δίπλα στο κρεβάτι και μου είπε:  – Λατρευτή μου Μαρία, η ζωή χωρίς εσένα δεν θα είχε κανένα νόημα, μου χάρισες στιγμές ευτυχίας, αγάπης, εκτίμησης, τώρα που θα φύγω από τη ζωή θέλω να φροντίζεις την υγεία σου, να μη κλαις, να ξέρεις ότι φεύγω χαρούμενος, έκανα το καθήκον μου, όπως έπρεπε… Άκουσε τώρα το μυστικό…Είχα μάθει από τους γονείς μου ότι όταν γεννήθηκα, η μητέρα μου αρρώστησε φοβερά, ο επιλόχιος πυρετός την ταλαιπωρούσε, κόπηκε το μητρικό της γάλα, εγώ εξασθενούσα, τρόπος δεν υπήρχε να βρεθεί γάλα στα κουτιά, οι γονείς μου ήταν πολύ φτωχοί, τότε έμαθαν ότι στο διπλανό χωριό υπήρχε μία γυναίκα που έχασε το μωρό της λίγες ημέρες μόλις γεννήθηκε, αυτή η πονόψυχη γυναίκα, στη μνήμη του δικού της παιδιού προσφέρθηκε να αναστήσει ένα άλλο βρέφος! Πρόσφερε το δικό της γάλα, πήγαινε και το έφερνε ο πατέρας μου, μέχρις ότου αναλάβει η μητέρα μου, μετά με πότιζαν χαμομηλάκι και κρατήθηκα στη ζωή…αυτή η γυναίκα, ήταν η μητέρα σου… Δεν ήθελα να σου το πω για να μη νομίσεις ότι αφού αναστήθηκα από το γάλα της μητέρας σου, με θεωρούσες και εμένα αδελφό σου και δεν θα ήθελες να με παντρευτείς. Ασχέτως αν αυτό έγινε καιρό πριν εσύ γεννηθείς, αφού είμαι πέντε χρόνια μεγαλύτερος σου. Ρώτησα τον ιερέα προτού μας παντρέψει, πήρα την ευλογία του και την συγκατάθεσή του.

…Έκλαψα δίπλα στο προσκεφάλι του ανθρώπου μου, του συζύγου μου, του σωτήρα μου και του αδελφού μου…

Εκείνος έφυγε γεμάτος γαλήνη, γεμάτος ηθική αγαλλίαση ότι έπραξε το χρέος του στην γυναίκα που του έσωσε την ζωή…Σώζοντας με την σειρά του, το δικό της παιδί!

…Όλη αυτή την ώρα της διήγησης τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της, όχι μόνο της Μαρίας αλλά και της Αλεξίας. Και λες από θαύμα όλη αυτή την ώρα της περιγραφής ούτε ένας πελάτης δεν μπήκε στο μαγαζί! Σαν να έγινε έτσι και μόνο για να ειπωθεί αυτή η ιστορία της ανθρωπιάς, της ευγνωμοσύνης  και της αγάπης…

Ένας πελάτης άνοιξε την πόρτα, την ώρα ακριβώς που η Μαρία είχε τελειώσει την αφήγησή της…Εκείνη διακριτικά και αθόρυβα έριξε μια ματιά ευχαριστίας στην Αλεξία που μοιράσθηκε την ιστορία της και βγήκε.

Η Αλεξία γυρνώντας να πάρει τη νέα παραγγελία, ο νους της φτερούγισε και σκίρτησε από συγκίνηση εμπρός στο θείο μεγαλείο της ΑΝΘΡΩΠΙΑΣ… ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ, ΤΟΥ ΑΛΤΡΟΥΪΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΥΣΙΑΣ.

                                ΣΤΟ ΛΙΟΠΥΡΙ  

 Μέσα στην κάψα του καλοκαιριού και μέσα στο λιοπύρι, το λεωφορείο της γραμμής σταμάτησε κάτω από τον δροσερό πλάτανο, δίπλα στη δροσερή βρύση. Οι επιβάτες κατέβηκαν έτσι για να ξεμουδιάσουν, να πιούνε δροσερό νερό, έστω και να ανασάνουν κάπως. Είχαν να διανύσουν αρκετό δρόμο ακόμη, οπότε θα έπρεπε να σηκωθούνε από το κάθισμα, να ξεμουδιάσουν λίγο. Είχαν ταξιδεύσει ώρες και ώρες από το  πρωί. Αυτό όμως το δροσερό μέρος παρόλο το λιοπύρι ήταν ευεργεσία…

Ο Θάνος κρατώντας στα χέρια του την εφημερίδα έριξε μια ματιά στα γεγονότα…Αχ, πόσο τον πονούσε κάθε φορά που διάβαζε κάτι κακό…μα μήπως, κάποτε κάποιες γραμμές στην εφημερίδα δεν σημάδευσαν και τη δική του ζωή; Δεν θέλει να το θυμάται, μα δεν μπορεί, κάθε στιγμή έρχονται στη σκέψη του όλα εκείνα…και όμως δε μπορεί, δε μπορεί…όσο κι αν προσπαθεί… Όχι δεν θέλει να θυμάται όλο αυτό τον πόνο. Ακόμη δε περισσότερο αυτό που τον ανάγκασε να φθάσει εδώ πάνω στην ακριτική Ελλάδα, Καθηγητής.

Και ενώ όλοι οι επιβάτες είχαν απολαύσει κάτι δροσερό, έστω και την σκιά μόνο του γέρικου πλάτανου, εκείνος έμενε καθηλωμένος στο κάθισμα του…

Ήταν ωραίος νέος ο Θάνος, ψηλός, με θαυμάσια κατατομή και λεπτή ευγενική συμπεριφορά. Ήταν το καμάρι των γονέων του. Σπούδασε φιλολογία. Ήθελε να διδάσκει στα γυμνάσια της γενέτειρας του…Ήθελε πολλά  να προσφέρει στον τόπο του, όμως άλλα είχε ετοιμάσει η ειμαρμένη στο βιβλίο της για το παλικάρι…Η ζωή του άλλαξε ριζικά. Όχι δεν μπορούσε να μείνει στο μέρος του, αλλά ήθελε να φύγει, να ξεχάσει…

Ξάφνου μία ντελικάτη αιθέρια ύπαρξη προχώρησε μέσα στο λεωφορείο. Φορούσε ένα κομψό λευκογάλανο φόρεμα, που έπεφτε θαυμάσια πάνω το χυτό της σώμα, έμοιαζε με κομψό καλλιτέχνημα από καλλιμάρμαρο μάρμαρο. Κρατούσε στα χέρια της την ζακετούλα της, ενώ στο άλλο της χέρι μία πολύ κομψή τσαντούλα. Τα υπέροχα ξανθά της μαλλιά ριγμένα στους ώμους της με χάρη, πλαισίωναν ένα θαυμάσιο σύνολο. Θα νόμιζε κανείς ότι κατέβηκε από πίνακα κάποιου φημισμένου ζωγράφου!

Η καρδιά του Θάνου άρχισε να χτυπά άτακτα, κάτι παράξενο, μία απαλή Θεία μουσική, παιάνιζε στο είναι του. Χίλιες εξωτικές άρπες πλημμύρισαν και σκόρπισαν μία ανεξήγητη, παράξενη αίσθηση σε όλο τον ψυχικό του κόσμο!…Η κοπέλα κοίταξε γύρω της και αφού δεν υπήρχε άλλος για να ρωτήσει, απευθύνθηκε στον Θάνο:

– Θα μπορούσατε σας παρακαλώ να μου πείτε, εάν υπάρχει κενή θέση; ρώτησε με ευγένεια.

Ο Θάνος ένιωσε ένα παράξενο αίσθημα. Η καρδιά του άρχισε ένα τρελό χορό…γύρισε προς το μέρος της, κοίταξε βαθιά στα γαλανά της μάτια και της είπε: – Μόνο εδώ, δίπλα μου. Αν θέλετε μπορείτε να καθίσετε. Όλες οι άλλες θέσεις είναι συμπληρωμένες. Να σας συστηθώ όμως, Θάνος  Δασκαλάκης.

– Χαίρω πολύ, είπε η κοπέλα, δίνοντας του το ντελικάτο χέρι της. Εμένα με λένε Ελευθερία Παυλοπούλου. Κατάγομαι από την Κόρινθο, έχω διορισθεί καθηγήτρια και πηγαίνω στη νέα μου θέση, έχω έρθει νωρίτερα αλλά σήμερα κατέβηκα για μερικά προσωπικά μου ψώνια και τώρα γυρίζω. Έχω άλλωστε τακτοποιηθεί από διαμονή…Εσείς, κύριε Δασκαλάκη, είσαστε από αυτά τα μέρη;

– Όχι, είπε ο Θάνος, δεν είμαι από εδώ. Είμαι από την Κρήτη. Έχω διορισθεί στο Γυμνάσιο της περιοχής και έρχομαι νωρίτερα για να τακτοποιηθώ. Να φροντίσω για σπίτι…και ως φαίνεται θα γίνουμε συνάδελφοι, αφού πιστεύω ότι θα διδάσκουμε στο ίδιο Γυμνάσιο της περιοχής.

– Θαυμάσια έκπληξη, κύριε Δασκαλάκη, αν θέλετε μπορείτε να νοικιάσετε στον ίδιο οικισμό, υπάρχουν δωμάτια διαθέσιμα ακόμη.

…Το λεωφορείο κίνησε και πάλι μέσα στο λιοπύρι…τώρα όμως η ώρα κυλούσε ευχάριστα…Τα δύο αυτά παιδιά σαν να γνωρίζονταν χρόνια, ένωσαν τις σκέψεις τους με μία πνευματική αρμονική συνομιλία!!! Πότε που έφθασαν ούτε και το κατάλαβαν καν.

…Το φθινόπωρο σε αυτό το ακριτικό χωριό, έφθασε κρύο. Για τα δύο αυτά παιδιά ήταν ιδιαίτερα αισθητό, αφού και οι δύο είχαν έρθει από τα νότια μέρη της πατρίδας μας…Δεν ένιωθαν όμως το κρύο, ανάμεσά τους είχε γεννηθεί μία αδελφική αγάπη, ένας αγνός Πλατωνικός έρωτας, ένας ιερός δεσμός…Ο Θάνος σαν αδελφός, που προστατεύει την μικρή του αδελφή…

Συχνά ένας αναστεναγμός ξέφευγε από τα στήθη του…ένας πόνος αγιάτρευτος τον τυραννούσε! Ποιος ξέρει τι; Ποιος θα μπορούσε να το μαντεύσει άραγε;…

Η Ελευθερία ένιωθε σιγουριά, δίπλα στον Θάνο. Έφθασαν Χριστούγεννα. Ο Θάνος έμεινε εκεί, δεν πήγε στο νησί του! Άλλωστε να κάνει τι; Τι να κάνει; Να ανοίξει η μεγάλη πληγή του; Η αγιάτρευτη αυτή πληγή του, που δεν θα έκλεινε ποτέ…Οι δικοί του ήξεραν, δεν ήθελαν να τον στεναχωρούν περισσότερο. Έτσι έμεινε μόνος του εκεί στο ξένο μέρος μακριά από τους δικούς του χρονιάρες μέρες!!!

Η Ελευθερία έφυγε γεμάτη χαρά…Και γύρισε ακόμη πιο χαρούμενη! Στο δάχτυλό της χρυσή βέρα, διαλαλούσε την επικείμενη ένωση!!! Με κάποιον. Ποιος άραγε ήταν ο τυχερός που θα μοιράζονταν τη ζωή μαζί με αυτή την υπέροχη κοπέλα; Ποιος άραγε; Ποιος; Και τον είδε ο Θάνος… Η φωτογραφία που η Ελευθερία του έδειξε όλο χαρά, έδειχνε ένα ωραίο αξιωματικό που την έσφιγγε στην αγκαλιά του.

Η καρδιά του Θάνου έγινε κομμάτια…Όσο κι αν έβλεπε την Ελευθερία με  αδελφική στοργή…ο φτερωτός Θεός τον είχε στοχεύσει, τον είχε λαβώσει με το βέλος του έρωτα…κι ας μη το παραδεχόταν…τώρα δα, αυτή τη στιγμή, έτσι όπως είδε το σύμβολο του χωρισμού από τη λατρευτή, της καρδιάς του, ο πόνος τον έπνιξε. Όχι Θεέ μου, όχι, μονολογούσε, μέσα στην παραζάλη του. Ένιωσε ξάφνου το μεγάλο του έρωτα για την αγνή κοπέλα!!!

Έπνιξε τον πόνο του, σκύβοντας εναπόθεσε ένα αδελφικό στοργικό φιλί στο νεανικό μάγουλο και της ευχήθηκε, κάθε ευτυχία…

Όμως όχι, δεν μπορούσε να ησυχάσει. Αχ! Γιατί Θεέ μου, γιατί; Τι κακό έχω κάνει στη ζωή μου και με βασανίζεις τόσο; Οι αναμνήσεις τον σκότωναν, τον λιάνιζαν, τον τυραννούσαν. Τι μπορούσε να κάνει Θεέ μου; Έπρεπε να της το πει; Κάθε φορά που το αποφάσιζε δεν το τολμούσε, άφησε τα πράγματα να προχωρούνε μόνα τους και εκείνος έλιωνε, ενώ εκείνη γεμάτη ευτυχία πρόσμενε τις διακοπές, για να πάει στον τόπο της να συναντήσει τον αξιωματικό της!…

…Όταν γύρισε η Ελευθερία αυτή τη φορά, έλαμπε από ευτυχία!!! Μάλιστα όλα είχαν κανονισθεί, σύντομα θα ζητούσε μετάθεση να πάει στον τόπο της  για να παντρευτεί…Ώ! Τώρα όμως; Τι να κάνει; Όρθώθηκε εμπρός του   τρομερό δίλλημα…όμως, πρέπει να κάνει αυτό που του υποδεικνύει η συνείδησή του…πρέπει να μιλήσει, έπρεπε, πριν είναι πολύ αργά… Και πάλι όμως δεν το τολμούσε! Πως μπορούσε να σταθεί εμπόδιο; Έβλεπε ότι η Ελευθερία ήταν ευτυχισμένη…Και όσο κι αν πονούσε δεν είχε το δικαίωμα εκείνος να καταστρέψει αυτή την ευτυχία! Όπως κάποτε κάποιος…Όχι, όχι…

Ο Θάνος βγήκε μέχρι το δάσος, ένας κόμπος έδενε στο λαιμό του…Τον έπνιγε…Τον σκότωνε, δεν άντεχε αυτό το μαρτύριο. Ξάφνου κοντοστάθηκε και έκανε μεταβολή, γραμμή για το σπίτι. Είχε πάρει την απόφαση… βρήκε το κουράγιο και τη δύναμη…Ναι! Ναι! Έπρεπε να μιλήσει. Προτού είναι αργά!

Πήγε στο διαμέρισμα της Ελευθερίας και χτύπησε διακριτικά την πόρτα, δεν πήρε απάντηση, αυτό τον έκανε να ανησυχήσει, έσπρωξε την πόρτα και μπήκε. Η κοπέλα πνιγμένη στα δάκρυα, μόλις τον είδε έπεσε στην αγκαλιά του με λυγμούς! Στα χέρια της κρατούσε ένα γράμμα με μία βέρα.

– Μού στέλνει την βέρα του πίσω, συγνώμη, μου γράφει, αλλά δεν μπορεί να προχωρήσει στον γάμο. Ήδη έχει πάρει μετάθεση για αλλού. Να τον ξεχάσω! Και οι φτωχοί μου γονείς πως θα το μάθουν Θάνο μου; είχαν κάνει τόσες θυσίες για αυτόν, μέσα στη φτώχεια τους προσπαθούσαν να τον περιποιούνται όσο μπορούσαν, κάθε λίγο του έκαναν τραπέζι, τον θεωρούσαν ήδη παιδί τους. Φτωχοί οι γονείς μου, με πολλές θυσίες και στερήσεις κατάφεραν να με σπουδάσουν και τώρα ποθούσαν να με δούνε ευτυχισμένη, έκαναν τόσα όνειρα και ξάφνου όλα χάθηκαν, πως θα το μάθουν, Θάνο μου; Θα πληγωθούνε βαριά, πες μου σε παρακαλώ, πώς θα τους το πω;

Η καρδιά τού Θάνου πήγαινε να σπάσει από ανάμεικτα αισθήματα. Ήταν από χαρά; Ήταν από πόνο; Ή μήπως ήταν από ανακούφιση; Την κοίταζε αμίλητος, εκείνη έκπληκτη απορούσε γιατί αυτή η σιωπή του; Σε λίγο σαν σε όνειρο άκουσε την φωνή του!!!

– Ελευθερία μου! Όταν θα πας στην Κόρινθο, θα έρθω και εγώ μαζί σου, για να τους το πούμε μαζί! Θέλεις; Πρώτα όμως θέλω να σου διηγηθώ μία πονεμένη ιστορία! Άκουσέ με τώρα, είναι αληθινή αυτή η ιστορία: Εκεί κάτω στο νησί μου ήταν μία καλή οικογένεια, ένας γιος και μία κόρη και οι γονείς ευτυχισμένοι. Τα παιδιά σπούδαζαν, φιλολογία, η κοπέλα διορίσθηκε καθηγήτρια σε άλλο νομό, την ίδια εποχή ο γιος υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία πάνω στην ακριτική πατρίδα μας…Τα νέα έφθασαν χαρούμενα από το σπίτι!!! Η αδελφή θα αρραβωνιάζονταν… έφθασε ο νέος στην μεγάλη χαρά και γνώρισε τον ωραίο μέλλοντα γαμπρό του. Χαρές μεγάλες θα ακολουθούσαν διότι γρήγορα θα γίνονταν ο γάμος! Κάποια ημέρα όμως έφθασε το φοβερό νέο, η πολυαγαπημένη αδελφή του έφυγε από τη ζωή. Κανένας δεν ήξερε το γιατί. Η οικογένεια βυθίστηκε στο πένθος. Πριν λίγο καιρό όμως για ανεξήγητους λόγους ο γαμπρός διέλυσε τους αρραβώνες και έφυγε από τα μέρη τους – ήταν αξιωματικός – ο πόνος της αδελφής ήταν μεγάλος, είχε αγαπήσει αυτόν τον νέο με όλη την αθωότητα της αγνής καρδιάς της… Όταν τέλειωσε ο ενταφιασμός, μέσα στην οδύνη και τον σπαραγμό όλη η οικογένεια, ήταν ράκος.  Ο ιερέας πλησίασε τον νέο, τον τράβηξε παράμερα και του έδωσε ένα κλειστό γράμμα.

– Παιδί μου, του είπε. Αυτό το γράμμα, μου το εμπιστεύθηκε η αδελφή σου, να το παραδώσω σε εσένα μόνο, δεν πρέπει να το μάθει κανείς, ούτε οι γονείς σου. Μου το έφερε ένα απόγευμα στο κελί μου. Πάτερ, μου είπε, εγώ θα λείψω για λίγο καιρό, ο αδελφός μου θα έρθει αυτές τις ημέρες στο νησί, θέλω να το δώσεις στα χέρια του μόνο. Αυτά μου είπε, υποσχέθηκα, χωρίς να γνωρίζω τίποτε άλλο. Την άλλη ημέρα μάθαμε το τρομερό νέο, ότι πνίγηκε. Είχε κατέβει στην θάλασσα και καθώς στεκόταν πάνω στο βράχο έχασε είπαν την ισορροπία της, και έπεσε μέσα στο βάθος του νερού…Έπαθα σοκ όταν το έμαθα, κράτησα την υπόσχεσή μου, σου παραδίδω το γράμμα όπως είχα υποσχεθεί…

Ο αδελφός, όταν έμεινε μόνος του, άνοιξε το γράμμα και έμαθε το φοβερό μυστικό… Δεν ήθελε να το πιστέψει. Η αγαπημένη του αδελφή δεν είχε πνιγεί από ατύχημα…Είχε αυτοκτονήσει. Δεν μπορούσε να αντέξει την ντροπή…Εκείνος που τόσο είχε αγαπήσει και που της είχε ορκισθεί στεφάνι αυτός που έδρεψε όλη την αγνότητα της κοπέλας, μόλις εκείνη του είπε ότι θα γινόταν μητέρα και θα έπρεπε να επιταχύνουν τον γάμο. Έφυγε από κοντά της, με την πρόφαση ότι πήρε μετάθεση και θα γύριζε να την παντρευτεί σύντομα, αντί αυτού, της έστειλε την βέρα του μέσα σε ένα γράμμα…

«Συγχωρεσέ με, αδελφέ μου για τον πόνο που σας έδωσα, δε θα μπορούσα να αντέξω την ντροπή που θα προξενούσα στους γονείς μας. Αποφάσισα να δώσω τέρμα στο μεγάλο μου λάθος. Να κρατήσεις το μυστικό αυτό μόνο εσύ να το ξέρεις, να μη μάθουν οι γονείς μας αυτή την ντροπή »

Το υποσχέθηκε, να κρατήσει το φρικτό μυστικό που του έστειλε η μοναδική του αδελφή από τον τάφο…

Ο αδελφός άντεξε στον πόνο, όχι όμως και οι γονείς. Σε λίγους μήνες, έφυγε η πικραμένη μητέρα και σύντομα την ακολούθησε και ο πατέρας… Πήγαν να βρούνε την αγαπημένη κόρη. Ο αδελφός μόνος, κατάμονος, πήρε των ματιών του, ζήτησε διορισμό πάνω στα ακριτικά μέρη της πατρίδας μας…Να φύγει μακριά, να ξεχάσει. Και έφυγε με την ελπίδα ίσως κάπου κάποτε συναντήσει τον δολοφόνο, της αγνής ύπαρξης. Με αυτή την σκέψη ζούσε μέχρι πριν λίγο καιρό!!!

Η Ελευθερία όλη αυτή την ώρα παρακολουθούσε αμίλητη, δίχως να τον διακόψει. Ξάφνου γύρισε, τον κοίταξε στα μάτια και είπε: – Νομίζω Θάνο μου, ότι μήπως έχω μαντεύσει κάτι; Μήπως αυτή η ιστορία έχει να κάνει με εσένα;

– Καλά το μάντευσες Ελευθερία μου, το μόνο που δεν μάντευσες ακόμη, ξέρεις ποιος ήταν αυτός που κούρσεψε την αγνότητα της αδελφής μου και την έστειλε στον τάφο; Το ξέρω θα σε πληγώσω, πρέπει όμως να σου το είχα πει από καιρό, δεν το μπορούσα όμως δίσταζα, δεν ήθελα, να μπω εμπόδιο στην ευτυχία σου. Ο άνθρωπος αυτός, είναι αυτός που τόλμησε να σου υποσχεθεί αιώνια πίστη και αγάπη, ευτυχώς όμως έφυγε από την ζωή σου, ευτυχώς…πριν ήταν αργά για εσένα…

– Κλαις, Ελευθερία μου; Συγνώμη που σε πόνεσα, το ξέρω ότι πληγώθηκες πολύ…

– Ναι, κλαίω Θάνο, κλαίω από ευγνωμοσύνη προς εσένα. Τώρα μπορώ να εννοήσω ποια θα ήταν η ζωή μου, έχοντας δίπλα μου στη ζήση αυτόν τον άκαρδο άνθρωπο. Πιστεύω ότι ήταν Θεού φώτιση, ήταν Θεϊκό πρόσταγμα. Όταν πήγα τελευταία στους γονείς μου, την ώρα που κανονίζαμε για τους προσκεκλημένους στον γάμο, είπα ότι προσκεκλημένος θα ήσουν κι εσύ, έβγαλα και έδειξα την φωτογραφία που είχαμε βγει στη σχολική εκδρομή. Έπρεπε να έβλεπες το πρόσωπο του μνηστήρα μου, άλλαξε χίλια χρώματα και όταν με ρώτησε το όνομα σου και από που κατάγεσαι; Ω! Να ήσουν εκεί, να μπορούσες να δεις. Απόρησα κι εγώ γι’ αυτή του την αλλαγή, έγινε ψυχρός, παράξενος, αλλόκοτος, λιγομίλητος…Ώ πόσο σε ευχαριστώ Θεέ μου, πόσο σε ευχαριστώ…Που με έδειξες να πράξω το σωστό!   Όμως ευχαριστώ και εσένα Θάνο μου, σε ευχαριστώ για την αδελφική σου αγάπη, για τη στοργή σου, για την προστασία σου…

– Όμως ξέρεις κάτι, Ελευθερία μου; Ξέρεις κάτι; Δίπλα στην αδελφική αυτή αγάπη, περιμένει με υπομονή, μία άλλη πολύ μεγάλη αγάπη…

Και καθώς η Ελευθερία τον κοίταζε με βουρκωμένα μάτια, δίχως να μπορεί να βγάλει λέξη…εκείνος την έσφιξε στην αγκαλιά του, γεμίζοντας την, φιλιά…

– Ναι, αγάπη μου…το μάντεψες σωστά. Θα πάμε μαζί στους γονείς σου, για να γνωρίσουν τον γαμπρό τους…

…Αύγουστος μήνας…μέσα στην κάψα του καλοκαιριού και μέσα στο λιοπύρι…οι καρδιές γεμάτες ευτυχία, γεμάτες δροσιά της αγάπης.  Οι γονείς της Ελευθερίας με δάκρυα στα μάτια καμαρώνουν το ταιριαστό ζευγάρι, ευχαριστώντας το Θεό, που με τη Θεία του βούληση προστάτεψε το παιδί τους  και έφερε στο δρόμο του την πραγματική ευτυχία!!!

Ο Θάνος και η Ελευθερία λάμπουν από χαρά και ευτυχία, καθώς πιασμένοι χέρι, χέρι κατεβαίνουν τα σκαλιά από το ξωκλήσι του Άγιου Σώστη…Στα πρόσωπα τους αντανακλάται όλη η αγάπη όλη η στοργή.  Ο Θάνος σφίγγοντας της το χέρι, της σιγοψιθυρίζει με συγκίνηση γεμάτος ευτυχία:  – Αγάπη μου, κοντά σου θα είμαι σε όλη μας τη ζωή!!!

Η Ελευθερία πλέοντας από ευτυχία, του είπε: – Μέσα στην κάψα του καλοκαιριού και μέσα στο λιοπύρι, γνωριστήκαμε. Και μέσα στην κάψα του καλοκαιριού και στο λιοπύρι, ενώσαμε τη ζωή μας εμπρός στο Θεό, με τις ευχές των γονέων μου.  Θάνο μου κι εγώ σου υπόσχομαι, να απαλύνω την πληγή σου, που τόσο βάναυσα άνοιξε στα στήθη σου, ο άκαρδος εκείνος άνθρωπος. Θα είμαι η παρηγοριά σου και η χαρά σου στη ζωή..

– Ναι, αγάπη μου μαζί θα περνάμε, τα λιοπύρια του καλοκαιριού. Μαζί και τα κρύα του χειμώνα. Γιατί θα έχουμε μέσα μας την αγάπη και τη στοργή…

«Το ζεύγος Δασκαλάκη, να ζήσει και να ευτυχήσει…» Φώναξαν όλοι οι καλεσμένοι βλέποντας το ταιριαστό ζευγάρι που έλαμπε από ευτυχία…

Ο Θάνος έσκυψε και εναπόθεσε ένα τρυφερό φιλί στο μέτωπο της γυναίκας του. Μία τρυφερή υπόσχεση, αγάπης και ευτυχίας…

                                  ΣΤΟΝ ΕΛΑΙΩΝΑ  

Κατάφορτα τα δένδρα με τον ευλογημένο καρπό! Τα κλωνάρια λυγισμένα από το βάρος του ευλογημένου φόρτου…Ευλογημένο αυτό το νησί, με τους απέραντους ελαιώνες, το αγνό ξακουστό λάδι με το εξαίσιο άρωμα. Οι κάτοικοι με τον τίμιο ιδρώτα τους και με την προκοπή τους, κερδίζουν τον επιούσιο, για την οικογένεια τους.

Δεν είναι λίγοι και οι Μικρασιάτες κάτοικοι. Έφθασαν – το 1922 στην καταστροφή – κατάκοποι ξεριζωμένοι από απέναντι από τις χαμένες τους πατρίδες…κούρνιασαν στο ευλογημένο αυτό τόπο στη Μυτιλήνη. Ρίζωσαν, έγιναν συνάφι με τους κατοίκους του νησιού! Ιστορίες γεγονότα από της ζωής τη βιοπάλη…ζούσαν με την ιστορία, με την παράδοση, με την πραγματικότητα!Αισθανόταν ο άνθρωπος μία απέραντη ιερότητα, μία Θεία ψυχική ηρεμία και γαλήνη όταν βρισκόταν μέσα στην απεραντοσύνη των ελαιώνων. Ιδιαίτερη γινόταν αυτή η ιερή γαλήνη όσο πλησίαζαν οι Άγιες ημέρες της Χριστιανοσύνης, το Πανάγιο Πάσχα. Λες ότι το Πάθος του Θεανθρώπου ήταν σκορπισμένο μέσα σε αυτό το χώρο, κάτω από κάθε ελαιόδενδρο – ευλαβικά ο κάθε πιστός – κλίνει γόνυ Θείας ευχαριστίας εμπρός στην υπέρτατη Θυσία  στα σεπτά Πάθη του Λυτρωτή μας! Η ψυχή συμπάσχει με το Θείο δράμα…στην ρίζα της ελιάς…Ο ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΌΣ! σαν ένας θνητός είχε γονατίσει… Ό ιδρώτας της αγωνίας του, ωσάν θρόμβοι αίματος κύλησαν στο Σεπτό Πρόσωπο Του. Ο Πάναγνος Αμνός θα οδηγηθεί στον τόπο της Θυσίας…Κάτω από την ελιά έχει προσευχηθεί Στον Θεό και Πατέρα του…

… Απόγευμα ήταν, ο ήλιος χαρούμενος ευεργετικός, διαπερνούσε τούς κλώνους  και έφθανε στο χώμα, το ζέστανε, το έκανε να ριγά…από Θεία ευγνωμοσύνη  στον Δημιουργό. Το μάζεμα της ελιάς είχε τελειώσει προ καιρού, τώρα πλέον τα δένδρα κατάφορτα από νέους ανθούς ετοιμάζονταν για τη νέα ευλογημένη προσφορ7ά.

Οι δύο φίλες έρχονταν συχνά στον ελαιώνα, προσφυγοπούλες και οι δύο, χρόνια και χρόνια τώρα μοιράζονταν κάθε τους μυστικό, είχαν ζήσει μαζί τα δύσκολα χρόνια του ξεριζωμού, είχαν μοιρασθεί όλες τις αγωνίες, όλες τις ανησυχίες της ζωής και  τις λιγοστές χαρές επίσης…

– Αννούλα, κάθε φορά που ερχόμαστε στον ελαιώνα κάτι σε προβληματίζει, κάτι που ποτέ σου δεν έχεις πει, το διαβάζω στη ματιά σου, δε μπορείς να κρυφτείς από εμένα. Τόσα χρόνια είμαστε φίλες, γνωριστήκαμε εδώ…στην προσφυγιά, πες μου τι είναι αυτό που βασανίζει;

– Ό,τι κι αν σου πω Σοφία μου  δε θα με καταλάβεις, πες μου μόνο σε παρακαλώ, μου είχες πει ότι έφθασε στο ξωκλήσι κάποιος ιερωμένος, εξομολόγος και εξομολογεί; Θέλω να πάω έχω κάποιο βάρος, θέλω να το βγάλω από την ψυχή μου…

– Ναι, Άννα, είναι σαν οσιομάρτυρας, κέρινο το χρώμα του, τα μάτια του όμως λάμπουν από Θεία χάρη. Δε λέει σε κανένα από που είναι, μόνο γυρίζει στις εκκλησιές…προχθές πήγαμε μαζί με την κατηχήτρια ( τη νέα κοπέλα που έχει διορισθεί και δασκάλα στο Δημοτικό σχολείο ) τι να σου Άννα μου όταν συναντηθήκαμε έξω από την εκκλησιά κάτι παράξενο συνέβη! Κάτι απόλυτα παράδοξο! Λες σαν μία σκιά πλανιόταν γύρω μας, μας τύλιγε, έτσι πως να σου το εξηγήσω, χωρίς καμία προκαταρκτική ο ιερωμένος σταμάτησε, την κοίταξε βαθιά στα μάτια, δεν είπε λέξη, απλώς την περιεργάσθηκε με τη ματιά του, λες ότι κάτι του θύμισε κάτι,  ποιος ξέρει τι; Κατόπιν καθώς άπλωσε το σκελετωμένο χέρι του να τη χαιρετήσει, κάτω από το ράσο του φάνηκε μια βαθιά ουλή, πάρα πολύ βαθιά που έφθανε μέχρι το κόκαλο, το πρόσεξε αυτό η κοπέλα και αυθόρμητα έσκυψε και ασπάσθηκε αυτή την ουλή…Παράξενα μου φάνηκαν όλα αυτά! Θέλεις λοιπόν να πας να εξομολογηθείς;

Η Άννα άκουγε χωρίς μιλιά… τελικά είπε: – Ναι, Σοφία μου, σε παρακαλώ, μου είπες ότι έχει μία ουλή στο χέρι; Ας πάμε λοιπόν τώρα που είναι ακόμη εδώ! προτού φύγει, είπε η Άννα.

… Απόλυτη γαλήνη, ησυχία, λες ότι ήταν η ευλάβεια της Θείας εξομολογήσεως! Η Σοφία περίμενε την Άννα έξω από το ξωκλήσι. Το μυστήριο της Θείας Εξομολόγησης κράτησε πάρα πολύ ώρα!… Όταν τελικά βγήκε η Άννα, ήταν φανερά συγκινημένη, συγκλονισμένη, χλωμή. Τρικλίζοντας ζήτησε βακτηρία, το χέρι της φίλης της, για να κρατηθεί…

Προχώρησαν προς τον ελαιώνα, καθισμένες κάτω από το ευλογημένο δένδρο οι δύο φίλες, τα δάκρυα τρέχουν ποτάμι…χωρίς σταματημό…από τα μάτια της Άννας. Πέρασε αρκετή ώρα ωσότου μπορέσει και βρει τον εαυτό της, ωσότου βρει το κουράγιο να μιλήσει.

-Ήμουν στον ελαιώνα του χωριού μας, εκείνο το μοιραίο απόγευμα, γεμάτη χαρά και αγωνία συνάμα, τον περίμενα να έρθει. Τον είδα να φθάνει, ψηλός, λυγερός, όμορφος, σαν αρχαίος Θεός! Το βήμα του όμως ήταν σιγανό, λες ότι τα πόδια του τα έσερνε με κόπο. Όταν πλησίασε είδα παράξενη τη ματιά του, κατάλαβα ότι κάτι μου έκρυβε, με κοίταξε βαθιά στα μάτια και είπε: -Άννα συγχώρεσέ με, είναι των γονιών μου θέληση, πρέπει να παντρευτώ την κόρη του ευεργέτη της οικογενείας μου, συγχωρεσέ με, δε θα σε ξεχάσω ποτέ…δείγμα της αγάπης μας ο βαπτιστικός μου Σταυρός…γράφει το όνομα μου…φτιάξε τη ζωή σου. Οι ημέρες είναι άσχημες, μη μείνεις μόνη σου χωρίς στήριγμα. στη ζωή…Συγχώρεσέ με αγάπη μου. Έσκυψε με φίλησε, βάζοντας στα χέρια μου το Σταυρό και έφυγε τρέχοντας αυτή τη φορά, σαν τον κλέφτη…σαν τον κλέφτη της ευτυχίας μου… Όταν άκουσα αυτά, λες ότι άνοιξαν τα θεμέλια του κάτω κόσμου και με κατάπιαν… Ώστε ο λατρευτός μου! που τόσα όνειρα και όρκους πίστης και αγάπης δώσαμε μαζί έγινε επίορκος; τόσο πολύ τον σαγήνευσαν τα πλούτη;  Άνοιξα την παλάμη μου που κρατούσα σφιχτά το Σταυρό…νόμιζα ότι ονειρευόμουν. Ήταν όμως αλήθεια, ο εφιάλτης ήταν δυστυχώς πραγματικότητα, κρατούσα στο χέρι μου το ιερό κειμήλιο που μου χάρισε. Θυμόμουν το χέρι του με τη βαθιά ουλή ( από παιδικό του τραύμα ) καθώς άνοιξε την παλάμη μου και εναπόθεσε το Σταυρό. Και εγώ που τον περίμενα εκείνο το απόγευμα για να του πω με στοργή ότι στα σπλάχνα μου χτυπούσε το σπλάχνο μας… την παλάμη μου κρατούσα το κειμήλιο, που έγραφε την ημερομηνία της γέννησής του: Δημήτριος 26 / 10 / 1900. Ήμουν μόνη μου, πεντάρφανη, οι γονείς μου είχαν χαθεί στον πρώτο διωγμό του 1914, κάποια θεία μου άγια γυναίκα, με είχε πάρει κάτω από την προστασία της, ήταν χήρα, παιδιά δεν της είχε χαρίσει ο Θεός, με λάτρευε σαν δικό της παιδί. Η άγια αυτή γυναίκα άκουσε με καλοσύνη τον πόνο μου, το νεανικό αμάρτημα, του μεγάλου μου έρωτα…  Έψαξε, ρώτησε, έμαθε και μου είπε: -Παιδί μου ο Δημήτρης δεν έγινε επίορκος, δεν παντρεύτηκε την πλούσια κόρη, δυστυχώς δε μπορούσε να κάνει διαφορετικά, δεν ήθελε να σε παντρευτεί, δεν ήθελε να σε κάνει δυστυχισμένη…είχε μάθει ότι ήταν άρρωστος…είναι φθισικός παιδί μου, μπήκε στο Σανατόριο… Η πίκρα μου μεγάλη, για τον λατρεμένο μου και στα σπλάχνα μου μία νέα  ζωή χτυπούσε…

-Παιδί μου – μου είπε η θεία μου – το ξέρω είναι φοβερό αυτό που θα σου πω, όμως τι θα γίνεις μία ανύπανδρη μητέρα με ένα μωρό; είναι βαρύ το στίγμα αυτό μέσα στην κοινωνία…

Το καταλάβαινα κι εγώ, έμεινα κλεισμένη στο σπίτι ωσότου γεννήθηκε το κοριτσάκι μου. Η θεία είχε κανονίσει, βρέθηκε κάποια πλούσια οικογένεια χωρίς παιδιά και το υιοθέτησαν, μόνο για ένα λεπτό είδα το παιδί μου, το πήρα στην αγκαλιά μου, το φίλησα, γνώρισα στο γλυκό προσωπάκι του, τον Δημήτρη μου…του κρέμασα στο λεπτό λαιμουδάκι του το Σταυρό, του πατέρα του! Είχα ήδη κάνει την παράκληση για αυτό. Σε λίγο έγινε ο διωγμός,  έγινε ο κόσμος άνω κάτω…καταφέραμε με τη θεία μου και γλυτώσαμε από την καταστροφή.  Ήρθαμε εδώ στη Μυτιλήνη, η άγια αυτή γυναίκα στάθηκε σαν μάνα δίπλα μου. Στεριώσαμε, όπως και εσείς,  στο ευλογημένο τούτο νησί! Ποτέ όμως δεν ξέχασα τον Δημήτρη μου και το σπλάχνο της αγάπης μας… Τα χρόνια πέρασαν, δίπλα στον άγγελο της στοργής και της αγάπης την θεία μου, αρκετοί νέοι παιδιά της προσφυγιάς και αυτά, ζήτησαν το χέρι μου να γίνω γυναίκα τους. Όμως όχι, δεν το μπορούσα, έμεινα πιστή στον αγαπημένο μου και στην ελπίδα ότι ίσως μία ημέρα…ίσως βρω το παιδί μου… Λίγο πριν φύγει από τη ζωή η θεία μου ( βαριά άρρωστη χωρίς γιατρειά) με φώναξε κοντά της και μου εξομολογήθηκε ένα μεγάλο μυστικό…έμαθε από γνωστούς ότι ο Δημήτρης γλύτωσε από την καταστροφή! Νίκησε το χτικιό, έγινε ιερωμένος – το είχε κάνει τάμα – ζούσε ασκητικά και μόνο κατέβαινε στα ερημοκλήσια για εξομολογήσεις. Επίσης είχε μάθει η θεία μου ότι η οικογένεια που υιοθέτησε το κοριτσάκι μου, ζούσε στο νησί…αυτά μου είπε χωρίς να παραλείψει να μου πει ότι η κόρη μου,  κοπέλα τώρα  φοράει ακόμη το Σταυρό του πατέρα της…και ότι ο Δημήτρης είχε μάθει για το παιδί μας που έφερα στον κόσμο!… Και τώρα Σοφία μου, έφθασε η ώρα για να σού εξομολογηθώ και εγώ το μεγάλο μου μυστικό…ο εξομολόγος είναι ο Δημήτρης μου!!! Ο σεβάσμιος αυτός ασκητής είναι ο πατέρας του παιδιού μου…μου είπε να ψάξω να βρω την κόρη μας. Ψάξε, μου είπε, θα την βρεις, θα την αναγνωρίσει η μητρική καρδιά σου…εγώ θα φύγω, θα πάω στο Άγιο Όρος! η ζωή μου είναι αφιερωμένη στο θεό! Εσύ χρειάζεσαι την αγάπη του σπλάχνου σου…η αποστολή μου τέλειωσε, έψαξα, σε βρήκα, ζήτησα συγνώμη από το Θεό και από εσένα, η τελευταία μου επιθυμία είναι να ασπασθώ το παιδί μας, ψάξε σε παρακαλώ…ψάξε! Έχεις χρέος να το κάνεις…Πρέπει να ψάξω Σοφία, πρέπει, που όμως; Πού;

– Άννα, λέω να ρωτήσουμε την καινούργια κατηχήτρια! Ίσως έχει πέσει στην αντίληψή της κάτι σχετικό, ίσως έχει ακούσει τίποτε…δε ξέρεις καμία φορά, όλα μαθαίνονται στη ζωή όλα…είπε η Σοφία φανερά συγκλονισμένη έπειτα από την εξομολόγηση της φίλης της. Κίνησαν γοργά για το σπίτι της κοπέλας, με την ελπίδα ότι ίσως τις βοηθήσει!

… Στο χτύπημα της πόρτας φάνηκε η λεπτή σιλουέτα μιας θαυμάσιας κοπέλας, με αγγελική μορφή, τα εβένινα μαλλιά της έπεφταν και σκέπαζαν σαν τήβεννος τους λεπτούς ώμους της.

-Περάστε, είπε ευγενικά η κοπέλα- δίνοντας χέρι της – Ευδοκία είναι το όνομά μου, είμαι η καινούργια δασκάλα και κατηχήτρια του χωριού! Έμενα από την άλλη πλευρά του νησιού! Τώρα όμως θα μείνω εδώ, σε τι μπορώ να σας βοηθήσω;

– Δεσποινίς Ευδοκία, θέλαμε κάτι να σε ρωτήσουμε ίσως μπορέσεις να μας βοηθήσεις.

– Θέλετε να περάσετε μέσα; η μήπως θα προτιμούσατε να προχωρήσουμε στον ελαιώνα; είπε η κοπέλα.

– Καλύτερα να περπατήσουμε, είναι γαλήνια στον ελαιώνα, είπε η Σοφία.

Στο άκουσμα «στον ελαιώνα» κάτι σκίρτησε στην ψυχή της  Άννας, ένα παράξενο γλυκό φτερούγισμα, ένα συναίσθημα δυνατό…Στον ελαιώνα, σιγοψιθύρισε με δέος.

Αυτό το παράξενο γλυκό φτερούγισμα το ένιωσε μόλις είχε αντικρίσει το βλέμμα, της κοπέλας, όταν έσφιξε το ζεστό της χέρι – Θεέ μου, Θεέ μου τι έπαθα;- σιγοψιθύρισε…

Καθισμένες κάτω από τα δένδρα τώρα, η Άννα δε μπορεί  να πάρει τη βλέμμα της από το λαιμό της κοπέλας…κάτι της θυμίζει…κάτι!

Το πρόσεξε αυτό η κοπέλα και είπε:- Ξέρετε φορώ τον αγαπημένο μου Σταυρό, από την ημέρα που γεννήθηκα, με βάπτισαν αμέσως εκείνη την ημέρα, είναι οικογενειακό κειμήλιο! Οι θετοί γονείς μου – που τους λάτρευα – μου είχαν πει όλη την αλήθεια. Είχαν υποσχεθεί στην οικογένεια – που με είχαν δώσει για υιοθεσία – ότι θα φορώ το Σταυρό, δεν αθέτησαν το λόγο τους, ούτε και εγώ! Άλλωστε ήταν παράκληση της μητέρας που με έφερε στον κόσμο…και για εμένα δεν υπάρχει ωραιότερο κόσμημα πλην του λατρευτού μου Ιησού και της μητέρας που δε γνώρισα ποτέ…Έχασα τους θετούς γονείς μου, τηρώ όμως την υπόσχεση μου, με ευλάβεια στη μνήμη τους…και της μητέρας που με έφερε στον κόσμο, που δε γεύτηκα το χάδι της, ποτέ…

Όλη αυτή την ώρα της διήγησης, η Σοφία άκουγε φανερά συγκινημένη, η Άννα όμως συγκλονισμένη…το χρώμα έφυγε από το πρόσωπο της, ο ψαλμός του Δαυίδ παιάνιζε μέσα στο μισοσαλεμένο της μυαλό. «Και αν πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου, ου φοβηθώ Κύριε.» Κύριε- Κύριε μου, που πορεύομαι; Τι έχει εμπρός μου απλωθεί; τι θα μου φανερώσεις; Κύριε μου τι;

Σαν πεθαμένη, που μόλις έχει αναστηθεί, πήρε τη δύναμη και το θάρρος να ρωτήσει την κοπέλα:- Ευδοκία, μου επιτρέπεις να δω το Σταυρό σου;

– Ευχαρίστως, είπε η κοπέλα.

Η Άννα με χέρια που έτρεμαν ακούμπησε το ιερό σύμβολο το γύρισε, διάβασε …Δημήτριος  26 – 10 – 1900…  και σωριάστηκε…

Όταν συνήλθε τρία πρόσωπα σκυμμένα πάνω της την κοίταζαν με αγωνία…ο πατήρ Δημήτριος ο εξομολόγος, η Ευδοκία και η Σοφία- που αποτραβήχτηκε διακριτικά – αφήνοντας μόνη την ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ μέσα σε πέλαγο συγκίνησης και στην ιερότητα της  ιερής σιγής…

… Μέσα στην κατάνυξη του ελαιώνα έγινε « Ελέω Θεού » και της Θείας πρόνοιας, η ένωση της οικογένειας!!! Της Θείας εξιλέωσης…δάκρυα καυτά συγνώμης, μετανοίας συγχώρεσης και της ΘΕΙΑΣ  ΣΥΓΚΑΤΑΒΑΣΗΣ.

…Ο εξομολόγος που με το πατρικό του συναίσθημα είχε αναγνωρίσει στο πρόσωπο της Ευδοκίας το χαμένο του παιδί…ύστερα από την αγωνιώδη  εξομολόγηση της λατρευτής του Άννας, «Ελέω Θεού και της Θείας πρόνοιας» παρότρυνε αυτή την ευλογημένη ένωση της οικογένειας…ο δικός του προορισμός  και ο πόθος του στην ασκητική, μοναστική ζωή, τον καλούσε κοντά της…φεύγοντας όμως είχε χρέος  να ενώσει αρμονικά την οικογένεια…τις δύο χάριτες της ζωής του, ΤΗ ΜΗΤΈΡΑ  ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΤΟΥ, ΜΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥΣ. Με καυτά δάκρυα μετανοίας, αγάπης, συγνώμης, συγχώρεσης, γράφτηκε ο επίλογος. Κάτω από το ευλογημένο δένδρο της ελιάς…συνετελέσθη η μεγάλη συγνώμη!!! ΣΤΟΝ  ΕΛΑΙΩΝΑ.        [Μελβούρνη.     2014 ]

                              ΤΟ ΨΕΜΑ… ΤΗΣ ΟΜΟΝΟΙΑΣ                         

Καχύποπτη, πάντα δύσκολες οι σχέσεις της με την νεαρή νύφη της. Και εκείνη η καημένη, η κοπέλα δεν ήξερε πώς, να της συμπεριφερθεί…

Ήταν, δεν ήταν πέντε, μήνες παντρεμένη η νεαρή Λένα με τον αγαπημένο της, που την λάτρευε όπως και εκείνη. Όμως οι σχέσεις τους, περνούσαν κάποια δοκιμασία, την οποία δεν ήθελαν να πιστέψουν. Παρόλο που είχαν το κάθε τι που θα μπορούσε να τους κάνει ευτυχισμένους…Νιάτα, ομορφιά και οικονομική άνεση, κάτι δεν πήγαινε καλά.

«Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» συχνά άκουγε τη γιαγιά της, την συνετή γυναίκα, με φρόνηση να συμβουλεύει όλους. Μέσα στην οικογένεια του πατρικού της Δώρας, υπήρχε η αγάπη και η αρμονία. Η μητέρα της Λένας, με την γιαγιά της είχαν ζεστές σχέσεις, ανάμεσά τους ήταν έκδηλη η εκτίμηση και η αγάπη τους. Ποτέ πικρόχολα λόγια δεν είχαν βγει από το στόμα κανενός. Τα πάντα κυλούσαν αρμονικά, χαρούμενα.

Να όμως, που η νιόπαντρη Λένα δεν συναντούσε αυτή την ζεστασιά και την σιγουριά στο δικό της νέο περιβάλλον, και αυτό την στεναχωρούσε πολύ. Υπήρχε κάποιο είδος ψυχρότητας ανάμεσά της και στην μητέρα του ανδρός της, κάθε φορά που γυρνούσε στο σπίτι μετά από κάποια επίσκεψη στην πεθερά της, ένιωθε ένα μεγάλο κενό, ανάμεσά τους, ακόμη χειρότερα όταν γυρνούσε ο άνδρας της από το σπίτι της μητέρας του.

Εκείνος τρυφερός και ευγενικός, ποτέ δεν πλήγωνε με άσκοπες λέξεις την γυναίκα του, τον μεγάλο του έρωτα, κι όμως…η Λένα διαισθανόταν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά… Αυτός ο λόγος, που τώρα καθισμένη δίπλα στην σοφή συνετή γιαγιά της, αισθάνεται την σιγουριά και τη ζεστασιά που τόσο της έχει λείψει. Μάλιστα πήρε την απόφαση να εκμυστηρευθεί το μυστικό της στην γιαγιά. Δεν μπορούσε πλέον να ζει μέσα στην ασάφεια.

-Λοιπόν, μικρή μου Λενούλα, τι θέλεις να μου πεις; ρώτησε η γιαγιά Ελένη, την αγαπημένη της εγγονή, στην οποία έτρεφε μία ιδιαίτερη αδυναμία – αφού είχε και το όνομά της – αλλά επίσης ήταν ένα αξιαγάπητο κορίτσι.  Έχω μήπως κάνει λάθος; Χωρίς να θέλω να μπω μέσα στην ιδιωτική ζωή σου, έχω την διαίσθηση ότι κάτι, καλό μου κορίτσι δεν πάει και τόσο καλά…

Τώρα ήταν που η Λένα δεν μπόρεσε να κρατήσει τα δάκριά της. Όταν συνήλθε, έβαλε το πρόσωπό της μέσα στην αγκαλιά της γιαγιάς και παίρνοντας ανάσα είπε: – Η πεθερά μου, είναι πάντα καχύποπτη, δεν ξέρω πως να συμπεριφερθώ όταν βρίσκομαι κοντά της, αισθάνομαι κάποια παγωνιά, αυτό επηρεάζει τον Παύλο, δεν μου το λέει, αλλά το διαισθάνομαι.

– Λοιπόν, χρυσό μου κορίτσι, υπάρχει λύση, ένα μικρό ανώδυνο, λευκό ψεματάκι, άκουσέ με λοιπόν, εκείνο που θα πρόσεξες νομίζω, είναι η στάση που κρατά η πεθερά σου, λοιπόν είναι εύκολο να κατανοήσεις, ότι στο πρόσωπό σου εκείνη βλέπει την κλέφτρα…Ναι! Ναι! Την κλέφτρα που της πήρε από κοντά της τον κανακάρη της. Αυτή η γυναίκα ήταν το παν για το παιδί της…και ξάφνου…μια νεράιδα, της έκλεψε τον γιό της, ναι, μη μου θυμώνεις, έτσι αισθάνεται και έχει κάθε δίκιο, έτσι ακριβώς ένιωσα και εγώ για την μητέρα σου, που μου πήρε τον γιο μου. Την έβλεπα σαν κλέφτρα, όμως εκείνη ήξερε το μαγικό βοτάνι…που έκανε την καρδιά μου να την βλέπω σαν την καλύτερη μου φίλη!  Άρχισε λοιπόν η μητέρα σου, να ζητάει την γνώμη μου, την συμβουλή μου, για κάθε τι, έστω και για ασήμαντα πράγματα. Στην αρχή ένιωσα δισταγμό, απόρησα, αναρωτήθηκα γιατί αυτή η μετατροπή; …μου έδινε την εντύπωση ότι μόνο η δική μου γνώμη ήταν

ακέραια, σωστή κι όμως ήξερα μέσα μου ότι όλα αυτά τα έκανε για ένα και μόνο σκοπό, να κερδίσει την αγάπη μου και τα κατάφερε μια χαρά…είχα και εγώ κουραστεί από την αδιαλλαξία της στάσης μου. Άρχισα να την βλέπω με άλλο μάτι από τότε…Λύγισα, την συμπόνεσα, άνοιξα διάπλατα τα παραθύρια της ψυχής μου και την έκλεισα μέσα, σιγά, σιγά ξεχάσαμε τα περασμένα…τώρα δεν χρειάζεται τίποτε να σου πω, βλέπεις την αγάπη μας και την αφοσίωσή μας.  Αυτό λοιπόν, θα κάνεις Λενούλα μου, δείξε σεβασμό και υποταγή, ζήτησε την γνώμη της, κάνε την να πιστέψει, ότι εκείνη ξέρει πολλά περισσότερα από εσένα…έστω κι αν αυτό είναι ένα λευκό ανώδυνο ψεματάκι. Μου το υπόσχεσαι; Την άλλη φορά που θα έρθεις κοντά μου…άλλα θα μου πεις, να το θυμηθείς.

Δεν πέρασε ούτε ένας μήνας από τότε που γιαγιά και εγγονή είχαν κάνει αυτή την συνομωσία…της ομόνοιας!!! Απογευματάκι ήταν, όταν έφθασε το πολυτελές αυτοκίνητο, το γνώρισε η γιαγιά, βγήκε γεμάτη αρχοντιά η πεθερά, της Δώρας και το νεαρό ζευγάρι πιασμένο χέρι, χέρι αφού έδωσαν ένα φιλί στη γιαγιά, είπαν ότι θα πάνε μέχρι την θάλασσα.  Καθισμένες κάτω από την κληματαριά, μπροστά στον αχνιστό καφέ, με τα μελομακάρονα, της Μικρασιάτισσας γιαγιάς – που δεν μπορούσε να πιστέψει σε αυτή την αλλαγή – άκουγε την πεθερά της Λένας…να της λέγει:

– Η Λενούλα μου, είναι αξιαγάπητο κορίτσι, ο γιος μου είναι πολύ τυχερός που έχει στο πλάι  του τόσο συνετή γυναίκα,  μία νέα κοπέλα, που δεν της αρέσουν οι εξωφρενισμοί, δεν έχει τα μυαλά της πάνω από το κεφάλι της, ακόμη έχει την πατροπαράδοτη εκτίμηση στην πεθερά της, δεν περνάει μέρα που να μη ζητήσει τη γνώμη μου, την συμβουλή μου για ότι μπορώ να της δώσω, τη γνώμη μου. Την λατρεύω και περιμένω με χαρά να έρθει στο σπίτι. Πιστεύω όμως…καλή μου συμπεθέρα…ότι οι δικές σου οι συμβουλές…έπεσαν σε εύφορο έδαφος…καρποφόρησαν…άλλωστε πως να το κάνουμε, εμείς οι γυναίκες μπορούμε να αλλάξουμε τα πάντα, μάλιστα τα πάντα, είναι σωστή η φιλοσοφική ρήση των Κινέζων που λένε « πίσω από κάθε τι, ζητήσατε την γυναίκα »…σε αυτή την περίπτωση, η γυναίκα έκανε το αιώνιο θαύμα της…δεν έχω δίκιο συμπεθέρα;

-Ναι! Ναι! Σωστά το μάντεψες, ναι πολύ σωστά, παιδί μου, αμέτρητες φορές πρέπει να βρούμε τον τρόπο, την λύση, υπάρχει και μας περιμένει.

…Δύο αγκαλιές άνοιξαν, με αγάπη, δάκρυα χαράς κύλησαν στα μάγουλα των δύο γυναικών, στο μαραμένο από τα γερατειά και στο αρκετά νέο ακόμη. «Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», συμφώνησαν με ένα στόμα και οι δύο. Ακόμη και ένα ανώδυνο ψέμα, που δεν πληγώνει…αλλά μοσχοβολά!«Το ψέμα της…ομόνοιας».   [ 2 / 9 / 2014] 

                       ΑΝΤΙΟ

To  απόγευμα  εκείνο  ήταν  το  πιο  παράξενο  που  είχα  ζήσει  μέχρι τότε στην παιδική μου ζωή… Ένα παράξενο διαφορετικό από όλα όσα είχα ζήσει. Τι ήταν άραγε εκείνο που έκανε την παιδική ψυχή να νιώθει τόσο άδεια; …Μήπως ήταν το μελαγχολικό εκείνο βροχερό απόγευμα;   Μήπως ήταν το κρύο; που διαπερνούσε  μέσα στα κόκαλά σου και σε έκανε να νιώθεις ακόμη περισσότερο αυτό το ακατανόητο βάρος…Μήπως πάλι ήταν η ημερομηνία;…13 του Οκτώβρη…Ά! όχι δεν ήταν αυτό, άλλωστε ποτέ δεν ήμουν προληπτική  από παιδί ακόμη, δεν ήθελα να γίνομαι δεσμώτης της μοίρας. Όχι δεν παρασυρόμουνα από αερικά και μύθους, εγώ πίστευα ότι είχα διδαχθεί μέσα από τις αρχές της χριστιανικής δομής, που μου έδωσαν οι ευσεβείς γονείς μου. Και όμως ένιωθα εκείνο το βροχερό απόγευμα μία βαριά θλίψη…

Καθώς το βλέμμα μου αποχαιρετούσε τα Ελληνικά ακρογιάλια…το κατάστρωμα του υπερωκεάνιου είχε νοτίσει από την ψιλοβροχούλα, το αεράκι, σου έδινε την εντύπωση έτσι που σου δρόσιζε το πρόσωπο σου έστελνε μέσα στα φυλλοκάρδια σου το στερνό του ΑΝΤΙΟ. Ήταν σαν να μου έλεγε… « Φεύγεις, μικρή μου φεύγεις…γιατί αφήνεις την γη των προγόνων σου; Γιατί πηγαίνεις σε ξένη χώρα, σε ξένους ουρανούς; Λίγα τα χρόνια της ζωής σου εδώ στην πατρίδα…αρκετά όμως για να ριζώσουν μέσα σου όλα τα νάματα της ελπίδας και της αγάπης στην πατρίδα. Τα ιδανικά της φυλής σου, τα έχεις καλά φυλαγμένα, τα έχεις σωστά γραμμένα, όλα με τη σειρά. Αυτά, μου σιγοψιθύριζε το αεράκι, έτσι όπως μου δρόσιζε την πυρωμένη μου ψυχή. Εκείνη τη στιγμή, ολόκληροι ωκεανοί, από ψυχική λάβα έτρεχαν μέσα στο κέντρο της ψυχής…

ΑΝΤΙΟ, γλυκιά μου πατρίδα, αντίο και έψαχνα να αποκομίσω τα ψήγματα του πολύτιμου αυτού αποχωρισμού!  Και καθώς απο τα μάτια μου χάνονταν τα πάτρια εδάφη…ένιωσα το έδαφος της ψυχής μου να νοτίζεται από τα δάκρυα  ιερής συγκίνησης! Σαν μύστης και σαν προσκυνητής στο ιερό τέμενος της ψυχής μου, εκεί που άσβηστο καίει το λυχνάρι, εμπρός στο άμωμο βωμό της λατρείας και της ευσέβειας για την γενέτειρα. Για αυτά τα μαρτυρικά χώματα, της λεβεντιάς και της Δόξας. Τα αιματοβαμμένα χώματα της Ελληνικής γης, που υπήρξαν καμπές στην ιστορική της διαδρομή, όταν το Ελληνικό αίμα ποτάμι έρρεε στα πεδία των μαχών. Στα πεδία τα πολυάριθμα που είναι αδύνατο να περιγράψει την ιστορία, πένα θνητού ιστοριογράφου. Παρά μόνο στην ψυχή του κάθε ενός, είναι γραμμένη όλη η Δόξα της πατρίδας μας. Όταν κλίνει γόνυ προσκυνητή το πνεύμα, τότε ανοίγει διάπλατα ο πνευματικός μας πλούτος, ανοίγει τα μάτια η ψυχή και νοερά σε μεταφέρει σε όλα αυτά τα ιστορικά μέρη της ιστορίας μας. Τα αναγνωρίζει η ψυχή, γίνεσαι μάρτυρας της μεγάλης κληρονομιάς και σέβεσαι την ιερή αυτή παρακαταθήκη που μας άφησαν οι προγονοί μας…

Οκτώβρης 13…είναι αποφράδα ημέρα;  Όχι! Όχι! Είναι μία ημέρα δύσκολη του μισεμού…όμως και μία ελπιδοφόρα ημέρα, διδακτική, επίσημη, ιερή… Μία ημέρα, που ρίζωσε μέσα στον ψυχικό μου κόσμο, η αγάπη για την πατρίδα μου, με το στερνό μου αντίο στο δακρύβρεχτο βλέμμα μου, έγινα μυσταγωγός μιας ιεροτελεστίας, αιώνιας! 1960, 13 Οκτωβρίου, ώρα απογευματινή… Αντίο, γλυκιά μου πατρίδα…αντίο για πάντα. Μη με ξεχάσεις μόνη μου στο μισεμό, όπως δεν θα σε ξεχάσω ποτέ, μα ποτέ…Να μου στέλνεις την δροσιά σου και την αγάπη σου με τον ζέφυρο, θα σε περιμένω, κάθε μέρα της ζωής μου, στην αλλότρια χώρα που θα με δεχθεί…κάποτε στα σπλάχνα της… Και από κει πάνω από το  ΠΑΤΡΙΣ έριξα την τελευταία μου ματιά και έστειλα το  ύστατο ΑΝΤΙΟ στην πατρίδα και σιγοψιθύρισα: «ΑΝΤΙΟ, πατρίδα μου, ΑΝΤΙΟ για πάντα. Α  Ο

ΑΝΑΡΧΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Δώδεκα μήνες κύλησαν γρήγορα,  γρήγορα και μας ήρθε ο καινούργιος χρόνος. Μέσα στο μυαλό μας, στη δική μας λογική, προσδιορίζουμε με τάξη με σειρά του δικού μας διανοητικού  λογιστηρίου,  365 ημέρες, 52 εβδομάδες, 12 μήνες. Κοιτάζουμε στο ημερολόγιο και όλα συμφωνούν ότι όλοι οι λογαριασμοί,  η πρόσθεση των αριθμών έχουν συμβάλλει…στο κλείσιμο ενός έτους. Και εμείς στέκουμε εκστατικοί, καθώς σκεπτόμαστε το μυστήριο αυτό. Και ξέρουμε πολύ καλά, ότι όλα αυτά συντελούνται στο άπειρο Σύμπαν, στο Στερέωμα. Ήλιος, Σελήνη, Αστέρες, σε κάθε Ηλιακό σύστημα.     Μέσα στο Σύμπαν του Άναρχου Δημιουργού. Βλέπουμε να ξημερώνει να βραδιάζει, να αλλάζουν οι εποχές, κάθε χρόνος που φεύγει αφήνει τη φθορά του, την οποία ανακαλύπτουμε…αψεγάδιαστη, πάνω στα δικά μας πρόσωπα…τεκμήριο ότι η φθορά εκτελεί ταχέως και αμετάκλητα το έργο της… Τότε πραγματικά παραδεχόμαστε ότι ο «΄Αναρχος χρόνος» ποτέ δεν γερνά, αφού πάντα έχει την ίδια κινητήρια δύναμη να λύει και να καταλύει τις θνητές υπάρξεις…Γεννιόμαστε – αποθνήσκουμε και ο «΄Αναρχος χρόνος» στέκει ψηλά στο βάθρο του αισιόδοξος, μεγαλοπρεπής… Έρχονται στιγμές που φιλοσοφούμε γύρω από το μυστήριο του χρόνου. Παραμερίζουμε κάθε αρνητικό στοιχείο και παίρνουμε την γενναία απόφαση για κάποια ρητορική συνομιλία με τον ίδιο μας τον εαυτό! Με ταχύτητα φωτός…ανάβουμε την εστία, την συνδαυλίζουμε καθώς ακουμπάμε στο παραγώνι, ενώ γύρω μας έχουν στήσει ξέφρενο  χορό  οι αναμνήσεις…και μας ταξιδεύουν εκεί που ο καθένας μας έχει στήσει ιερό τέμενος και όσιο βωμό με άπειρο σεβασμό, στις ρίζες της γενιάς του! Στο πατρικό  του σπίτι, εκεί που γνώρισε το φως της ζωής και έζησε τα χαρούμενα, ξέγνοιαστα παιδικά του χρόνια. Βλέπετε ο καταλύτης χρόνος δεν μπόρεσε ποτέ να τις εκμηδενίσει! Είναι γεγονός ότι κάθε χρόνο ετοιμαζόμαστε για την αρχή…του νέου έτους. Κοιτάζουμε το ημερολόγιο μετρώντας πόσες μέρες έμειναν ακόμη από τον παλιό, για να κρεμάσουμε το νέο ολοκαίνουργιο, πλουμιστό  ημερολόγιο προσδοκώντας η κάθε ημέρα του, να μας φέρει χαρά και ευλογία. Ενώ ξέρουμε ότι τα ίδια θα πούμε και πάλι σε 12 μήνες, 52  εβδομάδες, 365 ημέρες…  Η θνητή μας διάνοια αδυνατεί να συλλάβει το μέγα μυστήριο του χρόνου, που ποτέ γερνά. Όσο κι αν εμείς τον θέλουμε να φεύγει  γεμάτος χιόνια στα μαλλιά, στην ουσία μόνο εμείς αποκτούμε αμετάκλητα και σταθερά τα σεβάσμια…λευκά  στολίδια… – Χρυσές μας αναμνήσεις, που ποτέ δεν γερνάτε, έχετε την αβρότητα και την συναισθηματικότητα να μας μεταφέρετε σε εποχές του άναρχου χρόνου…μείνατε αγέραστες. Και εμείς δίπλα σας για πάντα. Είναι γεγονός ότι, για εμάς τους αποδήμους οι αναμνήσεις ζούνε μέσα μας, δίπλα μας στη ζωή και μας συντροφεύουν, μας προσφέρουν τη δυνατότητα να ζούμε όλα όσα ζήσαμε έστω για λίγα χρόνια, εκεί στην λατρευτή, αγαπημένη πατρίδα. Την πατρίδα που δεν ξεχάστηκε ποτέ. Ο χρόνος είναι αιώνιος, δεν έχει αρχή, δεν έχει τέλος, όπως και ο Θεός.  Όμως εμείς οι θνητοί, είχαμε αρχή και θα φθάσουμε κάποτε στο τέλος. Ας φροντίζουμε το πέρασμά μας από την ζωή να αφήνει κάτι καλό, κάποιο καλό σημάδι, ένα χρηστό μήνυμα, στο διάβα μας. Ας ευχηθούμε, το 2016  να είναι ΕΙΡΗΝΙΚΟ , για όλους τους λαούς, για όλες τις φυλές, για όλο τον κόσμο, που ποθεί τον άρτο της αγάπης, της γαλήνης, πάνω στο τραπέζι της γης. Σε όλες τις οικογένειες, να βασιλεύει η ομόνοια και η στοργή. Στον κάθε  φτωχό βιοπαλαιστή, στον τίμιο διαβάτη της ζωής, που στέκει με το κεφάλι ψηλά, κάθε πρόοδο και δημιουργικότητα. Καλή χρονιά, σε όλο τον κόσμο.        

                             ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

 Εθνική  ημέρα της Αυστραλίας η 26 Ιανουαρίου. Η μόνο εθνική της ημέρα, αν πραγματικά μπορούμε να την προσδιορίσουμε με αυτό το χαρακτηρισμό. Γιατί στην πραγματικότητα για να λέμε και το δίκιο, αυτή η ημέρα δεν ήταν τίποτε περισσότερο, ή λιγότερο, από μια εισβολή…

Μια εισβολή λευκών επιδρομέων στην κάθοδό τους στο Νότο. Ο ντόπιος πληθυσμός οι Αβορίγηνες γηγενείς που ζούσαν σε αυτή τη μακρινή ήπειρο, ποιος ξέρει  από πόσες χιλιάδες χρόνια πριν. Έστω και σε ημιαγρία κατάσταση είχαν τα δικά τους έθιμα, τα δικά τους δρώμενα, ζώντας στο δικό τους κόσμο, κυρίαρχοι αυτής της γης, βίωναν μέσα σε παράξενες καταστάσεις μια λιτή και ημιαγρία  ζήση…και ξάφνου εκεί στο 1770 έφθασαν οι λευκοί με τα δίκροτά τους και τις αρμάδες τους αγκυροβολώντας  στο λιμάνι της Νοτίου Ουαλίας στο σημερινό“BOTANY BAY”. Και οι δύστυχοι, ναι, οι δυστυχείς είδαν τους εαυτούς των καταδιωκόμενα όντα. Γιατί μόνο με τον εκφοβισμό μπορούσαν οι Άγγλοι εισβολείς να δαμάσουν αυτά τα ατίθασα πλάσματα και με τη δύναμη των όπλων και το χειρότερο ακόμη με τον εξολοθρεμό τους…

Κυρίαρχοι πλέον οι Άγγλοι, με αρχηγό τους τον  JAMES COOK ξεφόρτωσαν όλους εκείνους τους αθλίους κατάδικους – όσοι βέβαια επέζησαν τις τρικυμίες των ωκεανών, στο ταξίδι προς τη νέα γη. …Και πέρασαν οι μήνες…τα χρόνια…2 αιώνες και 46 χρόνια, μέχρι σήμερα. Η νεαρή αυτή ήπειρος, η ανακάλυψή της και η εποίκισή της από τους Δυτικούς έχει προοδεύσει με ταχεία ανάπτυξη σε όλους τους τομείς: Βιομηχανία, γεωργία, ναυτιλία, επιστήμες, όλα ανθηρά και συνεχώς νέοι πρόοδοι και επιτεύγματα, δείχνουν συνεχώς σημαντική άνοδο. …Και αυτή η νέα γη, η χώρα που μόνο στο χώρο των παραμυθιών θα ζωντάνευαν στο λογισμό τους οι μυριάδες ανθρώπων των προηγούμενων αιώνων, έγινε ξαφνικά μια αλήθεια χειροπιαστή… Νέοι χάρτες διαμορφώθηκαν με νέους γεωγραφικούς ορίζοντες και όρια που συμπεριέλαβαν τον ΝΕΟ ΚΟΣΜΟ όπως χαρακτηριστικά είχε ονομασθεί η Αμερική μετά την ανακάλυψή της από τον Χριστόφορο Κολόμβο το 1459 και η Αυστραλία από τον Τζέϊμς Κουκ το 1770.

Σήμερα αυτή η φιλόξενη πλέον αναπτυγμένη χώρα έχει δεχθεί στην εκτενή πορεία της εκατομμύρια μεταναστών, που για πολλούς και διάφορους λόγους διάλεξαν αυτή τη χώρα για δεύτερη τους πατρίδα… Σημαντική και άριστα αξιόλογη η Ελληνική μας παρουσία και η προσφορά. Η παροικία μας πορεύεται ειρηνικά συμβάλλοντας στην πρόοδο και στην ανάπτυξη αυτού του τόπου. Μα στη σημερινή κοινωνία της Αυστραλίας δεν υπάρχει μόνο το Ευρωπαϊκό στοιχείο, λαοί της Ασίας, της Μέσης Ανατολής, των Αφρικανικών λαών έχουν γίνει συνάφι με τους άλλους λαούς. Όλοι μαζί διαμορφώνουν και αποτελούν τη σημερινή κοινωνία της Αυστραλίας… Πλην όμως…αλήθεια οι αυτόχθονες Αυστραλοί αυτών που στην ουσία ανήκει αυτή η γη, πως έχουν δεχθεί την αλλαγή;   Έχουν εξοικειωθεί στην ιδέα ότι αυτή ήταν η μοίρα τους; Έτσι ήταν το γραπτό τους;  Έχουν αλήθεια καθησυχάσει;  Ή  μήπως μέσα τους σιγοκαίει μία πικρία και ίσως και κάποιο μίσος για τους εισβολείς; Για τους άρπαγες της δικής τους γης;

Να λοιπόν, που αυτή η ερώτηση κυριαρχεί στο λογισμό μας κατά την εορταστική αυτή της Αυστραλίας ημέρα, την «ΑUSTRALIA DAY”.  Σε  όλες τις πόλεις της Αυστραλίας, ιδιαιτέρως στο SYDNEY, μεγαλοπρεπείς εκδηλώσεις, φαντασμαγορικές, χαρούμενες…μαζί με όλους δεν είναι και λίγοι οι Αβορίγηνες που συμμετάσχουν με την καλλιτεχνική τους παρουσία. Έξω όμως από τη Βουλή της Μελβούρνης, σημαντικός αριθμός αυτοχθόνων διαδήλωσαν, κρατώντας πανό κατονομάζοντας την ημέρα αυτή ημέρα πένθους. –  MOURNING DAY -. Θα πούμε βέβαια, τι θα ήταν η ζωή αυτών των ανθρώπων, των Ιθαγενών, εάν δεν έφθανε εδώ ο πολιτισμός τον οποίο μετέφεραν οι Δυτικοί λαοί; Ίσως ακόμη να ζούσαν στην ίδια ημιαγρία κατάσταση. Απολύτως σωστή η σκέψη μας αυτή. Πλην όμως πηγάζει ένα σπουδαίο δίδαγμα και μια μεγάλη αλήθεια για όλους μας. Ότι κάθε άνθρωπος έχει μέσα του την ιερή φλόγα την εστία της κληρονομιάς του. Μα μήπως για αυτή την «Ιερή εστία» της δικής μας μεγάλης, λαμπρής κληρονομιάς, της διαθήκης μας, δεν μοχθούμε κι εμείς;

Πρέπει να το παραδεχθούμε, ότι όσο κι αν έχουμε ενταχθεί και συνυφασθεί μέσα στην Αυστραλιανή κοινωνία και κουλτούρα, μέσα μας παραμένει άσβηστη η ιερή φλόγα της φυλής μας, της παρακαταθήκης, της μεγάλης μας κληρονομιάς. Αυτής της κληρονομιάς, που σαν κόρη οφθαλμού φροντίζουμε όλοι μας. Και θα παραμείνει μέσα μας, όσο υπάρχει αναπνέει και χτυπάει η καρδιά μας στα «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΑΣ» στήθη. Εδώ σε αυτή την αλλότρια τη γη που έγινε για πάντα η δεύτερη μας πατρί

«ΕΧΕΤΕ  ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΤΕΙ;» –> «Αλήθεια, μήπως έχουμε τραυματιστεί; Μήπως αλήθεια έχουμε; Αυτή η ερώτηση πέρασε από την σκέψη μου, έτσι καθώς το βλέμμα μου έπεσε σε κάποια διαφήμιση δικηγορικού γραφείου, στην πρώτη σελίδα παροικιακής μας εφημερίδας. Μία διαφήμιση, που αμέτρητες φορές την έχουμε διαβάσει όλοι. Βέβαια εδώ γίνεται η ερώτηση για σωματικό τραυματισμό. Για κοίταξε όμως, ότι για πρώτη φορά έδωσα την δέουσα προσοχή! Κι αυτή η ερώτηση τριβέλιζε όλη την ημέρα τον νου  μου…  «Τραυματιστήκατε;» ώσπου πλέον δεν άντεξα και κάπως έτσι, όπως φιλοσοφική η ερώτηση θρονιάστηκε στον λογισμό μου, άρπαξα την πένα μου την καλόβουλη,  με υπομονή και ευγένεια δίχως να δυσανασχετεί, αραδιάζει στο χαρτί, όσα ο νους λογά…   Αν τραυματιστήκαμε; Αλήθεια, μα μήπως δεν έχουμε; Μάλιστα, έχουμε και παραέχουμε και δεν ξετραυματιστήκαμε ποτέ…όχι μόνο παραμένουμε τραυματισμένοι, λαβωμένοι και συνεχώς αιμορραγούμε… Μάλιστα, τραυματιστήκαμε…ψυχικά, διανοητικά, τότε που το αγριοκαίρι συνένοχο με την ειμαρμένη, συμφώνησαν για τον ξεριζωμό μας… Τότε, που φοβερός ανεμοστρόβιλος και η δίνη αλλόκοτα, σάρωσαν το ψυχικό μας σθένος. Μας ζάλισαν, μας μάγεψαν…μας έταξαν…μας φοβέρισαν, μας ξεγέλασαν… Κίνησαν γη και ουρανό, οι σειρήνες της παράλογης, αλλότριας εκείνης εποχής. Αρμάτωσαν τον Αίολο, μας πότισαν αφιόνι…και όταν αφυπνισθήκαμε, βρεθήκαμε κάτω από τον ξένο ουρανό! Τραυματισμένοι, λαβωμένοι, συνάξαμε κάθε ελπίδα και ορθοποδήσαμε.  Μα! Το τραύμα της ακούσιας, ή εκούσιας φυγής, μένει ακόμη νωπό… Μάλιστα, λοιπόν, τραυματιστήκαμε τότε. Αλλά μήπως και τώρα, έχουμε γιατρευτεί; Τώρα είναι που ζούμε τον δεύτερο τραυματισμό μας, τον οδυνηρό, τον τραυματισμό της Ελληνικής μας ψυχής. Βλέπουμε την ασυνειδησία, την απάθεια που διακατέχει μεγάλο μέρος συμπατριωτών μας εκεί στην πατρίδα. Από άρχοντες και δυνατούς, μέχρι και μέρος λαού. Υπάρχει όμως, το μεγαλύτερο μέρος  λαού, που υποφέρει. Είναι οι έντιμοι, τίμιοι Έλληνες που προβληματίζονται, υποφέρουν μέσα στην ανέχεια και στη φτώχεια. Εμείς οι απόδημοι, συμπάσχουμε μαζί τους. Πονάμε για τον όλεθρο και την κατάντια της πατρίδας μας. Πονάμε ακόμη περισσότερο όταν ακούμε, διαβάζουμε και βλέπουμε ότι επώνυμοι, μεγιστάνες του πλούτου χαιρέκακα δακτυλοδείχνουν την Ελλάδα και εύχονται την πτώχευσή της. Νιώθουμε καυτερή λεπίδα να γρατζουνά την ήδη αιμορραγούσα πληγή μας. Με πόνο βλέπουμε την απάθεια και την αναλγησία που αντιμετωπίζουν το μείζον Εθνικό μας θέμα, την ταυτότητα της Μακεδονίας μας που έχει γίνει ζάρι πάνω στη σκακιέρα των πολιτικών συμφερόντων.  Τα αιματοβαμένα μαρτυρικά της χώματα, ακόμη νωπά από τις θυσίες των αγνών Ελλήνων. Από την εποχή του Αλεξάνδρου, μέχρι την απελευθέρωσή τους των Βαλκανικών πολέμων. Και όμως η Μακεδονία μας έγινε το μήλο της έριδος. Φοράει διάδημα και στέμμα στο κεφάλι, μα κάτω από αυτό, στεφάνι ακάνθινο που την πληγώνει. Από τους τάφους ακούγεται ο στεναγμός των ηρώων, των Μακεδονομάχων, που στενάζουν για την αναλγησία και την απάθεια των σημερινών Ελλήνων. Ναι! Είμαστε συνεχώς τραυματισμένοι, απογοητευμένοι, νιώθουμε προδομένοι… «Έχετε τραυματιστεί Η Ελληνική μας υπόσταση, θέτει στην πλάστιγγα τα υπέρ και τα κατά… Αχ! Ελληνικό μου φιλότιμο, δεν ησυχάζεις ποτέ. Οπλίζεις την πένα μου, της δίνεις φτερά και σε μία στιγμούλα αυτό το ουδέτερο « Τραυματισθήκατε;»    Ανάβει το πράσινο φως, τροφοδοτεί την διάνοια, εν ριπή οφθαλμού γίνεται φιλοσοφικός στοχασμός, ένας διάλογος, που τελειωμό δεν έχει! – Σταμάτησε λοιπόν, πένα μου, αρκετά με κράτησες συντροφιά στο αλληγορικό αυτό οδοιπορικό,  για την τιμή  της φυλής μας. – Σε ευχαριστώ, όπως σε ευχαριστεί και κάθε αγνή Ελληνική ψυχή που ζει και αναπνέει στην κάτω εσχατιά. Έχουμε στήσει βωμό ιερό, στα όσια της φυλής μας. Εμείς οι απόδημοι, επουλώνουμε τις πληγές του μισεμού, με το βάλσαμο της αγάπης και του σεβασμού στην λατρευτή μας πατρίδα, την ένδοξη ΕΛΛΑΔΑ. Και ασφαλώς, έχουμε τραυματιστεί. Μα κρατάμε το βάλσαμο, την λύτρωση μέσα στη συνείδησή μας. Δεν προδώσαμε ποτέ το Ελληνικό μας όνομα!!!

                             ΑΓΙΑΣΜΕΝΑ, ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Το  σούρουπο είχε ήδη πέσει για καλά. Αγκάλιαζε απ’ άκρη σ’ άκρη τους λόφους και τις πεδιάδες. Τα πευκόβουνα και τις εύφορες φυτείες των καπνών. Ήταν φθινόπωρο, το κρύο έτσουζε, διαπερνούσε την σάρκα και περόνιαζε το κόκαλο. Το νοτισμένο από την πρωινή βροχή έδαφος, συντελούσε περισσότερο στην επιδείνωση της κατάστασης…

Στο απέραντο τσιφλίκι, στις Ροβιές της Εύβοιας, αχνόφεγγε το φως από τα παράθυρα των μικρών σπιτιών, κει μέσα ζούσαν με τις οικογένειές τους οι υποτακτικοί, οι δουλευτάδες αυτής της γης. Διάσπαρτα μέσα στον εύφορο κάμπο…τα μικρά σπιτάκια!

Ξάφνου, μία γυναικεία δυνατή φωνή τάραξε την ησυχία. -Κωστή…Κωστηηηηηή που είσαι;

Σε λίγο φάνηκε η μεστή σιλουέτα, μιας αμαζόνας. Την ακολουθούσαν μερικοί άνδρες, κρατώντας φανάρια, που σκόρπιζαν αμυδρά το φως τους! Το μικρό αυτό πλήθος, με αρχηγό την όμορφη αμαζόνα, προχωρούσε ψάχνοντας δεξιά κι αριστερά γύρω στους θάμνους και στις στροφές. -Κωστή, Κωστηηηηηή… Ακούγονταν η δυνατή φωνή της.

Γεμάτη αγωνία, νιώθοντας τύψεις, έτρεμε από φόβο. Τα λόγια που της έσπαζαν το ηθικό και την ανάγκαζαν να νιώθει ένοχη, κουδούνιζαν μέσα στα αυτιά της κάθε δευτερόλεπτο…

-«Κουμπάρα, δεν έπρεπε να στείλεις τον Κωστή, ο καιρός σήμερα είναι ακατάλληλος, είναι παιδάκι, μόνο πέντε ετών».

Να, λοιπόν, ο λόγος που ένιωθε ενοχή…Από νωρίς το απόγευμα είχε ζέψει το ήσυχο μουλάρι, έβαλε δεξιά κι αριστερά, δύο δισάκια με τρόφιμα, τακτοποίησε γερά τη σέλα και πάνω στο ζώο έβαλε τον υπάκουο Κωστή, το γιό του κουμπάρου της.

Συχνά έκανε την κοντινή διαδρομή ο μικρός, ένιωθε χαρούμενος όταν η νονά της αδελφούλας του – η αφέντρα του απέραντου αυτού κάμπου –  του εμπιστεύονταν να πάει για κάποιο θέλημα στο πάρα κάτω σπιτάκι, βαθιά στον κάμπο. Εκεί έμεναν οι εργάτες του τσιφλικού.

Αυτό το απέραντο τσιφλίκι, ανήκε στην όμορφη και φιλάνθρωπη κυρά, την Άννα Μελά, κόρη του ευπατρίδη Μελά και αδελφή,  του Μακεδονομάχου Παύλου Μελά, που θυσιάστηκε για την απελευθέρωση της Μακεδονίας μας  στις 13 Οκτωβρίου 1904 στο χωριό Στάτιστα, της Καστοριάς. Μετά την ηρωική θυσία του Παύλου, το χωριό ονομάστηκε «Παύλος Μελάς».

Στα γεγονότα της παρούσης αυτής της ιστορίας, βρισκόμαστε τώρα στα χρόνια του Α! Παγκοσμίου Πολέμου 1914 – 1918. Με την έναρξη του πολέμου, η Τουρκία σύμμαχος με την Γερμανία, άρχισε να πιέζει τον Ελληνικό πληθυσμό στα παράλια της Μικράς Ασίας. Ιδιαιτέρως γύρω από την Σμύρνη, συγκεκριμένα στις δύο προοδευτικά ανεπτυγμένες στο εμπόριο και πλούσιες πόλεις. Την Παλαιά και την Νέα Φώκαια. Οι πιέσεις γίνονταν ασφυκτικά, δύσκολες. Πολλές οικογένειες, μη αντέχοντας άλλο, έφυγαν και πήγαν στην Ελλάδα. Μερικοί πήγαν στον Βόλο, άλλοι στην Πάτρα και άλλοι στην Εύβοια.

Η φιλάνθρωπη Άννα Μελά, δέχτηκε αυτούς τους πρόσφυγες, τους έδωσε δουλειά και κατοικίες στο απέραντο τσιφλίκι της. Απέραντες φυτείες καπνών στον εύφορο κάμπο των Ροβιών!.

Η οικογένεια του Χρίστου και της Ειρήνης Ιατρού, ήταν από τις πρώτες που έφθασαν στο τσιφλίκι. Ο Χρίστος Ιατρού, άνθρωπος με σύνεση, από αρχοντική γενιά, μα πάνω από όλα τίμιος άνθρωπος. Η οικογένεια κατά την πάροδο των χρόνων, είχε αναδείξει πολλούς επιστήμονες και αξιόλογους ανθρώπους…

Η μοίρα τα έφερε, από αφέντης να γίνει εργάτης, δεν το θεώρησε υποτιμητικό, μάλλον εκτίμησε την καλοσύνη και την φιλανθρωπία της Άννας με την μεγάλη καρδιά. Τα ίδια αισθήματα ένιωθε και η γυναίκα του για την προστάτιδά τους. Μα και η Άννα τους ξεχώρισε, κατάλαβε την άμεμπτη συμπεριφορά τους, την ευγένεια και την αρχοντιά τους. Το σπίτι που τους παραχώρησε, ήταν δίπλα στο δικό της αρχοντικό.

Το 1916, όταν γεννήθηκε ένα κοριτσάκι -του Χρίστου και της Ειρήνης – το βάπτισε εκείνη και του χάρισε το όνομα Ελευθερία. Σε ανάμνηση του αδελφού της, που έδωσε τη ζωή του για το μεγάλο όσιο ιδανικό της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ! Με τον ιερό δεσμό της κουμπαριάς, υπήρχε αμοιβαία εκτίμηση, ανάμεσά τους. Συχνά η Άννα έστελνε το πρωτότοκο αγοράκι των Ιατρού, τον μικρό υπάκουο φιλότιμο Κωστή, για κάποιο θέλημα, μέσα στο τσιφλίκι.

Να! Όμως, που σήμερα η ειμαρμένη ήταν στην έχθρα της…

-Κωστή, Κωστηηηηηή…ακούγονταν η βροντερή, μα φοβισμένη φωνή, καθώς προχωρούσαν κι όλο περισσότερο το σκοτάδι πύκνωνε.

-Εδώ είμαι…Εδωωωώ…ακούστηκε η παιδική φωνή.

Τρομαγμένοι όλοι, έτρεξαν προς το μέρος που ακούγονταν η φωνή. Και πάνω στη στροφή ενός μονοπατιού, με το φως που έριξαν τα φανάρια είδαν στο έδαφος… πεσμένο το ζώο με τον μικρό παγιδευμένο κάτω από το πλευρό του. Ως φαίνεται, το ζώο γλίστρησε πάνω στη στροφή, έγειρε στο πλάι, ρίχνοντας από την ράχη του τον μικρό Κωστάκη. Και ο μικρός έμενε εκεί παγιδευμένος, ανήμπορος να σπρώξει το ζώο, να λευτερωθεί, ώσπου έφθασε η βοήθεια…η σωτηρία του… Αλαφιασμένη η Άννα, ανακουφισμένη όμως, που βρήκαν σώο το παιδί, σήκωσαν το ζώο και τράβηξαν για το αρχοντικό!.

Σε λίγο στην ευρύχωρη ζεστή σάλα του αρχοντικού της, η Άννα πρόσφερε ζεστό ρόφημα με εδέσματα στους κουμπάρους της. Αφού πλέον είχαν όλοι ηρεμήσει και ησυχάσει  ύστερα από την καταιγίδα…

Η ερώτηση, ήρθε αναπάντεχα στον μικρό Κωστάκη, την ώρα που μασούλαγε αμύγδαλα και σταφίδες.

-Για…πες μας Κωστάκη, γιατί άργησες να φύγεις από το κτήμα; Και σουρούπωσε στον δρόμο; Ρώτησε η Άννα.

– Ά! να…ξεροκατάπιε ο μικρός, ρίχνοντας φοβισμένος τη ματιά του στον πατέρα του…Να, την ώρα που πήγα, είχαν κάστανα… στη χόβολη. Με ρώτησαν αν μου αρέσουν και κάθισα να φάω λίγα και τους έλεγα ιστορίες που μου έμαθε ο παππούς μου για τους Έλληνες της Μικράς Ασίας…και πέρασε η ώρα. Όταν με έβαλαν στο μουλάρι είχε σουρουπώσει.

-Ά! Έτσι, λοιπόν Κωστή;…είπε θυμωμένος ο πατέρας του, ο Χρίστος Ιατρού. Κάθισες να φας κάστανα και ξέχασες ότι έπρεπε να γυρίσεις, γιατί εμείς θα ανησυχούσαμε;

-Μα,  δεν έτρωγα μόνο κάστανα, τους έλεγα και για τους Έλληνες, είπε τρομοκρατημένος ο μικρός, σκεπτόμενος ότι σίγουρα θα μαζέψει ένα «μπερντάχι»  όπως έλεγε η γιαγιά του η Μυρσίνη…

– Ώ! μπράβο Κωστή! Μπράβο λεβέντη μου! είσαι πραγματικός Έλληνας, χαλάλι, του φόβου που περάσαμε. Έδειξες ότι έχεις Ελληνική ψυχή! φώναξε γεμάτη ενθουσιασμό η μεγάλη, αγνή, Ελληνίδα, με την φιλάνθρωπη ψυχή, η Άννα Μελά!…

Όλοι μαζί, με δακρυσμένα μάτια, σηκώθηκαν και με φωνή που έπαλλε από ιερό δέος σιγοψιθύρησαν: « Άπ’ τα κόκαλα βγαλμένη /  των Ελλήνων τα ιερά». άλιστα, ιερά, τα κόκαλα,τα αγιασμένα, τα Ελληνικά.

Υ.Γ.: Η ιστορία αυτή ειπώθηκε από τη γιαγιά μου την Ειρήνη Ιατρού, που είχε κρυφό καμάρι, ότι γνώρισε την μεγάλη Ελληνίδα! και έζησε στο τσιφλίκι, της  αδελφής του ήρωα Μακεδονομάχου, Παύλου Μελά, αλλά επίσης έγινε νονά της κορούλας της Ελευθερίας που γεννήθηκε στο στιφλίκι της, το 1916. Ιστορική σημείωση. Σχετικά με την οικογένεια Ιατρούà Μετά το τέλος του Α! Παγκοσμίου Πολέμου ( 1914  1918 ) η οικογένεια επέστρεψε στα πάτρια εδάφη, στη Νέα Φώκαια της Μικράς Ασίας. Δυστυχώς όμως, ξεριζώθηκαν για δεύτερη φορά στην καταστροφή του 1922. Κατάφεραν και πήγαν στην Κρήτη, όπου έζησαν σαν πρόσφυγες στο χωριό Έρφοι του Ρέθυμνου για 10 ολόκληρα χρόνια. Κατόπιν η οικογένεια μετοίκησε στην Νέα Φώκαια Κασσάνδρας νομός  Χαλκιδικής.  Αυτή η ιστορική περιγραφή, μαζί με αμέτρητες άλλες περιγραφές της οικογενείας, της άκουσα από την Μικρασιάτισσα γιαγιά μου, όπως και από την Κρητικοπούλα μητέρα μου την Ζαχαρένια Μαθιουδάκη, η οποία στην νεαρότατη ηλικία, των 16 χρόνων παντρεύτηκε τον πατέρα μου. Τον Κωστή, το προσφυγόπουλο.  Τον ακολούθησε όχι μόνο στα μέρη της Μακεδονίας, αλλά μέχρι τον Νότο, στην κάτω εσχατιά, εδώ στην Αυστραλία.  Ένας σεμνός, απέριττος τάφος κλείνει αρμονικά και αναπαύει εν ειρήνη τους ευσεβείς γονείς μου, εδώ στην αλλότρια γη, που έγινε η δεύτερη πατρίδα μας!  Έχω σύμβολό μου το «ερευνάτε τας γραφάς» το έκανα πράξη…κάθε φορά που σκεπτόμουν αυτή την ιστορία, την οικογενειακή αυτή καμπή, στα δύσκολα εκείνα χρόνια. Αναρωτιόμουν για την βιογραφία της σπουδαίας αυτής Ελληνίδας και την ιστορία του απέραντου αυτού τσιφλικιού στις Ροβιές Ευβοίας. Έψαξα στο διαδίκτυο και βρήκα όλη την βιογραφία της Άννας, ακόμη και ο απέριττος τάφος – όπως απέριττη ήταν όλη η ζωή της – υπάρχει στις Ροβιές. Ένας απλός τάφος που κλείνει αγιασμένα λείψανα της Άννας Μελά. Της μεγάλης Ελληνικής ψυχής. Αλήθεια πόσο σωστά ο εθνικός μας ποιητής έγραψε μέσα στον εθνικό μας ύμνο. Για να υμνήσει την Ελευθερία, που ζει μέσα σε κάθε Ελληνική ψυχή.  «Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη, των Ελλήνων τα ιερά…».

        ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ

Νεαρό ανδρόγυνο, πελάτες, μπήκαν μέσα στο κατάστημα και μετά τις πρώτες φιλοφρονήσεις έδωσαν την παραγγελία τους. Μορφωμένοι και οι δύο, εκπαιδευτικοί το επάγγελμα. Συχνά μιλάμε για διάφορα σοβαρά μορφωτικά θέματα. Υπάρχουν πάντα δίπλα, δικά μου βιβλία, τα οποία γεμίζουν τον ελεύθερο χρόνο μου – αν υπάρχει και όποτε υπάρχει – όποτε βρεθεί ευκαιρία, για κάποια έστω και λίγη μελέτη. Ο νέος βρήκε την Κυριακάτικη εφημερίδα (Herald Sun) και έριχνε τη ματιά του στις σελίδες. Η νεαρή γυναίκα του, βγήκε για λίγο και επέστρεψε με γεμάτη την αγκαλιά της, διάφορα βιβλία. Φαίνονταν να είναι αξιόλογα, από το εξεζητημένο και κομψό βιβλιοδέσιμό τους. -Κοιτάξτε, τι βρήκα, είπε με χαρά… Εγώ συνέχιζα την εργασία μου, όταν ξάφνου έκανα διακριτικά την ερώτηση, πόσο της κόστισαν όλα τα βιβλία;  Έμεινα κατάπληκτη όταν την άκουσα, να λέει:  -Απολύτως τίποτε, απλώς τα κοίταζα και αναρωτιόμουν, ποια άραγε είναι η τιμή τους; Ήταν όλα μεταχειρισμένα, πλην όμως σε άριστη κατάσταση και το σημαντικότερο, ήταν βιβλία, επιστημονικά, ιστορικά και βιογραφικά, αξιόλογων συγγραφέων! – Όταν ρώτησα τον καταστηματάρχη, για την τιμή, μου είπε. «Τα έχω εδώ και κανένας δεν ενδιαφέρεται, ίσως επειδή είναι παλιά. Πάρτα όλα, αν θέλεις, θα μου κάνεις χάρη να αδειάσει το μέρος…» έτσι τα πήρα κι εγώ όλα.  Άρχισε κατόπιν η νεαρή γυναίκα, να εξηγεί στον σύζυγό της, τα διάφορα ιστορικά ντοκουμέντα των βιβλίων αυτών.

…Και εγώ συνέχισα να ετοιμάζω όλα εκείνα που ο Άγιος Αντώνιος, είπε ρητώς. «Μη, απατάσθε, χορτασία, κοιλίας». Εγώ, όμως, τα ετοίμαζα, όλο και περισσότερο προσεκτικά, όσο καλύτερα μπορούσα, να γίνουν νόστιμα…τα περιέλουζα με διάφορα μπαχαρικά…και όλα τα αυστηρώς… απαγορευμένα, από τους γιατρούς…ήτοι, αλάτια, πιπέρια, σάλτσες, καυτερές και γλυκές!!! Και με φρίκη σκεπτόμουν, ότι θα καταλήξω στο πυρ…το εξώτερον για τα ανομήματά μου, σκεφτόμουν τους «κολασμένους, του Δάντη» φανταζόμουν την «Δαμόκλειο σπάθη» πάνω από την κεφαλή μου και τελικά συμφώνησα ότι το λιγότερο…να πάω στο καθαρτήριο πυρ… Μα πάλι σκέφθηκα: -Μήπως φταίω εγώ;  Αφού πρέπει να γίνουν νόστιμα, γευστικά, να ξαναρθούνε οι πελάτες, να μείνουμε όλοι ευχαριστημένοι. Αν τους τα δώσω στεγνά, άνοστα και άχαρα…τότε, έχετε γεια, ψηλά βουνά…δεν θα ξαναϊδωθούμε ποτέ. Άλλωστε, αυτή τη στιγμή, ήμουν μπουρλότο. Στη σκέψη και μόνο, για την κατάντια αυτών των ανεκτίμητων θησαυρών, των βιβλίων. Σκέφθηκα νοερά, τον κάθε συγγραφέα, τον πιστό υπηρέτη του λόγου, τον εργάτη της πένας. Πόσος κόπος, πόσα ξενύχτια, πόσα έξοδα, πόσες θυσίες και πόσες προσδοκίες, συνάμα.  Μερόνυχτα ολόκληρα δούλευε η σκέψη για μία τέλεια δομή, για μία ορθή κατάταξη. Έδωσε τον καλύτερο του εαυτό, ο κάθε συγγραφέας, ο εργάτης του λόγου. Για τη δημιουργία αυτών των βιβλίων, δίνοντας σάρκα και οστά στο ιερό του πάθος. Συνέλλεξε όλα τα υλικά, τα εναπόθεσε με σεβασμό στη σκάφη της ψυχής του. Τα μύρωσε, τα έρανε, έβαλε τη ζύμη στο πλαστήρι. Ζύμωσε, έδωσε μορφή, παλμό, ζωή. Την σπαργάνωσε και όταν εκείνη του χαμογέλασε…έτοιμη για προσφορά, την πρόσφερε από το μετερίζι της ψυχής του. Να διαβαστεί, το έργο του, με την ελπίδα να στείλει το σινιάλο της αδελφοσύνης, παντού! Να, όμως, που έφθασε κάποια άκαρδη εποχή, που όλος ο κόπος του, οι θυσίες του, οι προσδοκίες του, πήγαν χαμένες…Άδικα κείτονται, άδοξα στριμωγμένες, σε ένα άχαρο χάρτινο κιβώτιο. Περνούν δίπλα τους, ρίχνοντας περιφρονητικές ματιές και προσπερνούν, χωρίς να μπορέσουν να εννοήσουν το θησαυρό. Αν είχαν λαλιά οι σελίδες, θα φώναζαν. Μη μας προσπερνάτε, μη μας περιφρονάτε, ανοίξτε μας και μορφωθείτε , μη ξεχνάτε τι είπαν οι σοφοί προγονοί μας: «Άριστον, εστί κτήμα, παιδία βροτοίς.» Χαμογέλασα στο νεαρό ζευγάρι, νιώθοντας τη χαρά της νεαρής γυναίκας για την ευτυχία του ανέλπιστου θησαυρού! Ευχόμενη, ο τίμιος κόπος του κάθε εργάτη της πένας, να βρίσκει τη δικαίωσή του και την αξία, που του πρέπει!ραφια με βιβλία

                                             ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ ΤΗΣ ΔΙΑΝΟΙΑΣ

Η σκέψη σαν αδαμαντοφόρο εργαλείο, στο εργαστἠρι της διανοίας. Με σύμμαχο τον λόγο αρχίζει την «εξόρρυξη του ακριβού μεταλλεύματος της ψυχής». Μα δεν είναι λίγες οι φορές, που αυτή η δύναμη της σκέψης, σαν ανάλγητο γεράκι, αρπάζει τη φαντασία από την ασβόλη της λαχτάρας, την τινάζει, την χτυπά πάνω στα βράχια. Αδύναμη, κομματιασμένη, την πετά στην λαφοπλαγιά και στα βότσαλα της απόγνωσης. Αγωνιά τότε η ανθρώπινη ύπαρξη, προσπαθεί να ξεφύγει από τη μέγγενη, που έχει παγιδευτεί.

Ένα ατέλειωτο βιβλίο, η καρδιά και η διάνοια του ανθρώπου. Απλώνει χαλί για να παίξουν…οι άνεμοι. Ανοίγει τα κρυφοφυλαγμένα ερμητικά, κλειδωμένα σεντούκια, του δικού της πιστεύω. Προσπαθεί να βρεί την οδό προς την σωτηρία, γιατί είναι γεγονός ότι όταν δεν προσπαθήσεις, χωρίς αυτοθυσία, τα πάντα μένουν νεκρά «φύλλα συκής»  φύλλα πράσινα νεκρά. Εύπλαστες οι θνητές μας υπάρξεις. Πόσο εύκολα τουμπάρουν, σε κάθε καταιγίδα της ζωής! Σε κάθε μία δυσκολία πελαγώνουμε, ασφυκτιούμε…και ξάφνου…να εμπρός μας το φως που ξεπροβάλει « και λάμπει ολόλαμπρο, στον Γολγοθά » όπως τραγουδούσαμε κάποτε στο κατηχητικό σχολείο. Τα παιδιά της δικής μου γενιάς, της μεταπολεμικής, που δεν γνωρίσαμε κατοχή. Γαλουχηθήκαμε μέσα στα νάματα του σεβασμού, έχοντας θεμελιώσει στην παιδική μας ψυχή σύμβολα ιερά, για τις μεγάλες θυσίες του γένους.

Συχνά σκέπτομαι: – Άραγε σήμερα, τι συμβαίνει με τον παιδόκοσμο, στην πατρίδα;  Υπάρχει έστω και λίγος από εκείνο τον σεβασμό;  στους γονείς; στους δασκάλους; στους μεγαλύτερους γενικά;

Στο εργαστήρι της ψυχής, με τον αδαμάντινο σκαπανέα του σεβασμού, ο καθένας οριοθετεί, τα πεπραγμένα της γνώσης του. Ναυπηγεί  το σκαρί της θέλησης, της ελπίδας. Το αρματώνει με γερούς δοκούς, με γερό καναβάτσο τα πανιά. Βγαίνει στους άπειρους ωκεανούς της ζωής…Υπερνικά θύελλες, κακοκαιρίες, θάλασσες, αγριεμένες, ώσπου ξαφνικά, εμπρός του προβάλλει το φως, από τον φάρο της ελπίδας! Δεν είναι λίγες οι φορές, όταν διάφορες καταστάσεις ταλαντεύουν τη θνητή μας υπόσταση. Μα δεν βουλιάζουμε, κωπηλατούμε, έστω και με την πρόχειρη σχεδία που απόμεινε ύστερα από το ναυάγιο και την τρικυμία… Κωπηλατούμε, παλεύουμε και βγαίνουμε, ασφαλείς στη στεριά.  Στη σκέψη μου, ήρθαν τώρα δα, που γράφω αυτές τις ταπεινές μου σκέψεις, κάποια στροφή από κάποιο ποίημα «Μη φοβηθείς, αυτόν που στήριξε στην πίστη πάνω την ελπίδα, τον είδα στη ζωή να μάχεται. Μα πάντα ανίκητο τον είδα.»

 Σε κάθε μία περίοδο στην ιστορία της ανθρωπότητας, συναντά ο καθένας που ερευνά τις διάφορες καταστάσεις, τα διάφορα κεκτημένα κάθε εποχής, πολλά και διάφορα. Ανεβοκατεβάσματα, που παρασύρουν σαν ορμητικό ποτάμι στο διάβα τους, οράματα και ιδανικά. Οραματισμούς, παγίδες, νίκες, ήττες.                                                                                                  Ένα συνάφι, η ζωή του ανθρώπου. Συνυφασμένη, με τις παραδόσεις του τόπου του, την ιστορία της γενιάς του, της φαμελιάς του. Και αν για κάποιους λόγους προσπαθεί να φανεί αδιάφορος σε αυτά, είναι αδύνατον να αποκοπεί από τις ρίζες του. Άλλωστε, όποιος αδιαφορεί να γνωρίσει την οικογενειακή του παράδοση, είναι μια κούφια ψυχή… Αλήθεια, με πόση χάρη δένονται, η πίστη, η ελπίδα. Πλέκουν στεφάνια, από ατόφια λούλουδα, όπως τα συλλέγουν από τα ιστορήματα των προγόνων. Άξιος, όποιος με σεβασμό, σκύβει στα νάματα της πατρογονικής του εστίας. Δεν τα παραμερίζει, δεν τα περιφρονεί, αλλά τα κρατάει θαλερά στον βωμό του σεβασμού.  Συγκινητικό, ασύγκριτο σε εκτίμηση, όταν αναβιώνουμε τα ιστορήματα της γενιάς μας. Όταν τα μεταλαμπαδεύουμε στα παιδιά μας. Όταν εκτιμούμε τον τίμιο μόχθο των προγόνων μας, τις συμβουλές των γονέων μας. Τότε, μάλιστα μπορούμε και εμείς να ευελπιστούμε, ότι κάποτε η νέα γενιά, θα ακολουθήσει το δικό μας παράδειγμα. Θα βαδίσει στα αχνάρια που εμείς δείξαμε την οδό.

Ας ευχηθούμε, η Ελληνική μας φυλή να μη δύσει ποτέ. Όπως έζησε και μεγαλούργησε τόσους αιώνες ο Μικρασιατικός Ελληνισμός. Διαφύλαξε τη θρησκεία του, την Ελληνικοτητά του, ακμαία αηθαλές, μέχρι την μοιραία καταστροφή…του 1922. Η μεγάλη μας κληρονομιά, η παρακαταθήκη της φυλής μας, να ζήσει για πάντα μέσα στο «Εργαστήρι της διανοίας να διατηρηθεί το ακριβό μετάλλευμα της Ελληνικής ψυχής,»   (Ιούλιος 2015).

                                                                         ΤΟ ΑΝΗΦΟΡΙ

Μέσα στην μοντέρνα σούπερ αγορά της γειτονιάς μου, κόσμος πάει κι έρχεται, βιαστικά, αδιάκοπα. Ιδιαιτέρως δε, στη νέα πτέρυγα  που  τελευταία έχει επεκταθεί, η κίνηση είναι πολύ ζωηρή. Άνθρωποι κάθε ηλικίας, κάθε φύλλου, κάθε φυλής. Τρέχουν, βιάζονται, προσπερνούν, σε κάθε πτέρυγα, σε κάθε πρόσβαση υπάρχουν οι σκάλες.  Ως επί το πλείστον  οι ηλεκτρικές σκάλες που είναι τοποθετημένες σε κάθε γωνία.  Όμως, τώρα τελευταία – ίσως για να δίνουν την εντύπωση και τις αναμνήσεις, κάποιας παλιάς  εποχής- έχουν τοποθετήσει και ξύλινες σκάλες, που κατά τη δική μου γνώμη, προσθέτουν κάποια μεγαλοπρέπεια με τα καλολουστραρισμένα ξύλινα σκαλιά.

Αλλά…κατά πόσο είναι προτιμότερες;  Ασφαλώς από τους νέους και τα παιδιά, είναι εύκολα, τι γίνεται όμως, με τη σεβαστή…ηλικία; Αυτή ακριβώς τη σκέψη έκανα, καθώς στεκόμουν πάρα δίπλα σε κάποια από αυτές τις παραδοσιακές αναβάσεις. Περίμενα κάποιον δικό μου και η ματιά μου έπεσε σε κάποιον καλοντυμένο κύριο, ο οποίος κρατούσε μία τσάντα στο ένα του χέρι, προσπέρασε λιγουλάκι, κατόπιν κοντοστάθηκε, έριξε το βλέμμα του, μάλλον ζυγίζοντας με το μάτι του, το ύψος της σκάλας, κινήθηκε λίγο προς τα κει, όλα έδειχναν ότι είχε πάρει την απόφαση…να πάρει την οδό της πρόσβασης στον πάνω όροφο, από την ξύλινη σκάλα…ένα σκαλοπατάκι, όλο κι όλο, μόνο τόλμησε και στροφή προς τα κάτω, βάζοντας ολοταχώς πλώρη προς την εύκολη ηλεκτρική πρόσβαση, που βρισκόταν πάρα πέρα. Τον πρόσεχα καθώς χαρούμενα, ξεκούραστα και εύκολα, κοίταζε τριγύρω, η εύκολη πρόσβαση, του είχε προσφέρει την άνεση και τη σιγουριά. Αλήθεια, πόσο τον φόβισε, το ανηφόρι…ασφαλώς πολύ κατανοητό…βρήκε, όμως τον τρόπο! Να ξεφύγει από τη δυσκολία! Να, λοιπόν, εμπρός μας μία παρομοίωση, με την αλληγορική μορφή της. ΤΟ ΑΝΗΦΟΡΙ της ζωής…της ζωής, του καθενός ανθρώπου. Όλα δεν είναι πάντα εύκολα στη ζήση. Χαρές, αγωνίες, όλα μαζί συμβαδίζουν. Υπάρχουν εύκολοι καιροί κι ο δρόμος είναι εύκολος, φθάνει όμως κάποτε εποχή που ο άνθρωπος ξαφνικά, βρίσκεται εμπρός στο…ανηφόρι σε κάθε ανηφόρι, όποιο κι αν είναι αυτό. Τότε επιστρατεύει κάθε του προσπάθεια, αγωνιά, όμως κρατιέται, δεν λυγίζει, δεν γίνεται λιποτάκτης. Οπλίζεται με θάρρος, με ελπίδα και πάντα βγαίνει νικητής. Θα βρει τη λύση για κάθε δυσκολία, όπως ακριβώς και ο άγνωστος συνάνθρωπος μας, αφού είδε ότι ήταν αδύνατο να κατορθώσει την πρόσβαση στον πάνω όροφο από την σκάλα, δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια, βρήκε την κατάλληλη οδό, βρήκε τη λύση.

Σε κάθε πρόβλημα, υπάρχει η λύση, αρκεί να το θελήσουμε. Το βασικότερο από όλα, είναι να υπάρχει η κατανόηση και η ψυχικά προσέγγιση. Ας θυμόμαστε όλοι, ότι όπου υπάρχει η αλληλοκατανόηση και σεβασμός ανάμεσα  στις οικογένειες, ανάμεσα στην κοινωνία, τότε υπάρχει και η λύση. Πολύ σωστό το γνωμικό: «Ο τόπος ανηφορικός και δύσκολος ο τόπος, μα σαν μονιάζουν οι καρδιές κι αντάμα περπατάνε, εύκολος δρόμος γίνεται κι ανάλαφρος ο κόπος».

             ΤΟ ΝΥΣΤΕΡΙ

 Όταν ήμουν παιδί , στα χρόνια εκείνα, της παιδικής μου ηλικίας, είχα πάντα έτοιμη την απάντηση…στην ερώτηση που μου γινόταν το « Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;», είχα πάντα την απάντηση έτοιμη και σαν τον παπαγάλο, απαντούσα με σιγουριά!… -Εγώ θα γίνω δασκάλα! Αυτά για την προσχολική μου ηλικία και τις τάξεις του Δημοτικού.

Στερεότυπη αυτή η σκέψη, είχε θρονιαστεί σαν βασίλισσα στο παιδικό μυαλό, των δεκαετιών 1950 – 1960.  Στη δεύτερη φάση των μεγάλων μου αποφάσεων…των τολμηρών μου ανακαλύψεων…του μεγάλου μου θάρρους…σιγά, σιγά, στη σκέψη μου ο ρόλος της δασκάλας, άλλαξε…κι έδωσε τη θέση της στην Ιατρική!!! Μάλιστα στην Ιατρική – ίσως επηρεασμένη από την οικογενειακή μου παράδοση, που είχε στους κόλπους της, αρκετούς λειτουργούς της υψίστης αυτής επιστήμης – και όλο καμάρωνα και όλο φανταζόμουν τον εαυτό μου…μεγάλο επιστήμονα και μεγάλο ευεργέτη της ανθρωπότητας…με τα σπάνια επιτεύγματά μου στον κλάδο της Ιατρικής!!! Η φαντασία μου – εξ ου και το επίθετο Ιατρού- κάλπαζε ακόμη περισσότερο, καθώς φανταζόμουν τον κύριο εαυτούλη μου μέσα στο χειρουργείο, με την κατάλευκη ρόμπα, μάσκα, γάντια, να κρατά το χειρουργικό νυστέρι. Να αφαιρεί…να γιατρεύει… Κάπου εκεί, για αρκετά χρόνια έμενα προσκολλημένη, προσδοκώντας την δικαίωση των ελπίδων μου …

Στην τρίτη φάση…επιστροφή στο παρελθόν, μάλιστα, από την αρχή! Τώρα πλέον, με ώριμη σκέψη, όχι απλώς δασκάλα, αλλά σκαπανέας στον αγρό του  «ερασμίου λόγου». Τρία σύμβολα, δεμένα αρμονικά, συνυφασμένα στις τρεις φάσεις του ψυχικού μου κόσμου: «Έδρα! Νυστέρι! Πένα!».

Σε αυτό το σημείο, έκανα μία παρένθεση, για να ανακαλύψω, να ερευνήσω τα άδυτα του τολμηρού εαυτού μου! Ίσως όμως και για να τον συνετίσω… Μέσα στην παράδοξη αυτή…πανδαισία των απίθανων απαιτήσεων και προσδοκιών, αφού έσκαψα… έφερα…όλα πάνω κάτω…ξάφνου ανακάλυψα τρία…σύνεργα. Τρία σύμβολα, συνυφασμένα με τις τρεις διαφορετικές, περιοδικές εποχές. Συνέλλεξα λοιπόν τα σύμβολα, καθώς έθεσα φιλοσοφικά τα ερωτήματα…στον ίδιο μου τον εαυτό. Μάλιστα απαίτησα πάραυτα, δίχως κομπασμούς, δίχως μπερδέματα, να μου δώσει σαφέστατες απαντήσεις!   Έμεινα…άναυδη, όταν τα τρία αυτά σύμβολα με μεγαλοπρέπεια…πήραν όλα μία άριστη συλλογική, συμβολική, μορφή. Εμπρός στα μάτια της ψυχής και της διανοίας μου, «Ολόχρυσο νυστέρι» είχε ξεπροβάλει. Τρεις εποχές, τρεις φάσεις, τρία σύμβολα ενωμένα με αρμονία! Έμεινα κοιτάζοντας φιλοσοφώντας « Το νυστέρι» μάλιστα το νυστέρι. Έχει τόσες διδαχές, πολύτιμα μηνύματα να μου προσφέρει. Τα τρία σύμβολα μου έστειλαν το μεγάλο τους μήνυμα. Αυτά τα άψυχα αντικείμενα, ξάφνου πήραν μορφή, στέλνουν σινιάλο αγάπης και ενότητας. «Η Έδρα! Το νυστέρι! Η Πένα!»Στην αλληγορική τους μορφή, εκπροσωπούν και αντανακλούν τα θεμέλια της ψυχικής μας εστίας. Η έδρα, η ψυχική εστία όπου έχει θεμελιωθεί ο αλαβάστρινος αμφορέας που κρατά τον άγιο οίνο των σεπτών ιδανικών μας.  Το νυστέρι, σαν  τον καλό χειρουργό κόβει και αφαιρεί κάθε σαπρία, που μαυρώνει την λευκότητα της ψυχής. Η πένα, δένει με αρμονία τις αγνές σκέψεις.  Εξαγνίζει την ψυχή, την καρδιά, την διάνοια, πλέρια, σταθερά.TEACHER'S DESK by JEFF CONWAY       [Το γραφείο του δασκάλου του Τζεφ Κονγουέι – Teacher’s desk by Jeff Conway ]

                                                          Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

Ο  χειμώνας – όπως κάθε χειμώνας – έφθασε  βαρύς τη χρονιά ετούτη. Το χιόνι έπεφτε συχνά, πηχτό και έκανε μέρες να λιώσει. Και όταν έλιωνε, τότε Θεέ μου, τι μιζέρια!  Λάσπη  παντού  και ακαταστασία. Και άλλοτε πάλι όταν δεν χιόνιζε, έβρεχε συνεχώς, φύσαγε ο βοριάς δαιμονισμένα… Οι πλούσιοι δεν νοιάζονταν και τόσο για τις αντίξοες καιρικές συνθήκες. Είχαν το χρήμα, είχαν τις δυνατότητες και ξεπερνούσαν τις δύσκολες καταστάσεις. Το πρόβλημα όμως ήταν αβάσταχτο για τους φτωχούς… Έφθασε λοιπόν η βαρυχειμωνιά, με όλα της τα επακόλουθα, γρίππες, κρυολογήματα και το χειρότερο από όλα…η φτώχεια, αυτή η μάστιγα που λιάνιζε τους φτωχούς. Φτωχικό…κι απ’ τα φτωχικά, ακόμη φτωχικότερο, το μικροσκοπικό σπιτάκι που στέγαζε κάτω από μία σκεπή δύο καμαρούλες, μία μικροσκοπική κουζινούλα και μια οικογένεια! Φτώχεια, δυστυχία, ανέχεια…Και όμως κάποτε γαλήνη, ευτυχία, χαρά και θαλπωρή, βασίλευαν μέσα στο μικρό σπιτάκι. Η σύνεση της  στοργικής μητέρας κρατούσε την τάξη και την ησυχία στο μικρό της βασίλειο. Ο γυρισμός του πατέρα, ύστερα από τον τίμιο κόπο της ημέρας γέμιζε χαρά την οικογένεια. Μα…κάποτε, δυστυχώς, φθάνει κάποιος καιρός που η ευτυχία τελειώνει… Αυτό συνέβη και στο ευτυχισμένο σπιτάκι… Μαύρα σύννεφα στον ορίζοντα.  Ήρθε ο εχθρός και  σάρωσε με την βαριά του μπότα, την πάτρια γη. Ήδη είχε προηγηθεί το φασιστικό ζητούμενο από την μπαμπέσικη γείτονα χώρα στις 28 Οκτωβρίου του 1940. Στο ηρωικό { ΟΧΙ } του Ελληνικού λαού, στο κάλεσμα της πατρίδας για την υπεράσπιση των συνόρων, από τους πρώτους στρατιώτες που έφθασαν στα Αλβανικά βουνά ήταν και ο Αργύρης.

– Φεύγω! Είχε πει στην γυναίκα του, η πατρίδα με καλεί, πάω να πολεμήσω, για την πατρίδα, για την θρησκεία, για την οικογένεια, αγαπημένη μου. Μα, να είσαι σίγουρη, ότι με τη βοήθεια της Παναγιάς θα νικήσουμε, εσύ να φροντίζεις τον εαυτό σου και τα παιδάκια μας, γρήγορα θα γυρίσω νικητής! Αγκάλιασε στοργικά την γυναίκα του, φίλησε τα δύο παιδάκια του και με καμάρι ντυμένος στο χακί, χάθηκε στη στροφή του δρόμου, εκεί που ήταν σταματημένο το Στρατιωτικό όχημα, που θα τον μετέφερε στην μονάδα του.   Εκείνη απόμεινε εκεί, με δάκρυα στα μάτια, κοιτάζοντας τον αγαπημένο της, τον πατέρα των παιδιών της, τον προστάτη τους, να τρέχει στην προσταγή της πατρίδας… Απόμεινε εκεί, όρθια, στη μέση του  δρόμου καθώς όλη η ιστορία της ζωής της, ξετυλίχτηκε εμπρός στα μάτια της…

…Πεντάχρονα παιδάκια, άμοιρα προσφυγόπουλα, τα έσωσε η πονετική γειτόνισσά τους, τα περιμάζεψε μέσα από τις φλόγες, της καταστροφής. Οι γονείς τους χάθηκαν μέσα στο μακελειό, μέσα στη φρίκη της άμοιρης Σμύρνης. Τα έφερε μαζί της στην Ελλάδα, στάθηκε πατέρας και μάνα για τα ορφανά. Χήρα γυναίκα ήταν, το κράτος της έδωσε ένα μικρό κλήρο και σαν πραγματική ηρωίδα τα μεγάλωσε, με στοργή, με αγάπη, με συμβουλές και τα έκανε σωστούς ανθρώπους. Και εκείνα, την λάτρευαν.

Όταν η αδελφική αγάπη που τα ένωνε, έγινε ένας αγνός έρωτας, ζήτησαν την ευχή της! Εκείνη άνοιξε την αγκαλιά της, τους έδωσε την ευχή της και όλα της τα φτωχικά υπάρχοντα…ήταν όμως ασθενική κράση, έφυγε από τη ζωή προτού χαρεί κανένα χελιδονάκι που θα ερχόνταν στην οικογένεια…Την έκλαψαν σαν αληθινή τους μητέρα κι όταν αργότερα έφθασαν τα χελιδονάκια ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι, τα έδωσαν το όνομα της και του ανδρός της. Έτσι είχαν τη συνείδησή τους αναπαυμένη. Γεμάτο ευτυχία το ανδρόγυνο ο Αργύρης και η Ελένη, με τα χαριτωμένα παιδάκια τους, τον Θανασάκη και τη Δημητρούλα, ζούσαν φτωχικά, αλλά γεμάτοι στοργή και αγάπη. Όταν ξάφνου ο εχθρός και η κακιά ειμαρμένη…ήρθαν να διαλύσουν τα πάντα…

…Σκούπισε τα μάτια της η Ελένη, έσφιξε τα χεράκια των παιδιών της και γύρισαν στο φτωχικό της…Άναψε το καντηλάκι που φώτιζε τα όσια πρόσωπα της Θεομήτορος και του Πανάγιου βρέφους. -Παναγία μου, γίνου προστάτης μας, φύλαξε τον Αργύρη μου, προστάτεψε την πατρίδα μας και βοήθησέ με στην βιοπάλη μου, φύλαξε τα παιδάκια μου… …Και ο καιρός περνούσε, οι ημέρες, οι μήνες. Στην αρχή έπαιρνε γράμματα του Αργύρη, από το μέτωπο. Όταν όμως κατέρρευσε το Αλβανικό μέτωπο, ο στρατός μας γύρισε πίσω με σπασμένο ηθικό. Πολλοί έφυγαν για τη μέση Ανατολή, να πολεμήσουν από κει τον εχθρό. Ο Αργύρης όμως δεν γύρισε, κανένας δεν ήξερε τίποτε να της πει. Έσφιξε την καρδιά της και εναπόθεσε την ελπίδα της στο Θεό. Έδωσε όλη τη στοργή και την αφοσίωση στα παιδάκια της και εκείνα ήταν τόσο καλόβουλα, τόσο υπάκουα, σωστά αγγελούδια.

Οι μήνες περνούσαν κάτω από την βαριά κατοχή, δύσκολα, πολύ δύσκολα, τα έφερνε βόλτα η φτωχή γυναίκα. Άξια όμως καθώς ήταν φρόντιζε να υπάρχουν τα απαραίτητα μέσα στο φτωχικό της. Φύτευε λίγες πατατούλες, λίγο σπανάκι, τα κατάφερνε όσο μπορούσε, έκοβε ξύλα και τα πουλούσε στην κοντινή πόλη και με τα χρήματα αγόραζε λίγο ρυζάκι, λίγο αλεύρι.

Και τα χρόνια περνούσαν…έρχονταν καλοκαίρια, έφθαναν Χριστούγεννα, μα ο Αργύρης ακόμη να φανεί…Τι έγινε Θεέ μου; ρωτούσε στην προσευχή της και όλο προσπαθούσε να βρει κάποια δικαιολογία να πει στα παιδάκια της, όταν την ρωτούσαν, που είναι ο πατερούλης τους; -Θεέ μου, Θεέ μου, φέρε πίσω τον Αργύρη μου. Είχαν περάσει τέσσερα χρόνια, αφότου έφυγε για το μέτωπο…

«1944, 12 Οκτωβρίου», η πατρίδα ένιωσε το μπάτη της λευτεριάς. Το μυρωμένο αγέρι σκόρπισε την ελπίδα…απ’ άκρη σ’ άκρη, σε κάμπους και βουνά, σε πόλεις και χωριά. Πάνω στον ιερό βράχο της Ακρόπολης κυμάτισε {περήφανο,αδούλωτο} το σύμβολο του γένους, η { ΓΑΛΑΝΟΛΕΥΚΗ }. …Ο χειμώνας όμως ήρθε πολύ βαρύς τη χρονιά ετούτη. Τα παιδιά επίμονα, ρωτούσαν, γιατί δεν γυρνάει ο πατέρας τους; Και η δύστυχη Ελένη, άρχισε…να πλάθει το γλυκό παραμύθι, το γεμάτο υποσχέσεις, ότι τα Χριστούγεννα…θα έρθει ο πατέρας τους! Τα αθώα αγγελούδια αγαλλίασαν από χαρά! Μα, η φτωχή μητέρα σπάραζε από αγωνία…οι ημέρες κυλούσαν… έφθασε παραμονή Χριστούγεννα! Το χιόνι έπεφτε από το πρωί, μπόλικο, πυκνό. Στο τζάκι η φωτιά σκόρπιζε γλυκά τη θαλπωρή της και ζέσταινε τις καρδιές…με προσδοκία! Από μέρες πριν, η Ελένη είχε φροντίσει να φέρει από το βουνό, ένα κλωνάρι κέδρου, για να στολίσει το Χριστουγιεννιάτικο δένδρο. Το είχε άλλωστε υποσχεθεί στα παιδιά, θα στόλιζαν το δένδρο γιατί περίμεναν αύριο τον πατέρα τους…να το βρει όταν έρθει! Είχε αρχίσει κι εκείνη…να το πιστεύει!…μέσα στις προσευχές της, μέσα από τις ικεσίες της, είχε αντλήσει δύναμη, κουράγιο, πίστη και ελπίδα! Στόλισαν το κλωνάρι, με ότι χρωματιστό χαρτάκι βρέθηκε στο σπίτι και με κουκουνάρια από πεύκα. Είχε επίσης καταφέρει  παρ’ όλη τη φτώχεια της, να αγοράσει ένα μικρό κοτοπουλάκι. Έβραζε τώρα στη χύτρα και μοσχοβόλαγε η κουζινούλα με το άρωμά του!

Είναι για αύριο, που θα γεννηθεί ο Χριστούλης, είπε στα παιδιά.

Και που θα έρθει…ο πατερούλης, έτσι δεν μας είπες μητέρα; Μήπως το ξέχασες; Είπαν και τα δύο με ένα στόμα.

– Ναι! ναι, παιδιά μου, δεν το ξέχασα… αύριο το πρωί, όταν ξυπνήσετε θα δείτε τον πατερούλη κοντά σας! Να παρακαλέσετε στην προσευχούλα σας, τον καλό μας Χριστούλη.

Τα είπε αυτά τα λόγια, ενώ μέσα της την έπνιγαν λυγμοί. Αχ, Θεέ μου, γιατί έχω πει αυτό το ψέμα; Αύριο θα ξημερώσουν Χριστούγεννα, τι θα πω στα παιδιά μου; σε παρακαλώ, βοήθησε μας, βοήθησε μας Παρθένα μου, είσαι μητέρα καταλαβαίνεις τον πόνο μου…βοήθησε μας. Οι παιδικές αναπνοούλες ακούγονταν ήσυχες,  γαλήνη απλωμένη στα άδολα  προσωπάκια τους. Άραγε, τι ονειρεύοντανε τα αγνά  πλασματάκια; Την γέννηση του Χριστούλη; Ή μήπως τον γυρισμό του πατέρα;…

Η Ελένη, εξουθενωμένη από τον πόνο και την απόγνωση, την αγωνία συνάμα, έκλεισε τα μάτια της, προσηλωμένη στην προσευχή της. Κουρασμένα τα βλέφαρα, δεν άργησαν να παραδοθούν, στην αγκαλιά του Μορφέα… Ξάφνου, σιγανός χτύπος…στην πόρτα, εκείνη πετάχτηκε τρομαγμένη. Όχι, σκέφθηκε, δεν είναι χτύπος, θα είναι ο αγέρας που έχει δυναμώσει. Άλλωστε, ποιος μπορεί; Και τί να θέλει μέσα στην παγωμένη νύχτα; εμπρός στο ταπεινό σπιτάκι; Δεύτερος  χτύπος, αυτή τη φορά σημαδιακός…κάπως έτσι χτυπούσε…ο Αργύρης όταν επέστρεφε από τη δουλειά του. Η Ελένη αναταράχθηκε. Θεέ μου, ψέλλισε, είναι όνειρο; ή μήπως…πάλι;…Σηκώθηκε νυχοπατώντας για να μη ξυπνήσουν τα παιδιά, παραμέρισε λίγο το κουρτινάκι του παράθυρου, μέσα στο μισοσκόταδο διέκρινε μία ανδρική σιλουέττα…η καρδιά της χτύπησε τρελά… -Ποιος είναι; ρώτησε, ενώ οι χτύποι της καρδιάς της, γίνονταν όλο  και πιο άτακτοι. Τότε ακούστηκε…μία γνώριμη αγαπημένη, λατρευτή, φωνή: – Ελένη, άνοιξε, είμαι εγώ, ο Αργύρης! Στο άνοιγμα της πόρτας, φάνηκε ένας Αργύρης καλοντυμένος, τυλιγμένος μέσα στο ολόμαλλο επανωφόρι του. Άνοιξε την αγκαλιά του και έκλεισε μέσα το ταίρι της ζωής του, τη λατρευτή του γυναίκα, δάκρυα χαράς, συγκίνησης, ανύπωτης ευτυχίας.

Ο Αργύρης κοίταξε στο δρόμο που ήταν σταματημένο ένα ταξί, έκανε νόημα στον οδηγό και εκείνος έφερε μπρος στα σκαλοπάτια, αμέτρητα κιβώτια. Ο Αργύρης πλήρωσε τον καλόβουλο ταξιτζή με ένα γερό φιλοδώρημα και αφού του ευχήθηκε « Καλά Χριστούγεννα» μπήκε στο φτωχικό του…αγκαλιά με την Ελένη, που τα είχε χαμένα.

-Μα Αργύρη μου, δεν μπορώ να καταλάβω, πως σώθηκες; Πως ήρθες έτσι; Γιατί δεν μας ειδοποίησες; Που ήσουν όλα αυτά τα χρόνια;.

– Ήταν θέλημα Θεού και η ευλογία της Παναγίας μας, να σωθώ. Έπεσα βαριά τραυματισμένος σε μία μάχη, ψηλά στην Αλβανία, δίπλα μου ένα παλικάρι βογκούσε, η πληγή του αιμορραγούσε, εγώ πριν ακόμη χάσω τις αισθήσεις μου, πρόλαβα και τύλιξα το χιτώνιο μου, γύρω από το τραύμα του, έβρεξα τα ξερά του χείλη με το νερό από το παγούρι μου, άκουσα τον αναστεναγμό του…και τίποτε άλλο…έχασα και εγώ τις αισθήσεις μου… Όταν συνήλθα, βρέθηκα σε κάποιο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού, στην Αμερική, εκεί μας είχαν μεταφέρει, το παλικάρι ήταν Ελληνο-Αμερικανός βρήκαν τα στοιχεία του στην τσέπη του, δικά μου δεν βρήκαν, έτσι μαζί του με μετέφεραν στην Αμερική. Όπως είπαν οι γιατροί, το παλικάρι σώθηκε χάρις στην βοήθεια που του είχα προσφέρει. Έκανα μήνες να συνέλθω, να θυμηθώ, ποιος ήμουν… Στο πλευρό μου πάντα βρισκόταν το παλικάρι, που έρχονταν να με επισκεφθεί και όχι μόνο εκείνος…αλλά και η οικογένειά του… Ελένη μου, είμαστε  πλούσιοι…ο πατέρας του Δημήτρη, έτσι λένε το παλικάρι, είναι πρώτος ξάδερφος του πατέρα μου. Σώθηκε από την καταστροφή, πήγε στην Αμερική και με τον τίμιο ιδρώτα του δημιούργησε μεγάλη περιουσία, έχουν βιομηχανίες. Θα μας βοηθήσουν να ορθοποδήσουμε κι εμείς, μου το υποσχέθηκαν, άλλωστε ήμουν ο σωτήρας του μονάκριβου παιδιού τους. Κοίταξε τα κιβώτια, είναι γεμάτα δώρα για εσένα και τα αγγελούδια μας, που αύριο θα βρούνε τον πατερούλη τους στο σπίτι! Είπε ο Αργύρης πνιγμένος από  συγκίνηση και  ευτυχία.

– Αργύρη μου, το Θείο βρέφος της Βηθλεέμ, και η Πανάμωμη Μητέρα του, άκουσαν τις προσευχές μου και έκαναν το θαύμα τους, είπε η Ελένη, αγκαλιάζοντας με στοργή τον άνδρα της.

…Ξημέρωσαν Χριστούγεννα! Τι ευτυχία Θεέ μου, γύρω από το φτωχικό δένδρο απλωμένα τα πλούσια δώρα!  Οι γονείς ευτυχισμένοι αγκαλιάζουν τα αγγελούδια τους, εκείνα δεν φεύγουν από τη θερμή αγκαλιά του πατερούλη και δεν χορταίνουν να ανοίγουν τα τόσα δώρα και παιχνίδια που τους έφερε. …Σε λίγο όλοι μαζί, γονατίζουν μπροστά στο εικονοστάσι, κλίνουν το κεφάλι και στέλνουν το ταπεινό ευχαριστώ με πίστη και ευλάβεια, στο Θείο βρέφος που σκόρπισε τη θαλπωρή,  μέσα στη φάτνη της ταπεινής τους ψυχής. …«Χριστός γεννάται δοξάσατε»…ψάλλουν τα χείλη!

                            ΣΤΗΝ ΦΑΤΝΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΑΣ

 «…Επί γης ειρήνη και εν ανθρώποις ευδοκία». Γεμάτες ελπίδα, γαλήνη, θαλπωρή, ζεσταίνουν την ψυχή, την καρδιά, τον νου, οι όσιες αυτές λέξεις, που στέλνουν το ουράνιο μήνυμα της αγάπης. Με πίστη, ευλάβεια, κάθε άνθρωπος ελπίζει και προσδοκά στο χαρούμενο αυτό άγγελμα, στο θείο μήνυμα, μέσα στον στρόβιλο που ζει σήμερα η ανθρωπότητα, στον φόβο, στην ασάφεια στον τρόμο.

Ο λογισμός γιγαντώνει, παλεύει να ξεπεράσει από τους σκοπέλους, τους υφάλους και τις ξέρες. Πολεμά να αποφύγει τη δίνη που είναι έτοιμη να τον καταποντίσει, να τον εξαφανίσει, όπως τα μυθικά τέρατα που κατοικούσαν στον πορθμό της Μεσσήνης, στη Σικελία, την Σκύλλα και την Χάρυβδη. Πύρινα τείχη  ορθώνονται εμπρός του, φλεγόμενη…έρημος…τα χαμένα του όνειρα κι αν στραφεί προς την θάλασσα, θα καταποντιστεί μέσα στα μαυροσκότεινα βάθη του ωκεανού…της ζωής. Αλίμονο αν χάσει την πυξίδα, τα αγριεμένα κύματα θα τσακίσουν το αδύναμο σκαρί… Αλήθεια, θα τα καταφέρει; Αν μείνει μόνη η ψυχή, χωρίς στήριγμα, χωρίς ελπίδα;  έ! τότε σίγουρα θα πελαγώσει…θα αφανιστεί, θα συντριβεί μέσα στις συμπληγάδες, που καραδοκούν να κλείσουν το πέρασμά της. Πλην όμως, αν στρέψει το βλέμμα στον θόλο του ουρανού, στο απέραντο στερέωμα, τότε νιώθει την προστασία, την γαλήνη, την σιγουριά. Ακριβώς όπως νιώθουμε ασφαλείς κάτω από μία στέγη, έπειτα από ένα απρόσμενο δρολάπι, μιας απότομης καταιγίδας.

«Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού » και  εμείς, οι ένοικοι αυτής της γης, μένουμε άλαλοι, βουβοί, εμπρός στη θεία ευσπλαχνία. Στρέφουμε το βλέμμα μέσα στην απέριττη θεία φάτνη, της Βηθλεέμ. Προσπίπτουμε μαζί με τους ταπεινούς ποιμένες, μαζί με τους σοφούς μάγους της Περσίας.

Μέσα στην ψυχή μας έχουμε έτοιμη τη φάτνη. Εκεί μέσα σπαργανωμένος ο Θεός, περιμένει τα δώρα μας, τα δώρα της μετάνοιας και της συγχώρεσης. Σπάργανα από ψήγματα αγνής πίστης, σεμνότητας, ταπεινοσύνης, συγχώρεσης και ευγνωμοσύνης! Αυτά τα ταπεινά μας δώρα, αυτά μόνο θέλει ο Δημιουργός μας, μόνο αυτά! Του αρκούν τα ταπεινά  δώρα από αγνή ψυχή. Τότε η Βηθλεέμ της ψυχής μας θα είναι ολόλαμπρη, όταν θα λάμπει από καθάρια διάνοια, από αγάπη και πίστη. Ολόλαμπρη, σεμνή, η θεία φάτνη της ψυχής μας, φιλοξενεί το Πάναγνο θείο Βρέφος.

Έφθασαν και εφέτος οι άγιες μέρες των εορτών. Ο νόστος ανοίγει τα φτερά του και μας ταξιδεύει σε άλλους καιρούς, σε μακρινές εποχές, στα παιδικά μας χρόνια. Δεν έχει σημασία πότε και που, έζησε ο καθένας μας τα πρώτα αγνά χρόνια της παιδικής του ζωής. Αυτά τα ανεπανάληπτα πρώτα βήματα, ακόμη κρατάνε τα μυροβόλα άνθη, που μας συνοδεύουν καρτερικά σε κάθε μονοπάτι του βίου μας. Ο καθένας μυστικά, ταπεινά, γονυπετεί και προσφέρει τα σεμνά του δώρα. φτωχικά τα δώρα μας, μα είναι πολυτιμότερα από τους ακριβότερους λίθους και γλυκύτερα από το μέλι. Ναι,  αυτά μόνο θέλει το νεογέννητο θείο βρέφος. Μήπως είναι δύσκολο;  Απολύτως καθόλου, μα καθόλου. Η φάτνη  είναι έτοιμη, απλώς περιμένει να συλλέξουμε τα δώρα και να τα προσφέρουμε με αγνή ψυχή, να γονυπετήσουμε στην ΒΗΘΛΕΕΜ της ψυχής μας! «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης Ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία.»

 Εύχομαι Ευλογημένα Χριστούγεννα, σε όλη την παροικία μας, σε όλη την ανθρωπότητα γενικά. Την αγάπη, την ομόνοια και την ευλογία του θείου βρέφους.  Ευλογημένα, Ειρηνικά, Ευτυχισμένα Χριστούγεννα.    καρτουλα χριστουγεννων

                                                                    ΜΕ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΣΤΡΑΜΜΕΝΟ…               

Αν μπορούσε να γίνει αυτό το θαύμα… Αν μπορούσαν οι λαοί, να στρέψουν το βλέμμα τους όλοι μαζί, με σύνεση, με ανθρωπιά, με τον ίδιο παλμό. Όχι στα πολεμικά κατασκευάσματα, όχι στα πυρηνικά  όπλα.  Να κλείσουν τα αυτιά τους στις σειρήνες των πολεμικών ιαχών. Και να ακούνε μόνο στις πανανθρώπινες ιαχές της «ΕΙΡΗΝΗΣ». Και όμως, δυστυχώς τα συμφέροντα, τρέχουν αμέσως ενεργοποιούνται, στέλνουν τις στρατιές, του ολέθρου και υψώνουν ολάκερο τείχος, σιδηρούν, παραπέτασμα, απροσπέλαστη διάβαση, στους καλούς μαχητές της ΕΙΡΗΝΗΣ και της δικαιοσύνης.

Είναι γεγονός, ότι πάντοτε υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν όσο υπάρχει πνοή, πάνω σε αυτό τον πλανήτη, μαχητές για κάθε καλό, αγνό και δίκαιο ιδανικό. Είναι αυτοί, που έχουν σύμβολό τους, λάβαρό τους το Θείο ρητό, την μεγάλη Θεϊκή προσταγή «Δικαιοσύνη, μάθεται οι ενοικούντες επί την γη.» Είναι οι στρατιώτες της ΕΙΡΗΝΗΣ, δεν κρατούν όπλα, δεν σπέρνουν τον θάνατο και τον πανικό. Δεν εξουδετερώνουν ήθη χρηστά, δεν κατεδαφίζουν, ούτε καν προσπερνούν την ελπίδα και την αγάπη. Ίσως ασήμαντη και απέριττη όλη τους η ζήση. Μα αυτοί σαν καλοί αμπελουργοί, μέσα στον αμπελώνα, κοπιάζουν, φυτεύουν σκαλίζουν, ποτίζουν τα νεοκλήματα. Και όταν είναι πλέον έτοιμα για εμβολιασμό…τα εμβολιάζουν με το μπόλι το γερό, το καλό, να φέρει μπόλικους καρπούς και να αποδώσει.

Εμβολιάζουν το δένδρο της ΕΙΡΗΝΗΣ, το φροντίζουν το προστατεύουν, πάντα με «το βλέμμα στραμμένο» στην κορυφή κάθε καλού και σωστού. Ζούμε καθημερινά με την αγωνία, ακούμε όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο. Έχει πλέον λείψει η σιγουριά και η ελπίδα. Αμέτρητα κύματα προσφύγων περιπλανιούνται  σε όλες τις ηπείρους. Η οικουμένη ολόκληρη ζει μέσα σε ένα υφαίστειο, έτοιμο να εκραγεί ανά πάσα στιγμή.

Αλήθεια, προς τα που είναι στραμμένο το βλέμμα της σημερινής μας κοινωνίας; Άραγε σε κάποιο καλό; που αποσκοπεί το βλέμμα της; Μήπως σε κάτι ελπιδοφόρο;  Ή μήπως και μάλλον, σε όλα όσα συμβαίνουν στον πλανήτη μας;  Στον πόλεμο,  στην καταστροφή. Αισθήματα ανάμεικτα με φόβο, αβεβαιότητα και ασάφεια.

Αν πάλι, ορισμένος αριθμός συνανθρὠπων μας, κάπως περισσότερο αισιόδοξοι, στρέφουν το βλέμμα τους σε άσχετα πράγματα, μακριά από τα προβλήματα που συνεχώς αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα. Μήπως με αυτή την ενέργειά τους, θέλουν να ξεκόψουν από την δίνη και την κατήφεια; Μα, λανθασμένη η επιλογή τους αυτή, λανθασμένη και άσκοπη, γιατί όταν δεν έχουν κάποιο σκοπό, αν πλέουν σε άβαθα νερά, αν ζητούν να βρούνε το τίποτε…ε! τότε, αλήθεια ποιο νόημα μπορεί να έχει  η ενέργειά τους αυτή; Πόσο μοιάζει ο άνθρωπος αυτός, με την βαρκούλα που βγαίνει στα ρηχά της θάλασσας, στα ήσυχα νερά, μα δεν θα βρει εκεί καλή ψαριά…δεν θα βρει απολύτως τίποτε. Άσκοπος ο χρόνος, χαμένη η ώρα του…Αχ! γιατί να μη στρέψει το βλέμμα του εκεί που κάτι θα αποκομίσει!  Δεν θα πάνε χαμένες οι ώρες και η προσπάθειά του. Και υπάρχουν τόσα σημεία, τόσα μέρη που η ψυχή, ο λογισμός, όχι μόνο μπορούν να αποδώσουν, που θα ωφεληθούν, οι ίδιοι, αλλά θα προσκομίσουν την ελπίδα επίσης, στον συνάνθρωπό τους.

«Με το βλέμμα στραμμένο» ποιος αλήθεια δεν θυμάται; ποιος δεν νοσταλγεί την αθώα εκείνη παιδική του ζωή…όταν τραγουδούσε στο κατηχητικό σχολείο αυτό το τραγούδι!. Όσο κι αν μεγαλώσει ο άνθρωπος, στην καρδιά του, στον λογισμό του, μένει παιδί, ένα άκακο τρυφερό πλασματάκι… Θα είναι μεγάλο λάθος και ψέμα, όποιος πει το αντίθετο. Αγνά παιδιά, μείναμε όλοι μας, μέσα στην αγνή πνευματική μας ύπαρξη. Κι όποτε νοσταλγικά, κάνουμε το ταξίδι αυτό, την επιστροφή μας, στην πνευματική μας Ιθάκη…έ! τότε ανοίγουν τα παραθύρια της ψυχής, δέχονται το άπλετο φως, τις ηλιαχτίδες της απαλότητας και της γαλήνης, της σιγουριάς και της θαλπωρής!

Μια θεία ευδαιμονία πληρεί τον κήπο της καρδιάς. Τον πλουτίζει με μύριες ευλογίες. Τον ραίνει με ροδόσταμο και πευκανθούς. Εξαφανίζονται όλα τα βλαβερά ζιζάνια, που σκοπό τους έχουν να μας καθηλώνουν ανίσχυρους, κατηφείς. Ολόκληρος ο παιδικός μας κόσμος αναθαρρεύει, ζωντανεύει, γιγαντώνεται. Και τότε…με το βλέμμα στραμμένο κάνουμε όνειρα προσδοκίας. Μα, αλήθεια, σε πού έχουμε στραμμένο το βλέμμα; Σε τι προσδοκούμε;  Όχι στις πολεμικές ιαχές. Αρκεί, στρέψουμε το βλέμμα μόνο στις Πανανθρώπινες ικεσίες, που πεινούν και διψούν για δικαιοσύνη και ΕΙΡΗΝΗ!  «Με το βλέμμα στραμμένο, πλέρια, για κάθε καλό, δίκαιο και σωστό.»

                                                                 Ο ΧΑΛΑΣΜΟΣ

Πόσο γρήγορα  και  χωρίς καμία χρονοτριβή, το έργο που επιτελεί ο χαλασμός. Κάθε χαλασμός. Η δημιουργία παίρνει καιρό, αποφάσεις μεγάλες, σκέψεις και συλλογισμούς, για να γίνει πραγμάτωση. Και να όμως, που ο χαλασμός σε ταχύτητα αστραπής, καταστρέφει και ισοπεδώνει αναρίθμητους κόπους, υλικούς και ηθικούς.

Αυτές οι ταπεινές σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου, όταν κάποιο πρωινό πηγαίνοντας στην εργασία μου, πρόσεξα κάποιο σπίτι – καθόλου ευκαταφρόνητο – τούβλινο, σε άριστη κατάσταση, το είχαν ετοιμάσει για κατεδάφιση. Ήδη τα μηχανήματα είχαν αρχίσει το έργο του χαλασμού…Τι κρίμα, σκέφθηκα, αυτό το σπίτι είχε πολλών χρόνων ακόμη, ζωή…

Η έκπληξή μου ήταν ακόμη μεγαλύτερη, όταν το ίδιο βράδυ γυρνώντας από την εργασία μου, διαπίστωσα ότι το σπίτι ήταν σχεδόν γκρεμισμένο. Και το βράδυ, της άλλης ημέρας δεν υπήρχε απολύτως τίποτε. Είχαν ήδη καθαρίσει το οικόπεδο. Ίχνος δεν υπήρχε που να δηλώνει ότι εκεί υπήρχε για χρόνια ένα καλοδιατηρημένο σπίτι…

Κοίταξε, να δεις, σκέφθηκα. Αλήθεια κόπους θυσίες, αναμνήσεις, όλα εν ριπή οφθαλμού τα εξουδετέρωσε…ο χαλασμός. Να λοιπόν, που το ζοφερό έργο του χαλασμού, που το συναντούμε στην καθημερινή βιοπάλη, ανοίγει το δρόμο για κάποιες σκέψεις μας! Κάνουμε κάποια αλληγορική σύγκριση και μπορούμε να κατανοήσουμε ότι η ζοφερή λέξη «χαλασμός» πόσο καταστροφικά, έχει εισχωρήσει μέσα στη ζωή μας, σε όλες τις κοινωνίες, σε όλα τα έθνη. Κατεδαφίζει, ισοπεδώνει, θεσμούς, και κεκτημένα. Ιδανικά και οράματα. Θυσίες και προσδοκίες. Στεκόμαστε εκστατικοί με άρρητο δέος, στη σκέψη και μόνο, το πόσο δύσκολα χτίζεται το κάθε τι, όχι μόνο υλικής κατασκευής, αλλά πολύ περισσότερο ακόμη, ηθικής.

Αγωνιά ο άνθρωπος να δημιουργήσει, να φτιάξει την κοινωνική του υπόσταση. Δυστυχώς όμως, μία μόνο απερισκεψία, κάποια αφροσύνη, κάποια αμέλεια είναι αρκετή για την κατεδάφιση της ατομικής και της οικογενειακής γαλήνης. Και ενώ απαιτούνται πάμπολλες καλές πράξεις για να θεμελιώσουμε μία σοβαρή, σταθερή προσωπικότητα, μία καλή οικογένεια, δυστυχώς αρκεί μόνο μία βλαβερή, ιερόσυλη, για να καταστρέψει αυτό το ηθικό οικοδόμημα. Όπως ακριβώς, μία σταγόνα μαύρο μελάνι, σπηλώνει το καθάριο νερό…

Κακός και ανελέητος, αυτός ο ηθικός χαλασμός, ολέθριος εχθρός της ειρήνης, της αγάπης, της ομόνοιας. Σκοπός του και κύριο μέλημά του, είναι η καταστροφή και ο διχασμός, που διαλύει τον θεσμό της αρμονίας και της αγάπης. Είναι βέβαια, αδύνατον να τεθεί φραγμός σε αυτόν τον στυγνό καταστροφέα. Και όμως κάτι μπορεί να αναχαιτίσει την καταστροφική του πορεία. Η καλή θέληση του καθενός μας. Όταν γνωρίζουμε τον προορισμό μας στην ζωή, τις υποχρεώσεις μας στον Δημιουργό, στον εαυτό μας, στην οικογένεια στους συνανθρώπους μας, στην κοινωνία γενικά.

Φιλοσοφούμε, συχνά όλοι μας, κάθε φορά που συναπαντούμε διάφορα συμβάντα μέσα στην πορεία της καθημερινής μας ζωής. Και είναι πραγματικά ευεργετικές, αυτές οι ανακαλύψεις και ο σκεπτικισμός. Πάντα μαθαίνουμε, συγκρίνουμε και το σπουδαιότερο καλυτερεύουμε τη ηθική μας υπόσταση. Ας κάνουμε σύμβολό μας το λάβαρο της πίστης, της ευσέβειας, της αγάπης, της ανθρωπιάς, της συνείδησης, της καλοσύνης, της ομόνοιας. Τότε θα μπορέσουμε να εκμηδενίσουμε τον ζοφερό «χαλασμό». Μόνο τότε η κοινωνία θα προκόψει. Αλλά και ο καθένας μας. Θέληση και προσπάθεια, αξίζει τον κόπο, αξίζει… (Μελβούρνη, Σεπτέμβριος  2015).

                                                             Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ

– Πω! Πω! Πόσα καρύδια έχεις!  Είπε ο μικρός, ανοίγοντας όσο μπορούσε τα γαλανά του μάτια, που έφεγγαν πάνω στο χλωμό του προσωπάκι.  Ήταν ένα αδύνατο, καχεκτικό αγοράκι, περίπου δέκα χρόνων. Περίμενε με υπομονή, κρατώντας στα χέρια του ένα καλαθάκι και ένα χαρτί με την παραγγελία, από το σπίτι που το είχαν στείλει για θέλημα.

Ο Θωμάς, ο νεαρός υπάλληλος του παντοπωλείου, σταμάτησε να βάζει ρύζι στη σακούλα, γύρισε στο μέρος του μικρού, τον κοίταξε με στοργή και είπε καλοσυνάτα: -Σου αρέσουν τα καρύδια Βαγγελάκη;

-Αμέ, μου αρέσουν, πάρα πολύ κιόλας, όμως η μαμά μου δεν έχει χρήματα να αγοράσουμε καρύδια.

-Εντάξει Βαγγελάκη, πάρε το  καλάθι με τα ψώνια, να τα πας στο σπίτι που σε έστειλαν για το θέλημα και να γυρίσεις αμέσως εδώ που σε θέλω…

Έφυγε σαν αστραπή ο μικρός, βγαίνοντας από το μπακάλικο της γειτονιάς, λες και βιαζόταν να γυρίσει, όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

Ο Θωμάς στάθηκε για ένα λεπτό διστακτικός, είχε κιόλας καταστρώσει το σχέδιό του… Άρχισε να γεμίζει μια σακούλα, τα ζύγισε, έβγαλε τα ανάλογα χρήματα – από την βδομαδιάτικη πληρωμή του, που μόλις πριν λίγο τον είχε πληρώσει το αφεντικό του – και τα έβαλε στο ταμείο! Κοντοστάθηκε, κοίταξε γύρω του, έπιασε ένα πακέτο μακαρόνια, ζύγισε λίγο ρύζι, έκοψε ένα κομμάτι καπνιστό χοιρινό, ένα κομμάτι τυρί, δυο πακέτα μπισκότα. Τα αράδιασε στον πάγκο, τα λογάριασε και έβαλε πάλι στο ταμείο, τα ανάλογα χρήματα!

Φιλότιμο παιδί ο Θωμάς, έντιμος και εργατικός. Καταπιανόταν σε όλα, πήγαινε στο νυχτερινό σχολείο και εργαζόταν στο παντοπωλείο της γειτονιάς του, στον κυρ-Γιάννη. Τσιγκούνης, σφιχτός, άπονος ο κυρ-Γιάννης, όσα χρήματα είχε, άλλα τόσα ήθελε. Ακόμη και το τελευταίο δράμι το μετρούσε…είχαν περάσει από το μαγαζί του αμέτρητοι υπάλληλοι, κανείς δεν τον άντεχε με τις παραξενιές του, κανένας δεν στέργιωνε. Ούτε μία καραμελίτσα δεν έδινε στα φτωχά παιδάκια, που έτρεχαν τα σάλια τους, όταν τις κοιτούσαν… -Ά! Όλα κιόλα, αυτός δεν ήξερε από φιλανθρωπίες και συμπόνιες. Η δική του η φιλοσοφία ήταν αυτή « κύριε μου έχεις λεφτά;  αγόρασε για να φας…όχι δανεικά και τέτοια.»

Γέρος και μαγκούφης, από την τσιγκουνιά του έμεινε εργένης. Και να πεις ότι ήταν άσχημος; Κάθε άλλο, ήταν όμορφος άνδρας, ψηλός ελκυστικός. Να, όμως, που έμεινε μόνος, δίχως στοργή, δίχως ταίρι. Μόνος κατάμονος με την τσιγκουνιά και τη μιζέρια του.

Ο Θωμάς πάλι, εργατικό παιδί, τίμιο, δούλευε και φρόντιζε την ασθενική, χήρα μητέρα του και τα τρία μικρά, ορφανά αδελφάκια του. Φτώχια μεγάλη, ανέχεια και ο χειμώνας βαρύς, γρίπες κρυολογήματα… Και, να, ήρθαν Χριστούγεννα, η φτωχολογιά δυσκολευόταν να βάλει κάτι στο γιορτινό τραπέζι! Οι φτωχοί από όπου μπορούσαν να κερδίσουν μια δεκάρα, δούλευαν σαν χαμάληδες, λούστροι, κάνοντας θελήματα σε πλούσιους, όπως ο μικρός Βαγγελάκης, που τον έστελναν από το πλουσιόσπιτο, για θελήματα. Φτωχός και ορφανός ήταν και ο μικρός Βαγγελάκης, τον πατέρα του τον σκότωσαν οι Γερμανοί σε κάποιο μπλόκο, με τη τίμια, φτωχή πλύστρα μητέρα του, ζούσαν σε μία παράγκα σε ένα συνοικισμό προσφυγικό. Ο αέρας έμπαζε όλη τη δύναμή του, στη μικρή κουζινούλα και τα παραθυρόφυλλα έτριζαν σαν σε ανεμοδαρμένα ύψη…

Και να λοιπόν, τώρα ο Θωμάς, περιμένει τον μικρό Βαγγελάκη και η καρδιά του χτυπούσε…με κρυφή συγκίνηση…είχε ήδη κάνει μια Θεάρεστη πράξη. Έκοψε από τα λίγα χρήματα του και αγόρασε λίγα τρόφιμα αλλά θα έδιναν τόση χαρά στο φτωχό παιδάκι. Λίγα, μα αρκετά, να ανθίσει το χαμόγελο στο χλωμό προσωπάκι… Ο μικρός, άνοιξε την αγκαλιά του και έσφιξε με λαχτάρα το πακέτο…ένα χαμόγελο, ευγνωμοσύνης, φώτισε το ισχνό του προσωπάκι.

-Αυτά, για εσένα Βαγγελάκη. Καλά Χριστούγεννα, σε εσένα, στη μανούλα σου και στα αδελφάκια σου.

-Ώ! ευχαριστώ πολύ. Καλά Χριστούγεννα και σε εσάς, είπε έτσι που έσφιγγε με λαχτάρα το πακέτο.

-Να προσέχεις στο δρόμο σου, είπε ο Θωμάς.

Όταν σε λίγο έφυγε και ο τελευταίος πελάτης, ο Θωμάς έκλεισε το ταμείο. Κοίταξε έξω τον γκρίζο ουρανό, είχε αρχίσει να σουρουπώνει, οι πρώτες νιφάδες του χιονιού έπεφταν απαλά, απαλά. Σίγουρα μέχρι αύριο θα το είχε στρώσει για καλά! Ο κόσμος έτρεχε βιαστικά για τα σπίτια του, να βρει ζεστασιά. Αύριο ξημέρωναν Χριστούγεννα!

-Θωμά, άκουσε σε λίγο να τον φωνάζει το αφεντικό του. Παιδί μου, εκτιμώ την τιμιότητά σου, είδα ότι έβαλες στο ταμείο τα χρήματα που αγόρασες τα τρόφιμα, για τον Βαγγελάκη…

Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του κυρ-Γιάννη του μαγκούφη. Λύγισε ο τσιγκούνης, άνοιξε το ταμείο, έβγαλε ένα μέρος με χαρτονομίσματα…και τα έβαλε στα χέρια του Θωμά.

-Παιδί μου, είσαι φτωχός, αλλά τίμιος, δώσε και εμένα την χαρά, να αισθανθώ την υπέρτατη αγαλλίαση της ελεημοσύνης. Είδα την γαλήνη και τη  χαρά στο πρόσωπο σου, όταν άνοιξε την αγκαλιά του το φτωχούλη και έσφιξε με λαχτάρα τα δώρα σου. Χρόνια και χρόνια ζω μονάχος μου, δίχως χαρά, χωρίς ζεστασιά κι αγάπη. Κάτι ξύπνησε μέσα μου…Θωμά, κάτι ξύπνησε…από το λήθαργο…

Και λέγοντας αυτά, έφερε από την αποθήκη ένα μεγάλο κιβώτιο και άρχισε να το γεμίζει με λογής, λογής τρόφιμα. Και ένα δεύτερο πάλι μεγάλο, να βάζει λιχουδιές, φρούτα, κάστανα και ζαχαρωτά!

-Βοήθησέ με τώρα Θωμά, είπε. Απόψε θα δώσουμε λίγη χαρά στον νεογέννητο Χριστούλη με κάποια καλή μας πράξη…θα πάμε το ένα κιβώτιο στο φτωχικό του Βαγγελάκη και το άλλο στο δικό σου σπίτι…

Ο Θωμάς, πνιγμένος από συγκίνηση, ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά, ενώ μέσα του άκουγε χίλιες ουράνιες μελωδίες. «Αινέσει η ψυχή μου τον Κύριο και πάντα τα εντός μου, το Όνομα το Άγιο Αυτού. Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριο και πάντα, τα εντός μου, το Όνομα Αυτού.»

Χτύπημα στην πόρτα και στο άνοιγμα πρόβαλλε ο Βαγγελάκης με φλογισμένο το πρόσωπο από ευτυχία…το κιβώτιο ήταν βαρύ και μεγάλο!

-Μερικά μικροπραγματάκια, για εσάς και τα παιδάκια σας, κυρία Μαριάνθη.

-Βαγγελάκη, να φορέσεις τα καλά σου, θα ’ρθούμε αύριο το πρωί να σε πάρουμε για την εκκλησία. Θα μας  δώσετε αυτή τη χαρά κυρία Μαριάνθη; ρώτησε ο κυρ-Γιάννης, διαφορετικός άνθρωπος…τώρα!

-Και όσα μου οφείλετε τα βερεσέ…τα έσβησα όλα, ένα μικρό δωράκι για την οικογένεια. Αύριο γεννιέται ο Κύριος…

Δεν περίμεναν να ακούσουν τις ευχαριστίες, μαζί με τα αναφιλητά, της φτωχής γυναίκας…

– Και τώρα για το σπίτι σου, καλό μου παιδί, είπε στον Θωμά. Είμαι καλεσμένος, να πιω ένα τσάι και να γιορτάσω μαζί σας, την παραμονή της Θείας γέννησης του Κυρίου.

Αχ! δεν μπορούσε να πιστέψει αυτή την αλλαγή… ο Θωμάς. -Θεέ μου! Τι  θαύμα, φανέρωσες εμπρός στα μάτια μου; έλεγε από μέσα του.

– Λοιπόν κυρία Δήμητρα, ήρθα στο αρχοντικό σας, σαν φίλος και σαν συνέταιρος…είπε ο κυρ-Γιάννης, ο μπακάλης στην μητέρα του Θωμά.  Επιτρέψτε μου πρώτα, να σας συγχαρώ, για το λαμπρό, τίμιο παιδί σας. Η τιμιότητά του, άνοιξε τα μάτια της ψυχής μου. Χρόνια τώρα ζω μόνος μου, με σύντροφο την τσιγκουνιά μου. Γέρασα, θέλω κάποιον συνέταιρο στη δουλειά μου. Ακόμη όμως να έχω ένα δικό μου άτομο, να αφήσω όλη την περιουσία μου…σε τίμια αγνά χέρια, όποτε ο Κύριος με καλέσει κοντά του!… Σήμερα, ήρθε ο Κύριος και χτύπησε την θύρα της κλειστής καρδιάς μου, τον υποδέχτηκα…με ταπείνωση.

…Ξημερώματα  Χριστούγεννα… Ο κόσμος αθόρυβα, ευλαβικά, μέσα στην εκκλησιά…Έξω  όλα χιονισμένα, παγωνιά. Μα στις ψυχές των πιστών αγαλλίαση, ζεστασιά! Ο κυρ-Γιάννης, έχοντας πλάι του τον Θωμά και τον μικρό Βαγγελάκη, σιγοψέλνουν μαζί με τους ψάλτες: «Ο αχώρητος παντί, πώς εχωρήθη εν γαστρί ; Ο εν κόλποις του Πατρός,  πώς εν αγκάλαις της μητρός;» 

 Ο μπακάλης, άλλος άνθρωπος τώρα, κάνει το σταυρό του με συντριβή και σιγοψιθυρίζει: « Η ώρα της χάριτος, σήμανε και για εμένα. «Μέγας ει Κύριε και θαυμαστά τα έργα σου.»  …Μέσα  στη Βηθλεέμ της ψυχής του ένα μαγικό, Θείο αστέρι, φώτισε το σκότος της απονιάς. Ψηλά στον θόλο της ψυχής του, άγγελοι  έστελναν το Θείο μήνυμα της ταπείνωσης, της αγάπης και της συγνώμης. Έσφιξε τα χέρια των παιδιών, ένιωσε την ουράνια πρόνοια να ζεσταίνει την άδεια καρδιά του…έσκυψε και είπε: – Και του χρόνου παιδιά, να γιορτάσουμε τη Θεία γέννηση του Κυρίου.

 …Μία φάτνη, μέσα στην ψυχή του… Ευλαβικά, ταπεινά, εναπόθεσε τα δικά του σεμνά δώρα. Τα δώρα που ο εναθρωπήσαντας Χριστός, μας προσδοκά. «Την αγάπη, την ταπείνωση, την συγνώμη και την συγχώρεση.»

 Υ.Γ. Διήγημα δικἠς μου φαντασίας, πλην όμως, στέλνει το μήνυμα το καλό της αγάπης και της πίστης. Ζωντανεύουν στο νου, παλαιές, μακρινές εποχές, τότε που ο κόσμος, αν και ζούσε φτωχικά, υπήρχε μέσα στην καρδιά η αγάπη και η θαλπωρή. Είναι σπουδαία αρετή, η αγάπη και η μετάνοια. Αρεστή, όχι μόνο στους ανθρώπους, αλλά στον ίδιο τον Δημιουργό. Στον Πλαστουργό μας, που ενφύσησε και έδωσε πνοή στο πήλινο δημιούργημά του και του χάρισε την αθάνατη ψυχή.
ΧΡΙΣΤΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΛΜ ΓΟΥΙΛΛΙΑΜΣ

                                   Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ – ΚΟΡΜΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ, ένας υπέρτατος θεσμός. Μία λέξη την οποία αμέτρητες φορές αναφέρουμε μέσα στην καθημερινή μας ζήση. Μέσα στις συζητήσεις μας, πόσες φορές αλήθεια αναφέρουμε αυτή την σημαντική λέξη. Λέμε π.χ. « αυτός ο άνθρωπος έχει μία καλή οικογένεια, ή έχει βάσεις και ρίζες αυτή η οικογένεια, ή πάλι, αυτή η οικογένεια έχει αρχές.

Πάντοτε, όταν γίνεται αναφορά για την καλή οικογένεια, νιώθει ο καθένας γαλήνη, σιγουριά και θαλπωρή που φέρνει στην ψυχή, στην καρδιά, στον λογισμό η λέξη αυτή. Ανοίγει ο λογισμός τις φτερούγες και μας ταξιδεύει πίσω…εκεί στο πατρογονικό μας, στην πατρική εστία! Βρισκόμαστε εν ριπή οφθαλμού, σε άλλες ευλογημένες εποχές. Τότε που η οικογένεια αποτελούσε τον πυρήνα και τον άξονα του υπέρτατου αυτού θεσμού, μέσα στην κοινωνία. Βλέπουμε την τάξη, την θαλπωρή, την αγάπη και τον σεβασμό συνάμα. Ένα υπέροχο σύμπλεγμα αρμονίας. Έχει εμπνεύσει αξιόλογους ζωγράφους που με το πινέλο τους αποθανάτισαν αυτή την ευδαιμονία πάνω σε αθάνατους πίνακες.

Η οικογένεια, ώθησε την πένα των σκαπανέων του λόγου, ποιητές και πεζογράφοι ύμνησαν τον Θείο θεσμό την ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ. Αλήθεια! Τι υπέροχη λέξη. Σε όλες τις κοινωνίες, σε όλα τα έθνη, βασιλεύει κραταιά αρχόντισσα.

Γύρω στο τραπέζι συνάζονται όλα τα μέλη της οικογένειας-  κάποτε ήταν ιερός θεσμός, να μην απουσιάζει κανένα μέλος από  αυτή την ιερή μυσταγωγία – όταν βέβαια αυτό είναι εφικτό στην σημερινή εποχή.Ευλογημένη είναι η ώρα, όταν βρίσκεται η οικογένεια όλη μαζί. Ακόμη σπουδαιότερο, όταν κάθε μέλος της, αναγνωρίζει τα καθήκοντα του, το σεβασμό του, την προσφορά του.

Όταν ρίξουμε το βλέμμα μας στην αρμονία της φύσης, θα αποκομίσουμε διδαχές και παραδείγματα. Κοιτάζουμε το γερό δένδρο, με τους κλώνους, την φυλλωσιά, ξέρουμε ότι γερές ρίζες και για τον λόγο αυτό προόδευσε.  Έτσι ακριβώς είναι και η οικογένεια, ακόμη δε περισσότερο, η κοινωνία, της οποίας υπέρτατος κορμός είναι η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ. Δεν χρειάζεται να είμαστε επιστήμονες, ούτε σοφοί. Όποιες κι αν είναι οι γραμματικές γνώσεις του καθενός, είναι αρκετές να εννοήσουμε την σημαντική προσφορά, της οικογένειας στην κοινωνία.

Ζούμε δυστυχώς σε άστατες εποχές, σε καιρούς ηθικής κατάπτωσης, ακόμη και ο θεσμός της οικογένειας βάλετε από άνομους και άφρονες, που χαιρέκακα επιβουλεύονται με διάφορους τρόπους να κατεδαφίσουν τον πολύτιμο ιερό θεσμό. Προσπαθούν να την γκρεμίσουν από τον θρόνο της ηθικής και της ευσέβειας. Μα όσο κι αν επιβουλεύονται την καταστροφή της δεν θα το κατορθώσουν ποτέ. Γιατί η οικογένεια είναι που στηρίζει  κοινωνίες και λαούς! Δεν πρέπει να γίνει βορά των παραφρόνων. Γιατί αλίμονο, τότε πολλά, πάρα πολλά δεινά, θα αντιμετωπίσει η ανθρωπότητα…

Ας ευχηθούμε λοιπόν όλοι μας, ο εράσμιος αυτός Θείος θεσμός να ριζώσει ακόμη καλύτερα και να διαλύει τα σκοτεινά νέφη και τις δυνάμεις του σκοταδισμού που την πολεμούν. Με δέος, στεκόμαστε εμπρός στον βωμό της κάθε συνετής οικογένειας και  με σεβασμό μπορούμε να εγκωμιάσουμε το μεγάλο αυτό αγαθό. «Χαίρε, σέμνωμα ηθικών αξιών. Χαίρε, στήριγμα στη ζωή των θνητών. Χαίρε, ο στύλος της κοινωνίας.»

Σεμνά, ταπεινά ας ευχηθούμε το δένδρο που θεμελιώνει την κοινωνική υπόσταση να καρποφορεί μέσα στην ψυχή όλων των λαών. Γιατί όταν δεν υπάρχει ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ  όταν δεν υπάρχουν θεμέλια, είναι σαν να χτίζει η ανθρωπότητα το οικοδόμημά της, πάνω στην άμμο. «Χαίρε, οικογένεια, το κάλλος της ευπρεπείας. Χαίρε, το άνθος της ευσεβείας.»

                                                                           Η ΤΑΞΗ

– Μπορώ σας παρακαλώ, να ρίξω μια ματιά στην εφημερίδα σας; Άκουσα μία ευγενική φωνή και γυρνώντας, αντίκρισα  δυο έξυπνα μαύρα μάτια σε ένα αρμονικό, νεανικό πρόσωπο.

-Ευχαρίστως, είπα εγώ, ενώ εκείνος άπλωσε το χέρι του και πήρε την εφημερίδα “Herald Sun” και άρχισε να την ξεφυλλίζει, εγώ ταυτόχρονα συγκεντρώθηκα στην εργασία μου, στη δική μου ευθύνη…και στις δικές μου σκέψεις. Παράλληλα όμως αναρωτιόμουν, σε ποια κατάσταση…θα βρω την εφημερίδα μου;

Πλην όμως, τι έκπληξη! όταν στράφηκα προς το μέρος του, διαπίστωσα ότι την είχε θέσει στη θέση της με απόλυτη τάξη, λες ότι, δεν είχε κινηθεί από εκεί. Ευχαρίστησε ευγενικά και έφυγε αθόρυβα, όπως είχε έρθει. Άφησα την εργασία μου, κάνοντας σύγκριση, στην τάξη και στην τσαπατσουλιά! Σύγκριση κατανοητή, που αξίζει τον κόπο, για κάποιες σκέψεις.

Σκέφθηκα, πόσες φορές βρίσκω την εφημερίδα μου σε αθλία κατάσταση… Την διαβάζουν απρόσεκτα, την τσαλακώνουν, την σχίζουν. Προσπαθώ κι εγώ έπειτα να βρω τις σελίδες, να τις τοποθετήσω στην ευθεία  σειρά. Άσε πάλι, που αμέτρητες φορές, την βρίσκω… κατακρεουργημένη…ακρωτηριασμένη…

Για τον λόγο αυτό, πραγματικά εξεπλάγην, όταν διαπίστωσα την τάξη και την ευπρέπεια. Για κοίταξε! σκέφθηκα, ορίστε λοιπόν, ένα χειροπιαστό δίδαγμα, ένα παράδειγμα που προσφέρει διδαχές και ανοίγει ορίζοντες γνώσης…

Μα, κάπως έτσι αλήθεια, δεν μοιάζει και η ψυχική ακαταστασία; Η τσαπατσουλιά  όταν γίνει κυρίαρχος στην λογική σου; Τότε, δεν υπάρχει τάξη, καμία σειρά. Όλα ανάκατα και απροσδιόριστα μέσα σε πλήρη σύγχυση και ανακατωσούρα. Μεγάλη η αρετή της τάξης! Και η ευπρέπεια. Όπως το νοικοκυρεμένο σπίτι, που όλα λάμπουν από τάξη και καθαριότητα. Πόσο εύκολα αλήθεια μπορείς να συγκρίνεις την ψυχή, την διάνοια, την καρδιά, μέσα σε αυτό τον σκεπτικισμό.

Υπάρχουν άνθρωποι, που το χαμόγελο, είναι αστείρευτο στο πρόσωπό τους! Όταν τους κοιτάζεις, λες ότι ανοίγουν τα ουράνια και φεγγοβολά η πλάση. Νιώθεις σιγουριά, ανάσα. Αισθάνεσαι πραγματικός άνθρωπος, έτοιμος κι εσύ, να προσεγγίσεις τον συνάνθρωπό σου.

Πόσο καλύτερη θα ήταν η ζήση, αν όλοι οι άνθρωποι, φρόντιζαν όχι μόνο την τάξη και την νοικοκυροσύνη, στο καθημερινό τους περιβάλλον. Αλλά και την αυτή τάξη και αρετή, της ψυχής τους. Στην συμπεριφορά τους, μέσα στην οικογένεια, μέσα στην κοινωνία.

Κάθε τι, μας διδάσκει, μας παραδειγματίζει. Θέτει στην πλάστιγγα, τα υπέρ και τα κατά. Μας βάζει δραγουμάνο, στο δικό μας μετερίζι, να κρίνουμε, να δικαιώσουμε, να δικάσουμε και να βρούμε τη λύση! Κι αν δεν το κατορθώσουμε, έ! Τότε δεν έχουμε άλλη επιλογή, παρά το να ξαναπροσπαθήσουμε. Σίγουρα, αυτή τη φορά, θα ανακαλύψουμε το σωστό μονοπάτι, που θα μας οδηγήσει στην ευθεία οδό της σιγουριάς και της γαλήνης! Λίγη προσπάθεια, θέληση, μαζί με το κουράγιο και την ελπίδα, θα μας συντροφεύσουν για να ανακαλύψουμε τις αρετές, που θα μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους στην κοινωνία. Θα φέρουν την αρμονία και την τάξη στη ζωή μας. Στην διάνοια και στην ψυχή μας. Ας προσπαθήσουμε, όσο μπορούμε, άλλωστε δεν είναι δύσκολο.

                                                              «ΠΑΝΤΑ ΕΝ ΣΟΦΙΑ»

-Τέσσερις μέρες έκανε η Σοφία, να ράψει το πουκάμισο του Θανάση, έλεγε η κυρά Ρηνιώ, στη φίλη της την Μοσχούλα.Τέσσερις μέρες, Μοσχούλα μου και να ’ταν μόνο το ράψιμο του πουκάμισου;  η καημένη, τόσες άλλες φροντίδες είχε δίπλα της…

-Σκέψου τώρα Ρηνιώ, να μην έχει ούτε κανονική βελόνα για την κλωστή, η καημένη…

Καθισμένες στην σκιά της αυλής, με τον αχνιστό μερακλίδικο καφέ, οι δύο γειτόνισσες η Ρηνιώ και η Μοσχούλα, φίλες αχώριστες, αγαπημένες από τότε που ζούσαν στις χαμένες πατρίδες του Ελληνισμού στην Μικρά –Ασία.

-Ναι, για σκέψου, αχ, πως είχαμε καταντήσει τότε στο διωγμό, από κυράδες που ήμασταν, μείναμε χωρίς στον ήλιο μοίρα.

-Σώπα δα, καημένη Ρηνιώ, μπορεί να πονέσαμε, αλλά σωθήκαμε, μπορέσαμε να μπούμε στα καράβια…για θυμήσου…το γιαλό της άμοιρης Σμύρνης, που πορφυρός έγινε από το μακελειό. Ναι, δεν λέω, κοντά σε εσάς γλιτώσαμε και εμείς, Ρηνιώ.

-Μοσχούλα μου, όλα τα χρωστάμε σε εκείνον τον καλό άνθρωπο, τον φίλο του Χρίστου, που παρότρυνε τον Χρίστο και τον κουνιάδο μου τον Παναγή, να φύγουμε όσο το δυνατό γρηγορότερα. Ο Θεός να τον έχει καλά…όπου κι αν είναι. Μπορεί να ήταν Τούρκος, μα ήταν άνθρωπος.

Αυτά κουβέντιαζαν τώρα, οι καρδιακές φίλες, αναπολούσαν και ζωντάνευαν τα περασμένα… Είδαν τους εαυτούς τους κοριτσάκια, με κοτσιδάκια και γαλανόλευκες κορδέλες, πιασμένες χέρι, χέρι, να πηγαίνουν στο Ελληνικό σχολείο. Γιατί τα μέρη εκείνα ήταν Ελληνικά. Πανάρχαιη η ιστορία της πατρίδας τους, της ξακουστής ΦΩΚΑΙΑΣ. Αιώνες κι αιώνες, ιστορίας και προκοπής.  Ήξεραν πολύ καλά τη γενιά τους, μεγάλωσαν χαρούμενα, ένιωσαν την Άνοιξη, τον χτύπο της καρδιάς…ερωτεύτηκαν, παντρεύτηκαν τους νέους που αγαπούσαν και ότι δημιούργησαν  τις οικογένειές τους… νάσου ο ξεριζωμός, ο πόνος, η προσφυγιά. Ήρθε ο χαλασμός και όλα τα αφάνισε. Ευτυχώς γλίτωσαν, ρίζωσαν τώρα σε ξένη γη που όσο κι αν ήταν στην μητέρα Ελλάδα, πάλι ήταν για αυτούς του ανθρώπους ξένη γη. Η μόνη τους παρηγοριά, ότι ονόμασαν το νέο μέρος Νέα Φώκαια, όπως στην πατρίδα τους και το χαρούμενο που τους παρηγορούσε, ήταν ότι το νέο μέρος που το αγάπησαν πολύ την Νέα Φώκαια, την Ελλαδίτικη, την προσφυγικά. Ήταν χτισμένη δίπλα στο κύμα, την  δρόσιζε η αύρα του γιαλού, όπως την αξέχαστη αγαπημένη τους Φώκαια, που έμεινε πίσω να θρηνεί την παλιά της δόξα…και που δεν την ξέχασαν ποτέ…

Και ξάφνου, μέσα στο ταξίδι του νόστου, μέσα στα μονοπάτια της μνήμης…ξεχάστηκαν, η ώρα περνούσε, ώσπου, ξεπρόβαλε από την καμπή του δρόμου, ο κυρ-Νίκος ο Μανισαλής. Θεόψηλος, μα κυρτωμένος μέχρι τη μέση.

-Αχ!  Ρηνιώ, νάτος ο καημένος ο Νικόλας, τώρα μόλις θα μας δει, θα ανασηκώσει  το κυρτωμένο κορμί του.

Και πραγματικά μόλις τις είδε, έκανε μία υπεράνθρωπη προσπάθεια, ανασήκωσε λίγο το κορμί του. Στα χέρια του κρατούσε ένα καλαθάκι πλεγμένο από λυγαριές – που φύτρωναν άφθονα, σε αυτά τα μέρη – και το τσαπάκι του.

-Καλό σας απόγευμα, συμπατριώτισσες, είπε, κρατώντας όσο του επέτρεπαν οι δυνάμεις του, ίσιο το τσακισμένο του κορμί. Να καθίσω λίγο να ξαποστάσω;  Κάθισε σεμνά στο πεζούλι, έβγαλε το σκούφο του, κοίταξε στον ουρανό, ενώ σιγοψέλλιζε τον ψαλμό του Δαυϊδ: «Μέγας, ει, Κύριε και θαυμαστά τα έργα σου.»

-Αν δεν ήμουν γνώστης των ψαλμών, από τότε  που έψαλα δίπλα στον δεξιό ψάλτη στην εκκλησιά της άμοιρης Φώκαιας, θα είχα χαθεί, θα είχα καταρρεύσει και βαλτώσει μέσα στην απόγνωση.  Όμως τα Θεϊκά λόγια, του προφητάνακτα, μου τονώνουν τη λογική, την πίστη, την ελπίδα. Βλέπετε, η μοίρα, στάθηκε πολύ σκληρή, έχω και τις δύο τις καημένες τις αδελφές μου, την Αργέντα και την Ερασμία που λιώνουν  στο μαράζι. Βλέπετε είχαν όνειρα, πολλά, σπούδαζαν, να φθάσουν ψηλά…ώσπου αχ!  Τι τα θες; Γιατί να τα θυμόμαστε τώρα δα; Συγνώμη, καλές μου κυράδες, είσαστε και εσείς πονεμένες. Περάσαμε όλοι από το μεγάλο καμίνι της φρίκης…αλλά, νάσου πάλι ζούμε, αναπνέουμε…δοξάζουμε τον Δημιουργό μας…

-Ναι! Ναι, έτσι είναι Νικόλα, αυτή ήταν η μοίρα μας. Μα έχουμε την ανθρωπιά μας, την πίστη μας. Η δοκιμασία που περάσαμε, μας έπλασε καλύτερους ανθρώπους, πονετικούς, στοργικούς. Σταυροκοπήθηκαν όλοι μαζί και ρίχνοντας το βλέμμα στον ουρανό σιγοψέλλισαν: «ΠΑΝΤΑ εν ΣΟΦΙΑ εποίησας.»  (Μελβούρνη  25 Ιουλίου 2015)

                                                              ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

 Όνειρα είναι όλα μέσα στη ζωή. Όλα είναι ένα όνειρο! Και πάντα μπορείς να ονειρεύεσαι… Όλα μπορούν να συμβούν…όλα…

Κοίταξε το ρολόι της, το διαμαντοστολισμένο. -Πω – Πω,  Θεέ μου, άργησα! Μονολόγησε. Έριξε μια κλεφτή ματιά στον  καθρέπτη της, γεμάτη φιλαρέσκεια. -Είμαι εντάξει, είμαι κοκέτα, σκέφθηκε!

Ναι! Ναι! Σήμερα θα κάνει την πρώτη της εμφάνιση, στον κύκλο της αριστοκρατίας. Σήμερα θα κάνει εντύπωση με τον πλούτο της, με την εμφάνισή της και με την ξενοιασιά της! Τώρα, μπορεί να ρίχνει χρήματα στο τραπέζι, χωρίς να τρομάζει μήπως χάσει…χρήμα, μα τώρα, υπάρχει τόσο χρήμα, τόσο χρήμα τώρα…

Κάτω στην είσοδο της πολυτελέστατης βίλας, ο ευγενέστατος σοφέρ γεμάτος υποκλίσεις άνοιξε την πόρτα της πανάκριβης λιμουζίνας.

Εκείνη πέρασε μέσα και κάθισε αναπαυτικά. Δεν ήταν ανάγκη να του πει που θα πήγαινε, εκείνος ήξερε. Θα οδηγούσε το πολυτελέστατο όχημα στη λέσχη των κυριών, της αριστοκρατίας… Να, μόλις προ ολίγου έφυγαν τα άλλα δύο πανάκριβα αυτοκίνητα, που οδηγούσαν τα παιδιά της. Τα βλαστάρια της, τα καμάρια της, η κόρη της και ο γιος της.

Άραγε, που θα πήγαιναν σήμερα;  Τώρα πια, δεν είναι ανάγκη να πηγαίνουν στο σχολείο, να σπάζουν το κεφάλι τους…Αλήθεια, τι τα θέλουν τα γράμματα; Τόσος πλούτος ρέει  μέσα στη φαμελιά τους…τόσος πλούτος!!! Και ο σύζυγος, δεν είναι ανάγκη να ξημεροβραδιάζεται  μέσα στο μικρό του μαγαζάκι… Τώρα είναι κύριος, με ολόχρυσα μανικετόκουμπα και με μεταξωτή γραβάτα. Το παρελθόν χάθηκε, ούτε καν θέλει να το θυμάται…

Μόλις τώρα γύρισε ο σύζυγος από την ολονύκτια διασκέδαση στη λέσχη των πλουσίων. Εκείνη φεύγει τώρα. Ώ! μα εκείνη δεν μπορεί να ξενυχτάει… Θέλει να εμφανίζεται δροσερή, κεφάτη, ξεκούραστη! Με αυτές τις σκέψεις αισθάνεται άνετα, με όλο τον αέρα της βαθύπλουτης κυρίας.

Η  ώρα τρέχει… Έριξε μια ματιά, στο ρολόι της…  -Αχ! Πώς πέρασε η ώρα Θεέ μου! σχεδόν μεσάνυχτα…

Α! Απόψε το παράκανε, μα, άλλωστε ποιος θα της κάνει παρατήρηση; Όλη η οικογένεια ζει στο δικό της ξέφρενο ρυθμό. Γλέντι, διασκέδαση και χρήμα, πάρα πολύ χρήμα…

…Απόψε η τύχη, ήταν με το μέρος της, από την αρχή κέρδιζε. Γι’ αυτό η ώρα κύλησε τόσο γρήγορα! Λες να ήταν γούρικα τα πανάκριβα διαμάντια που φορούσε απόψε; Η τύχη ήταν σύμμαχός της!

Καθώς καληνύχτισε τις αριστοκράτισσες φίλες της – που την κοίταζαν με ζήλεια για την αποψινή τύχη της – χαμογέλασε και σκέφθηκε:

-Μάλιστα, εγώ είμαι η κυρία Έφη Λαμπρινίδη, με το αριστοκρατικό όνομα, με πολύ χρήμα και ξενοιασιά…

Και καθώς ήταν καθισμένη αναπαυτικά στην λιμουζίνα, αναλογίσθηκε το παρελθόν της ζήσης της…  -Ώ! Θεέ μου, τι φτώχεια ήταν εκείνη, τι μιζέρια, με δυσκολία τα έβγαζαν πέρα με το μικρομαγαζάκι τους. Τα παιδιά πήγαιναν στο Γυμνάσιο. Εκείνη βοηθούσε τον άνδρα της, δεν της έμενε στιγμή να ξαποστάσει… Και όλα με οικονομίες, όλα τσίτα, τσίτα. Αχ, περίμεναν να φθάσει κανένα καλάθι από το χωριό, από τα γονικά τους, που τους συμπαραστέκονταν.              Και όμως, όλα άλλαξαν, τόσο ξαφνικά, το χρήμα ρέει άφθονο. Ο σύζυγος γύριζε στο σπίτι με παραφουσκωμένο πορτοφόλι. Πολλές οι καταθέσεις στους Τραπεζικούς λογαριασμούς!!! Σπίτι πολυτελέστατο, ακριβά αυτοκίνητα, σοφέρ, πανάκριβα κοσμήματα. Μεγάλη ζωή. Άνδρας, γυναίκα, παιδιά, τραβούσαν το δικό τους δρόμο και ζούσαν τη δική τους ζωή, μέσα στον πλούτο, μέσα στη χλιδή…

Άλλαξε και το ντεμοντέ όνομά της, το λαϊκό, από Φωτούλα, έγινε Έφη! Και το επίθετό τους ακόμη, από Λαμπρινόγλου, το έκαναν Λαμπρινίδη, πιο ευπρεπές.

-Άντε τώρα! Αντίο, φτωχοζωή! Αντίο μιζέρια… Είμαι πλούσια, είμαι κυρία, μονολογούσε.

Χρόνια και χρόνια, ζήλευε αυτούς που είχαν οικονομική άνεση. Εκείνη ήταν πάντα φτωχή…τώρα όμως την ζήλευαν οι άλλοι.

Με αυτές τις σκέψεις, της ευφορίας, πλησίασαν στην έπαυλη. Όμως, Θεέ μου! Τι βλέπει εμπρός της; Το σπίτι κυκλωμένο από βαριά αστυνομική δύναμη! Πλησίασε ρωτώντας. -Τι γίνεται εδώ;

Ο αστυνομικός, βαρύς, βλοσυρός, της απάντησε: -Κυρία μου, ζείτε μέσα στην πλεκτάνη, μέσα στην παρανομία, στην απάτη και στην ανεντιμότητα. Ο σύζυγός σας και τα παιδιά σας, είναι άνθρωποι του υπόκοσμου. Σε λίγο η δικαιοσύνη θα πράξει το χρέος της. Όλα θα δημευθούν και εσείς θα πάρετε ότι σπείρατε «σπείρατε ανέμους, θερίζετε θύελλες»…  

Εκείνη, με το κεφάλι σκυμμένο, σκέφτεται την ήσυχη ζωή που ζούσε κάποτε, φτωχική, μα έντιμη, νοικοκυρεμένη, με τον άνδρα της – τον Αργύρη – και τα δύο υπάκουα παιδιά τους. Τώρα η δικαιοσύνη θα τους αποδώσει την πρέπουσα τιμωρία…

-Θεέ μου, λύτρωσέ με, ψέλλιζε, λουσμένη στον ιδρώτα.

 Ξάφνου, ένιωσε ένα άγγιγμα στον ώμο της. Ταράχθηκε. Ναι! Έφθασε και η δική της ώρα να λογοδοτήσει, ήρθε η ώρα να της περάσουν χειροπέδες…  Όμως το άγγιγμα ήταν απαλό, γνώριμο. Άκουσε σε λίγο τη φωνή του Αργύρη, να την καλεί με το όνομά της… -Ώ! τον καημένο τον Αργύρη…τον πιάσανε και ήρθε να με αποχαιρετήσει, σκέφθηκε. Ένιωσε το άγγιγμα, πιο έντονο τώρα.

-Φωτούλα είσαι καλά; Κοιμόσουν βαθιά, δεν θέλησα να σε ξυπνήσω. Έφτιαξα το πρωϊνό για τα παιδιά, είναι ακόμη στο τραπέζι και παίρνουν το πρόγευμά τους, πριν φύγουν για το σχολείο.

-Εγώ άργησα κιόλας, με παραπήρε ο ύπνος, με ένα ωραίο όνειρο που έβλεπα. Φεύγω να ανοίξω το μαγαζάκι, θα τα πούμε το βράδυ, μαζί με το όνειρο που είδα…

Την φίλησε στοργικά στο μάγουλο, έκανε το σταυρό του πριν ανοίξει την πόρτα και κίνησε για τον επιούσιο!

Ώστε, ήταν μόνο ένα όνειρο; Ώστε, όλη αυτή η περιπέτεια, ο πλούτος, η χλιδή, η αριστοκρατία, ήταν απλώς και μόνο, ένα νυχτερινό ψέμα;

Σηκώθηκε από το κρεβάτι μουδιασμένη ακόμη, από το φόβο και την ταραχή. Χαρούμενη όμως, που ήταν απλώς ένας νυχτερινός εφιάλτης. Τα παιδιά στο τραπέζι φλυαρούσαν χαρούμενα! – Ώ! Θεέ μου, τι ευτυχία! Τι οικογενειακή αρμονία! Ας είμαστε φτωχοί, είμαστε τίμιοι, υπάρχει η θαλπωρή, η αγάπη μέσα στο σπιτικό μας.

Το βράδυ η οικογένεια συγκεντρωμένη γύρω από το τραπέζι, τα πάντα έτοιμα, που με φροντίδα είχαν ετοιμάσει τα στοργικά χέρια της μητέρας. Τα χέρια πλέκονται, καθώς ακούγεται η φωνή του πατέρα, που αναπέμπει στον Κύριο ένα ταπεινό ευχαριστώ, για τα αγαθά που τους χαρίζει… Τα παιδιά είπαν για τα μαθήματα τους και για μερικά βιβλία που πρέπει να αγοράσουν. Οι γονείς δαγκώθηκαν, κοιτάχτηκαν κάπως αμήχανα, όμως αυθόρμητα απάντησαν και οι δύο μαζί.

– Όλα θα πάνε καλά, θα τα βολέψουμε, με τη δύναμη του Θεού.

– Θα τα καταφέρουμε παιδιά, κάτι θα γίνει, αρκεί να πιστεύουμε.

Χαμογέλασαν όλοι μαζί, στη σκέψη ότι ο πατέρας και η μητέρα συμφωνούσαν πάντα απόλυτα, χωρίς ποτέ να διαφωνούν!

– Και όμως – είπε ο πατέρας χαμογελαστά – το βράδυ που πέρασε ζήσαμε στον ύπνο μου μία πάρα πολύ πλούσια ζωή…είχαμε λέει…

– Αχ, Αργύρη μου – είπε η Φωτούλα – μη ζηλεύεις τα πλούτη. Είδα κι εγώ ένα παρόμοιο όνειρο…ευτυχώς όμως που ήταν μόνο όνειρο…τα πλούτη και η ευτυχία, είναι εδώ, ανάμεσά μας. Είναι χειροπιαστή, μας χαμογελάει, είναι η χαρά μας, είναι η ομόνοιά μας! Μη ξεχνάς το τραγούδι που λέγει: «Όσο υπάρχουνε τριγύρω μας παιδιά / μη φοβάσαι τίποτα…»

– Ναι, Φωτούλα μου. Και εγώ θα προσθέσω: «Όσο ανθούνε της αγάπης τα κλωνιά / στου σπιτιού μας την απέριττη γωνιά / η ζωή μας με αγάπη, θα κυλά!»

– Λοιπόν Αργύρη, θα μας πεις τώρα το όνειρό σου;

– Όχι, δεν είναι ανάγκη Φωτούλα μου.

– Εσύ, τα παιδιά μας, εγώ κι αγάπη μας, αυτά είναι τα πλούτη μας, αυτή είναι η χαρά μας. Τι λες κι εσύ; έχω δίκιο;

– Εγώ; Εγώ να δεις, τι λέω Αργύρη μου! εγώ να δεις τι λέω… Δοξάζω το Θεό, που ήταν μόνο όνειρο, αυτό που είδα το προηγούμενο βράδυ…ένα όνειρο όμως διδακτικό…που μας συνέτισε και άνοιξε τα μάτια της ψυχής…

– Ναι Φωτούλα, μάθαμε ότι τα πραγματικά πλούτη είναι γύρω μας, μέσα στην οικογένειά μας!!! Η ΑΓΑΠΗ, Ο ΣΕΒΑΣΜΟΣ, Η ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ.

                                        Ο  ΑΫΛΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ «Πάντα έν σοφία εποίησας»

Ποιος  είναι αυτός ο άυλος ζωγράφος που τόση έχει χάρη; Με πλέρια δεξιοτεχνία, άριστο ταλέντο έχει σκορπίσει την απαράμιλλη ομορφιά στην πλάση! Αυτά σκεπτόμουν το ηλιόλουστο πρωινό την Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015, καθώς βρισκόμασταν κάθ’ οδόν  για το εξοχικό μας, στο PORTARLINGTON.

Ο καταγάλανος καθάριος ουρανός, σκόρπιζε τη γαλήνη και την απαλότητα. Απόλυτη χαρά γύρω και να σκεφθεί κανείς, ότι μέχρι χθες το δείλι, η φύση γύρω φλέγονταν από τον δυνατό καυτερό άνεμο. Το θερμόμετρο είχε σκαρφαλώσει στους 40 βαθμούς Κελσίου. Ο καυτερός Βόρειος άνεμος, σάρωνε τα πάντα. Η φωτιά, έχοντας σύμμαχό της τον αέρα, με απίστευτη ταχύτητα εκτελούσε το καταστροφικό της έργο. Απέραντες δασώδεις εκτάσεις, αλλά και αγροτικές αγροικίες, έγιναν κάρβουνο. Και όταν κόπασε αυτός ο εφιάλτης της φρίκης, σαν τους κολασμένους του Δάντη, έμεινε πίσω ένα πονεμένο τοπίο… Ένα πονεμένο, καρβουνιασμένο τοπίο, το οποίο εμπνέει τον ζωγράφο να αποτυπώσει πάνω στον καμβά του ατελιέ του, την καταστροφή και την μανία της φωτιάς.

Μα! Όμως σήμερα αυτό το ατελιέ, είναι πλουσιοπάραχα με άριστο ταλέντο και χάρη, απλωμένο στο γαλανό ουρανό, το έχει ζωγραφίσει η απαράμιλλη τέχνη ενός άυλου ζωγράφου!… Ο Άπειρος και Άναρχος Κτήτωρ, που τα πάντα κυβερνά και εξουσιάζει…

Το αυτοκίνητο κινείται, διασχίζει μεγάλες αποστάσεις, περιοχές απερίγραπτης ομορφιάς. Δασώδεις εκτάσεις, καλλιεργήσιμης εύφορης γης, αμπελώνες, ελαιώνες. Τρέχει με ταχύτητα, αφήνει πίσω του κάθε τι, που χάνεται από τα μάτια μας, ενώ μπροστά μας ξεπροβάλλουν όλο και περισσότερα νέα τοπία… Και όμως, ο ουρανός, το στερέωμα, δεν χάνεται, δεν εκμηδενίζεται! Ο ουράνιος θόλος, μας ακολουθεί, σκεπάζει με αρμονία, με σιγουριά και μας προστατεύει, κάτω από τις φτερούγες του, όπως η κλώσα τα νεογνά της.

Ώ! Θεέ μου! με πόση σοφία, δεξιοτεχνία, άπειρη αγάπη, φιλοτέχνησε ο Άυλος ζωγράφος. Ο των πάντων χορηγός και Δημιουργός, την υπέρτατη αυτή αρμονία!  Ανοίγει τις φτερούγες το πνεύμα, ξεδιπλώνει την διάνοια, αγωνίζεται για την εξόρρυξη του ακριβού μεταλλεύματος της ψυχής…μέσα στο πνεύμα της αφθαρσίας…

Η απεραντοσύνη, το στερέωμα, όλα τα ορατά φαινόμενα, όλα ένα υπέροχο σύμπλεγμα μεγαλείου.  Η θνητή μας ύπαρξη προσπίπτει ευλαβικά, εμπρός στη Θεία βουλή, στην Πάνσεπτη μακροθυμία του ΠΟΙΗΤΗ του σύμπαντος. Και όσο κι αν οι λαξευτές του λόγου σμιλεύουν με το κοπίδι της πένας, για να αποτυπώσουν όλα τα ορατά και τα αόρατα της φύσης, πάλι αδυνατούν να περιγράψουν αυτή την υπέρτατη Θεϊκή ομορφιά. Τότε ευλαβικά, προσπίπτουμε και αναφωνούμε: «Πάντα εν σοφία εποίησας.»

                                                                           Η ΒΙΒΛΟΣ

ΠΟΛΛΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ, που πλαισιώνουν την βιβλιοθήκη μου και όχι μόνο. Κάθε συρτάρι, κάθε γωνία, σε κάθε τραπεζάκι θα βρεις θρονιασμένο αυτό τον θησαυρό. Αυτή την ύλη, την ζωντανή, την πλούσια σε θησαυρούς, ακόμη ανεξερεύνητους…ναι, ανεξερεύνητους. Ποτέ δεν τελειώνουν αυτές οι εξερευνήσεις, γι’ αυτό άλλωστε και η θεία προτροπή «ερευνάτε τας γραφάς». Όπως τον σκαπανέα, τον ερευνητή, τον εργάτη του πνεύματος, όσο σκάβεις, τόσο εμπρός σου, ανοίγουν δαίδαλοι γνώσεις και σοφίας. Όλα τα βιβλία, όλα τα καλά, σεπτά γραπτά, προσφέρουν άρρητες διδαχές, ευσέβειας και ταπεινοφροσύνης. Μέγας θησαυρός τα βιβλία. Για εμένα αυτός ο θησαυρός δεν είναι πρόσκαιρος, μηδαμηνός, ούτε παροδικός, υπήρχε γύρω μου, από την πρώτη στιγμή που αντίκρισα το φως της ζωής.

Στο πατρικό μου σπίτι, τα βιβλία έχαιραν εκτίμηση και σεβασμό, από όλη την οικογένεια. Τα παιδικά μου χέρια κρατούσαν τα βιβλία, ίσως μόνο για τις εικόνες…μα, με αυτά ζημώθηκα, με αυτά πλάσθηκε ο ψυχικός μου κόσμος. Αυτά πρωταγάπησα, ακόμη περισσότερο και από τα παιχνίδια μου – τα παιδικά μου παιχνίδια, τις κούκλες μου- Ήταν για εμένα τα βιβλία, πηγή ζωής.

Ο πατέρας μου, με το δικό του πάθος και ζήλο για μόρφωση, φρόντιζε να αγοράζει όλα τα καλά βιβλία για την οικογένεια. Κάθε φορά, ύστερα από κάθε ταξίδι του στην Θεσσαλονίκη, γύριζε με περισσότερα βιβλία στο όμορφο πακέτο από τα καλά βιβλιοπωλεία συνήθως από το βιβλιοπωλείο της Αδελφότητας Θεολόγων « ΖΩΗ». Το ξέραμε και τα περιμέναμε. Ήταν λες ένας ιερός θεσμός, η αγορά των βιβλίων για την οικογένεια.

Ρίχνω τη ματιά μου, με αγάπη και σεβασμό και αγκαλιάζω τον καταδικό μου αυτό θησαυρό. Μα πάνω από όλα – τα περισσότερα έχουν και μια ανάμνηση- υπεράνω πάντων, όλων των αγαπημένων μου κτημάτων, υπάρχει ένα, που αξίζει κάθε τιμή και σεβασμό. Μια ανεκτίμητη Θεία ιεροτελεστία, συντελείται μέσα στην ψυχή μου κάθε φορά που το βλέμμα μου πέφτει εκεί!

 Είναι η «ΒΙΒΛΟΣ» μια από τις δύο που υπάρχουν στο σπίτι μου. Και στις δύο γραμμένα τα Θεία λόγια, καμία αλλαγή στην εμφάνισή τους. Και όμως η μία από αυτές χαίρει την άπειρη εκτίμησή μου, κλείνει έναν ολόκληρο κόσμο, μια άρρητη νοσταλγία.

Τι να είναι άραγε αυτό το αίσθημα που νιώθω, κάθε φορά όταν η ματιά μου πέσει κει πάνω;  Μήπως η επιστροφή στο πατρικό μου; μήπως πάλι στο νοσταλγικό μου παρελθόν; Δεν ξέρω, εκείνο όμως που ξέρω, είναι ότι κάτι σαν ιερή μυσταγωγία, εράσμιες νότες Θεϊκής γαλήνης, υπέροχης απαλότητας και μιας σιγουριάς, απλώνεται μέσα στην ψυχή μου! Πλην όμως αυτό το αίσθημα δεν είναι απλώς και μόνο μία νοσταλγία της στιγμής, που φουντώνει όπως τα φρύγανα των θάμνων και καταπαύει σε λίγα λεπτά. Αυτό που νιώθω είναι ένα ουράνιο σύδενδρο, ένα ανέβασμα της ψυχής, μια οδοιπορία, στα βάθη των αιώνων, ασύλληπτης οσιότητας και μακαρίας ιλαρότητας.

Φαιδρότητα και ψυχική ευεξία πληρούν τον νου και με προτρέπουν να γίνω οδοιπόρος μέσα στα ιστορικά γεγονότα της ΒΙΒΛΟΥ. Όχι μόνο να γίνω μέτοχος μέσα στα κεκτημένα, αλλά επίσης  παρατηρητής και σταχυολόγος που σταχυολογεί τα στάχια των διδαχών, μέσα από τον εράσμιο αγρό.  Γνώστης και κάτοχος σπουδαίων διδαχών και μιας απαράμιλλης πνευματικής δικαιοδοσίας  προσπαθώ με ταπεινοσύνη. Χωρίς να το επιδιώκω ξάφνου νιώθω αυτόν τον δίαυλο, τόσο διαφανές να ανοίγεται εμπρός μου…και να, για δες, αυτό το στενό και μακρύ πέρασμα, που συνδέει εκείνους τους μακρινούς καιρούς, τους ιστορικούς της ΒΙΒΛΟΥ τα περάσματα ξάφνου γίνονται ξηρά, μια ξηρά που ενώνει τις δύο θάλασσες των εποχών.

Μία φωτεινή λουρίδα που συνδέει την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης με την Καινή. Μα, μήπως είναι μόνο αυτό; Όχι δεν σταματά ο λογισμός εδώ και μόνο. Κοίταξε να δεις, αυτή η διαφάνεια, επιτρέπει την δίοδο του φωτός, επιτρέποντας όλα να γίνονται ορατά, αντιληπτά και ευκολονόητα στην διάνοιά μου…και τότε, ναι, τότε αφού οπλισθώ με αυτή την δύναμη, τότε αρχίζει η εμβάθυνση, η έρευνα και η κατανόηση. Η κατανόηση, του κάθε ιερού κειμένου.  Ώ!  και τότε…εμβατήρια και χίλιες μύριες όσιες μουσικές ηχούν και μεταρσιώνουν το ανθρώπινο σαρκίο, σε κάτι υπέρτατο, μυστηριακό, εράσμιο, σεπτό και απόγειο. Τότε, η ψυχή γίνεται κάτι υπερφυσικό, γίνεται ιερουργός, τελεί θεία μυσταγωγία, γίνεται ιεροφάντης, γίνεται ψαλμωδός, για να υμνήσει την Θεία ευεργεσία την Θεία συγκατάβαση και την θεία ευσπλαχνία.

Τελικά, γίνεται ικέτης, εμπρός στον Ύψιστο, ικέτης για συγχώρηση και ευσπλαχνία. Έχει πλέον η ψυχή, το πνεύμα και ο θνητός λογισμός, κατανοήσει το μέγεθος της «Λύτρωσης». Αυτής της λύτρωσης που πάντα έχουμε ανάγκη στη ζωή. Μία λύτρωση που την αντλούμε, από σοφά και σεπτά αναγνώσματα, μέσα σε διαυλές περάσματα. Μία λύτρωση, που τελικά μόνο Εκείνος, ο Πάνσοφος Δημιουργός εμφύσησε μέσα στην αιώνια ψυχή μας.

 Ώ! Αείμνηστε, σεβαστέ πατέρα μου, κάθε φορά που αντικρίζω την «ΒΙΒΛΟ» αυτή την ίδια «ΒΙΒΛΟ»που νάματα ιερά τα πρώτα βήματα θεμελίωσες στη ζωή μου, σε βλέπω σαν ουράνια οπτασία, να βαστάζεις με σεβασμό την «ΒΙΒΛΟ» και να με ταξιδεύεις στα περάσματα και στην λουρίδα όλων των ιερών εποχών. Με σεβασμό και σαφήνεια, να μου εξηγείς κάθε τι, που ήταν τότε για το παιδικό μου πνεύμα, δύσκολο να εννοήσει, εσύ με την εμβρίθεια και την άπειρη γνώση σου, μου έδινες την δυνατότητα να τα καταλαβαίνω!… Πολύτιμος θησαυρός, κατάδικος δικός μου, όσο ζω και αναπνέω, η ματιά μου θα πέφτει εκεί, θα ζωντανεύει, κόσμους ολόκληρους, χείμαρρους θύμησης, ευδαιμονίας, φαιδρότητας, μα και ταπεινότητας, ευσέβειας και σεμνότητας.  Ναι, γιατί αυτά τα όσια ιδανικά, γίνονται θεμέλιο, στήριγμα στο πνευματικό μας οικοδόμημα. Λαξευτοί οι λίθοι, με τέχνη και αξίες. Ανέσπερο το φως της αληθείας και της αγάπης. Αυτής της αγάπης, της αγνής, της μεγάλης, η οποία πηγάζει από την πίστη μας στον Δημιουργό και αγκαλιάζει με την ευλογία του τις ταπεινές μας ψυχές.

Και όταν ξέρουμε τον προορισμό μας στην ζωή, ίσως κάπου να βρούμε το δρόμο της ζωής μας, ίσως ακόμη λιθόστρωτο το καλντερίμι, μα ροδανθούς γεμάτο. Ροδανθούς ευσέβειας και καλοσύνης. Όταν ανοίγει τα φτερά της η ψυχή και αγκαλιάζει όλη την οικουμένη.

 «ΒΙΒΛΟΣ»,  το ανώτερο βιβλίο όλων των εποχών. Σκύψε ψυχή μου και δροσίσου μέσα στους μελιρρύτους ποταμούς της σοφίας. Ταπεινώσου, ψάξε να βρεις το πολύτιμο κόσμημα της σωφροσύνης και της σεμνότητας. Ναι! Θα το βρεις, υπάρχει και σε περιμένει. Υπάρχει μέσα στον Θείο Λόγο της ΒΙΒΛΟΥ.ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

                                                                           Η ΔΟΜΗ 

Γρήγορα, γρήγορα, κυλούν οι ημέρες των διακοπών. Με την επιστροφή στο σπίτι έπειτα από απουσία αρκετών ημερών, το πρώτο μας μέλημα είναι να ρίξουμε μια ματιά στον κήπο μας. Μία συναισθηματική συνήθεια που μας φέρνει κοντά στη φύση και προσεγγίζει στον Δημιουργό μας, στην μεγαλοσύνη του, στην άπειρη αγάπη του. Τότε η ψυχή προσπίπτει και αναφωνεί « Πάντα εν σοφία εποίησας».

Αυτό έπραξα κι εγώ, το επόμενο πρωί – μετά την επιστροφή μας – κρατώντας στο χέρι ένα φλιτζάνι καφέ, σκέφθηκα να ρίξω μια ματιά στον ήδη εγκαταλειμμένο κήπο, αφού όταν γυρίσαμε το προηγούμενο βράδυ, ήταν σκοτεινά, αδύνατον για αυτή την περιήγηση.

Μεγάλη έκπληξη όμως, μου προξένησαν τα αμέτρητα βλαστάρια της ανθοστόλιστης κολοκυθιάς, που είχε πάρει τόσο…θάρρος…κατά την απουσία μας και είχε κυριαρχήσει παντού!!! Είχε απλώσει βλαστάρια με ανθούς, κορυφές καταπράσινες που σκαρφάλωσαν παντού, δεξιά κι αριστερά. Δεν άφησαν δένδρο ήσυχο, με θράσος… στόμφο…τόλμη και  δύναμη έγιναν κυρίαρχοι του κήπου.

– Μα! Από που καλέ ξεφυτρώσατε εσείς; Και έχετε τόση ζωντάνια; αναρωτήθηκα. Αναμφιβόλως από κάποιο εύφορο υγειές μέρος του κήπου, βρήκατε πηγή και γίνατε ροή! Δύναμη και προσπάθεια! Εγώ όμως, θα σας ανακαλύψω σίγουρα, σιγομουρμούρισα, καθώς ακούμπησα το φλιτζάνι πάνω στο τραπεζάκι κάτω από ένα σκιερό δένδρο. Και λέγοντας αυτά, βάλθηκα να ανιχνεύω μέσα στις φυλλωσιές, όπως λέει το τραγούδι «πήρα το δρόμο, το δρομί» και ξάφνου έμεινα άναυδη όταν τελικά βρήκα την κρυψώνα…της ΔΟΜΗΣ… Μάλιστα, την πηγή, τρία –τέσσερα, μισόξερα, άχαρα, κιτρινισμένα βλαστάρια, κοίτονταν στη ρίζα της ελιάς…Ύστερα όμως από εκεί…ώ!  Θεέ μου, τι πανδαισία, τι ζωντάνια. Καταπράσινα φύλλα, βελουδένιοι χρυσοκίτρινοι ανθοί, με τις περικοκλάδες τους είχαν ζώσει κάθε γωνία του κήπου!

-Κοίταξε να δεις, σκέφθηκα, από μία τόσο δα ριζούλα, καταπονημένη, για κοίτα γύρω αυτή την ομορφιά! Τώρα είναι που ανακαλύπτω κάτι σπουδαίο, κάποιο μήνυμα, τεκμηριωμένο σε αυτή την σιωπηλή γωνία του απέριττου κήπου… Μάλιστα ανακαλύπτω τη ΔΟΜΗ, οι ριζούλες αυτές οι μικρές, μπορεί να φαίνονται καχεκτικές, έχουν πηγή, έχουν ριζώσει σε εύφορο ήσυχο μέρος, τώρα προχωρούν, τίποτε δεν τις σταματά, τίποτε δεν τις σκιάζει…

Αλήθεια, κάπως έτσι δεν είναι και η θνητή μας ύπαρξη; Όταν έχουμε γερά θεμέλια, γερή ΔΟΜΗ, τότε σίγουρα θα αποδώσουμε κάτι καλό στην πορεία της ζήσης μας. Πόσες αλήθειες έχουν να μας προσφέρουν όλα αυτά, μπορούμε να διδαχθούμε, να φιλοσοφήσουμε, να σταχυολογήσουμε μέσα στον κάμπο της ψυχής μας. Όπως ακριβώς οι διδαχές που αποκομίζουμε με τις εμπειρίες μας μέσα στον δικό μας χώρο. Στο πανεπιστήμιο του δικού μας περιβάλλοντος. Γνώσεις σπουδαίες, φιλοσοφικές, ανέξοδες, ξεκούραστες, ευχάριστες, σοφές, ακόμη δε διδακτικές αρκεί να το θελήσουμε…

Έριξα μια ματιά στο φλιτζάνι, ο  καφές είχε ήδη κρυώσει… πλην όμως, κρατούσε το υπέροχο άρωμά του! Να κάπως έτσι, όπως διατηρεί η ψυχή μας το άρωμα και τη γεύση κάθε καλού και χρηστού ιδανικού, που έχουμε διδαχθεί και ουδέποτε θα χαθεί. Είναι το υπέροχο άρωμα της καλοσύνης και της αγάπης, της ανθρωπιάς και της ψυχικής αβρότητας. Είναι η πανδαισία του αλτρουϊσμού και της ηθικής ικανοποίησης ότι σαν άνθρωποι έχουμε συλλάβει  το Θείο μήνυμα, που πλουσιοπάροχα μας χαρίζει η φύση της οποίας ο Δημιουργός «Τα πάντα εν σοφία εποίησε.»

Ας μπορούσε Θεέ μου, να ευδοκιμήσει το δένδρο της καλοσύνης, της αγάπης της ΕΙΡΗΝΗΣ σε όλους τους λαούς της γης. Να βασιλεύει ο ΗΛΙΟΣ της δικαιοσύνης. Και εμείς οι ένοικοι του πρόσκαιρου αυτού κόσμου, να θέσουμε ένα σκοπό και ένα ορόσημο, ένα σημάδι πάνω στην άμμο, στο πέρασμά μας από τη ζωή. Ορόσημο «ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΚΑΛΟΣΥΝΗΣ».  (Μελβούρνη  2015).